← Κύπρος

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΛΕΥΚΑΡΩΝ (ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟΝ) ΛΤΔ ν. THE FIFTH SEASON TRADE SERVICES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 812/06, 3 Μαρτίου, 2010

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΛΕΥΚΑΡΩΝ (ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟΝ) ΛΤΔ ν. THE FIFTH SEASON TRADE SERVICES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 812/06, 3 Μαρτίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A81 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Ιωαννίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 812/06 Μεταξύ: ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΛΕΥΚΑΡΩΝ (ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟΝ) ΛΤΔ Εναγόντων και

  1. THE FIFTH SEASON TRADE SERVICES LTD
  2. ΜΑΙΡΗΣ ΜΑΚΡΙΔΟΥ Εναγομένων _________________________ Ημερομηνία: 3 Μαρτίου,
  3. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Μ. Αντωνίου για Στ. Αμπίζα και Σία. Για Εναγομένους: κα Πρ. Μιχαήλ για Ε. Ευσταθίου και Β. Πιερίδου (κα Χρύσω Παπανδρέου για να ακούσει απόφαση). Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες με αγωγή που κατέθεσαν στις 25.1.06 αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 τις ακόλουθες θεραπείες. (Παρατίθενται αυτολεξεί.) «Α. Απόφαση και/ή διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να αποφασίζει και/ή διατάσσει τους Εναγόμενους 1 και 2 όπως πάραυτα εκκενώσουν, εγκαταλείψουν και παραδώσουν στους Ενάγοντες κενή και ελεύθερη κατοχή του Ξενοδοχείου «AGORA HOTEL», στα Πάνω Λεύκαρα, και Β. Διάταγμα και/ή απόφαση του σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου οι Ενάγοντες ανακτούν την κατοχή του ως άνω ακινήτου, και Γ. £183.296,96,00 - δεδουλευμένα ενοίκια μέχρι 30/9/05, και Δ. £10.000, έξοδα συντήρησης ως ανωτέρω, και Ε. £9.310, έξοδα αντικατάστασης λινών, ως ανωτέρω, και ΣΤ. Ενοίκια και/ή ενδιάμεσα κέρδη και/ή οφέλη (mesne profits) και/ή αποζημιώσεις και/ή άλλως από 1/10/05, προς £2.390,42 προς οποιοδήποτε άλλο ποσό ήθελε κριθεί δίκαιο υπό τις περιστάσεις, μέχρι εκκένωσης και παράδοσης ελεύθερης και κενής κατοχής του εν λόγω ξενοδοχείου, και Ζ. Τόκο προς 9% ετησίως επί παντός ποσού ως προς τα ενδιάμεσα κέρδη και/ή οφέλη και/ή αποζημιώσεις και/ή άλλως, και Η. Απόφαση και/ή διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να αποφασίζει και/ή διατάσσει τους Εναγόμενους 1 και 2 όπως πάραυτα παραδώσουν στους Ενάγοντες τον εξοπλισμό του Ξενοδοχείου «AGORA HOTEL», στα Πάνω Λεύκαρα, και Θ. Γενικές Αποζημιώσεις, και Ι. Οποιαδήποτε περαιτέρω ή άλλη θεραπεία την οποία το σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη και/ή εύλογη. Κ. Νόμιμο Τόκο. Λ. Έξοδα πλέον ΦΠΑ». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, κατά ή περί τις 28.3.95 στη Λευκωσία, οι Ενάγοντες συνήψαν με την Εναγόμενη 1 Εταιρεία γραπτή σύμβαση μίσθωσης του ξενοδοχείου "AGORA HOTEL" στα Πάνω Λεύκαρα. Σύμφωνα με τους όρους αυτής, οι Ενάγοντες εκμίσθωσαν στην Εναγόμενη 1 το πιο πάνω ξενοδοχείο ενώ η Εναγόμενη 2 εγγυήθηκε στους Ενάγοντες όλες τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης
  4. Σύμφωνα πάντα με την Έκθεση Απαίτησης, στη συμφωνία υπήρχαν και οι ακόλουθοι όροι. «
  5. Ήταν, inter alia, ρητοί όροι της εν λόγω Σύμβασης οι ακόλουθοι: 6.
  6. Οι Εναγόμενοι ενοικίασαν από τους Ενάγοντες το Ξενοδοχείο για περίοδο 5 ετών αρχομένης της 1/3/95 και λήγουσας την 29/2/00, έναντι του μηνιαίου, πληρωτέου προκαταβολικώς την 1η εκάστου μηνός, ποσού/ενοικίου. 6.
  7. Το ενοίκιο είχε ως ακολούθως για τις αντίστοιχες περιόδους: 1/3/95-29/2/96 ......... ΚΛ£26.000 1/3/96-28/2/97 ......... ΚΛ£33.600 1/3/97-28/2/98 ......... ΚΛ£35.280 1/3/98-28/2/99 ......... ΚΛ£37.044 1/3/99-28/2/00 ......... ΚΛ£38.896 6.3 Οι Εναγόμενοι είχαν το Εκλεκτικό Δικαίωμα (Option), κατά την εκπνοή της πενταετούς ως άνω περιόδου να επιλέξουν την συνέχιση της ενοικίασης δια επιπλέον 5 έτη υπό τους ιδίους άλλους όρους πλην του παρόντος όρου περί επεκτάσεως. 6.4 Δια την ρηθείσα περίοδο επεκτάσεως δυνάμει του Εκλεκτικού Δικαιώματος, το ενοίκιο θα ήταν: 1/3/00-28/2/01 ......... ΚΛ£41.230 1/3/01-28/2/02 ......... ΚΛ£43.704 1/3/02-28/2/03 ......... ΚΛ£46.764 1/3/03-28/2/04 ......... ΚΛ£50.037 1/3/04-28/2/05 ......... ΚΛ£53.540». Κατά ή περί τις 30.11.96 καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων τροποποιητική συμφωνία, η οποία ουσιαστικά τροποποιούσε το καθορισθέν στην αρχική συμφωνία ενοίκιο ως ακολούθως: «
  8. 1/3/95-29/2/96 ......... ΚΛ£18.000 1/3/96-28/2/97 ......... ΚΛ£18.000 1/3/97-28/2/98 ......... ΚΛ£18.900 1/3/98-28/2/99 ......... ΚΛ£19.845 1/3/99-28/2/00 ......... ΚΛ£20.840». Με την πιο πάνω συμφωνία τροποποιείτο και το ενοίκιο σε περίπτωση που η Εναγόμενη Εταιρεία θα ασκούσε το εκλεκτικό δικαίωμα για ανανέωση της σύμβασης μίσθωσης για άλλα 5 έτη. Σε τέτοια περίπτωση το ενοίκιο καθορίζεται ως εξής. «1 1/3/00-28/2/01 ......... ΚΛ£22.090 1/3/01-28/2/02 ......... ΚΛ£23.415 1/3/02-28/2/03 ......... ΚΛ£25.054 1/3/03-28/2/04 ......... ΚΛ£26.808 1/3/04-28/2/05 ......... ΚΛ£28.685». Βάσει της συμφωνίας, οποιαδήποτε καθυστερημένη δόση ενοικίου θα φέρει τόκο προς 9% ετησίως. Η Εναγόμενη 1 άσκησε το εκλεκτικό δικαίωμα για το οποίο γίνεται αναφορά στις συμφωνίες και συνέχισε να μισθώνει το ξενοδοχείο για τα επόμενα 5 έτη. Οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 27.10.05 τερμάτισαν τη συμφωνία και αξίωσαν από τους Εναγομένους παράδοση κατοχής του μισθίου και καταβολή των οφειλόμενων ποσών. Στις 5.7.07 στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα βάσει του οποίου οι Εναγόμενοι 1 και 2 διατάχθηκαν να παραδώσουν το ξενοδοχείο στους Ενάγοντες. Η εκτέλεση του διατάγματος αναστάληκε μέχρι τις 10.9.07, ημερομηνία κατά την οποία το ξενοδοχείο παραδόθηκε στους Ενάγοντες. Τα πιο πάνω συνιστούν αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι οι Εναγόμενοι παραβίασαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις αφού παρέλειψαν να καταβάλουν οφειλόμενα ενοίκια ενώ παρέλειψαν να παραδώσουν το ξενοδοχείο και τον εξοπλισμό του κατά την εκπνοή της ενοικίασης, δηλαδή στις 28.2.
  9. Είναι επίσης η θέση τους ότι η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να δαπανήσει Λ.Κ.1.000 ετησίως, ως όφειλε δυνάμει της αρχικής συμφωνίας. Τέλος ισχυρίζονται ότι η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να αντικαταστήσει τα λινά είδη του ξενοδοχείου με καινούρια, ως είχε υποχρέωση βάσει της σύμβασης μίσθωσης. Στην Έκθεση Απαίτησης παρατίθενται λεπτομέρειες για το πώς προκύπτει το οφειλόμενο ποσό των Λ.Κ.183.296,96,00 για δεδουλευμένα ενοίκια (συμπεριλαμβανομένων τόκων) μέχρι 30.9.
  10. Για το θέμα αυτό θα αναφερθώ στη συνέχεια. Οι Εναγόμενοι με το δικόγραφο τους εγείρουν τις ακόλουθες προδικαστικές ενστάσεις. «
  11. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 εγείρουν προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει γιατί η αναφερόμενη συμφωνία μίσθωσης του Ξενοδοχείου είναι παράνομη και άκυρη για το λόγο ότι δεν υπήρχε άδεια για λειτουργία του ως ξενοδοχείου και κατά συνέπεια η μίσθωση του με σκοπό την παράνομη λειτουργία του έναντι είσπραξης ενοικίων παραβιάζει τις πρόνοιες του περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμου του 1969, όπως τροποποιήθηκε και ειδικότερα του άρθρου 23 Α (γ).
  12. Χωρίς βλάβη της πιο πάνω προδικαστικής ένστασης ή και περαιτέρω και/ή διαζευκτικά οι εναγόμενοι 1 και 2 εγείρουν προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση αυτή και ότι αρμόδιο είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων». Παραδέχονται ότι παραβίασαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Συγκεκριμένα παραδέχονται ότι δεν κατέβαλλαν τα συμφωνηθέντα ενοίκια και ότι δεν παρέδωσαν το ξενοδοχείο και τον εξοπλισμό του κατά τη λήξη της μίσθωσης στις 28.2.
  13. Ισχυρίζονται, ανάμεσα σε άλλα, ότι επειδή οι Ενάγοντες δεν απαίτησαν τις κατ' ισχυρισμό οφειλόμενες δόσεις εμποδίζονται (are estopped) από του να αξιώνουν οφειλόμενα ενοίκια και/ή έχουν απεμπολήσει (have waived) το δικαίωμα τους να αξιώνουν κάτι τέτοιο. Αναφέρουν ότι οι ίδιοι προέβηκαν με δικά τους έξοδα σε επιδιορθώσεις και βελτιώσεις στο εξωτερικό κυρίως μέρος του κτηρίου που ξεπερνούν τις Λ.Κ.130.000, ενώ προέβηκαν και σε επιδιορθώσεις και βελτιώσεις στο εσωτερικό μέρος του κτηρίου ύψους Λ.Κ.105.685,
  14. Ως αναφέρουν, υπόχρεοι γι' αυτές ήταν οι Ενάγοντες. Στην παράγραφο 18 του δικογράφου τους αναφέρουν και τα ακόλουθα: «
  15. Οι ενάγοντες από την αρχή των επαφών που είχαν με τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 κατανόησαν τα προβλήματα που υπήρχαν. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 αναγκάστηκαν από την αρχή της εφαρμογής της σύμβασης να πληρώσουν μεγάλα ποσά κυρίως για την βελτίωση του οικοδομήματος αφού αυτό παρουσίαζε μεγάλα προβλήματα. Επειδή για αυτά τα ποσά και για όλα τα προβλήματα στην οικοδομή δεν γινόταν πρόνοια στη σύμβαση μίσθωσης και επειδή τα έξοδα και/ή προσθήκες και/ή βελτιώσεις στις οποίες προέβαιναν οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 στο ξενοδοχείο καλυτέρευαν την κατάσταση του, οι ενάγοντες δεσμεύτηκαν προφορικά και/ή σιωπηρά και/ή με τις πράξεις τους και/ή μη πράξεις τους να μην εισπράττουν τις δόσεις τους και/ή να μην εισπράττουν τις δόσεις τους στο έπακρο.» Τέλος είναι η θέση τους ότι οι όροι της σύμβασης μίσθωσης έχουν καταστεί ανενεργοί και/ή καταργήθηκαν. Εν κατακλείδι ζητούν απόρριψη της αγωγής με έξοδα υπέρ τους. Προδικαστικές Ενστάσεις Σε σχέση με την πρώτη προδικαστική ένσταση, παρατηρώ τα ακόλουθα. Το άρθρο 23 Α

(1)(γ) του περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμου, Ν. 40/69προνοεί τα ακόλουθα: «Πας όστις - (γ) διατηρεί ή λειτουργεί ξενοδοχείο, ξενοδοχειακήν μονάδα ή τουριστικόν κατάλυμα άνευ αδείας λειτουργίας εκδοθείσης, ή η άδεια του οποίου έχει ανακληθή δυνάμει του άρθρου 8, ..................... είναι ένοχος αδικήματος και, εν περιπτώσει καταδίκης, υπόκειται εις πρόστιμο .................................». Στην υπόθεση White v. AEK κ.ά
(2007)1(Β) Α.Α.Δ., 742, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 747: «Το άρθρο 23 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 καθιστά άκυρη κάθε συμφωνία της οποίας ο σκοπός ή η αντιπαροχή είναι παράνομη. Σύμφωνα με τη διάταξη, παράνομη είναι κάθε συμφωνία της οποίας είτε ο σκοπός είτε η αντιπαροχή απαγορεύεται από το νόμο ή είναι τέτοιας φύσης ώστε να καταστρατηγεί τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου». Κρίθηκε ότι η εργοδότηση του εφεσείοντα από τους εφεσίβλητους χωρίς ο πρώτος να είχε άδεια εργασίας, συνιστούσε πράξη συγκρουόμενη με το δημόσιο συμφέρον και την πολιτική του κράτους, με αποτέλεσμα να καταστρατηγούνται οι σχετικές διατάξεις της Νομοθεσίας. Στην παρούσα υπόθεση ζητείται να κριθεί η σύμβαση μίσθωσης ως άκυρη επειδή καταστρατηγεί τις διατάξεις του άρθρου 23 (Α) (γ) του Νόμου 40/
  1. Καταλήγω χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία ότι η πιο πάνω πρόνοια του Νόμου σε καμία περίπτωση δεν καθιστά την μίσθωση ξενοδοχείου άκυρη στις περιπτώσεις όπου δεν έχει εκδοθεί άδεια λειτουργίας του ξενοδοχείου. Ο Νόμος δεν καθιστά παράνομη τη σύμβαση μίσθωσης ξενοδοχείου αλλά τη λειτουργία ξενοδοχείου χωρίς άδεια. Με άλλα λόγια είναι δυνατό να μισθώνεται νόμιμα ένα ξενοδοχείο (οικοδομή) αλλά το πρόσωπο που επιθυμεί να το λειτουργήσει θα πρέπει να εξασφαλίσει την απαιτούμενη από τον Νόμο άδεια. Άλλωστε, ο Νόμος 40/69 στις περιπτώσεις όπου κάποιος λειτουργεί ξενοδοχείο χωρίς άδεια, προβλέπει ως ποινή και την διακοπή της λειτουργίας του ξενοδοχείου και όχι την κατεδάφιση αυτού. Υπό το φως των πιο πάνω, η πιο πάνω προδικαστική ένσταση απορρίπτεται. Σε σχέση με τη δεύτερη προδικαστική ένσταση, διαπιστώνω ότι οι Εναγόμενοι δεν αναφέρουν στο δικόγραφο τους, ως όφειλαν, γιατί αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Ισχυρισμός ότι κατέστησαν θέσμιοι ενοικιαστές δεν υπάρχει. Η ευπαίδευτη συνήγορός τους στην αγόρευση της εισηγήθηκε πως επειδή δεν είχε εκδοθεί άδεια λειτουργίας του ξενοδοχείου για όλα τα χρόνια της μίσθωσης, το μίσθιο δεν συνιστά ξενοδοχείο και συνεπώς αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Με άλλα λόγια εισηγείται πως το μίσθιο για τα χρόνια που είχε άδεια λειτουργίας ήταν ξενοδοχείο και για τα χρόνια που δεν είχε δεν ήταν. Η πιο πάνω εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Να αναφέρω πως στον Νόμο 40/69 δεν ορίζεται ως ξενοδοχείο το «κατάστημα» που έχει άδεια λειτουργίας. Ως εκ τούτου απορρίπτεται και η δεύτερη προδικαστική ένσταση. Προσαχθείσα μαρτυρία Εκ μέρους των Εναγόντων κατέθεσε ο κ. Λουκής Στυλιανού, διευθυντής αυτών από τις 23.8.90, ημερομηνία σύστασης της Ενάγουσας Εταιρείας. Κατέθεσε ως τεκμήρια 5 και 6 τις συμφωνίες που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με το επίδικο ξενοδοχείο. Αναφέρθηκε στους όρους των εν λόγω συμφωνιών. Ήταν η θέση του πως κατά τη διάρκεια της μίσθωσης η Εναγόμενη Εταιρεία δεν κατέβαλλε τα οφειλόμενα ενοίκια σύμφωνα με τους όρους των συμφωνιών. Η Εναγόμενη Εταιρεία μέσω της διευθύντριας της Εναγόμενης 2, ζήτησε επανειλημμένα από τους Ενάγοντες να δείξουν κατανόηση και να της δώσουν πίστωση χρόνου για να καταβάλει τα οφειλόμενα ενοίκια. Μάλιστα οι Ενάγοντες για να βοηθήσουν την Εναγόμενη Εταιρεία ανταποκρίθηκαν θετικά σε αίτημα της και κατασκεύασαν το 1997 πισίνα συνολικού κόστους Λ.Κ.7.068,
  2. Η Εναγόμενη Εταιρεία είχε ζητήσει την κατασκευή πισίνας γιατί πίστευε πως με αυτόν τον τρόπο το ξενοδοχείο θα προσέλκυε οικογένειες με μικρά παιδιά. Το εν λόγω ποσό καταβλήθηκε από την Εναγόμενη Εταιρεία και πιστώθηκε έναντι των οφειλομένων ενοικίων της. Οι Ενάγοντες ενέκριναν διάφορες επιδιορθώσεις που έγιναν το '98 και '99 από την Εναγόμενη Εταιρεία συνολικού ποσού Λ.Κ.4.229,69, ποσό το οποίο πληρώθηκε από την Εναγόμενη Εταιρεία και πιστώθηκε και πάλι έναντι των οφειλόμενων ενοικίων. Συνεπώς το συνολικό ποσό που πιστώθηκε στα καθυστερημένα ενοίκια ανέρχεται σε Λ.Κ.11.297,
  3. Οι Ενάγοντες απέστειλαν στους Εναγομένους την επιστολή ημερ. 27.10.05, τεκμήριο 8, με την οποία τερμάτιζαν τη συμφωνία μίσθωσης και/ή θεωρούσαν αυτήν τερματισθείσα. Με την ίδια επιστολή ζητούσαν όπως οι Εναγόμενοι παραδώσουν εντός ενός μηνός ελεύθερη κατοχή του μισθίου. Ταυτόχρονα αξίωναν τα οφειλόμενα ενοίκια και αντικατάσταση των λινών ειδών του ξενοδοχείου με καινούρια. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 9 κατάσταση λογαριασμού την οποία ετοίμασε ο ίδιος. Σε σχέση με τις πληρωμές που έγιναν δυνάμει της εγγυητικής επιστολής, σχετικό είναι το τεκμήριο
  4. Από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 9 και από τη μαρτυρία του, προκύπτει ότι το οφειλόμενο ποσό (εξαιρουμένων των τόκων) για ενοίκια μέχρι τις 30.9.05 ήταν Λ.Κ.145.143,
  5. Επειδή δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση από τους Εναγομένους, οι Ενάγοντες καταχώρισαν στις 25.1.06 την παρούσα αγωγή. Ήταν η θέση του ότι ουδέποτε οι Εναγόμενοι έθεσαν θέμα ακυρότητας ή παρανομίας της συμφωνίας μίσθωσης. Ουδέποτε «χαρίστηκαν» τα οφειλόμενα ενοίκια και ουδέποτε οι Ενάγοντες εγκατέλειψαν την αξίωσή τους να διεκδικήσουν αυτά. Οι Εναγόμενοι ουδέποτε έθεσαν θέμα άδειας λειτουργίας του ξενοδοχείου. Όπως ο ίδιος ανέφερε, η εξασφάλιση της άδειας λειτουργίας ήταν υποχρέωση των Εναγομένων. Τους ισχυρισμούς των τελευταίων για καταβολή χρημάτων για επιδιορθώσεις και βελτιώσεις στο εξωτερικό και εσωτερικό μέρος του ξενοδοχείου, τους θεωρεί κατασκευάσματα και σκέψεις εκ των υστέρων. Εκ μέρους των Εναγόντων κατέθεσε και ο κ. Κώστας Χριστοφόρου, Λογιστής. Ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε σε σχέση με τη μέθοδο που χρησιμοποίησε για να υπολογισθεί ο τόκος που προέκυψε με δεδομένο ότι η Εναγόμενη Εταιρεία δεν κατέβαλλε εμπρόθεσμα και σε κάποιες περιπτώσεις καθόλου, τις οφειλόμενες δόσεις. Τα δεδομένα που έλαβε υπόψη του είναι αυτά που του έδωσαν οι Ενάγοντες. Κατέθεσε ως τεκμήριο 10 σχετικό έγγραφο που ετοίμασε, το περιεχόμενο του οποίου επεξήγησε. Σε αυτό υπολογίζονται με ακρίβεια οι τόκοι με μελλοντική αξία την 30.9.
  6. Θα έλεγα πως η μαρτυρία του σε σχέση με την ορθότητα της μεθόδου που χρησιμοποίησε για τον υπολογισμό των τόκων, δεν αμφισβητήθηκε. Εκ μέρους των Εναγομένων κατέθεσε η Εναγόμενη 2, Μαίρη Μακρίδου. Αναφέρθηκε στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες συνήψε τις συμφωνίες μίσθωσης και στα προβλήματα που, όπως η ίδια λέει, υπήρχαν στο ξενοδοχείο. Ήταν η θέση της ότι από τη λειτουργία του εν λόγω ξενοδοχείου καταστράφηκε οικονομικά. Συνέχισε να κατέχει και να λειτουργεί το ξενοδοχείο και μετά τον τερματισμό των συμφωνιών για να καλύψει, όπως ανέφερε, μέρος των ζημιών της. Αρνήθηκε ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες παρόλο που δέχτηκε ότι δεν κατέβαλλε τα συμφωνηθέντα ενοίκια. Ήταν η θέση της ότι στο ξενοδοχείο δαπάνησε ποσό πέραν των Λ.Κ.200.000 για τη συντήρηση και λειτουργία του. Σε άλλο μέρος της μαρτυρίας της θα αναφερθώ στη συνέχεια. Αυτή ήταν σε γενικές γραμμές η προσαχθείσα μαρτυρία, το σύνολο της οποίας έχω θέσει ενώπιόν μου. Αξιολόγηση προσαχθείσας μαρτυρίας Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλοντο, το καλό ή κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ 1273, 1280 - 1281, Χριστάκης Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά, Πολ. Έφ. αρ. 15/07, απόφαση ημερ. 23.5.2008, Γεώργιος και Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Παναγιώτη Πολυβίου, Πολ. Έφ. αρ. 99/07, απόφαση ημερ. 9.4.2009 και Νίκου Κυριάκου ν. Γεωργίου Νικόλα (Μακρή) Λτδ, Πολ. Έφ. αρ. 120/07, απόφαση ημερ. 10.7.20009.) Έχω θέσει ενώπιον μου και το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Τέλος, πρέπει να αναφέρω ότι πριν αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία έθεσα ενώπιον μου και τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Ο κ. Λουκής Στυλιανού μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολό της, χωρίς ενδοιασμό. Θα τολμούσα να πω ότι η μαρτυρία του στα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή θέματα, δεν αμφισβητήθηκε. Τουναντίον η αντεξέτασή του επικεντρώθηκε και σε θέματα που δεν έχουν σχέση με τα επίδικα. Συγκεκριμένα του υποβλήθηκαν ερωτήσεις γιατί οι Ενάγοντες δεν έχουν εκμισθώσει μέχρι σήμερα το ξενοδοχείο. Αυτό όμως δεν έχει καμία σχέση με τα επίδικα θέματα αφού δεν αξιώνονται αποζημιώσεις για την περίοδο μετά την παράδοση του μισθίου από τους Εναγομένους. Η Εναγόμενη 2 μου έκανε κακή εντύπωση ως μάρτυρας και απορρίπτω τη μαρτυρία της χωρίς ενδοιασμό. Αντί να επιρρίψει ευθύνη στον εαυτό της και την Εταιρεία της (Εναγόμενη 1) που για κάποια χρόνια λειτουργούσε το ξενοδοχείο χωρίς άδεια, ισχυρίστηκε ότι οι Ενάγοντες της ανέφεραν ότι υπήρχε άδεια λειτουργίας του ξενοδοχείου κατά τη σύναψη της συμφωνίας μίσθωσης χωρίς όμως, όπως η ίδια ανέφερε, να εξετάσει κατά πόσο υπήρχε τέτοια άδεια. Βεβαίως, γιατί δεν εξέτασε δεν ανέφερε, παρόλο που γνώριζε πολύ κατά τα της λειτουργίας των ξενοδοχείων αφού στο παρελθόν κατείχε διευθυντική θέση σε μεγάλο ξενοδοχείο της Λεμεσού. Η μαρτυρία της αυτή καταρρίπτεται και από το περιεχόμενο της συμφωνίας μίσθωσης που υπέγραψε (τεκμήριο 5) όπου στον όρο 5 (ε) διαβάζουμε τα ακόλουθα γύρω από τις υποχρεώσεις του μισθωτή: «(ε) Να φροντίζει να εξασφαλίζει και κατά πάντα χρόνο και να εξασφαλίζει και διατηρεί, εξόδοις του ιδίου πάσαν αναγκαίαν άδεια διά λειτουργία του Μισθίου ως πλήρως αδειούχου Ξενοδοχείου Δύο Αστέρων (fully licensed)». Όπως η ίδια παραδέχτηκε, τη σύμβαση (τεκμήριο 5) την είχε μελετήσει πριν την υπογράψει και συνεπώς γνώριζε τους όρους αυτής. Η μαρτυρία της ότι μόλις παρέλαβε και λειτούργησε το ξενοδοχείο, αυτό ήταν ακατάλληλο γιατί παρουσίαζε τεράστια κτηριακά και άλλα συναφή προβλήματα, συνιστά σκέψη εκ των υστέρων. Στην επιστολή της ημερομηνίας 28.6.95 (τεκμήριο 13) προς τους Ενάγοντες, ρητά αναφέρει πως το σοβαρότερο πρόβλημα είναι η έλλειψη πισίνας, αφού χωρίς αυτή, την καλοκαιρινή περίοδο οι κρατήσεις στο ξενοδοχείο, έπεσαν κατακόρυφα. Το άλλο πρόβλημα για το οποίο κάνει αναφορά στην επιστολή της είναι ότι υπάρχει «τρομερός θόρυβος στα δωμάτια» από τη λειτουργία του υπαίθριου χώρου. Ακολούθησε η επιστολή της ημερομηνίας 26.6.96 (τεκμήριο 14). Σε αυτή δεν κάνει πλέον αναφορά στα προβλήματα που μνημονεύει στην επιστολή ημερομηνίας 28.6.95 (τεκμήριο 13). Αναφέρει τώρα ότι είχε λανθασμένη εκτίμηση σε σχέση με το επίπεδο του τουρισμού στα Λεύκαρα και ότι το συμφωνηθέν ενοίκιο ήταν ψηλό. Με την εν λόγω επιστολή το μόνο που ζητούσε ήταν «ουσιαστική και αισθητή μείωση του ενοικίου» για να μπορέσει «να συνεχίσει τη λειτουργία του ξενοδοχείου». Μάλιστα με την ίδια επιστολή έκανε και εισήγηση σε σχέση με το πώς έπρεπε να διαφοροποιηθεί το συμφωνηθέν ενοίκιο. Αντεξεταζόμενη δέχτηκε ότι ουδέποτε η σύμβαση ακυρώθηκε για να προσθέσει όμως, αδικαιολόγητα λέγω, ότι αυτή ουδέποτε ίσχυε εκ μέρους των Εναγόντων. Ήταν η θέση της πως αν ίσχυε, θα έφευγε ενωρίτερα από το ξενοδοχείο. Με άλλα λόγια θεωρεί πως η παράλειψη των Εναγόντων να αξιώσουν ενωρίτερα την κατοχή του ξενοδοχείου, κατέστησε ανενεργή τη σύμβαση. Βεβαίως αγνοεί πως και όταν ακόμη οι Ενάγοντες αξίωσαν την κατοχή, αυτή δεν παρέδωσε το μίσθιο αλλά συνέχισε να το κατέχει μέχρι που καταχωρίστηκε αγωγή εναντίον της. Ακόμη και μετά την καταχώριση της αγωγής αρνείτο να το παραδώσει, κάτι που τελικά έπραξε στις 10.9.07, συμμορφούμενη πλέον με το εκδοθέν διάταγμα έξωσης. Είχε δίκαιο η συνήγορος κα Αντωνίου όταν της υπέβαλε ότι εκμεταλλεύθηκε την ανοχή των Εναγόντων. Δεν χωρεί καμιά αμφιβολία πως η ίδια θεωρούσε ότι η καταρτισθείσα σύμβαση τη δέσμευε, εξ ου και με την επιστολή της (τεκμήριο 14) ζητούσε μείωση του ενοικίου. Τελικά οι Ενάγοντες δέχτηκαν να μειωθεί το ενοίκιο, αφού καταρτίστηκε στις 30.11.96 η τροποποιητική συμφωνία (τεκμήριο 6). Ήταν η θέση της ότι και μετά την κατάρτιση της τροποποιητικής συμφωνίας, το συμφωνηθέν ενοίκιο ήταν ψηλό συγκρίνοντας το με το ενοίκιο που καταβάλλετο για άλλο ξενοδοχείο που υπήρχε στα Λεύκαρα και συγκεκριμένα για το «Λευκαράμα». Όμως αυτό δεν την νομιμοποιεί να μην εφαρμόζει συμφωνία που η ίδια υπέγραψε. Ούτε βεβαίως ενδιαφέρει τους Ενάγοντες αν υπήρχε «πρόβλημα επιβίωσης του ξενοδοχείου», ως η ίδια ισχυρίσθηκε, παρόλο που πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι συνέχισε να κατέχει το ξενοδοχείο και μετά τον τερματισμό των συμφωνιών. Με άλλα λόγια, ισχυρίστηκε ότι συνέχισε να κατέχει και να λειτουργεί το ξενοδοχείο για να ζημιώνει. Ανέφερε πως αν οι Ενάγοντες αξίωναν ενωρίτερα τα οφειλόμενα ενοίκια, δεν θα παρέμενε στο ξενοδοχείο. Με άλλα λόγια ισχυρίστηκε, και το είπε καθαρά και σε άλλο μέρος της μαρτυρίας της, ότι της δόθηκε η εντύπωση πως τα οφειλόμενα ποσά εγκαταλείφθηκαν από τους Ενάγοντες επειδή δεν αξιώθηκαν Δικαστικώς ενωρίτερα. Για να καταλήξει ως εξής «βασικά οι συμφωνίες είχαν νεκρώσει». Το Δικαστήριο θεωρεί πως αν οι συμφωνίες είχαν νεκρώσει, όπως η ίδια αντιλαμβάνεται τη φράση αυτή, θα έπρεπε να παραδώσει αμέσως το μίσθιο στους Ενάγοντες και όχι να συνεχίσει να το κατέχει και μετά τον τερματισμό τους. Έφθασε στο σημείο να ισχυριστεί πως δέχτηκε να εκδοθεί διάταγμα παράδοσης της κατοχής του ξενοδοχείου, επειδή τη σύγχυσε η συνήγορος κα Αντωνίου αφού, ως ανέφερε, δεν είχε πρόθεση να το παραδώσει. Με άλλα λόγια παραδέχεται πως πρόθεσή της ήταν να κατέχει παράνομα το ξενοδοχείο χωρίς να καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες. Αφήνω βεβαίως κατά μέρος πως δεν ανέφερε πώς και γιατί συγχύστηκε. Τα όσα αποδίδει στον Δήμαρχο Λευκάρων, ότι δηλαδή και αυτός την ξεγέλασε και την έπεισε να δεχθεί να εκδοθεί διάταγμα παράδοσης κατοχής του ξενοδοχείου, συνιστούν σκέψεις εκ των υστέρων. Η εκ των υστέρων θέση της ότι αν οι Ενάγοντες δεν της ανανέωναν τη σύμβαση για άλλα πέντε χρόνια θα της έκαναν καλό γιατί θα είχε λιγότερες ζημιές, δεν έχει νομική βαρύτητα. Η ίδια είναι που άσκησε αυτό το δικαίωμα που είχε δυνάμει της σύμβασης, και δεν μπορεί για την επιλογή της αυτή να κατηγορεί τους Ενάγοντες. Μάλιστα, τόση ήταν η επιθυμία της να κατέχει και λειτουργεί το ξενοδοχείο, αφού συνέχισε να το κατέχει και μετά τη λήξη της δεύτερης πενταετίας. Τα όσα ισχυρίστηκε ότι της είπε ο κ. Ζιβανάρης, αποβιώσας κατά τον χρόνο που κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, συνιστούν και πάλι σκέψεις εκ των υστέρων. Θεωρώ ανυπόστατο τον ισχυρισμό της ότι έκανε έξοδα στο ξενοδοχείο αξίας Λ.Κ.235.000. Όταν ρωτήθηκε πού βρήκε αυτά τα χρήματα τη στιγμή που η ίδια ισχυρίζεται ότι από τη λειτουργία του ξενοδοχείου μόνο ζημιές είχε και ότι καταστράφηκε οικονομικώς, ισχυρίστηκε ότι τα δανείστηκε και επιφυλάχθηκε να προσκομίσει στοιχεία που να αποδεικνύουν του λόγου το αληθές, τα οποία όμως ουδέποτε παρουσίασε. Ούτε βεβαίως παρουσίασε στοιχεία ή αποδείξεις ότι δαπάνησε το πιο πάνω ποσό για τη συντήρηση του ξενοδοχείου. Επικαλέσθηκε την επιστολή της ημερ. 9.11.04 προς τον Δήμαρχο Λευκάρων, τεκμήριο 15, στην οποία αναφέρει ότι κατέβαλε το εν λόγω ποσό κατά τη διάρκεια της «παρουσίας μας στο ξενοδοχείο». Είναι αξιοσημείωτο ότι στο τεκμήριο 15 γίνεται αναφορά και σε Χριστουγεννιάτικα στολίδια αξίας Λ.Κ.3,000. Μελετώντας προσεκτικά τη συμφωνία μίσθωσης που οι Εναγόμενοι υπέγραψαν δεν έχω διαπιστώσει να υπάρχει σε αυτή πρόνοια για Χριστουγεννιάτικα στολίδια και ότι το κόστος αυτών θα αναλάμβαναν οι Ενάγοντες. Εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να αναφέρω πως βάσει της συμφωνίας μίσθωσης, η Εναγόμενη Εταιρεία είναι που είχε την υποχρέωση να ανανεώνει και αντικαθιστά τον εξοπλισμό του ξενοδοχείου «εγκαίρως, επαρκώς και πλήρως». Η μαρτυρία της απορρίπτεται στο σύνολό της ως αναξιόπιστη. Ο κ. Κώστας Χριστοφόρου μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του χωρίς ενδοιασμό. Άλλωστε η μαρτυρία του γύρω από την ορθότητα της μεθόδου που χρησιμοποίησε για να υπολογίσει τους τόκους, δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, η οποία, ας σημειωθεί, δεν προσκόμισε μαρτυρία γι' αυτό το θέμα. Παρόμοιο θέμα εξετάστηκε στην υπόθεση Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Medcon Constructions Ltd, 2000, 1 (Β) AAΔ.945. Από τις σελίδες 952 και 953 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Ενώπιον του Δικαστηρίου υπήρχε ως μαρτυρία μόνο η εκδοχή των εφεσειόντων. Οι εφεσίβλητοι δεν αμφισβήτησαν τον αριθμό των ωρών που το τεχνικό προσωπικό των εφεσειόντων εργάστηκε, χρησιμοποίησε δε για τελικό υπολογισμό της δαπάνης το μέσο όρο των μισθών του τεχνικού προσωπικού που ασχολήθηκε με την επιδιόρθωση της βλάβης. Στη μέθοδο αυτή είχαν καταφύγει αρχικά οι εφεσείοντες και έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο μέσα στα πλαίσια της στάθμισης της μαρτυρίας με την αρχή των πιθανοτήτων που εφαρμόζεται στις αστικές υποθέσεις. Ελλείψει άλλης μαρτυρίας, κρίνουμε ότι το Δικαστήριο ορθά κατέληξε στο συγκεκριμένο συμπέρασμα .». Είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες με την επιστολή τους ημερομηνίας 27.10.05 τερμάτισαν νόμιμα τη σύμβαση. Η Εναγόμενη Εταιρεία συνέχισε να κατέχει το μίσθιο και μετά τον τερματισμό, το οποίο τελικά παρέδωσε στις 10.9.07. Οι Ενάγοντες με την Έκθεσή Απαίτησής τους αξιώνουν από την 1.10.05 το ποσό των Λ.Κ.2.390,42 μηνιαίως ως ενοίκια και/ή ενδιάμεσα κέρδη και/ή οφέλη και/ή ως αποζημιώσεις. Είναι γνωστό ότι ενδιάμεσα οφέλη αξιώνονται όχι για την περίοδο που ισχύει μια σύμβαση. Για το θέμα αυτό παραπέμπω στην υπόθεση A.N. Stasis Estates Co. Ltd v. Tomlin κ.ά
(1998)1(Β) Α.Α.Δ., 788 όπου στη σελίδα 794 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «.Συνεπώς δεν μπορούσε να απασχολήσει θέμα αποζημίωσης των εφεσειόντων για το διάστημα κατοχής διαρκούσας της ισχύος της σύμβασης. Ως προς τον χρόνο μετά τον τερματισμό θα μπορούσε να τεθεί θέμα αποζημίωσης για παράνομη κατοχή αλλά όχι βέβαια θέμα ενοικίων που προϋποθέτει ενοικίαση. .» Θεωρώ ότι οι Ενάγοντες νομιμοποιούνται να αξιώνουν ενδιάμεσα οφέλη και/ή αποζημιώσεις μετά που τερμάτισαν τη σύμβαση μέχρι την ημερομηνία που παραδόθηκε το μίσθιο. Στην υπόθεση Χρίστου κ.ά. ν Γεωργίου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ., 940 λέχθηκε ότι η ζημιά, σε περιπτώσεις στέρησης κατοχής του ακινήτου, προσλαμβάνει τη μορφή διαφυγόντος κέρδους (mesne profits) το οποίο εξισούται στην πράξη με την ενοικιαστική αξία του ακινήτου. Στο σύγγραμμα Bullen & Leake &Jacob's Precedents of Pleadings, 13η έκδοση, διαβάζουμε τα ακόλουθα από τη σελίδα 583: (iv) Rent/mesne profits. The expression 'mesne profits' is only another term for damages for trespass arising from the particular relationship of landlord and tenant (Bramwell v. Bramwell [1942] 1 K.B. 370). The measure of damages is in normal cases the letting value of the property and damages are recoverable without proof that the landlord could or would have let the premises during the period of the trespass (Swordheath Properties Ltd. v. Tabet [1979] 1 W.L.R. 285). Στην υπόθεση Χρίστου κ.ά. ν Γεωργίου (πιο πάνω) λήφθηκε υπόψη ότι το ακίνητο είχε εκμισθωθεί από τους Εφεσείοντες, όχι στον Εφεσίβλητο αλλά σε τρίτο πρόσωπο, προς Λ.Κ.90 τον μήνα. Λήφθηκε επίσης υπόψη η μαρτυρία κτηματομεσίτη ο οποίος θεωρήθηκε ικανός από το πρωτόδικο Δικαστήριο να καταθέσει, και κατέθεσε, για την ενοικιαστική αξία ακινήτων στην περιοχή που βρισκόταν το επίδικο. Στην ίδια απόφαση τονίστηκε ότι το ποσό ενοικίασης του ακινήτου (που καθορίστηκε σε σύμβαση που είχαν συνάψει οι Εφεσείοντες με τρίτο πρόσωπο) δεν ήταν, αφ' εαυτού, καθοριστικό για την ενοικιαστική του αξία. Αποτελούσε όμως μαρτυρία σχετική με το επίδικο θέμα, η οποία μπορούσε να ληφθεί υπόψη στον καθορισμό της ενοικιαστικής αξίας του ακινήτου. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει δοθεί μαρτυρία για την ενοικιαστική αξία του ξενοδοχείου κατά τον χρόνο που η Εναγόμενη Εταιρεία το κατείχε παράνομα. Ο διευθυντής των Εναγόντων κ. Λουκής Στυλιανού, δεν ανέφερε ο,τιδήποτε γύρω από το πιο πάνω θέμα. Τουναντίον ανέφερε ότι οι Ενάγοντες αξιώνουν για την περίοδο 1.10.05-10.9.07 το συνολικό ποσό των Λ.Κ.55.768,50 ως ενοίκια, κάτι που δεν είναι ορθό. Το Δικαστήριο δεν μπορεί από την προσαχθείσα μαρτυρία να καταλήξει στην ενοικιαστική αξία του ακινήτου για την περίοδο που αυτό κατείχετο παράνομα, αφού το μόνο στοιχείο που έχει ενώπιον του είναι το ενοίκιο που η Εναγόμενη Εταιρεία όφειλε να καταβάλλει στους Ενάγοντες ενόσω ίσχυε η σύμβαση μίσθωσης. Αυτό όμως δεν αρκεί, αφού η ενοικιαστική αξία για την περίοδο που κατείχετο παράνομα το μίσθιο, μπορεί να είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη από αυτή που καθορίσθηκε στη σύμβαση που είχαν συνάψει οι διάδικοι. Υπό το φως των πιο πάνω, θεωρώ ότι η εν λόγω αξίωση των Εναγόντων είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και απορρίπτεται. Αξίωση Λ.Κ.9.310,00 για αξία λινών Βάσει της σύμβασης η Εναγόμενη Εταιρεία όφειλε κατά τον τερματισμό ή την εκπνοή της σύμβασης, να αντικαταστήσει με καινούρια και παραδώσει στους Ενάγοντες, τα λινά είδη του ξενοδοχείου. Οι Ενάγοντες αξιώνουν το ποσό των Λ.Κ.9.310 ως αξία των λινών ειδών αφού θεωρούν ότι η Εναγόμενη Εταιρεία δεν τήρησε την πιο πάνω συμβατική της υποχρέωση. Δεν υπάρχει όμως ίχνος μαρτυρίας για την αξία των λινών ειδών. Ο κ. Λουκής Στυλιανού με την ειλικρίνεια που τον διακατείχε ανέφερε πως δεν μπορούσε να πει «πως βγαίνει το ποσό των Λ.Κ.9.310». Υπό το φως των πιο πάνω, η εν λόγω αξίωση απορρίπτεται. Αξίωση Λ.Κ.10.000 για σύνολο ετήσιας συντήρησης Στη συμφωνία υπάρχει ο ακόλουθος όρος: «Προς το σκοπό συνεχούς συντηρήσεως ως άνω του Μισθίου και άνευ επηρεασμού της υποχρεώσεως του Ενοικιαστή διά πλήρη συντήρηση του Μισθίου, ο Ενοικιαστής αναλαμβάνει να δαπανεί διά συντήρηση του Μισθίου το ποσό των Λ.Κ1,000.- (χιλίων λιρών) ετησίως (το οποίο ποσό δεν συμπεριλαμβάνει εργατικά). Το ρηθέν ποσό εάν δεν ήθελε δαπανηθεί καθ' οιονδήποτε χρόνο θα μεταφέρεται και αθροίζεται επί του ή των ετησίων ποσών των επομένων ετών και θα αποτελεί οφειλή προς τον Ιδιοκτήτη ανεξαρτήτως τερματισμού ή εκπνοής της παρούσας.» Κατά την ακροαματική διαδικασία φάνηκε σε σχέση με την πιο πάνω αξίωση, ότι λήφθηκε υπόψη περισσότερη περίοδος από αυτή που η Εναγόμενη Εταιρεία κατείχε δυνάμει της σύμβασης το μίσθιο. Αυτό το παραδέχθηκε και ο κ.Λουκής Στυλιανού. Περαιτέρω, το εν λόγω ποσό περιορίστηκε σε Λ.Κ.9.069,10 αφού έγινε δεκτό ότι η Εναγόμενη Εταιρεία κατέβαλε κάποια ποσά για συντήρηση. Ο κ. Λουκής Στυλιανού δεν μπορούσε να απαντήσει με βεβαιότητα κατά πόσο ήταν απαραίτητο να ξοδεύονται κάθε χρόνο αυτές οι Λ.Κ.1.000 για τη συντήρηση του ξενοδοχείου και ούτε βεβαίως υπήρξε μαρτυρία ότι κατά την παράδοση του ξενοδοχείου θα έπρεπε να είχε δαπανηθεί το συνολικό ποσό των Λ.Κ.10.000 ή Λ.Κ.12.000 για συντήρηση του ξενοδοχείου επειδή χρειαζόταν να γίνει τέτοια συντήρηση. Ο κ. Λουκής Στυλιανού ανέφερε ότι η Εναγόμενη Εταιρεία θα μπορούσε να δαπανήσει το εν λόγω ποσό για μπογιάτισμα του ξενοδοχείου. Όμως δεν μπορούσε να αναφέρει κατά πόσο το ξενοδοχείο χρειαζόταν τέτοιο μπογιάτισμα. Εν κατακλείδι, εφόσον δεν έχει αποδειχθεί ότι η κατάσταση του ξενοδοχείου επέβαλλε όπως δαπανηθεί το εν λόγω ποσό για σκοπούς συνεχούς συντήρησής του, δεν μπορώ να επιδικάσω το πιο πάνω αξιούμενο ποσό. Υπό το φως των πιο πάνω, η εν λόγω αξίωση απορρίπτεται. Αξίωση για καθυστερημένα ενοίκια συμπεριλαμβανομένων οφειλόμενων τόκων Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 κατείχε το μίσθιο δυνάμει σύμβασης για την περίοδο που οι Ενάγοντες αξιώνουν με την Έκθεση Απαίτησης τους καθυστερημένα ενοίκια. Πρόκειται για την περίοδο 1.3.95 - 30.9.05. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 όφειλε να είχε καταβάλει ως ενοίκια για την πιο πάνω περίοδο το ποσό των Λ.Κ.238.369,82. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 Εταιρεία δεν κατέβαλε το πιο πάνω ποσό, αλλά μέρος αυτού. Σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του Λογιστή κ. Κώστα Χριστοφόρου και σύμφωνα με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 10, τα οφειλόμενα ενοίκια με τους τόκους ανήλθαν στις 30.9.05 στο ποσό των Λ.Κ.340.340,74. Η αξιόπιστη αλλά και αναντίλεκτη μαρτυρία του κ. Λουκή Στυλιανού κατέδειξε ότι η Εναγόμενη Εταιρεία κατέβαλε ή πιστώθηκαν στον λογαριασμό της τα ακόλουθα ποσά: α) Λ.Κ.43.413,62 (εισπράξεις από ενοικιάστρια). β) Λ.Κ.38.514,- (εισπράξεις από εγγυητική επιστολή). γ) Λ.Κ.11.297,69 (για κατασκευή πισίνας και για άλλα έξοδα). Σύμφωνα πάντα με την αξιόπιστη μαρτυρία του κ. Κώστα Χριστοφόρου, η μελλοντική αξία στις 30.9.05 των ποσών (α-γ ανωτέρω) που η Εναγόμενη 1 κατέβαλε ήταν Λ.Κ.157.043,78. Αφού αφαιρεθεί το εν λόγω ποσό από το ποσό των Λ.Κ.340.340,74 παραμένει υπόλοιπο Λ.Κ.183.296,96. Ως εκ τούτου, οι Ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση για το πιο πάνω ποσό. Εκδίδεται απόφαση υπέρ Εναγόντων και εναντίον Εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως για το ποσό των €313.181,45 (που είναι το αντίστοιχο ποσό των Λ.Κ.183.296,96). Το πιο πάνω ποσό θα φέρει νόμιμο τόκο, ως αξιώνεται με την Έκθεση Απαίτησης, δηλαδή 8% ετησίως από 25.1.06 -14.10.08 και 5,5% ετησίως από 1510.08 μέχρι εξόφλησης. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταδικάζονται στα έξοδα της αγωγής όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ......... Ι. Ιωαννίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. ΕΓ/νχ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.