← Κύπρος

Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας Λίμιτεδ ν. Ξένιας Αλεξάνδρου κ.α., Γενική Αίτηση Αρ. : 338/2009, 3 Μαρτίου, 2010

Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας Λίμιτεδ ν. Ξένιας Αλεξάνδρου κ.α., Γενική Αίτηση Αρ. : 338/2009, 3 Μαρτίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A82 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Γενική Αίτηση Αρ. : 338/2009 Μεταξύ: Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας Λίμιτεδ Αιτητών και

  1. Ξένιας Αλεξάνδρου
  2. Νίκου Πυρμεττή
  3. Ιωάννη Μιαούλη Καθ' ων η αίτηση -------------------------------------- Αίτηση ημερ. 30.3.2009 για Εγγραφή Διαιτητικής Απόφασης Ημερομηνία: 3 Μαρτίου, 2010 Για τους αιτητές : κ. Α. Μερακλής Για τον καθ΄ ου η αίτηση αρ. 3 : κ. Μ. Γ. Ιωάννου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι αιτητές ζητούν την άδεια του Δικαστηρίου για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε στις 21.10.2005 εναντίον των καθ' ων η αίτηση για σκοπούς εκτέλεσής της. Η αίτηση βασίζεται στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 και 68/87, άρθρα 2, 52

(1)(β) και 52
(2)(β),
(3),
(4)και
(5), στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς Θ. 79, στον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4, άρθρα 2 και 21, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.47 θ.1-3, Δ.48 θ.1-9 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Χρίστου Στυλιανίδη, υπαλλήλου των αιτητών, ο οποίος επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 τη Διαιτητική Απόφαση η οποία εκδόθηκε στις 21.10.2005 εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1,2 και 3 για το ποσό των Λ.Κ. 56.317,48 (€96,224,13) με τόκο 9% ετησίως από 21.10.2005, πλέον Λ.Κ. 50 (€85,43) διαιτητικά έξοδα. Αναφέρει ότι η απόφαση εκδόθηκε βάσει του Γραμματίου με αρ. 18948-0 και ότι η απόφαση γνωστοποιήθηκε δεόντως στους καθ' ων η αίτηση 1 και 2 στις 29.1.2009 και στον 3 στις 30.1.2009. Επισυνάπτει δε ως Τεκμήριο 2 έγγραφο υπογεγραμμένο από όλους τους καθ' ων η αίτηση με το οποίο δηλώνουν ότι τους έχει γνωστοποιηθεί η εν λόγω απόφαση στις προαναφερόμενες ημερομηνίες. Ο ενόρκως δηλών προσθέτει ότι η διαιτητική απόφαση είναι τελεσίδικη εφόσον δεν έχει εφεσιβληθεί και ότι οι καθ' ων η αίτηση ουδέν ποσό πλήρωσαν μετά την έκδοσή της. Συνεπώς ζητά την έγκριση της αίτησης για εγγραφή για να καταστεί δυνατή η εκτέλεση της εν λόγω απόφασης. Στις 23.9.2009 η επίδικη διαιτητική απόφαση ενεγράφη σε σχέση με τους καθ' ων η αίτηση 1 και 2 εφόσον ο δικηγόρος τους, στην παρουσία των πελατών του, δήλωσε ότι δεν υπάρχει ένσταση στην έγκριση της αίτησης για εγγραφή. Η αίτηση επιδόθηκε στον καθ' ου η αίτηση 3 στις 10.11.2009 και στις 5.1.2010 καταχώρισε Ένσταση, στην οποία εξειδικεύονται οι ακόλουθοι λόγοι:
(1)Η αίτηση είναι ελλιπής και/ή βασίζεται σε λανθασμένες νομικές αρχές και κανονισμούς
(2)Η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε χωρίς να ειδοποιηθεί ο καθ' ου η αίτηση 3 να παραστεί στη διαδικασία και να προβάλει υπεράσπιση
(3)Οι αιτητές με τον τρόπο αυτό στέρησαν από τον καθ' ου η αίτηση το δικαίωμα να εφεσιβάλει την απόφαση του διαιτητή.
(4)Οι αιτητές άφησαν να παρέλθει αδικαιολόγητα διάστημα 4 ετών από την έκδοση της απόφασης μέχρι την καταχώριση της αίτησης, ενώ θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν το διάστημα αυτό με τη λήψη μέτρων εκποίησης της υποθήκης και πώλησης του ακινήτου
(5)Με τη συμπεριφορά τους αυτή οι αιτητές επιβάρυναν το υφιστάμενο χρέος με αδικαιολόγητους τόκους Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση αρ. 3, ο οποίος αναφέρει ότι ο ενόρκως δηλών εκ μέρους των αιτητών δεν έχει γνώση των όσων ορκίζεται και ότι ο ίδιος ουδέποτε ειδοποιήθηκε να παραστεί σε οποιαδήποτε διαδικασία για την έκδοση διαιτητικής απόφασης. Δέχεται ότι του κοινοποιήθηκε η απόφαση στις 30.1.2009, αλλά αυτό έγινε μετά που του στερήθηκε το δικαίωμα να παραστεί στη διαδικασία και να προβάλει οποιουσδήποτε λόγους για την υπεράσπισή του. Ισχυρίζεται δε ότι δεν προχώρησε στην καταχώριση έφεσης εναντίον της διαιτητικής απόφασης, επειδή δεν γνώριζε για την έκδοσή της. Αναφέρει επιπλέον ότι οι αιτητές με την όλη συμπεριφορά τους επιβάρυναν το χρέος με αδικαιολόγητους τόκους, αφού δεν έλαβαν κανένα μέτρο εκτέλεσης, και ότι θα μπορούσαν να προχωρήσουν με μέτρα εκποίησης της υποθήκης για να εισπράξουν το λαβείν τους. Το ζήτημα που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει είναι κατά πόσο η διαιτητική απόφαση ημερ. 21.10.2005, που εκδόθηκε με βάση τις πρόνοιες του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν. 22/85, κρίνεται ορθό να καταχωριστεί και εγγραφεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο για σκοπούς εκτέλεσης. Η έκδοση της διαιτητικής απόφασης εναντίον του καθ' ου η αίτηση 3 ως εγγυητή (Τεκμήριο 1), η γνωστοποίησή της σε αυτόν (Τεκμήριο 2) και το γεγονός ότι δεν εφεσιβλήθηκε μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία των 21 ημερών, στην ουσία δεν αμφισβητούνται. Αντίθετα, ο καθ' ου η αίτηση παραδέχεται ότι του κοινοποιήθηκε η απόφαση στις 30.1.2009, εξού και η υπογραφή του στη σχετική δήλωση Τεκμήριο
  1. Σύμφωνα με το εδάφιο 5 του Άρθρου 52 του Νόμου 22/85 (το οποίο προστέθηκε στο εν λόγω άρθρο από τον τροποποιητικό Ν. 171(Ι)/2000), «.η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου». Είναι γεγονός ότι το εν λόγω εδάφιο δεν προνοεί ρητά για τον τρόπο εφαρμογής της διαιτητικής απόφασης, σε αντίθεση με το Άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.
  2. Εφόσον όμως ο Νόμος 22/85 επιτρέπει την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, που εκδίδεται με βάση τις πρόνοιές του, θεωρώ αυτονόητο ότι παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο και για την εγγραφή, η οποία αποτελεί τον τρόπο εφαρμογής της διαιτητικής απόφασης, ώστε να καθίσταται δυνατή η εκτέλεσή της. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία του εν λόγω εδαφίου, κατά την άποψη μου, θα είχε παράλογα αποτελέσματα, καθότι δεν θα παρεχόταν τρόπος για την εφαρμογή της διαιτητικής απόφασης, η οποία βάσει του Νόμου δύναται να εκτελεστεί ως να ήταν απόφαση Δικαστηρίου. Απόλυτα σχετική είναι η απόφαση Σ.Π.Ε. Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδης κ.α., Πολ.Έφεση 188/06, ημερ. 9.6.2008, όπου διασαφηνίστηκε πλήρως ότι οι διαιτητικές αποφάσεις σε τέτοιες περιπτώσεις εγγράφονται με σκοπό την εκτέλεση ως απόφαση Δικαστηρίου, δυνάμει της ειδικής ρύθμισης του άρθρου 52
(5)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και ότι η εγγραφή είναι θέμα τυπικό. Λέχθηκαν περαιτέρω τα ακόλουθα: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί" δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι΄αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου ο,τιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης» (η υπογράμμιση δική μου). Σημειώνω ότι η αίτηση βασίζεται και στο άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4. Το άρθρο αυτό, όμως, έχασε τη σημασία του σε σχέση με την εγγραφή διαιτητικών αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, μετά την τροποποίηση του βασικού Νόμου που επέφερε ο Ν. 171(Ι)/2000με την προσθήκη του εδαφίου 5 στο άρθρο 52 (βλ. Σ.Π.Ε. Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδης κ.α., πιο πάνω, και την απόφαση στην Αίτηση των Γιάννου Αλεξάνδρου και Αλέξιου Αλεξάνδρου Αρ. 82/2006, ημερ. 16 Φεβρουαρίου 2007). Δεν παραγνωρίζω, επίσης, την πολύχρονη πρακτική των Δικαστηρίων να εγγράφουν αυτού του είδους διαιτητικές αποφάσεις προς τον σκοπό εκτέλεσής τους, τόσο πριν από την ειδική ρύθμιση που επέφερε ο τροποποιητικός Ν. 171(Ι)/2000στο άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου με την προσθήκη του εδαφίου 5, όσο και μετά. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, η νομική βάση της αίτησης, εφόσον περιλαμβάνει το άρθρο 52 του Νόμου, είναι νομότυπη και επαρκής για τον αιτούμενο σκοπό, και ο πρώτος λόγος ένστασης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Ως προς τον δεύτερο λόγο ένστασης, ότι δηλαδή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε χωρίς να ειδοποιηθεί ο καθ' ου η αίτηση 3, σημειώνω ότι στην ίδια την απόφαση αναγράφεται ότι επιδόθηκε ειδοποίηση στους εγγυητές, αλλά δεν παρουσιάστηκαν. Επιπλέον, ο καθ' ου η αίτηση 3 φαίνεται να παραδέχεται το χρέος (βλ. παραγράφους 7 και 8 της ένορκης δήλωσής του). Εν πάση περιπτώσει, όμως, αυτά είναι ζητήματα που αφορούν την ουσία της διαιτητικής απόφασης και τη διαδικασία έκδοσής της και δεν μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης, παρά μόνο σε διαδικασία έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης. Η εκδοθείσα διαιτητική απόφαση, εφόσον δεν έχει εφεσιβληθεί, είναι τελική και δεσμευτική για τον καθ' ου η αίτηση 3 (βλ. άρθρο 52
(5)του Νόμου 22/85) και δεν δικαιολογείται η ακύρωση ή προβολή οποιασδήποτε υπεράσπισης επί της ουσίας της διαφοράς, σε αυτό το στάδιο και στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Ο Δικαστής Κωνσταντινίδης στην Αίτηση της Σωτηρούλλας Κωνσταντινίδου αρ. 110/95
(1995)1 Α.Α.Δ. 827 για έκδοση διατάγματος certiorari αναφέρει τα εξής στη σελίδα 831: «Αντικείμενο της αίτησης είναι το διάταγμα που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο για την καταχώριση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή ... . Δεν έχει υποστηριχθεί καν ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας, εξέτασης τέτοιου θέματος ή οποιουδήποτε θέματος αναφερομένου στο περιεχόμενο της απόφασης του Διαιτητή ... . Δεν είναι αντικείμενο αυτής της διαδικασίας η απόφαση του Διαιτητή και, εν πάση περιπτώσει, επισημαίνω πως το άρθρο 52
(4)του Ν. 22/85 παρέχει σε όποιον θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του Διαιτητή δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία που τάσσει. Δεν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον της απόφασης του Διαιτητή, η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη και δεν έχει εξηγηθεί πώς θα μπορούσε να εκδηλωθεί τώρα, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας που, επαναλαμβάνω, αναφέρεται μόνο στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου που ακολούθησε, τέτοιο παράπονο.» Εάν ο καθ' ου η αίτηση 3, όταν του γνωστοποιήθηκε η απόφαση στις 30.1.2009, θεώρησε τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση ή δεν είχε λάβει ειδοποίηση να παραστεί ως αναγράφεται στην απόφαση, και είχε καλούς λόγους υπεράσπισης που επιθυμούσε να προβάλει, ή θεωρούσε ότι ο διαιτητής χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή ότι η διαιτησία διεξήχθη παράτυπα, είχε κάθε δικαίωμα να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών από της γνωστοποίησης σε αυτόν της εν λόγω απόφασης, σύμφωνα πάντοτε με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 52
(4)του Νόμου 22/
  1. Ο καθ' ου η αίτηση 3 παραδέχεται στην ένορκη δήλωσή του ότι του γνωστοποιήθηκε η απόφαση στις 30.1.2009, εξού και η υπογραφή του στη σχετική δήλωση-Τεκμήριο
  2. Όμως, δεν καταχώρισε έφεση εντός 21 ημερών από τη γνωστοποίηση, ως εδικαιούτο. Είχε δηλαδή την ευκαιρία να ασκήσει τα υπό του νόμου παρεχόμενα ένδικα μέσα για αμφισβήτηση της εγκυρότητας ή νομιμότητας της διαιτητικής απόφασης, αλλά δεν το έπραξε. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί του ότι οι αιτητές του αποστέρησαν το δικαίωμα να εφεσιβάλει την απόφαση του διαιτητού είναι παντελώς ανεδαφικοί και ανυπόστατοι. Το γεγονός ότι παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα μεταξύ της έκδοσης της απόφασης και της επίσημης γνωστοποίησης προς τον καθ' ου η αίτηση 3, σε καμία περίπτωση δεν του αφαιρεί το δικαίωμα άσκησης έφεσης εντός 21 ημερών από τη γνωστοποίηση. Όπως υποδεικνύεται στην Αίτηση του Χρίστου Χριστοφόρου κ.α. αρ. 43/99
(1999)
  1. Α.Α.Δ. 980, η παράλειψη γνωστοποίησης της διαιτητικής απόφασης στους ενδιαφερομένους συνιστά παράβαση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης. Τέτοια παράλειψη δεν υπήρξε στην παρούσα περίπτωση. Συναφώς, επαναλαμβάνω τα όσα έχουν λεχθεί στη Σ.Π.Ε. Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδης κ.α., πιο πάνω, ότι το μοναδικό επίδικο θέμα της παρούσας αίτησης είναι η προώθηση της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, απορρίπτονται και οι λόγοι ένστασης 2 και
  2. Παρενθετικά, σημειώνω ότι η θέση του συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση 3 στην αγόρευσή του ότι «η απόφαση του διαιτητή δεν γνωστοποιήθηκε στο καθ'ού η αίτηση. με τον ενδεδειγμένο τρόπο» και ότι είναι μόνο η υπό κρίση αίτηση ημερ. 30.3.2009 με επισυνημμένη τη διαιτητική απόφαση που του επιδόθηκε, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα όσα ο ίδιος ο καθ' ου η αίτηση 3 αναφέρει στην ένορκη δήλωσή του και επιμαρτυρούνται από το Τεκμήριο 2 το οποίο υπέγραψε. Σχετικά με τον τέταρτο και πέμπτο λόγο ένστασης, επισημαίνω ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε νομική υποχρέωση των αιτητών να λάβουν άμεσα μέτρα εκτέλεσης και δη εκποίησης της υποθήκης που αναφέρεται στη διαιτητική απόφαση, ευθύς μόλις ληφθεί η διαιτητική απόφαση. Ενδεχομένως να δόθηκε περιθώριο χρόνου στους οφειλέτες να εξοφλήσουν το χρέος, ή να έγιναν προσπάθειες διευθέτησης. Δεν είναι θέματα που αφορούν το παρόν Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με τις ενέργειες των διαδίκων μετά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης. Εν πάση περιπτώσει, δεν θεωρώ ότι αποτελούν κώλυμα στην εγγραφή της διαιτητικής απόφασης προς τον σκοπό της εκτέλεσής της και το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει δεν είναι τόσο υπερβολικό ώστε να δικαιολογείται η απόρριψη της αίτησης. Παρενθετικά, σημειώνω ότι τα όσα αναφέρθηκαν στο στάδιο των αγορεύσεων σε σχέση με το ιστορικό της υπόθεσης μετά την έκδοση της απόφασης δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, καθότι, ως γνωστό, οι δικηγόροι με τις αγορεύσεις τους δεν δύνανται να παραθέτουν γεγονότα. Καταλήγοντας, έχω ικανοποιηθεί ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως η αίτηση εγκριθεί για σκοπούς εκτέλεσης μιας τελεσίδικης διαιτητικής απόφασης και τονίζω πως δεν έχω πεισθεί από τον καθ' ου η αίτηση 3 ότι συντρέχουν λόγοι να αρνηθώ την έγκριση της αίτησης. Επαναλαμβάνω ότι ο καθ' ου η αίτηση 3 δεν στερήθηκε της ευκαιρίας να αμφισβητήσει την εγκυρότητα ή νομιμότητα της διαιτητικής απόφασης με την ορθή διαδικασία και εντός των χρονικών ορίων που τάσσει ο Νόμος, όμως παρέλειψε να το πράξει. Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης αναφορικά με τον καθ' ου η αίτηση
  3. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον του καθ' ου η αίτηση 3, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Σ. Κλεόπα - Χατζηκυριάκου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.