Κώστα Γαβριήλ ν. Γεώργιου Νεοφύτου κ.α., Αρ. Αγωγής: 4133/2008, 5 Μαρτίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A89 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4133/2008 Μεταξύ: Κώστα Γαβριήλ Ενάγοντα και
- Γεώργιου Νεοφύτου
- Κωνσταντίνου Νεοφύτου
- Αλέξανδρου Νεοφύτου
- Χρίστου Νεοφύτου
- Νεόφυτου Νεοφύτου Εναγομένων --------------------- Αίτηση εναγομένων ημερ. 12.11.2009 για προσωρινά διατάγματα Ημερομηνία: 5 Μαρτίου, 2010 Για εναγομένους 1-5 - αιτητές: κ. Σ. Κυριακίδης Για ενάγοντα- καθ' ου η αίτηση: κ. Α. Πέτσας ENΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρίστηκε με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα στις 17.7.2008, ο ενάγων ζητεί Διατάγματα που να απαγορεύουν στους εναγομένους να συνεχίσουν τις οικοδομικές εργασίες που διεξάγουν άνωθεν και πέριξ ενός ενοικιαζόμενου υποστατικού που κατέχει ο ενάγων και που καθιστούν τη διεξαγωγή της επιχείρησης του ενάγοντα στο υποστατικό «αφόρητη». Ζητεί επίσης γενικές αποζημιώσεις για πρόκληση σοβαρής οχληρίας ένεκα των εν λόγω οικοδομικών εργασιών, καθώς και ειδικές αποζημιώσεις για μείωση πελατολογίου ή εισπράξεων. Σημειώνω ότι δεν διευκρινίζεται η διεύθυνση/τοποθεσία του επίδικου υποστατικού. Τη μέρα καταχώρισης της αγωγής, ο ενάγων εξασφάλισε από το Δικαστήριο (με άλλη σύνθεση), κατόπιν μονομερούς αίτησης, προσωρινό Διάταγμα που να διατάσσει τους εναγομένους να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την ασφάλεια του ενάγοντα, των πελατών και των προϊόντων του «από τις δονήσεις και/ή τη ρίψη χαλικιών και/ή μπετόν ένεκα των οικοδομικών εργασιών που διεξάγουν» οι εναγόμενοι. Στις 10.9.2008 οι εναγόμενοι καταχώρισαν Σημείωμα Εμφάνισης, ενώ στις 24.9.2008 συγκατατέθηκαν ώστε το εν λόγω Διάταγμα να καταστεί απόλυτο. Σημειώνεται ότι η αρχική αίτηση του ενάγοντα περιείχε και αιτητικό για Διάταγμα που να απαγορεύει στους εναγομένους να συνεχίσουν ή να συμπληρώσουν τις οικοδομικές εργασίες που διεξάγουν άνωθεν του υποστατικού που κατέχει ο ενάγων και οι οποίες καθιστούν τη διεξαγωγή της επιχείρησής του «αφόρητη». Το αιτητικό αυτό απεσύρθη άνευ βλάβης στις 3.12.
- Έκτοτε η αγωγή δεν προωθήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο από τον ενάγοντα, ο οποίος μέχρι σήμερα δεν έχει καταχωρίσει Έκθεση Απαίτησης. Στις 12.11.2009 οι εναγόμενοι καταχώρισαν μονομερώς την υπό κρίση αίτηση, με την οποία αιτούνται Διατάγματα του Δικαστηρίου που να απαγορεύουν στον ενάγοντα (ή στους υπαλλήλους, αντιπροσώπους κ.ο.κ.) να εμποδίζει τους εναγομένους-αιτητές από του να συνεχίσουν ή συμπληρώσουν τις οικοδομικές εργασίες έμπροσθεν, πέριξ και άνωθεν του επίδικου υποστατικού, και που να διατάσσoυν τον ενάγοντα να παύσει να εμποδίζει τους εναγομένους-αιτητές από του να λάβουν τα αναγκαία μέτρα ασφάλειας και συγκεκριμένα να τοποθετήσουν μεταλλική προστατευτική πλατφόρμα έμπροσθεν του υποστατικού και να συνεχίσουν τις οικοδομικές εργασίες δυνάμει της Πολεοδομικής Άδειας και Οικοδομικής Άδειας που αναφέρονται στην αίτηση. Ζητούν επίσης Διάταγμα επαναφοράς του υποστατικού και των πέριξ αυτού χώρων στην προτέρα τους κατάσταση με αναφορά στην αφαίρεση/μετακίνηση κάθε παράνομης κατασκευής πέριξ του υποστατικού και ειδικότερα ενός ψυκτικού θαλάμου, μίας διαφημιστικής πινακίδας και μίας μεταλλικής σκάλας στον υπόστεγο χώρο στάθμευσης, και την κάλυψη του κενού του μεσοπατώματος. Επιζητείται επίσης Διάταγμα που να επιτρέπει στους ίδιους τους εναγομένους-αιτητές όπως αφαιρέσουν τα εν λόγω αντικείμενα και επαναφέρουν το υποστατικό στην προτέρα του κατάσταση. Η αίτηση προωθήθηκε σε μονομερή βάση, αλλά διατάχθηκε η επίδοσή της για τους λόγους που αναφέρονται στα πρακτικά. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου 5, Πολιτικού Μηχανικού, στην οποία αναφέρει ότι οι εναγόμενοι είναι συνιδιοκτήτες του ακινήτου που βρίσκεται στην οδό Ηλία Παπακυριακού 37 στη Μακεδονίτισσα, το οποίο αποτελείται από διώροφη οικοδομή. Στο ισόγειο υπάρχει το επίδικο υποστατικό (εφεξής «η φρουταρία») , όπου «ενασκείται υπό του Ενάγοντα/καθ'ού η αίτηση υπό την προσωπική του ιδιότητα ή/και υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντή της εταιρείας ''Ναθαναήλ & Κώστας Φρουταρία Λτδ'' η επιχείρηση φρουταρίας» με την επωνυμία «Η Σητεία». Ο εναγόμενος 5 αναφέρει ότι στις 1.12.2002 υπεγράφη μεταξύ των τότε ιδιοκτητών και του ενάγοντα ως ενοικιαστή Ενοικιαστήριο Έγγραφο σε σχέση με το επίδικο υποστατικό, ενώ στις 1.3.2003 υπεγράφη νέο Ενοικιαστήριο Έγγραφο (Τεκμήριο 1) μεταξύ των εναγομένων ιδιοκτητών και της εταιρείας Ναθαναήλ & Κώστας Φρουταρία Λτδ ως ενοικιάστριας, με την εγγύηση του ενάγοντα, ο οποίος είναι διευθυντής της ενοικιάστριας εταιρείας. Επεξηγεί ότι ο λόγος που υπεγράφησαν δύο ενοικιαστήρια ήταν επειδή αρχικά ο ενάγων δεν είχε εγγράψει την εταιρεία η οποία επιθυμούσε να ήταν αντισυμβαλλόμενος των ιδιοκτητών. Όταν ενεγράφη η εταιρεία, υπεγράφη το νέο Ενοικιαστήριο Έγγραφο και συμφωνήθηκε ότι το πρώτο θα έπαυε να ισχύει. Ο εναγόμενος 5 αναφέρει περαιτέρω ότι το 2005 εξασφαλίστηκαν οι αναγκαίες Πολεοδομικές και Οικοδομικές Άδειες για την ανέγερση δύο επιπρόσθετων ορόφων στην οικοδομή και στις 5.12.2008 εκδόθηκε τροποποιητική Άδεια Οικοδομής (Τεκμήρια 3-6). Παρά τη γνωστοποίηση προς τον ενάγοντα της έναρξης οικοδομικών εργασιών και την παράκληση όπως απομακρύνει παν κινητό από τους χώρους στάθμευσης και τους κοινόχρηστους χώρους, ο ενάγων καταχώρισε την παρούσα αγωγή και εξασφάλισε Διάταγμα ώστε οι εναγόμενοι να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την ασφάλεια του ενάγοντα, των πελατών και των προϊόντων του. Σύμφωνα με τον εναγόμενο 5, ο ενάγων απαγορεύει τη συνέχιση των οικοδομικών εργασιών, καλεί συνεχώς την Αστυνομία και αρνείται να μετακινήσει την πινακίδα που τοποθέτησε έμπροσθεν του υποστατικού, ώστε να δύνανται οι εναγόμενοι να τοποθετήσουν μεταλλική πλατφόρμα για τα ικριώματα (σκαλωσιές) για λόγους ασφάλειας προς συμμόρφωση με το εκδοθέν από το 2008 Διάταγμα. Αναφέρει επιπλέον ότι ο ενάγων προέβη σε παράνομες επεμβάσεις στο υποστατικό, τις οποίες ο Δήμος Έγκωμης τον κάλεσε να άρει με επιστολή ημερ. 8.2.2009 (Τεκμήριο 11). Επισυνάπτει μεταξύ άλλων και βεβαίωση του προηγούμενου ενοικιαστή της φρουταρίας, σύμφωνα με την οποία ουδέποτε εγκατέστησε ψυκτικό θάλαμο ή επέκτεινε το μεσοπάτωμα του καταστήματος. Ο εναγόμενος 5 περιγράφει τις προσπάθειες των εναγομένων για διευθέτηση της υπόθεσης με πρόταση για τον περιορισμό των εργασιών σε 30 μόνο ημέρες και την απαλλαγή του ενοικιαστή από την καταβολή ενοικίου, και την απόλυτα αρνητική στάση του ενάγοντα να αποδεχθεί τις προτάσεις. Τέλος, ο εναγόμενος 5 εισηγείται ότι η μη συνέχιση των οικοδομικών εργασιών επιφέρει τεράστια ζημιά στους εναγομένους-αιτητές και παραβιάζει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Ο ενάγων μετά την επίδοση της αίτησης καταχώρισε ένσταση, στην οποία όμως δεν εξειδικεύονται οποιοιδήποτε λόγοι ένστασης. Αναφέρεται μόνο ότι η ένσταση βασίζεται στα γεγονότα τα οποία εκτίθενται στη συνημμένη ένορκη δήλωση του ενάγοντα και του κ. Δημήτρη Λιάπη. Ο ενάγων στην ένορκη δήλωσή του που συνοδεύει την ένσταση αναφέρει ότι ενοικίασε το υποστατικό δυνάμει Ενοικιαστηρίου Εγγράφου 1.12.2002 για να το χρησιμοποιεί ως φρουταρία και ότι τον Ιούνιο 2008 ειδοποιήθηκε για την Άδεια Οικοδομής και πρόθεση των εναγομένων για ανέγερση επιπλέον ορόφων στο κτίριο. Διαμαρτυρήθηκε έντονα λόγω της οχληρίας που θα προκαλούσε η έναρξη οικοδομικών εργασιών στην επιχείρησή του και συζητήθηκε η πιθανότητα αποζημίωσης για τη ζημιά που θα προκαλείτο. Διαφώνησαν, όμως, ως προς το ύψος των αποζημιώσεων. Αναφέρει επιπλέον τις ζημιές που υπέστη η φρουταρία όταν ξεκίνησαν οι οικοδομικές εργασίες, οι οποίες προκάλεσαν οχληρία, υπερβολικό θόρυβο, σκόνες και χαλίκια. Ισχυρίζεται ότι, ακόμη και μετά την έκδοση του Διατάγματος 17.7.2008, οι εναγόμενοι συνέχισαν να δημιουργούν οχληρία και προβλήματα ως προς την ασφάλεια, με αποκορύφωμα στις 15.9.2008 να αναγκαστεί να καλέσει την αστυνομία (έκθεση αστυνομίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Ε). Επισυνάπτει επίσης μελέτη αξιολόγησης στάθμης του θορύβου, η οποία δεικνύει θορύβους πέραν των επιτρεπτών ορίων στον χώρο εντός και εκτός του ενοικιαζόμενου υποστατικού (Τεκμήριο Στ). Αναφέρει επιπλέον ότι στις 12.7.2009 οι εναγόμενοι προχώρησαν σε εργασίες οι οποίες προκάλεσαν ζημιές στη φρουταρία πέραν των €
- Όσον αφορά τους ισχυρισμούς των εναγομένων περί εγκατάστασης ψυκτικού θαλάμου, ο ενάγων αναφέρει ότι προϋπήρχε και ήταν μέρος του ενοικιαζόμενου χώρου. Τονίζει δε ότι ουδέποτε παρεμποδίστηκαν οι εναγόμενοι στη διεξαγωγή των εργασιών τους, αλλά θεωρεί ότι, εάν επιτραπεί στους εναγομένους να διεξαγάγουν οικοδομικές εργασίες έμπροσθεν του υποστατικού, θα έχει ως αποτέλεσμα την οικονομική του καταστροφή. Ο κ. Δημήτρης Λιάπης, στη δική του ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, αναφέρει ότι υπήρξε ενοικιαστής σε άλλο μέρος του επίδικου κτιρίου από το έτος 2000 μέχρι 2005 και βεβαιώνει ότι οι προηγούμενοι κάτοχοι της φρουταρίας διατηρούσαν ψυγείο και αποθηκευτικό χώρο στον ισόγειο χώρο όπισθεν του κτιρίου, και ότι ο ενάγων, όταν ενοικίασε αυτός τη φρουταρία, διατήρησε το ψυγείο και τον αποθηκευτικό χώρο και συνεπώς είναι αναληθείς οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του εναγομένου
- Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, καθότι δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 αποτελεί το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών Διαταγμάτων και παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων Διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο καθορίζει τρεις ουσιαστικές προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσει το αιτούμενο παρεμπίπτον Διάταγμα, εφόσον βέβαια το κρίνει δίκαιο και πρόσφορο. Οι προϋποθέσεις είναι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την ακροαματική διαδικασία, η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο αιτών διάδικος σε θεραπεία και ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα. Περαιτέρω, το Δικαστήριο πρέπει να σταθμίσει και το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο Διάταγμα. Κατά την εξέταση του κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το Διάταγμα, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και το κριτήριο του ισοζυγίου ευχέρειας (balance of convenience) των διαδίκων. Η ερμηνεία του άρθρου 32 αποτέλεσε το αντικείμενο πολλών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, M & M Τransport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Οdysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, Tσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282, Jonitexco Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, Δημοκρατίας της Σλοβενίας ν. Beogradska B.D.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Η πρώτη προϋπόθεση - η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη - ικανοποιείται όταν με βάση τα δικόγραφα αποκαλύπτεται μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case). H δεύτερη προϋπόθεση - η ύπαρξη πιθανότητας ο αιτών διάδικος να δικαιούται σε θεραπεία - ικανοποιείται όταν με βάση το σύνολο της μαρτυρίας που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα ή ενδεχόμενο επιτυχίας του στην αγωγή. Είναι αρκετό για τον διάδικο να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας, χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής (βλ. υπόθεση Οdysseos, ανωτέρω, και Πουργουρίδης κ.α. ν. Μέλου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, σελ. 2075). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση - ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα - εξετάζεται το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Συνήθως, εάν κατά την τελική απόφαση επί της ουσίας της αγωγής η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα (όταν αυτός είναι ο αιτητής) είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος Διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Οι πρώτες δύο προϋποθέσεις είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄ αυτό το ενδιάμεσο στάδιο, όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και τη μαρτυρία που προκύπτει από τυχόν αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος έχει άμεση σχέση με την ύπαρξη νομικής βάσης αγωγής, εφόσον κάτι τέτοιο αποκαλύπτεται από το δικόγραφο. Η δεύτερη προϋπόθεση προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης . Είναι όμως σαφώς νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται για θέματα αξιοπιστίας, εκτός εκεί όπου τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο, καθότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο (βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo Ltd ν. Αdidas, ανωτέρω, στις σελ. 267 - 8 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή πρέπει να παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία και το Δικαστήριο αποφεύγει να υπεισέλθει στην ουσία σ΄ αυτό το στάδιο. (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D., ανωτέρω, Τ.Α. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802). Η παρούσα αίτηση, εκτός από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, στηρίζεται και στα άρθρα 4, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου και στο άρθρο 23 του Συντάγματος. Το άρθρο 4 του Κεφ. 6 έχει εφαρμογή όπου η περιουσία σχετικά με την οποία ζητείται το Διάταγμα είναι αντικείμενο της αγωγής. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Το άρθρο 7 του Κεφ. 6, το οποίο αναφέρεται σε αποζημιώσεις τις οποίες ενδεχομένως να δικαιούται ο εναγόμενος σε περίπτωση που εκδοθεί εναντίον του συντηρητικό Διάταγμα επί ανεπαρκών λόγων, δεν αφορά το αίτημα των εναγομένων στην υπό κρίση περίπτωση και έτσι δεν θα αναφερθώ περαιτέρω σ΄ αυτό. Το άρθρο 9 του Κεφ. 6 αποτελεί το υπόβαθρο αιτήσεων που υποβάλλονται μονομερώς. Στην προκειμένη περίπτωση το άρθρο 9 του Κεφ. 6 έπαυσε να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο, αφού η αίτηση επιδόθηκε, ο ενάγων έλαβε γνώση και καταχώρισε την ένστασή του (βλ. Τσιαντής ν. Hellenic Bank (Investments) Limited
(2001)1 Α.Α.Δ. 2029). Το άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου που επικαλούνται οι εναγόμενοι-αιτητές αναφέρεται στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή σε παράνομη πρόκλησης ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία, ενώ το άρθρο 23 του Συντάγματος που επικαλούνται αφορά το δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Θα αναφερθώ πιο κάτω σε αυτό το σκέλος της Νομικής Βάσης της αίτησης. Στο σημείο αυτό προχωρώ να εξετάσω το ενώπιόν μου υλικό και κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις που προνοούνται από το ΄Αρθρο 32 του Ν.14/60. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρισμένου δικογράφου εφόσον αποκαλύπτεται νόμιμη βάση αγωγής. Στην υπό κρίση περίπτωση, προκύπτει η εξής ιδιαιτερότητα. Η αίτηση υποβάλλεται από τους εναγομένους, και ενόσω το μοναδικό δικόγραφο που υπάρχει καταχωρισμένο στον φάκελο της υπόθεσης είναι το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα του ενάγοντα. Η βάση αγωγής του ενάγοντα είναι στην ουσία το αστικό αδίκημα της οχληρίας. Δεν έχει καταχωριστεί μέχρι σήμερα Έκθεση Απαίτησης, ούτε βεβαίως και Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Συνεπώς δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα το Δικαστήριο τι θα περιέχει το δικόγραφο των εναγομένων-αιτητών, ώστε να είναι σε θέση να κρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται από το εν λόγω δικόγραφο καλή βάση απαίτησης (και ειδικότερα στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον οι αιτητές είναι οι εναγόμενοι, ανταπαίτησης). Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1), κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται σε θεραπεία. Εφόσον δεν υπάρχει καταχωρισμένη Ανταπαίτηση, είναι εξαιρετικά δύσκολο να κρίνει το Δικαστήριο τις πιθανότητες επιτυχίας. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, όμως, σημειώνω ότι θα μπορούσε να συναχθεί από το περιεχόμενο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης η βάση της υπόθεσης των εναγομένων-αιτητών εναντίον του ενάγοντα-καθ' ου η αίτηση. Προβάλλονται ισχυρισμοί για παράνομη πρόκληση ζημιάς, αλλά και για παράβαση του Συνταγματικού δικαιώματος της ιδιοκτησίας, εξ ου και η συμπερίληψη στη Νομική Βάση της αίτησης του άρθρου 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 και του άρθρου 23 του Συντάγματος. Ο δε εναγόμενος 5 με την ένορκη δήλωσή του αναφέρει λεπτομέρειες και γεγονότα σε σχέση με αυτούς τους ισχυρισμούς, τα οποία ενδεχομένως να αποτελούν καλή βάση ανταπαίτησης για αποζημιώσεις σε σχέση με την (κατ' ισχυρισμό) προκληθείσα στους εναγομένους-αιτητές ζημιά, εάν και εφόσον προχωρήσει η υπόθεση και καταχωριστούν τα σχετικά δικόγραφα. Εν τούτοις, εξετάζοντας το ενώπιόν μου μαρτυρικό υλικό με σκοπό την εξακρίβωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του Άρθρου 32
(1), διαπιστώνω ένα πολύ ουσιαστικό εμπόδιο, που αφορά την ιδιότητα του ενάγοντα και το κατά πόσο είναι ο κάτοχος/ενοικιαστής της φρουταρίας. Οι εναγόμενοι-αιτητές επικαλούνται ζημιά που έχουν υποστεί συνεπεία παρεμπόδισης της συνέχισης οικοδομικών εργασιών για ανέγερση επιπλέον ορόφων άνωθεν της ενοικιαζόμενης φρουταρίας και ότι στην ουσία αυτό συνιστά παράνομη επέμβαση στην ακίνητη ιδιοκτησία τους (η οποία επαναλαμβάνω συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή σε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία) και παραβίαση των Συνταγματικών δικαιωμάτων τους. Τα Διατάγματα, όμως, που επιζητούνται, αφορούν άμεσα τον κάτοχο του ενοικιαζόμενου υποστατικού-φρουταρίας. Μόνο ο νόμιμος κάτοχος/ενοικιαστής θα ήταν σε θέση να έχει οποιονδήποτε λόγο στον τρόπο συνέχισης των οικοδομικών εργασιών άνωθεν της φρουταρίας. Μόνο ο νόμιμος κάτοχος/ενοικιαστής της φρουταρίας θα ήταν σε θέση να «επαναφέρει το υποστατικό και τους πέριξ αυτού χώρους στην προτέρα αυτών κατάσταση» και να μετακινήσει τον ψυκτικό θάλαμο, τη μεταλλική σκάλα και τη διαφημιστική πινακίδα στα οποία αναφέρονται οι εναγόμενοι-αιτητές. Στην προκείμενη περίπτωση, οι εναγόμενοι-αιτητές ισχυρίζονται ότι ο ενοικιαστής του επίδικου υποστατικού ήταν για κάποιους μήνες το 2002 ο ενάγων και ότι από 1.3.2003 και μετέπειτα ήταν και είναι η εταιρεία Ναθαναήλ & Κώστας Υπεραγορά Λτδ. Προς τούτο, ο εναγόμενος 5, όχι μόνο επισυνάπτει στην ένορκη δήλωσή του ως Τεκμήριο 1 το Ενοικιαστήριο Έγγραφο ημερ. 1.3.2003 μεταξύ των εναγομένων ως ιδιοκτητών και της εν λόγω εταιρείας ως ενοικιάστριας, αλλά επεξηγεί λεπτομερώς στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσής του τους λόγους για τους οποίους αρχικά το 2002 υπεγράφη Ενοικιαστήριο Έγγραφο με τον ενάγοντα ως ενοικιαστή και ακολούθως υπεγράφη το νέο Ενοικιαστήριο με την εταιρεία ως ενοικιάστρια, και ότι συμφωνήθηκε ότι το πρώτο θα έπαυε να ισχύει. Συνεπώς, σύμφωνα πάντοτε με τους εναγομένους-αιτητές, οι οποίοι είναι και ιδιοκτήτες ολόκληρου του ακινήτου, στο ισόγειο του οποίου βρίσκεται η επίδικη φρουταρία, ο ενοικιαστής της φρουταρίας δεν είναι ο ενάγων προσωπικά, αλλά η εταιρεία Ναθαναήλ & Κώστας Υπεραγορά Λτδ, όπως καταδεικνύεται και από το Τεκμήριο
- Το γεγονός ότι ο ενάγων είναι διευθυντής ή μέτοχος της εταιρείας, αλλά και εγγυητής της βάσει του Ενοικιαστηρίου Εγγράφου 1.3.2003, σε καμία περίπτωση δεν τον καθιστά προσωπικά ενοικιαστή και κάτοχο του επίδικου υποστατικού. Υπενθυμίζω τη γνωστή νομική αρχή που έχει καθιερώσει η απόφαση Salomon v. Salomon [1897] A.C. 22, ότι δηλαδή μια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης αποτελεί μια διαφορετική νομική οντότητα που έχει τα δικά της δικαιώματα και υποχρεώσεις, σε αντιπαραβολή με εκείνα των μετόχων της. Η αρχή αυτή μπορεί να παραβλεφθεί μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις από τα Δικαστήρια σε μια διαδικασία που έχει περιγραφεί ως "η ανασήκωση του πέπλου" (lifting the veil of incorporation). Στην υπό κρίση περίπτωση, οι αιτητές δεν ζητούν την ανασήκωση του πέπλου, ούτε και φαίνεται εκ πρώτης όψεως να εμπίπτει στο είδος της περίπτωσης όπου επιτρέπεται κάτι τέτοιο (βλ. βλ. Palmer's "Company Law" V. 1, 201 και Charlesworth's "Company Law" 7th Edition 39). Η δε αίτηση των εναγομένων είναι ασαφής ως προς την ιδιότητα του ενάγοντα-καθ' ου η αίτηση, καθότι αναφέρεται στο αιτητικό ότι ο ενάγων κατέχει το υποστατικό «ως πρόσωπο ή/και ως Διευθυντής ή/και ως αντιπρόσωπος της εταιρείας Ναθαναήλ & Κώστας Φρουταρία Λτδ». Παρομοίως, στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης του εναγομένου 5 που συνοδεύει την αίτηση, αναφέρεται ότι στο υποστατικό «ενασκείται υπό του Ενάγοντα/Καθ'ού η Αίτηση υπό την προσωπική του ιδιότητα ή/και υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντή της εταιρείας ''Ναθαναήλ & Κώστας Φρουταρία Λτδ'' η επιχείρηση φρουταρίας.». Το Ενοικιαστήριο Έγγραφο ημερ. 1.1.2003, όμως, το οποίο επικαλούνται οι ίδιοι οι εναγόμενοι-αιτητές, δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι η θέση των εναγομένων είναι ότι ο ενοικιαστής και κάτοχος είναι η εταιρεία και όχι ο ενάγων προσωπικά. Ακόμη και το Τεκμήριο 11 που επισυνάπτει ο εναγόμενος 5 προς υποστήριξη της αναγκαιότητας έκδοσης Διαταγμάτων εναντίον του ενάγοντα-καθ' ου η αίτηση (επιστολή του Δήμου Έγκωμης σε σχέση με τους όρους της Πολεοδομικής Άδειας και την αναγκαιότητα αφαίρεσης της προέκτασης του μεσοπατώματος, της διαφημιστικής πινακίδας, μεταλλικής σκάλας και ψυκτικού θαλάμου), δεν απευθύνεται στον ενάγοντα προσωπικά, αλλά στον ίδιο τον εναγόμενο 5, στην εταιρεία Ναθαναήλ και Κώστας Φρουταρία Λτδ, και στον Πολιτικό Μηχανικό και Εργολάβο του έργου. Ο ίδιος ο δικηγόρος των εναγομένων-αιτητών στην αγόρευσή του αναφέρεται σε «παρανομίες» στις οποίες έχει προβεί ο ενάγων-καθ' ου η αίτηση «σύμφωνα με το Τεκμήριο 11». Επαναλαμβάνω, όμως, ότι το Τεκμήριο 11 δεν απευθύνεται στον ενάγοντα, αλλά στην εταιρεία. Όλα τα στοιχεία που έχουν προσκομίσει οι εναγόμενοι-αιτητές φαίνεται να αφορούν την εταιρεία Ναθαναήλ και Κώστας Φρουταρία Λτδ και όχι τον ενάγοντα προσωπικά. Όπως διαφάνηκε από το ενώπιόν μου υλικό, υπάρχει κάποια σύγχυση και από τις δύο πλευρές ως προς τον ενοικιαστή/κάτοχο του επίδικου υποστατικού και τον διαχωρισμό μεταξύ της προσωπικής ιδιότητας ενός ατόμου και της θέσης του ως διευθυντή ή μετόχου μιας εταιρείας. Ο ενάγων με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμά του αναφέρεται σε κάποιο «ενοικιαζόμενο υποστατικό που κατέχει ο ενάγοντας», χωρίς καν να διευκρινίζει πού βρίσκεται αυτό το υποστατικό. Είναι αξιοσημείωτο ότι δεν υπάρχει καμία αναφορά σε διεύθυνση ή τοποθεσία. Στη δε ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στην παρούσα αίτηση, ο ενάγων αποφεύγει να τοποθετηθεί επί του ισχυρισμού των εναγομένων, όπως προκύπτει από τις παραγράφους 5 και 6 της ένορκης δήλωσης του εναγομένου 5, ότι το Ενοικιαστήριο Έγγραφο ημερ. 1.3.2003 μεταξύ των εναγομένων ως ιδιοκτητών και της εταιρείας Ναθαναήλ & Κώστας Υπεραγορά Λτδ ως ενοικιάστριας, αντικατέστησε το Ενοικιαστήριο Έγγραφο ημερ. 1.12.2002 μεταξύ ιδιοκτητών και ενάγοντα. Το μόνο που πράττει ο ενάγων-καθ' ου η αίτηση είναι να επισυνάψει το αρχικό Ενοικιαστήριο Έγγραφο 1.12.2002 και να αναφέρει μάλιστα ότι αυτό έχει λήξει, χωρίς να σχολιάσει ή να αμφισβητήσει τη θέση των εναγομένων περί νέας ενοικίασης βάσει νέου εγγράφου με την εταιρεία Ναθαναήλ & Κώστας Υπεραγορά Λτδ. Συνεπώς, η μαρτυρία του εναγομένου 5 ότι ο ενοικιαστής είναι η εν λόγω εταιρεία βάσει Ενοικιαστηρίου Εγγράφου 1.3.2003 στην ουσία παρέμεινε αναπάντητη και αναντίλεκτη. Εφόσον λοιπόν οι ίδιοι οι αιτητές επικαλούνται ότι με βάση συγκεκριμένο Ενοικιαστήριο Έγγραφο ο ενοικιαστής και κάτοχος του επίδικου υποστατικού/φρουταρίας είναι η προαναφερόμενη εταιρεία και όχι ο ενάγων προσωπικά, το οποίο υποστηρίζεται και από τα Τεκμήρια που έχει προσκομίσει ο εναγόμενος 5 εκ μέρους των εναγομένων-αιτητών, βρίσκω ότι δεν έχει αποκαλυφθεί, με βάση το ενώπιόν μου σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας μαρτυρικό υλικό, σοβαρό θέμα προς εκδίκαση ή συζητήσιμη υπόθεση και πιθανότητα να δικαιούνται οι αιτητές-εναγόμενοι σε θεραπεία εναντίον του ενάγοντα-καθ' ου η αίτηση προσωπικά, στη βάση που εισηγούνται οι εναγόμενοι-αιτητές με την υπό κρίση αίτησή τους, ήτοι το άρθρο 46 του Κεφ. 148 και το άρθρο 23 του Συντάγματος. Δεν είναι δυνατόν να εκδοθούν τα Διατάγματα που επιζητούν οι εναγόμενοι, πλείστα των οποίων είναι προστακτικού χαρακτήρα και αφορούν άμεσα το ενοικιαζόμενο υποστατικό, εναντίον προσώπου που, με βάση τα στοιχεία που οι ίδιοι οι αιτητές έχουν προσκομίσει, δεν είναι ο ενοικιαστής και κάτοχος του εν λόγω υποστατικού, παρά μόνο ο διευθυντής της ενοικιάστριας εταιρείας (βλ. Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21 στη σελίδα 362, παράγραφος 758 σε σχέση με τις περιπτώσεις όπου εκδίδονται προστακτικά διατάγματα). Με αυτά τα δεδομένα, ούτε και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, αναφορικά με την επιτακτική ανάγκη έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων προς αποφυγή πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στους αιτητές-εναγομένους, έχει ικανοποιηθεί. Δεν είναι δυνατόν η μη έκδοση διαταγμάτων εναντίον ενός προσώπου που δεν είναι ο κάτοχος του ισογείου ενός ακινήτου να καθιστά αδύνατη ή δύσκολη την απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο μεταξύ των ιδιοκτητών του ακινήτου και του πραγματικού κατόχου του ισογείου. Εξάλλου, δεν έχει καταδειχθεί ότι η εκδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία ή ότι υπάρχει ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί τυχόν απόφαση εναντίον του καθ' ου η αίτηση, εφόσον το μόνο σχετικό που αναφέρει ο εναγόμενος 5 εκ μέρους των αιτητών είναι μια γενική αναφορά στην παράγραφο 23 της ένορκης δήλωσής του ότι η μη συνέχιση των οικοδομικών εργασιών τους επιφέρει τεράστια ζημιά. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Ίσως εκ του περισσού, σημειώνω ότι οι εναγόμενοι-αιτητές, οι οποίοι έχουν νόμιμη άδεια οικοδομής σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία τους, είναι πάντοτε ελεύθεροι να λάβουν όλα τα αναγκαία δικαστικά μέτρα εναντίον της ενοικιάστριας εταιρείας-κατόχου του υποστατικού εφόσον η θέση τους είναι ότι ο ενοικιαστής είναι συγκεκριμένη εταιρεία, ότι ακόμη και ο Δήμος Έγκωμης στη σχετική αλληλογραφία του απευθύνεται στην εν λόγω εταιρεία, και ότι το Ενοικιαστήριο Έγγραφο μεταξύ ιδιοκτητών και ενάγοντα έπαυσε να είναι σε ισχύ από 1.3.
- Τονίζω, βεβαίως, ότι όλα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω σε σχέση με το θέμα της ενοικίασης/κατοχής και της ιδιότητας του ενάγοντα προκύπτουν από το μαρτυρικό υλικό το οποίο έχει τεθεί ενώπιόν μου σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας - και κυρίως από τα στοιχεία που έχουν προσκομίσει οι αιτητές, οι οποίοι φέρουν και το βάρος απόδειξης της αναγκαιότητας έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων - χωρίς σε καμία περίπτωση να καταλήγω σε οποιαδήποτε τελικά συμπεράσματα επί της ουσίας. Το Δικαστήριο θα αποφανθεί οριστικά σε σχέση με τα επίδικα και αμφισβητούμενα ζητήματα όταν θα εκδικαστεί η ουσία της υπόθεσης. Ακόμη όμως και αν επληρούντο οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, και πάλι με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν θα μπορούσαν να εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα, για τους ίδιους στην ουσία λόγους που αφορούν την προσωπική ιδιότητα του ενάγοντα σε αντίθεση με την ιδιότητά του ως διευθυντή της ενοικιάστριας εταιρείας. Παρενθετικά, επισημαίνω ότι η ένσταση δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί παράτυπη, εφόσον δεν εξειδικεύονται οποιοιδήποτε λόγοι ένστασης ως προνοεί επιτακτικά η σχετική Διαταγή 48 θ. 4
(1). Εν όψει όμως της πιο πάνω κατάληξής μου σε σχέση με την αίτηση, δεν κρίνω σκόπιμο όπως εξετάσω αναλυτικά τις συνέπειες της εν λόγω παρατυπίας. Περιληπτικά και για λόγους πληρότητας, θα αναφέρω μόνο ότι τα στοιχεία τα οποία προσκομίζει ο καθ' ου η αίτηση-ενάγων εν πάση περιπτώσει δεν ενισχύουν αισθητά την ένστασή του. Η έκθεση της αστυνομίας Τεκμήριο Ε αναφέρει ότι ο θόρυβος που ακουγόταν εντός της φρουταρίας συνεπεία των οικοδομικών εργασιών με συγκεκριμένο μηχάνημα στις 15.9.2008 «ήταν ελάχιστος», ενώ τα όσα κατήγγειλε ο ενάγων σε σχέση με το πέσιμο πετρών πάνω σε πελάτη του στις 15.1.2009 αποτελούν μόνο ισχυρισμούς του ενάγοντα προς την αστυνομία και όχι συμπεράσματα της ίδιας της αστυνομίας μετά από οποιαδήποτε διερεύνηση. Η δε Μελέτη Αξιολόγησης Στάθμης Θορύβου Τεκμήριο Στ δεν φαίνεται να διευκρινίζει με σαφήνεια ποια θεωρεί ότι αποτελούν τα επιτρεπτά όρια θορύβου, ώστε να δύναται να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ο θόρυβος από τις οικοδομικές εργασίες των εναγομένων ήταν «πέραν των επιτρεπτών ορίων» ως ισχυρίζεται ο ενάγων-καθ' ου η αίτηση στην παράγραφο 19 της ένορκης δήλωσής του. Εξάλλου, ο μελετητής αναφέρει μόνο ότι ο βαθμός όχλησης από την παρουσία ψηλών επιπέδων θορύβου παρουσιάζεται ψηλότερος στο εξωτερικό περιβάλλον της φρουταρίας και μόνο κατά τη διάρκεια λειτουργίας της αερόσφυρας, ενώ για το εσωτερικό της φρουταρίας αναφέρεται μόνο ότι «σε μερικές περιπτώσεις η στάθμη του θορύβου ήταν αρκετά ψηλή». Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω, κάτω από τις περιστάσεις και ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται. Ως προς το θέμα των εξόδων, εφόσον η ένσταση ήταν παράτυπη και η ασάφεια και σύγχυση που παρατηρήθηκε σε σχέση με το θέμα του πραγματικού κατόχου/ενοικιαστή της φρουταρίας, ο οποίος ήταν ο κύριος λόγος απόρριψης της αίτησης, δεν προβλήθηκε από την πλευρά του καθ' ου η αίτηση, ο οποίος σημειώνω καταχώρισε την παρούσα αγωγή στις 17.7.2008 χωρίς να έχει μέχρι σήμερα υποβάλει Έκθεση Απαίτησης ώστε να δύνανται οι εναγόμενοι να προβάλουν ολοκληρωμένα τις θέσεις τους και να προχωρήσει η εκδίκαση της υπόθεσης, θεωρώ σκόπιμο όπως μη εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .................. Σ.Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο