← Κύπρος

IMDAD HAQUE ν. FEDERAL BANK OF THE MIDDLE EAST LTD, Αγ. Αρ. 205/09, 9 Mαρτίου 2010

IMDAD HAQUE ν. FEDERAL BANK OF THE MIDDLE EAST LTD, Αγ. Αρ. 205/09, 9 Mαρτίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A92 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. I. Πογιατζή, Π.Ε.Δ. Αγ. Αρ. 205/09 IMDAD HAQUE Ενάγων - και - FEDERAL BANK OF THE MIDDLE EAST LTD Εναγόμενοι ---------------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΠΑΡΑΚΟΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 4 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ, 2009 ΓΙΑ ΤΙΜΩΡΙΑ ΤΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ κ. FADI SAAB: Ημερομηνία: 9 Mαρτίου 2010 Για Ενάγοντα-Αιτητή: κ. Στ. Στυλιανού Για Εναγομένους-Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Γ.Ζ. Γεωργίου ------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση ο Ενάγων-Αιτητής αιτείται την τιμωρία του Διευθυντή της Εναγομένης Εταιρείας, Fadi Saab για Παρακοή Διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 22.1.

  1. Η Αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.40, θθ. 1 και 13, Δ.42Α, Δ.48, θθ. 2 και 3, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, Άρθρο 42 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτικής του Δικαστηρίου. ΓΕΓΟΝΟΤΑ Τα γεγονότα όπως προβάλλουν μέσα από τις Ένορκες Δηλώσεις των δύο πλευρών αλλά και το Φάκελο Δικογραφίας είναι τα ακόλουθα:
  2. Στις 22.1.09 το Δικαστήριο, κατόπιν Αιτήσεως του Ενάγοντα, ημερ. 15.1.09 εξέδωσε Μονομερώς το ακόλουθο Ενδιάμεσο Διάταγμα Tύπου Anton Piller: ".... το Δικαστήριο τούτο ....... (α) ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ την Εναγόμενη και/ή τους αξιωματούχους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτής η οποιοδήποτε από αυτούς όπως κρατήσουν και/ή διατηρήσουν και μη καταστρέψουν τα αρχεία και/ή έγγραφα ή οποιαδήποτε άλλα στοιχεία που βρίσκονται στη κατοχή, φύλαξη ή υπό τον έλεγχο τους και που αφορούν τους λογαριασμούς που διατηρούσε ο Ενάγοντας στην Εναγομένη και/ή λογαριασμούς τρίτων προσώπων ή εταιρειών με τους οποίους ο Ενάγοντας είχε σχέση ως εγγυητής, μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσης αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. (β) ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ την Εναγομένη και/ή τους αξιωματούχους και/η αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτής η οποιοδήποτε από αυτούς, όπως παραδώσουν αμέσως στη δικηγόρο του Ενάγοντα αντίγραφα όλων των καταχωρήσεων και/ή εγγράφων και άλλων στοιχείων οποιουδήποτε είδους ή σε οποιαδήποτε μορφή τα οποία έχουν σχέση με τους λογαριασμούς που αναφέρονται στην πιο πάνω παράγραφο (α) μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας, αγωγής ή νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου.»
  3. Η Εναγομένη/Καθ' ης η Αίτηση καταχώρισε Ένσταση στην Αίτηση και το Δικαστήριο κατόπιν ακρόασης, με Ενδιάμεση Απόφαση του ημερ. 14.4.09 ακύρωσε το πιο πάνω Διάταγμα.
  4. Στο μεταξύ και ενώ το πιο πάνω Διάταγμα βρισκόταν ακόμη σε ισχύ, ο Αιτητής καταχώρισε στις 4.2.09 την παρούσα Αίτηση για Παρακοή Διατάγματος.
  5. Την ίδια μέρα, δηλ. στις 4.2.09 οι Εναγόμενοι καταχώρισαν Αίτηση Διά Κλήσεως με την οποία επιδίωκαν την ακύρωση του Ενδιάμεσου Διατάγματος. Η Αίτηση αυτή φαίνεται να παρέμεινε εκκρεμής μέχρι τις 14.4.
  6. Όπως αναφέρεται και πιο πάνω, με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής επιδιώκει την τιμωρία του Fadi Saab, Διευθυντή των Εναγομένων, λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με το Ενδιάμεσο Διάταγμα.
  7. Το Ενδιάμεσο Διάταγμα είχε επιδοθεί στις 2.2.09 στους Εναγομένους με επίδοση στην Πωλίνα Χριστοδούλου, Δικηγόρο, Νομικό Σύμβουλο των Εναγομένων.
  8. Η παρούσα Αίτηση επιδόθηκε στις 4.2.09 στη Χρύσω Habib, Ιδιαιτέρα Γραμματέα του Fadi Saab. Η ΕΝΣΤΑΣΗ Οι Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρισαν Ένσταση στην Αίτηση προβάλλοντας βασικά τους πιο κάτω λόγους τους οποίους και προώθησαν κατά την ακρόαση: (Α) Η επίδοση ήταν αντικανονική. (Β) Το Ενδιάμεσο Διάταγμα έπασχε από αοριστία και ασάφεια (Γ) Η Αίτηση Παρακοής είναι πρόωρη και καταχρηστική (Δ) Δεν υπήρξε ηθελημένη Παρακοή. ΠΑΡΑΚΟΗ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ: ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Όπως αναφέρεται πιο πάνω, η Αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.40, θθ. 1 και 3, Δ.42Α, Δ.48, θθ. 2 και 3, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, Άρθρο 42 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Υπάρχει αρκετή Νομολογία που καθορίζει τα κριτήρια και τη διαδικασία που πρέπει να διέπει το θέμα. Η τελευταία Απόφαση επί του θέματος, παρόλον ότι είναι Ποινική Έφεση, αναλύει με σαφήνεια τις νομικές αρχές και συγκρίνει την ποινική πρόνοια του Άρθρου 137, του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 με την αστική. Συγκεκριμένα, στην Ελισάβετ Θεοφάνους ν. CCC Laundries (Paphos) Limited κ.α. Ποινική Έφεση 236/08, ημερ. 12.11.09, ο Νικολαϊδης, Δ, ανέφερε: «Το ΄Αρθρο 162 του Συντάγματος παρέχει σε κάθε δικαστήριο της Δημοκρατίας εξουσία να διατάσσει τη φυλάκιση οιουδήποτε προσώπου που δεν υπακούει σε απόφαση ή διαταγή του δικαστηρίου μέχρι τη συμμόρφωσή του με την απόφαση αυτή, αλλά η φυλάκιση, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να υπερβεί τους δώδεκα μήνες. Στη νομοθεσία μας έχουμε δύο πρόνοιες σχετικές με απείθεια ή παρακοή διατάγματος. Από τη μια το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προβλέπει ότι όποιος απειθεί σε διάταγμα, ένταλμα ή διαταγή δεόντως εκδοθείσα από δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί υπό οιανδήποτε επίσημη ιδιότητα, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο ετών, εκτός όταν ρητά καθορίζεται άλλη ποινή ή διαδικασία συναφώς με την απείθεια αυτή. Από την άλλη, το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, αναφέρει ότι κάθε δικαστήριο έχει εξουσία να εξαναγκάζει σε υπακοή προς οιονδήποτε διάταγμα εκδοθέν υπ΄ αυτού, το οποίο διατάσσει ή απαγορεύει την εκτέλεση οιασδήποτε πράξης, διά προστίμου ή φυλάκισης, ή μεσεγγύησης αγαθών. Δυνατόν, επιπροσθέτως, να επιδικαστεί στο πρόσωπο προς το συμφέρον του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα τέτοιο ποσό υπό μορφή αποζημίωσης, όπως το δικαστήριο ήθελε θεωρήσει πρέπον. Η φύση της δικαιοδοσίας των δύο άρθρων απασχόλησε στο παρελθόν τη νομολογία. Η δικαιοδοσία των δικαστηρίων για την αντιμετώπιση καταφρονητικών πράξεων για το κύρος, την υπόσταση και την αποτελεσματικότητα των αποφάσεών τους, αντλείται από το δικαιοδοτικό νόμο. Στη χώρα μας ο νόμος αυτός είναι ο περί Δικαστηρίων Νόμος, ο οποίος προσδιορίζει και οριοθετεί την αστική και ποινική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Το αντικείμενο του άρθρου 42 του Ν.14/60 είναι η παροχή δικαιοδοσίας στο Επαρχιακό Δικαστήριο για εξαναγκασμό προς υπακοή σε διατάγματά του. Όπως σημειώνεται και στην υπόθεση Αναφορικά με τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου (Αρ.4)

(1993)1 Α.Α.Δ. 961, 970, τα μέσα τα οποία παρέχονται για εξαναγκασμό υποταγής σε διατάγματα είναι κατά κύριο λόγο εκείνα του ποινικού δικαίου για την τιμωρία των αδικοπραγούντων. Η ανυπακοή διατάγματος από το πρόσωπο προς το οποίο τούτο απευθύνεται, συνιστά αστική καταφρόνηση, ενώ πράξεις τρίτων, υπονομευτικές του κύρους της δικαιοσύνης, συνιστούν ποινική καταφρόνηση του δικαστηρίου (Lee v. Walker
(1985)1 All E.R. 781 και Αναφορικά με τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου, ανωτέρω). Τα τιμωρητικά μέσα στη διάθεση του πολιτικού δικαστηρίου για πειθαναγκασμό σε υπακοή σε διατάγματά του, δεν μεταβάλλουν τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας ή το στόχο στον οποίο σκοπεί, την εξασφάλιση συμμόρφωσης προς τη διαταγή του δικαστηρίου (Pooley v. Wheatham
(1880)15 Ch D 435). Οι πράξεις που συνιστούν το πλημμέλημα της καταφρόνησης του δικαστηρίου συνιστούν ποινικό αδίκημα, η εκδίκαση του οποίου ανάγεται στην ποινική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Αντίθετα, η δικαιοδοσία για πειθαναγκασμό του παρακούοντος διάταγμα του δικαστηρίου σε συμμόρφωση, ανάγεται στην αστική δικαιοδοσία του δικαστηρίου, γεγονός που προσδίδει στις πράξεις ανυπακοής το χαρακτηρισμό αστικής καταφρόνησης. Όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε στην υπόθεση Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassier KG
(1989)1 Α.Α.Δ. 750, το άρθρο 42 του Ν.14/60 είναι δικαιοδοτικό και προσδιορίζει τη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου για την τιμωρία προσώπων, φυσικών και νομικών, για παρακοή διαταγμάτων. Καθορίζει τα μέσα για την εξασφάλιση συμμόρφωσης προς τα διατάγματα με την επιβολή προστίμου, φυλάκισης ή με την έκδοση διατάγματος για τη μεσεγγύηση αγαθών. Όμως, ούτε ο τρόπος επίκλησης, ούτε το πλαίσιο άσκησης της δικαιοδοσίας για τιμωρία για ανυπακοή ρυθμίζονται από το άρθρο 42 (βλέπε ακόμα Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1085). Η διαδικασία για την αστική καταφρόνηση του δικαστηρίου είναι oιoνεί ποινική και η κατηγορία θα πρέπει να αποδειχθεί με την ίδια αυστηρότητα που απαιτείται σε μια ποινική κατηγορία. Το αστικό δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να χειριστεί πράξεις που υπονομεύουν τη δικαστική διαδικασία, εκτός αν έχουν διαπραχθεί ενώπιον του δικαστηρίου (Constantinides v. Ekdotiki Eteria Vima Ltd and others
(1983)1 C.L.R. 348). Η αστική καταφρόνηση διαπράττεται οποτεδήποτε διάδικος δεν υπακούει σε διαταγή του δικαστηρίου. Πρόκειται για μια κατ΄ εξαίρεση διαδικασία η οποία έχει σχεδιαστεί για να εφοδιάσει το πολιτικό δικαστήριο με την πανοπλία ενός ποινικού δικαστηρίου, με σκοπό την αποτελεσματικότητα της πολιτικής διαδικασίας (Constantinides v. Ekdotiki Eteria Vima Ltd and others, ανωτέρω). Παρά τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για καταφρόνηση και το μανδύα της πολιτικής δικαιοδοσίας που την περιβάλλει, το αίτημα για καταδίκη για ανυπακοή διατάγματος του δικαστηρίου αποβλέπει στην τιμωρία του παραβάτη. Κατά συνέπεια η αίτηση για καταδίκη προσλαμβάνει το χαρακτήρα κατηγορίας η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος, δηλαδή απόδειξη της κατηγορίας γενικά και των συστατικών της στοιχείων ειδικά, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309). Όπως επισημαίνεται στη Mouzouris and Another v. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287 για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή του καθ΄ ου η αίτηση προς την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής από μόνο του δεν αρκεί. Πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου» Με βάση τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να εξετάσω τους Λόγους Ένστασης των Καθ΄ ων η Αίτηση. (Α) ΑΝΤΙΚΑΝΟΝΙΚΗ ΕΠΙΔΟΣΗ Διαφαίνεται από τα πιο πάνω ότι εφόσον η Καθ΄ ης Εταιρεία είναι νομικό πρόσωπο, εκείνο που επιζητείται με την παρούσα Αίτηση είναι η τιμωρία του Διευθυντή της κ. Fadi Saab. Όμως προσωπική επίδοση στον κ. Fadi Saab δεν έγινε. Το Ενδιάμεσο Διάταγμα επιδόθηκε στις 2.2.09 στην Εναγομένη Εταιρεία διά της επίδοσης του στην Πωλίνα Χριστοδούλου Δικηγόρο και Νομικό Σύμβουλο. Το εν λόγω άτομο περιγράφεται ως Εσωτερική Νομική Σύμβουλος της Εναγομένης/Καθ΄ ης η Αίτηση Εταιρείας, η δεν επίδοση έγινε στα Γραφεία της Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ στη Λευκωσία. Η παρούσα Αίτηση επιδόθηκε στις 4.2.09 στη Χρύσω Habib, Ιδιαίτερα Γραμματέα του Fadi Saab. Η Δ.42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα: «1. Where any order is issued by any Court directing any act to be done or prohibiting the doing of any act there shall be endorsed by the Registrar on the copy of it, to be served on the person required to obey it, a memorandum in the words or to the effect following: ' If you, the within-named A.B., neglect to obey this order, by the time therein limited, you will be liable to be arrested and to have your property sequestered.' 2. An office copy of the order shall be served on the person to whom the order is directed. The service shall, unless otherwise directed by the Court or a Judge, be personal." Στην υπόθεση Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas
(1989)1 A.A.Δ (Ε) 750, αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε: "(α) οι πρόνοιες της Δ.42Α για προσωπική επίδοση είναι επιτακτικές, (β) η σχολαστική τήρηση των δικονομικών κανόνων επιβάλλεται λόγω της φύσης της διαδικασίας και των κυρώσεων που μπορεί να προκύψουν, (γ) όταν επιδιώκεται η φυλάκιση των διευθυντών της Εταιρείας, η επίδοση της Αίτησης για την έκδοση Εντάλματος Δέσμευσης (Writ of Attachment) στην Εταιρεία αποτελεί προϋπόθεση για την τιμωρία τους, (δ) η Δ.42Α καθιστά την προσωπική επίδοση τόσο του οπισθογραφημένου Διατάγματος όσο και της Αίτησης απαρέγκλιτο όρο για την καταδίκη προσώπου για Παρακοή Διατάγματος.» Από όλα τα πιο πάνω φαίνεται ότι δεν τηρήθηκαν οι επιτακτικές πρόνοιες που έχουν τεθεί για την επίδοση. Δεν υπήρξε προσωπική επίδοση στο Διευθυντή του οποίου επιδιώκεται η τιμωρία αλλά ούτε θεωρώ την επίδοση στην Εταιρεία ως κανονική αφού δεν φαίνεται να έγινε στο εγγεγραμμένο Γραφείο της Εναγομένης Εταιρείας ή έστω σε αξιωματούχο της. Η υπόθεση Yousif v. Salama [1980] 3 All E.R. 405 στην οποία έκαμε αναφορά ο Αιτητής, δεν ρυθμίζει την επίδοση ενός Διατάγματος Anton Piller, απλώς εισάγει την αρχή ότι τέτοιο Διάταγμα μπορεί να εκδοθεί και για έγγραφα που δεν είναι μέρος της αιτίας Αγωγής και το Δικαστήριο μπορεί να δώσει οδηγίες όπως τα έγγραφα αυτά δοθούν στο Δικηγόρο του Αιτητή ο οποίος και θα έχει την ευθύνη της διαδικασίας λήψης και φύλαξης τους. Με βάση όλα τα πιο πάνω, η Αίτηση υπόκειται σε απόρριψη από αυτόν το λόγο και μόνο. (Β) ΑΣΑΦΕΙΑ ΚΑΙ ΑΟΡΙΣΤΙΑ Η πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση ισχυρίζεται ότι υπήρχε ασάφεια και αοριστία στο εκδοθέν Διάταγμα γεγονός που καθιστά τη συμμόρφωση πρακτικά αδύνατη. Το λεκτικό του Διατάγματος, παρατίθεται πιο πάνω και δεν βρίσκω να υπάρχει οποιαδήποτε ασάφεια ή αοριστία σ΄ αυτό. Προβάλλεται επιπρόσθετα ο ισχυρισμός ότι υπήρξε συμμόρφωση με το αιτητικό (Α) του Διατάγματος. Αυτός ο ισχυρισμός βέβαια δεν μπορεί να ελεχθεί από τον Αιτητή αφού αφορά σε εσωτερικές διαδικασίες των Καθ΄ ων η Αίτηση ερήμην του ιδίου του Αιτητή. Το αιτητικό (Α) όμως είναι απόλυτα συνυφασμένο με το αιτητικό (Β) στο οποίο θα γίνει αναφορά πιο κάτω. Κατά συνέπεια αυτός ο λόγος Ένστασης δεν ευσταθεί. (Γ) ΠΡΟΩΡΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ Οι Καθ΄ ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι η Αίτηση είναι πρόωρη και καταχρηστική αφού έγινε προτού το επίδικο Διάταγμα καταστεί απόλυτο. Αντίθετα, αυτό ακυρώθηκε κατόπιν ακρόασης, ενώ οι Καθ΄ ων αμέσως μετά την επίδοση του καταχώρισαν Αίτηση για Παραμερισμό του. Η εν λόγω Αίτηση για Παραμερισμό καταχωρίστηκε δύο μέρες μετά την επίδοση του Διατάγματος και την ίδια μέρα που καταχωρίστηκε η παρούσα Αίτηση για Παρακοή. Προς το σκοπό αυτό ο Δικηγόρος τους επικαλέστηκε το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England (4η Έκδοση, 1991), Τόμος 24, παράγρ. 877 καθώς και σχετική Νομολογία, ΕΜΙ Ltd v. Pandit [1975] 1 All E.R 418, 421, Bhimji v. Chatwani [1991] 1 All E.R
  1. Εκείνο που εξάγεται από τα πιο πάνω είναι η ιδιομορφία ενός Διατάγματος Anton Piller. Επειδή επιφέρει δραστικές συνέπειες, ο Καθ΄ ου η Αίτηση πρέπει να έχει εύλογο χρόνο για να λάβει νομική συμβουλή. Πρέπει όμως να κινηθεί αμέσως και εάν καταχωρίσει Αίτηση για Παραμερισμό του Διατάγματος πιθανόν να μην βρεθεί ότι διαπράττει Παρακοή εάν η Αίτηση δεν είναι αποτέλεσμα δόλιου τεχνάσματος, έστω και εάν δεν υπάρχει συμμόρφωση με το Διάταγμα. Υπάρχει όμως το προαπαιτούμενο ότι θα πρέπει να κάμει εύλογη προσφορά για προστασία των επίδικων εγγράφων. Η γενική αρχή όμως, την οποία επικαλείται ο Αιτητής, είναι ότι, για όσο χρόνο παραμένει σε ισχύ ένα Διάταγμα Δικαστηρίου, θα πρέπει να υπάρχει υπακοή σ΄ αυτό. Βλ. Hadkinson v. Hadkinson [1952] 2 All E.R 567, 569, όπου αναφέρθηκε ότι όσο παραμένει σε ισχύ ένα Διάταγμα Δικαστηρίου θα πρέπει να υπάρχει υπακοή σ΄ αυτό όσο και εάν αυτός εναντίον του οποίου στρέφεται το θεωρεί αντικανονικό ή άκυρο. Θα ήταν επικίνδυνο να δίδεται το δικαίωμα σε οποιοδήποτε τρίτο πλην του Δικαστηρίου να κρίνει την κανονικότητα ενός εκδοθέντος Διατάγματος. Στην παρούσα περίπτωση το Διάταγμα του Δικαστηρίου βρισκόταν σε ισχύ από τις 22.1.09 μέχρι τις 14.4.
  2. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση είχαν υποχρέωση να συμμορφωθούν με τους όρους του νοουμένου ότι πληρούνταν οι αναγκαίοι όροι που αναφέρονται πιο πάνω ως γενικές αρχές, όπως για παράδειγμα η κανονική επίδοση, η ηθελημένη παρακοή κ.λ.π. Επομένως, δεν θεωρώ την παρούσα Αίτηση ούτε πρόωρη ούτε καταχρηστική, αλλά τα πιο πάνω γεγονότα επηρεάζουν τον επόμενο λόγο ένστασης. (Δ) ΜΗ ΗΘΕΛΗΜΕΝΗ ΠΑΡΑΚΟΗ Όπως αναφέρεται πιο πάνω, το επίπεδο απόδειξης σε περιπτώσεις Παρακοής Διατάγματος είναι πέραν πάσας λογικής αμφιβολίας, ενώ το αποτέλεσμα της ανυπακοής από μόνο του δεν αρκεί. Πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του Διατάγματος του Δικαστηρίου. Στην παρούσα περίπτωση εκτός των ισχυρισμών που έχουν προβάλει οι Καθ΄ ων η Αίτηση για τους λόγους της μη άμεσης συμμόρφωσης τους με το (Β) και ενόψει του ψηλού επιπέδου απόδειξης, θεωρώ ότι ο Αιτητής δεν έχει αποσείσει το επίπεδο αυτό. Ο ίδιος όφειλε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα γεγονότα που να αποδεικνύουν το ηθελημένο της Παρακοής πέραν πάσας λογικής αμφιβολίας. Χωρίς να θέλω να υποδείξω τον τρόπο χειρισμού μιας τέτοιας Αίτησης, θεωρώ ότι αφής στιγμής ένας Καθ΄ ου η Αίτηση θέτει κάποιους ισχυρισμούς οι οποίοι εκ πρώτης όψεως είναι ικανοί να εγείρουν κάποια λογική αμφιβολία ως προς τα προαπαιτούμενα της απόδειξης της Παρακοής, ο Αιτητής διαθέτει και πρέπει να χρησιμοποιήσει τα εφόδια που του παρέχει η Δικονομία (Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση ή αντεξέταση Ενόρκως Δηλούντα). Θεωρώ ότι η άμεση αντίδραση των Καθ΄ ων η Αίτηση σε συνδυασμό με τις εξηγήσεις που έχουν δώσει και τα γεγονότα που έχουν παραθέσει, δημιουργούν χωρίς δυσκολία εύλογες αμφιβολίες στο Δικαστήριο για το ηθελημένο της Παρακοής. Για το λόγο αυτό και αυτός ο Λόγος Ένστασης θα ήταν από μόνος του αρκετός για απόρριψη της Αίτησης. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ Για όλους τους πιο πάνω λόγους η Αίτηση απορρίπτεται με Έξοδα υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση και σε βάρος του Αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην αντίστοιχη Κλίμακα και θα είναι πληρωτέα μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης. (Υπ) Χ. Ι. Πογιατζής Π.Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ C:my documents\poyiatzis\interim decisions cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.