Oleksandr Yaroslavskyy κ.α. ν. Α.Β. Globel Trade Limited κ.α., Αγωγή Αρ.5307/09, 10.3.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A93 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: M. Xριστοδούλου Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ.5307/09 Μεταξύ:
- Oleksandr Yaroslavskyy, από Ουκρανία
- Ledra Trustee Services Ltd από Λευκωσία, ως Επιτρόπου του Εµπιστεύµατος Franklin Trust
- Falera Investment Ltd, από Λουξεµβούργο Εναγόντων-αιτητών και
- Α.Β. Globel Trade Limited από Λευκωσία,
- Ernest Galiyev, από Ουκρανία,
- Euroquest Commerce Limited, από Βρεττανικές Παρθένους Νήσους
- Vogel Investment Limited, από Λευκωσία,
- Euroquest Commerce Limited, από Λευκωσία,
- Easington Investments Limited, από Λευκωσία,
- Alexey Kolesnik, από Ουκρανία,
- Flims Investments Limited, από Λουξεµβούργο,
- Υury Zhukov από Ουκρανία Εναγοµένων-καθ' ων η αίτηση Αίτηση εναγόντων ημερ. 9.9.09 για προσωρινά διατάγματα Ημερομηνία: 10.3.2010 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες/αιτητές:- κ.κ. Καμπέρης και Ιεροθέου Για εναγόμενους/καθ΄ ων η αίτηση: κ. Γ. Τριανταφυλλίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Πρωταγωνιστές στην αντιδικία της παρούσας υπόθεσης είναι οι Ουκρανοί μεγαλοεπιχειρηματίες Yaroslavskyy (ενάγοντας 1) και Galiyev (εναγόμενος 2), οι οποίοι ήταν οι πραγματικοί ιδιοκτήτες των μετοχών μεγάλου αριθμού εταιρειών που είχαν συστήσει από κοινού τόσο στην Ουκρανία όσο και σε άλλες χώρες του κόσμου. Μεταξύ αυτών και της εναγόμενης 3 (στο εξής η Εταιρεία), την οποία ενέγραψαν στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους με εκδοθέν μετοχικό κεφάλαιο δύο μετοχές από τις οποίες τη μία πήρε ο ενάγοντας 1 μέσω της ενάγουσας 2 (στο εξής η Μετοχή) και την άλλη ο εναγόμενος
- Στις 11.5.07 ο ενάγοντας 1 υπόγραψε μεταβιβαστήριο έγγραφο (Instrument of Transfer) με το οποίο μεταβίβασε τη Μετοχή στον εναγόμενο αρ. 2 έναντι του ποσού του 1 Δολαρίου Αμερικής, πράξη που αποτελεί και το αντικείμενο της αντιδικίας στην παρούσα υπόθεση. Είναι ισχυρισμός των εναγόντων ότι η μεταβίβαση της Μετοχής ήταν αποτέλεσμα δόλου και/ή δόλιων ενεργειών του εναγόμενου 2 στον οποίο συνήργησαν ως συνωμότες και οι υπόλοιποι εναγόμενοι και με αυτή τη βάση καταχώρισαν εναντίον τους αγωγή επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος με καταιγισμό πολυδιάστατων απαιτήσεων, οι οποίες ουσιαστικά αποβλέπουν σε:- A. Δηλωτική απόφαση ότι η μεταβίβαση της Μετοχής είναι άκυρη και ότι οι πραγματικοί ιδιοκτήτες της είναι οι ενάγοντες 1 και 2 και, διαζευκτικά Β. Αποζημιώσεις ύψους €25.681.294,90 πλέον τόκο για ζημίες και, Διαζευκτικά προς τις πιο πάνω κύριες θεραπείες, Γ. Δηλωτική απόφαση ότι οι συμφωνίες δανείου που συνήψαν οι εναγόμενες 3 και 4 με την ενάγουσα 3 και τα συνακόλουθα μη μετατρέψιμα χρεόγραφα (non-convertible registered bonds) που έκδωσε προς αυτές η ενάγουσα 3 συνολικής αξίας €25.681.294,90 είναι άκυρα και/ή στερούνται εννόμου αποτελέσματος. Δ. Απόφαση για €25.681.294,90 πλέον τόκο δυνάμει της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή ως χρήματα που λήφθηκαν από τους εναγόμενους για λογαριασμό των εναγόντων (money had and received) και Ε. Διάφορες άλλες θεραπείες στις οποίες θα γίνει αναφορά, αν χρειασθεί, σε κατοπινό στάδιο. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής, οι ενάγοντες (στο εξής οι αιτητές) καταχώρισαν και μονομερή αίτηση βάσει της οποίας εξασφάλισαν προσωρινά διατάγματα ως τα αιτητικά 2(α) και (β), 3, 4(α) και (β), 6α(ι) και 6α(ιι), 7 και 8 της αίτησης, ενώ για τα υπόλοιπα δόθηκαν οδηγίες να γίνει επίδοση ώστε να δοθεί η δυνατότητα και στην άλλη πλευρά να ακουσθεί και αναφορά σ΄ αυτά θα γίνει σε κατοπινό στάδιο. Επιγραμματικά με τα προσωρινά διατάγματα που χορηγήθηκαν μονομερώς:- A. Eπιβαρύνθηκαν οι δύο μετοχές της Εταιρείας, τις οποίες κατέχει ως ονομαστικός μέτοχος η εναγόμενη 1 Β. Απαγορεύτηκε στους εναγόμενους 2 και 3 να αποξενώσουν ή επιβαρύνουν τις μετοχές που κατέχουν στις εναγόμενες 1, 4, 5, 6 και 8 Γ. Απαγορεύτηκε στις εναγόμενες 1, 3, 4, 5, 6 και 8 να εξουσιοδοτήσουν με οποιονδήποτε τρόπο τους εναγόμενους 2 και 7 να ενεργούν για λογαριασμό τους και, περαιτέρω, αν έχουν δώσει σχετικό πληρεξούσιο να το ανακαλέσουν ή να το ακυρώσουν και Δ. Απαγορεύτηκε στους εναγόμενους 1 και 3-9 να διαθέτουν ή διαχειρίζονται περιουσιακά στοιχεία του εναγόμενου 2 αξίας μέχρι €25.681.294,
- Η αίτηση προσέκρουσε σε εννέα λόγους ένστασης, αναφορά στους οποίους θα γίνει αφού πρώτα συνοψισθούν τα ρητώς παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης και τι επικαλέσθηκαν οι αιτητές προκειμένου να επιτύχουν την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων ως και αυτών που δεν χορηγήθηκαν μονομερώς. Τα παραδεκτά γεγονότα εκτίθενται σε 29 παραγράφους της πολυσέλιδης ένορκης δήλωσης του συμβούλου του ενάγοντα 1 Oleksandr Chornyy που συνοδεύει την αίτηση (παρ. 8-10, 13-16, 19-24 (όχι όμως την 21Α), 26-33, 37-41, 49, 50 και 63), τα οποία θα επιχειρήσω να παραθέσω σε συντομία και απλότητα όπως πιο κάτω:- Η συνεργασία των πρωταγωνιστών της υπόθεσης άρχισε το 1993-1994 με την εργοδότηση του εναγόμενου 2 από τον ενάγοντα 1, η οποία με την πάροδο του χρόνου μετεξελίχθηκε σε κοινές επιχειρήσεις και επενδύσεις. Μεταξύ άλλων:-
- Απέκτησαν από κοινού το 9.5% του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου της Ουκρανικής τράπεζας UKRSIBBANΚ μέσω της Λουξεμβουργιανής εταιρείας LAAX Investments Ltd, η οποία είχε ως ονομαστικούς μετόχους την ενάγουσα 3 και την εναγόμενη 8 και δικαιούχους των μετοχών τον ενάγοντα 1 και εναγόμενο 2 αντίστοιχα. Μεταγενέστερα όμως, μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου του 2009, ο εναγόμενος 2 πώλησε τις μετοχές του με αποτέλεσμα αποκλειστικός μέτοχος του 4.75% των μετοχών της εν λόγω τράπεζας να παραμείνει ο ενάγοντας 1, το μερίδιο του οποίου στη συνέχεια μειώθηκε στο 3.6% λόγω αύξησης του κεφαλαίου της τράπεζας.
- Απέκτησαν από μία μετοχή (50% έκαστος) της Εταιρείας και η μεν μετοχή του ενάγοντα 1 περιήλθε στο ενεργητικό του κυπριακού εμπιστεύματος Franklin Trust που του ανήκε, ενώ η άλλη στο ενεργητικό του εμπιστεύματος Liberty Trust που ανήκε στον εναγόμενο
- Ως επίτροπος και των δύο εμπιστευμάτων διορίσθηκε η ενάγουσα 2, αλλά η διοίκηση των υποθέσεων της Εταιρείας ανατέθηκε με πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 18.2.97 στον εναγόμενο 2 και, περαιτέρω, άλλα πληρεξούσια δόθηκαν από την Εταιρεία και στους εναγόμενους 7 και
- Ενέγραψαν από κοινού στην Κύπρο τις εναγόμενες εταιρείες 4, 5 και 6, τις μετοχές των οποίων κατείχε για λογαριασμό τους η Εταιρεία. Από το Μάιο όμως του 2007, λόγω της μεταβίβασης της Μετοχής, οι τρεις αυτές εταιρείες περιήλθαν στον απόλυτο έλεγχο του εναγόμενου 2, ο οποίος ουσιαστικά είναι και ο δικαιούχος των μετοχών της επίσης κυπριακής εταιρείας εναγόμενης
- Είναι επίσης παραδεκτό ότι κατά τη διάρκεια της συνεργασίας των πρωταγωνιστών της υπόθεσης ήταν κοινή πρακτική ο ενάγοντας 1 να εξουσιοδοτεί τον εναγόμενο 2 να χειρίζεται τις υποθέσεις των εταιρειών στις οποίες είχε συμφέρον και σε σχέση με το θέμα αυτό επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση πληρεξούσια που δόθηκαν από την Εταιρεία είτε προς τον εναγόμενο 2 είτε προς τον εναγόμενο 9, κι αυτό για να καταδειχθεί το παραδεκτό γεγονός ότι ο εναγόμενος 2 χειριζόταν τόσο της υποθέσεις της Εταιρείας όσο και της εναγόμενης
- Παραδεκτά είναι και διάφορα δάνεια που παραχώρησαν μεταξύ Νοεμβρίου 2005 και Δεκεμβρίου 2006 κοινές εταιρείες τόσο προς την ενάγουσα 3 - δικαιούχος των μετοχών της οποίας είναι ο ενάγοντας 1 - όσο και στις Λουξεμβουργιανές εταιρείες εναγόμενη 8 και LAAX Investments Ltd, είτε για αύξηση της συμμετοχής της LAAX στη UKRSIBBANK είτε για φορολογικούς σκοπούς στη βάση της νομοθεσίας του Λουξεμβούργου. Επί του προκειμένου δίδονται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση εκτεταμένες λεπτομέρειες στις οποίες κρίνω ότι δεν χρειάζεται να γίνει αναφορά. Ό,τι απαιτείται να αναφερθεί είναι ότι οι εναγόμενες 3 και 4 παραχώρησαν στην ενάγουσα 3 και στην εναγόμενη 8 δάνεια ύψους €51.362.589,80 - €25.681.294,90 στην κάθε μια - και γι΄ αυτά καταρτίσθηκαν μεταξύ τους συμφωνίες δανείου, κατ΄ ακολουθία των οποίων η ενάγουσα 3 έκδωσε προς όφελος των δανειστών της - όπως έγινε και από την εναγόμενη 8 - αριθμό μη μετατρέψιμων χρεογράφων (στο εξής τα γραμμάτια) αντίστοιχου ποσού (τεκμ. 27-32, 34, 35, 38, 39 και 40 της ένορκης δήλωσης Chornyy). Είναι όμως σημαντικό να σημειωθεί ότι στα εν λόγω γραμμάτια τέθηκε ρητός όρος ότι διέπονται από το δίκαιο του Λουξεμβούργου, τα δικαστήρια του οποίου έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία για τα θέματα που τα αφορούν και γι΄ αυτά έχουν ήδη καταχωρηθεί από 10.9.09 αγωγές στο Λουξεμβούργο που εκκρεμούν προς εκδίκαση. Τέλος, είναι παραδεκτό ότι στις 11.4.07 οι πρωταγωνιστές της υπόθεσης συμφώνησαν εγγράφως (τεκμ. 36 στην ένορκη δήλωση του Chorneyy) όπως αριθμός εταιρειών που μέχρι τότε ήταν κοινής ιδιοκτησίας περιέλθει στην αποκλειστική ιδιοκτησία του εναγόμενου 2 και άλλος στην αποκλειστική δικαιοδοσία του ενάγοντα 2, ο οποίος θα κατέβαλλε στον πρώτο και 14.108.868 δολάρια Αμερικής. Έχοντας παραθέσει τα παραδεκτά γεγονότα που συνθέτουν την υπόθεση προχωρώ σε σύνοψη των ουσιωδών ισχυρισμών που πρόβαλαν οι αιτητές μέσω της ένορκης δήλωσης του Chornyy για εξασφάλιση των προσβαλλόμενων προσωρινών διαταγμάτων, ως επίσης και των διαταγμάτων τα οποία δεν χορηγήθηκαν μονομερώς και για τα οποία οι αιτητές επιμένουν να τους χορηγηθούν. Έχουν ως ακολούθως:- Από το 1994 είχε αναπτυχθεί μεταξύ ενάγοντα 1 και εναγόμενου 2 στενή σχέση και λόγω της εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους ήταν συνηθισμένη πρακτική να εξουσιοδοτείται ο εναγόμενος 2 να δίνει οδηγίες στους διοικητικούς συμβούλους των κοινών εταιρειών για διαχείριση των υποθέσεων τους. Συνηθισμένη επίσης ήταν και η πρακτική να εκδίδονται πληρεξούσια από τις κοινές εταιρείες προς τους εναγόμενους 7 και 9, οι οποίοι ως εντολοδόχοι του εναγόμενου 2 ακολουθούσαν μόνο τις οδηγίες που αυτός τους έδιδε. Στη βάση λοιπόν της πρακτικής αυτής οι εναγόμενες 3 και 4 είχαν εκδώσει πληρεξούσια στον εναγόμενο 9, ανεψιό του εναγόμενου 2, για να υπογράψει εκ μέρους τους τις συμφωνίες δανείων με την ενάγουσα 3 και αυτός ενήργησε εκ μέρους τους για την υποκατάσταση των δανείων της ενάγουσας 3 προς τις εν λόγω εταιρείες με γραμμάτια. Παρόμοια, ο εναγόμενος 7 είχε διορισθεί με πληρεξούσια υπεύθυνος για την εκκαθάριση κοινών εταιρειών, καθώς επίσης και για να δίδει οδηγίες προς τους δικηγόρους Χρ. Βασιλειάδη & Σία - διαχειριστών των κοινών εταιρειών που είχαν εγγράψει στην Κύπρο - για πράξεις μέχρι 1 εκατομμυρίου δολαρίων Αμερικής. Πραγματικοί δικαιούχοι των χρημάτων που μεταβιβάσθηκαν στην Εταιρεία για την παραχώρηση των δανείων προς την ενάγουσα 3 και εναγόμενη 8 - όπως επιβεβαιώνεται και από έγγραφα (τεκμ.10, 24 και 25) που λήφθηκαν από τον ελβετικό οίκο KEΝDRIS ο οποίος κατά το παρελθόν κατείχε τις μετοχές της εναγόμενης 8 για λογαριασμό του εναγόμενου 2 - ήταν οι ενάγοντας 1 και εναγόμενος 2, οι οποίοι το δεύτερο εξάμηνο του 2006 άρχισαν να συζητούν για το διαμοιρασμό των κοινών εταιρειών εκτός από την κοινή συμμετοχή στην UKRSIBBANK που συμφώνησαν να μείνει ως είχε. Στις συζητήσεις έλαβε μέρος και ο ίδιος και τόσο αυτός όσο και ο ενάγοντας 1 πίστευαν ότι διεξάγονταν έντιμα και ποτέ δεν αντιλήφθηκαν ότι ο εναγόμενος 2 αποσκοπούσε να εξαπατήσει τον ενάγοντα
- Αποτέλεσμα των συζητήσεων αυτών ήταν να καταλήξουν σε αρκετές συμφωνίες, η τελευταία από τις οποίες ήταν η προφορική συμφωνία ημερ. 11.4.07 που απέβλεπε στον τελικό διαμοιρασμό των κοινών εταιρειών και σχετικά υπογράφηκε και έγγραφο (τεκμ.36) στο οποίο καταγράφηκε εξαντλητικά πώς θα διαμοιράζονταν κοινά περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις που δεν είχαν ήδη διαμοιρασθεί. Στο μεταξύ όμως, από το Νοέμβριο του 2005 μέχρι το Μάϊο του 2007, ο εναγόμενος 2 είχε δώσει οδηγίες στους διευθυντές της Εταιρείας και της εναγόμενης 8 για τον τρόπο χρηματοδότησης της ενάγουσας 3, της εναγόμενης 8 και της LAAX Investments Ltd από τις κοινές εταιρείες και στη συνέχεια, στις 23.4.07 (τεκμ.26), έδωσε οδηγίες στην KEΝDRIS για αντικατάσταση των εντόκων δανείων που είχαν παραχωρηθεί με γραμμάτια, όπως και έγινε. Με την προφορική συμφωνία ημερ. 11.4.07, δηλώνεται από τον Chornyy με επίκληση πληροφόρηση που έτυχε από τον ενάγοντα 1, συμφωνήθηκε όπως οποιαδήποτε δάνεια, χρέη ή υποχρεώσεις είχαν οι εταιρείες που εκάτερος έλαβε και οι οποίες προήλθαν από χρήματα κοινών εταιρειών συμψηφισθούν και οι εταιρείες που θα παρέμεναν χωρίς ενεργητικό εκκαθαρισθούν. Στη βάση δε της συμφωνίας αυτής οι ενάγοντες 1 και εναγόμενος 2 έδωσαν οδηγίες τόσο στον ίδιο όσο και στον εναγόμενο 7 να προχωρήσουν στην εκκαθάριση των εν λόγω εταιρειών μεταξύ των οποίων ήταν και η Εταιρεία. Παρολ΄ αυτά - δηλώνεται από τον Chornyy με επίκληση και πάλιν πληροφόρηση που έτυχε από τον ενάγοντα 1 - μέσα στο Μάϊο του 2007 και στο πλαίσιο συζητήσεων που είχαν οι ενάγοντας 1 και εναγόμενος 2 για υλοποίηση της συμφωνίας ημερ. 11.4.07, ο εναγόμενος 2 ζήτησε από τον ενάγοντα 1 να του μεταβιβάσει τη Μετοχή γιατί είχε πρόθεση να χρησιμοποιήσει την Εταιρεία στις μελλοντικές του επιχειρήσεις. Ο ενάγοντας 1 ρώτησε τότε τον εναγόμενο 2 ποια ήταν τα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας και η παραπλανητική απάντηση που πήρε ήταν ότι τα μόνα περιουσιακά της στοιχεία ήταν οι μετοχές που είχε στην εναγόμενη 6 και στην Ουκρανική εταιρεία CJSC ασήμαντης αξίας. Κατ΄ ακολουθία της παραπλανητικής αυτής διαβεβαίωσης ο ενάγοντας 1 προχώρησε και του μεταβίβασε τη Μετοχή, αγνοώντας ότι η Εταιρεία ήταν και κάτοχος των μετοχών των εναγομένων 4 και 5 ως και των γραμματίων που εκδόθηκαν από την ενάγουσα 3 μέσω του οίκου KEΝDRIS κατόπιν οδηγιών του εναγόμενου
- Προβάλλεται συναφώς ότι οι μόνοι που γνώριζαν την κατάσταση αυτή ήταν οι εναγόμενοι 2 και 7, κι αυτό για δύο λόγους. Ο πρώτος, γιατί το δεύτερο εξάμηνο του 2006 ο εναγόμενος 2 του απαγόρευσε ρητά να ζητά πληροφορίες για τις κοινές εταιρείες από τον οίκο KENDRIS και, ο δεύτερος, λόγω της επιστολής (letter of engagement) ημερ. 1.6.06 (τεκμ.9) προς τους δικηγόρους Χρ. Βασιλειάδη & Σία, οι οποίοι διαχειρίζονταν τις κοινές κυπριακές εταιρείες. Σύμφωνα λοιπόν με την εν λόγω επιστολή οι μόνοι που δικαιούνταν πρόσβαση στις πληροφορίες των εν λόγω εταιρειών ήταν οι ενάγοντας 1 και εναγόμενος 2, καθώς επίσης και ο εναγόμενος 7 που διορίσθηκε απ΄ αυτούς για να δίδει οδηγίες στους Κύπριους δικηγόρους για θέματα που τις αφορούσαν. Ενόψει τούτου (δηλώνεται από τον Chornhyy) το πρώτο δεκαπενθήμερο του Μαΐου του 2007 ζήτησε από τον εναγόμενο 7 να του επιβεβαιώσει ποια ήταν τα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας και η απάντηση που πήρε στις 15.5.07 (τεκμ.40) ήταν ότι η Εταιρεία κατείχε μόνο τις μετοχές της εναγόμενης 6 και της CJSC και είναι και γι΄ αυτόν τον επιπρόσθετο λόγο που ο ενάγοντας 1 προχώρησε στη μεταβίβαση της Μετοχής, το μεταβιβαστήριο έγγραφο της οποίας δεν το υπόγραψε στις 11.5.07 αλλά σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Όλα τα πιο πάνω, καταλήγει ο Chornyy, αποκαλύπτουν ότι η μεταβίβαση της Μετοχής ήταν αποτέλεσμα εξαπάτησης τόσο του ίδιου όσο και του ενάγοντα 1 και είναι στη βάση αυτή που χορηγήθηκαν μονομερώς κάποια από τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα, ενώ κάποια άλλα που αποβλέπουν ουσιαστικά στην παγοποίηση των λογαριασμών των καθ΄ων η αίτηση τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό ως επίσης και στην παγοποίηση της κινητής και ακίνητης τους περιουσίας αξίας μέχρι €25.681.294,90 δεν χορηγήθηκαν. Σε σχέση δε με το χρόνο που επέλεξαν οι αιτητές να λάβουν δικαστικά μέτρα εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση, δηλώνονται από τον Chornyy (σε συντομία) τα ακόλουθα:- Την πραγματικότητα για τα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας την πληροφορήθηκε το δεύτερο εξάμηνο του 2008 και επικοινώνησε με τον εναγόμενο 7 για επίλυση του θέματος. Επειδή όμως μέχρι τότε η εκκαθάριση των κοινών εταιρειών και του συμψηφισμού των χρεών δεν είχε ολοκληρωθεί αλλά ήταν σε εξέλιξη και επειδή πίστευαν ότι τα χρέη θα συμψηφίζονταν δεν θεωρήθηκε τότε αναγκαία η λήψη δικαστικών μέτρων. Ακολούθησαν επί του προκειμένου συζητήσεις και τον Απρίλη του 2009 ο εναγόμενος 7, κατόπιν έγκρισης που πήρε από τον εναγόμενο 2 του οποίου ήταν εντολοδόχος, δέχτηκε να γίνει συμψηφισμός των χρεών, αλλά ενώ αναμενόταν η γραπτή επιβεβαίωση των συμφωνηθέντων από τον εναγόμενο 2 στάληκαν στις 4.8.09 από τις εναγόμενες 3 και 4 επιστολές (τεκμ. 45 και 46) για αποπληρωμή των δανείων πλέον τους δεδουλευμένους τόκους. Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις και ανταλλαγές επιστολών οι οποίες δεν οδήγησαν πουθενά και είναι γι΄ αυτό το λόγο που τελικά οι αιτητές έδωσαν στο τέλος Αυγούστου του 2009 εντολή στους δικηγόρους τους να προχωρήσουν με δικαστικά μέτρα. Με τους εννέα λόγους της ένστασης - η οποία έχει ως κοινή νομική βάση με την αίτηση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 και άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 - προβάλλεται ότι τα προσωρινά διατάγματα που χορηγήθηκαν μονομερώς πρέπει να ακυρωθούν και αυτά που εκκρεμούν προς εξέταση να απορριφθούν λόγω του ότι:-
- Οι αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ούτε έχουν αποδείξει σε σχέση με τα διατάγματα που εξασφάλισαν μονομερώς το επείγον του αιτήματός τους.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και η αίτηση πάσχει δικονομικά.
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση.
- Τα επίδικα διατάγματα πάσχουν από πολλαπλότητα και ενώ η απαίτηση των αιτητών περιορίζεται στα €25.681.294,90 εντούτοις με τα χορηγηθέντα διατάγματα έχει παγοποιηθεί περιουσία των καθ΄ ων η αίτηση πολλαπλάσιας αξίας και
- Το αγώγιμο δικαίωμα των αιτητών σε σχέση με τα €25.681.294,90 είναι πρόωρο και καταδικασμένο σε αποτυχία. Η ένσταση υποστηρίζεται από πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2, το περιεχόμενο της οποίας θα προσεγγισθεί όπως προσεγγίσθηκε και η ένορκη δήλωση Chornyy. Δηλαδή με την ανίχνευση και παράθεση των πλέον ουσιωδών ισχυρισμών που αφορούν την υπόθεση, οι οποίοι σε συντομία έχουν ως ακολούθως:- Καθόλη τη διάρκεια της συνεργασίας του με τον ενάγοντα 1 τόσο ο ίδιος όσο και οι εναγόμενοι 7 και 9 ενεργούσαν πάντοτε με καλή πίστη και μέσα στα όρια της εξουσιοδότησης που είχαν. Ο εναγόμενος 7 δεν είχε δικαίωμα να λαμβάνει πληροφορίες για τις εταιρείες που διαχειρίζονταν οι δικηγόροι Χρ. Βασιλειάδης και Σία, αλλά μόνο να δίδει οδηγίες για πράξεις μέχρι 1 εκατομμυρίου δολαρίων Αμερικής. Παρέπεμψε σχετικά στην επιστολή ημερ. 1.1.06 (Letter of Engagement, τεκμ.9), για να υποστηρίξει ότι οι αιτητές παραπλάνησαν το Δικαστήριο όταν μέσω του Chornyy ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος 7 ήταν εξουσιοδοτημένος να λαμβάνει πληροφορίες για τις εταιρείες που αναφέρονται σ΄ αυτή. Τέτοιο δικαίωμα, τονίζει, είχαν με βάση τις ρητές πρόνοιες της εν λόγω επιστολής μόνο οι ενάγοντας 1 και εναγόμενος 2 και ο εναγόμενος 7 δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας, η δε επιστολή του ημερ. 15.5.07 (τεκμ.40) στάληκε για να χρησιμοποιηθεί σε δικαστική διαδικασία στην Ουκρανία και όχι για το σκοπό που επικαλείται ο Chornyy. Ο κύριος λόγος για τον οποίο αποφάσισε το 2006 να διακόψει την συνεργασία του με τον ενάγοντα 1 οφείλεται στο γεγονός ότι από το 1999 ο ενάγοντας 1 άρχισε να αποφεύγει συστηματικά να συμμετέχει ενεργά στη διαχείριση των κοινών περιουσιακών στοιχείων και εταιρειών παρά τις παρακλήσεις του να αναλάβει τουλάχιστο κάποιες απ΄ αυτές, με αποτέλεσμα όλη την ευθύνη για τη διαχείριση τους να την επιφορτισθεί ο ίδιος. Ο διαμοιρασμός των κοινών περιουσιακών στοιχείων και εταιρειών, αξίας 1.3 δισεκατομμυρίου δολαρίων Αμερικής περίπου, άρχισε το 2006 και συνεχίσθηκε μέχρι το 2008, χωρίς ωστόσο να ολοκληρωθεί ενόψει του ότι συγκεκριμένες εταιρείες εξακολουθούν να είναι κοινές και απ΄ αυτές οι περισσότερες βρίσκονται υπό καθεστώς εκκαθάρισης. Επομένως ο ισχυρισμός του Chornyy ότι στο τεκμ.36 καταγράφηκε εξαντλητικά πώς θα διαμοιράζονταν τα κοινά περιουσιακά στοιχεία και εταιρείες που δεν είχαν ήδη διαμοιρασθεί είναι παραπλανητικός. Παρέπεμψε σχετικά στη σελίδα 2 του τεκμ. 36 όπου αναγράφεται ότι παραμένουν στην κοινή ιδιοκτησία «All assets and liabilities, corporate rights, companies, residents and non residents which are not under split-up process at present stage or not splitted up in the period of 1.8.06 - 10.4.07΄», για να προσθέσει ότι οι συζητήσεις για το διαμοιρασμό συνεχίσθηκαν και μετά τις 11.4.07 και είναι στο πλαίσιο αυτών των συζητήσεων που ο ενάγοντας 1 συμφώνησε να του μεταβιβάσει και του μεταβίβασε τη Μετοχή στις 11.5.
- Ο διαμοιρασμός συμφωνήθηκε να γίνει στη βάση του ενεργητικού και παθητικού της κάθε εταιρείας και όλες οι κοινές εταιρείες που διαμοιράστηκαν μεταξύ τους μεταβιβάσθηκαν στον καθένα χωριστά με το ενεργητικό και παθητικό και ποτέ δεν συμφωνήθηκε προφορικά ή άλλως πως συμψηφισμός ή εκχώρηση δανείων, όπως ισχυρίζεται ο Chornyy με επίκληση των ισχυριζόμενη πληροφόρηση που πήρε από τον ενάγοντα
- Τέτοια προφορική συμφωνία, προβάλλει, δεν έγινε ποτέ και κατά το χρόνο μεταβίβασης της Μετοχής ο ενάγοντας 1 γνώριζε ότι η Εταιρεία ήταν κάτοχος των μετοχών των εναγομένων 4 και 5, καθώς επίσης και των γραμματίων που εκδόθηκαν από την ενάγουσα
- Για τεκμηρίωση δε της θέσης αυτής επικαλείται ουσιαστικά τρία στοιχεία. Το πρώτο ότι η εταιρική δομή των πιο πάνω εταιρειών δεν άλλαξε για μια δεκαετία και επομένως δεν μπορεί ο Chornyy να ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας 1 δεν γνώριζε ότι η εταιρεία ήταν κάτοχος των μετοχών των εναγομένων 4 και 5, πληροφορία που εν πάση περιπτώσει μπορούσε εύκολα και γρήγορα να πάρει από τους δικηγόρους Χρ. Βασιλειάδη και Σία. Συναφώς παρέπεμψε σε επιστολή ημερ. 20.10.09 των εν λόγω δικηγόρων (τεκμ. 22) σύμφωνα με την οποία η εταιρεία συστάθηκε στις 6.9.96 και από 6.4.99 μέχρι 11.5.07 οι δύο εκδοθείσες μετοχές της κατέχονταν από την ενάγουσα 2 εξίσου για λογαριασμό των εμπιστευμάτων Franklin Trust και Liberty Trust, τα οποία ιδρύθηκαν από τους ενάγοντα 1 και εναγόμενο 2 αντίστοιχα. Στις 11.5.07 όμως η ενάγουσα 2 μεταβίβασε τη μετοχή που κατείχε για λογαριασμό του πρώτου εμπιστεύματος στο δεύτερο και την ίδια ημέρα και οι δύο μετοχές μεταβιβάσθηκαν στην εναγόμενη 1, δικαιούχος (beneficial owner) της οποίας ήταν και εξακολουθεί να είναι ο εναγόμενος
- Το δεύτερο, ότι ο ενάγοντας 1 γνώριζε την έκδοση των γραμματίων, όπως την γνώριζε και ο Chornyy γιατί είχε ανάμειξη στη διαδικασία χορήγησης των χορηγηθέντων δανείων και σαν τρίτο στοιχείο επικαλέσθηκε επιστολές (Letters of Wishes) που απέστειλαν οι ενάγοντας 1 και εναγόμενος 2 το Μάιο του 2001 στους δικηγόρους Χρ. Βασιλειάδη σε σχέση με το πού θα κατέληγαν τα περιουσιακά τους στοιχεία σε περίπτωση θανάτου. Σ΄ αυτές, δηλώνει, καταγράφεται ρητά ότι η Εταιρεία είναι ο δικαιούχος (beneficial owner) των εναγομένων 4 και 5 και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να ανταποκρίνεται στην αλήθεια ο ισχυρισμός ότι ο ενάγοντας 1 είχε άγνοια της κατάστασης αυτής, την οποία γνώριζε και σκόπιμα απέκρυψε ότι γνώριζε. Όπως σκόπιμα απέκρυψε ότι είχε ανεμπόδιστη πρόσβαση στις πληροφορίες σε σχέση με τις εν λόγω εταιρείες, είτε μέσω των λογιστικών τους βιβλίων είτε μέσω των δικηγόρων Χρ. Βασιλειάδης & Σία που τις διαχειρίζονταν. Ο μόνος λόγος, τονίζει, για τον οποίο οι αιτητές προχώρησαν με την παρούσα διαδικασία είναι για να αποφύγουν τη νομική υποχρέωση της ενάγουσας 3 να πληρώσει τα γραμμάτια που έκδοσε προς όφελος των εναγομένων 3 και 4 για τα οποία έχουν καταχωρηθεί αγωγές στο Λουξεμβούργο, τα δικαστήρια του οποίου έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία να αποφασίσουν όλα τα θέματα που σχετίζονται με αυτά. Τα εν λόγω γραμμάτια, επισημαίνει, εκδόθηκαν το Δεκέμβρη του 2006 και Ιανουάριο του 2007 για δάνεια που παραχωρήθηκαν προηγουμένως και τα οποία, όπως επιβεβαιώνεται από επιστολή του οίκου KENDRIS ημερ.1.11.06 (τεκμ. 25 στην ένορκη δήλωση Chornyy), είχαν συζητηθεί και συμφωνηθεί από τους Chornyy και εναγόμενο
- Επομένως ήταν γνωστά στο Chornyy και κατ΄ επέκταση στον ενάγοντα 1, του οποίου ήταν οικονομικός σύμβουλος και υπεύθυνος - όπως ο ίδιος δηλώνει - τα τελευταία 15 χρόνια για την εταιρική δομή των περιουσιακών του στοιχείων στην Ουκρανία. Επί του προκειμένου προβάλλει ότι οι αιτητές απέτυχαν να καταδείξουν το κατεπείγον του αιτήματος τους, και αυτό στη βάση ότι ενώ η μεταβίβαση της Μετοχής έγινε το Μάιο του 2007 εντούτοις η προσβολή της μεταβίβασης έγινε μετά από δύο και πλέον χρόνια χωρίς να δίδεται οποιοσδήποτε λόγος για την τόσο μεγάλη καθυστέρηση, τη στιγμή που γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι οι εναγόμενος 3 και 4 είχαν απαίτηση εναντίον της ενάγουσας 3 για το ποσό των γραμματίων. Σ΄ ότι αφορά το ύψος της απαίτησης των αιτητών, προβάλλει ότι σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει τα €11.500.647,58 και αυτό για δύο λόγους. Ο πρώτος, γιατί όπως είναι παραδεκτό κατά το χρόνο που παραχωρήθηκαν τα δάνεια ο ίδιος ήταν ιδιοκτήτης του 50% της Εταιρείας και κατ΄ επέκταση της εναγόμενης 4 και επομένως η απαίτηση των αιτητών δεν μπορεί να υπερβαίνει το 50% των €25.681.294,
- Όμως από το ποσό αυτό θα πρέπει να αφαιρεθούν €2.680.000 για γραμμάτιο που έκδωσε η ενάγουσα 3 στις 16.5.07 αφού στο μεταξύ η Εταιρεία περιήλθε 100% στην ιδιοκτησία του. Ισχυρίζεται επίσης ότι η αγωγή των αιτητών είναι πρόωρη λόγω του ότι η ενάγουσα 3 δεν έχει καταβάλει προς τις εναγόμενες 3 και 4 οποιονδήποτε ποσό για να νομιμοποιείται σε αποζημιώσεις και διατύπωσε τη θέση ότι οι αιτητές μπορούν να εγείρουν τις οποιεσδήποτε υπερασπίσεις έχουν έναντι των γραμματίων στο Λουξεμβούργο, όπου οι εναγόμενες 3 και 4 προσέφυγαν σύμφωνα με ρητό όρο που περιέχεται στα γραμμάτια. Τέλος, διατύπωσε τη θέση ότι με βάση τα όσα οι αιτητές επικαλούνται στην ένορκη δήλωση Chornyy απέτυχαν να ικανοποιήσουν ότι εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ή ότι έχουν πιθανότητα να δικαιούνται στις αξιούμενες θεραπείες, οι οποίες εν πάση περιπτώσει είναι πρόωρες. Σε σχέση δε με το ισοζύγιο της ευχέρειας ισχυρίσθηκε ότι με τις αιτούμενες και/ή χορηγηθείσες θεραπείες προκλήθηκε μεγάλη ταλαιπωρία και ενόχληση στους καθ΄ ων η αίτηση γιατί με βάση το ίδιο θέμα αξιώνονται και/ή χορηγήθηκαν διάφορες θεραπείες οι οποίες παρέλυσαν τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες και επί του προκειμένου επισήμανε ότι κάποια από τα διατάγματα που χορηγήθηκαν είναι από τη φύση τους ασαφή και δυσνόητα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν τις θέσεις των πελατών τους με εμπεριστατωμένες γραπτές και προφορικές αγορεύσεις, κάμνοντας εκτεταμένη αναφορά στους εκατέρωθεν ισχυρισμούς και στις νομικές αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Τις έχω διεξέλθει με προσοχή και οι εισηγήσεις που προβλήθηκαν περιστρέφονται βασικά γύρω από τη βαρύτητα που πρέπει να δοθεί στους ισχυρισμούς του Chornyy που αμφισβητούνται, καθώς επίσης και στους λόγους ένστασης που πρόβαλαν οι καθ΄ ων η αίτηση τόσο σε σχέση με τα προσωρινά διατάγματα που χορηγήθηκαν μονομερώς όσο κι αυτών για τα οποία τους δόθηκε δυνατότητα να ακουστούν. Αναλυτικά: Σύμφωνα με τη Νομολογία, εισηγήθηκε ο κ. Τριανταφυλλίδης, οι αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους που αμφισβητούνται. Κι αυτό γιατί δεν απευθύνθηκαν στο Δικαστήριο για άδεια προσκόμισης πρόσθετης μαρτυρίας με τη μορφή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή με την αντεξέταση του εναγόμενου 2 σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Κυρίως σ΄ ότι αφορά το σοβαρό ισχυρισμό του Chornyy ότι η μεταβίβαση της Μετοχής έγινε στη βάση των προφορικών παραπλανητικών διαβεβαιώσεων του εναγόμενου 2 προς τον ενάγοντα 1 και ενόψει τούτου ο εν λόγω εξ ακοής ισχυρισμός παρέμεινε μετέωρος και σ΄ αυτόν δεν πρέπει να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Δεν συμμερίζομαι την πιο πάνω εισήγηση, η οποία παραβλέπει ότι η Νομολογία στην οποία βασίζεται αναπτύχθηκε πριν την αναμόρφωση της Δ.48 θ.4
(2)που έγινε τέλος του 1999. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι η αναμόρφωση της Δ.48 θ.4
(2)απέβλεπε στην εξάλειψη των προβλημάτων που είχαν συσσωρευθεί λόγω της ερμηνείας που είχε δοθεί από τη Νομολογία στον εν λόγω Κανονισμό, ώστε γεγονότα σε αιτήσεις να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου με ενόρκους δηλώσεις και όχι με προφορική μαρτυρία. Ακόμη παραβλέπει ότι σε αιτήσεις της εξεταζόμενης φύσεως το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητούμενων θεμάτων (βλ. Bacardi v. Vinco Ltd
(1996)1 AAΔ 788), αλλά ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια με βάση τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του χωρίς να προβαίνει σε αξιολόγηση και κατάληξη σε ευρήματα ώστε συγκεκριμένος ισχυρισμός να κριθεί ότι έχει αποδειχθεί ή όχι. Σ΄ ότι δε αφορά την ουσία της για προσκόμιση πρόσθετης μαρτυρίας με συμπληρωματική ένορκη δήλωση ή με αντεξέταση του εναγόμενου 2 είναι αρκετό να παρατηρήσω τα ακόλουθα:- Η πρόβλεψη της Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματικές ενόρκους δηλώσεις έγινε για να δίδεται η δυνατότητα στους διαδίκους να θέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τρόπο ολοκληρωμένο τα γεγονότα της υπόθεσης τους, αλλά υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου». Ο όρος «καλός λόγος» δεν προσδιορίζεται στον υπό αναφορά Κανονισμό, αλλά έχω την άποψη ότι όπου αμφισβητούνται γεγονότα αυτό δεν τεκμηριώνει άνευ ετέρου και «καλό λόγο» για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ώστε μέσω της εν λόγω δήλωσης να απαντούνται ισχυρισμοί της άλλης πλευράς ή να προσάγεται πρόσθετη μαρτυρία που σε διαδικασίες της εξεταζόμενης φύσεως δεν είναι επιθυμητή (βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 24, σελ. 519, παρ. 972 υπό τον τίτλο "No fresh evidence after motion opened"). Όσον αφορά το θέμα της αντεξέτασης είναι αρκετό να επισημανθεί ότι τέτοια άδεια σπάνια δίδεται (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (Aρ.1)
(2004)1 ΑΑΔ 1660 και σύγγραμμα Injunctions του David Bean, 8η έκδοση, σελ. 70-71) και αυτό λόγω του ότι σε αιτήσεις της εξεταζόμενης φύσεως το Δικαστήριο, όπως έχει σημειωθεί, δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητούμενων θεμάτων. Για τους πιο πάνω λόγους η εισήγηση δεν ευσταθεί και οι ισχυρισμοί του Chornyy που αμφισβητούνται θα προσεγγισθούν όπως θα προσεγγισθούν και οι ισχυρισμοί του εναγόμενου 2. Το δεύτερο στη σειρά θέμα που προβάλλει προς εξέταση είναι το κατεπείγον του αιτήματος των αιτητών. Οι αιτητές, εισηγήθηκαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι τους, έχουν ικανοποιήσει το στοιχείο του κατεπείγοντος για τους λόγους που διατυπώνονται από τον Chornyy στην ένορκη του δήλωση. Δηλαδή, ότι την πραγματικότητα για τα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας την πληροφορήθηκαν το δεύτερο εξάμηνο του 2008 και δεν λήφθηκαν τότε δικαστικά μέτρα για τους λόγους που παραθέτει στην ένορκη του δήλωση, τα οποία λήφθηκαν σε διάστημα ενός μηνός από την αποστολή των επιστολών ημερ. 4.8.09 για αποπληρωμή των δανείων. Επομένως δεν υπήρξε καθυστέρηση και σε σχέση με το πώς προσεγγίζεται το ζήτημα παρέπεμψαν σε σχετική Νομολογία. Είναι νομολογημένο ότι το στοιχείο του κατεπείγοντος αποτελεί δικαιοδοτικό όρο και μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικώς, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία της άλλης πλευράς (βλ. μεταξύ άλλων Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1 Α.Α.Δ. 1475, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 AAΔ 598). Το πώς προσεγγίζεται από το Δικαστήριο το στοιχείο του κατεπείγοντος σχετικά είναι τα πιο κάτω αποσπάσματα από την υπόθεση , Bacardi & Co Ltd ν. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ.:- « Σύµφωνα µε το "Passing off Law and Practice" των John Drysdale & Michael Silverleaf, 2α έκδοση, η καθυστέρηση αποτελεί ένα παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη όταν εξετάζεται το ισοζύγιο της ευχέρειας («balance of convenience»). Παραπέµπουµε στην παρα. 6.16: «Το προσωρινό διάταγµα αποτελεί δυνητική θεραπεία. Ανεξήγητη καθυστέρηση από τους ενάγοντες πάντοτε αποτελούσε εµπόδιο για την χορήγηση τέτοιας θεραπείας. Αυτό αποτελεί εφαρμογή της αρχής της επιείκειας: vigilanribus, non dormientbus, jura subvenient. Μια πιο σύγχρονη προσέγγιση είναι ότι αυτό τούτο το γεγονός της καθυστέρησης καταδεικνύει ότι ο ενάγων δεν χρειάζεται την άµεση και εξαιρετική θεραπεία που προσφέρεται από το προσωρινό διάταγµα. Επιπλέον εάν µε την καθυστέρηση ο ενάγων εν γνώσει του επιτρέπει στον εναγόµενο να δηµιουργήσει την επιχείρηση του σε σχέση µε την επίδικη δραστηριότητα, θα ήταν άδικο να δοθεί θεραπεία στον ενάγοντα πριν αποδείξει πλήρως την υπόθεση του. Η έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση θεραπείας σε οποιαδήποτε συγκεκριµένη υπόθεση εξαρτάται πάνω στα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και δεν μπορούν να διατυπωθούν άκαμπτοι κανόνες. Το δικαστήριο δυνατόν να είναι πρόθυµο να αγνοήσει καθυστέρηση για την οποία δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση έστω και αν κατά την διάρκεια εκείνης της περιόδου ο εναγόµενος είχε αυξήσει τις δραστηριότητες του αλλά μπορεί να κρίνει ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας και/ή το status quo έχουν αλλάξει προς ζηµιά της υπόθεσης του ενάγοντα. ..................... Aναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [1987] 1 W.L.R. 670: "To κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν΄ αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν 'εσφαλμένη' με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήρες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή». Στην υπό κρίση περίπτωση, εκτός από την επιβάρυνση των δύο μετοχών της Εταιρείας και κατ΄ επέκταση των μετοχών των εναγομένων 4 και 5 που κατέχονται από την Εταιρεία, χορηγήθηκαν μονομερώς και άλλα διατάγματα τα οποία αποτυπώνονται κατά τρόπο επιγραμματικό στην αρχή της παρούσας. Έχω την άποψη ότι στη βάση των ισχυρισμών του Chornyy, τόσο για τις συνθήκες μεταβίβασης της Μετοχής όσο και τις συνέπειες της μεταβίβασης και το τι επακολούθησε, οι αιτητές ικανοποίησαν το στοιχείο του κατεπείγοντος μόνο σ΄ ότι αφορά την επιβάρυνση των μετοχών της Εταιρείας για τους ακόλουθους λόγους: Η μεταβίβαση της Μετοχής, ισχυρίζεται ο Chornyy, ήταν αποτέλεσμα της παραπλανητικής πληροφόρησης του ενάγοντα 1 από τον εναγόμενο 2 και την πραγματικότητα την πληροφορήθηκαν το δεύτερο εξάμηνο του
- Ωστόσο δεν κρίθηκε τότε αναγκαία η λήψη δικαστικών μέτρων λόγω του ότι επακολούθησαν διαπραγματεύσεις που απέβλεπαν στον συμψηφισμό των χρεών που αντίστοιχα όφειλε η ενάγουσα 3 και η εναγόμενη 8 προς την Εταιρεία και την εναγόμενη
- Οι διαπραγματεύσεις, ισχυρίζεται, κράτησαν μέχρι τον Απρίλη του 2009 και απ΄ αυτές διεφάνη ότι επήλθε συμφωνία συμψηφισμού, αλλά ενώ ανέμεναν τη γραπτή επιβεβαίωση των συμφωνηθέντων από τον εναγόμενο 2 στάληκαν οι επιστολές ημερ. 4.8.09 για αποπληρωμή του χρέους της ενάγουσας
- Στη βάση αυτή, και χωρίς να διατυπώνεται οποιαδήποτε δικαστική κρίση σε σχέση με την αλήθεια ή όχι των εν λόγω ισχυρισμών, κρίνω ότι οι αιτητές ικανοποίησαν το στοιχείο του κατεπείγοντος σε σχέση με την επιβάρυνση των μετοχών της Εταιρείας και κατ΄ επέκταση των μετοχών της εναγόμενης 4 και
- Κι αυτό για τη διατήρηση της κατάστασης πραγμάτων (status quo) ώστε να εξαλειφθεί ο κίνδυνος αποξένωσης των μετοχών της Εταιρείας πριν την εκδίκαση της υπόθεσης, κίνδυνος που αν υλοποιούταν θα καθιστούσε την επιτυχία των αιτητών άνευ σημασίας. Η χορήγηση όμως των υπολοίπων διαταγμάτων, τα οποία χορηγήθηκαν μονομερώς στη βάση ότι η Εταιρεία και η εναγόμενη 4 διεκδίκησαν την αποπληρωμή του χρέους της ενάγουσας 3 κατά παράβαση της ισχυριζόμενης συμφωνίας συμψηφισμού, ανέτρεψε αυτή την κατάσταση. Και αυτό λόγω του ότι με τα εν λόγω διατάγματα παγοποιήθηκαν, άμεσα ή έμμεσα, περιουσιακά στοιχεία των καθ΄ ων η αίτηση ύψους €25.681,294,90 που αντιστοιχεί στο παραδεκτό χρέος της ενάγουσας 3 προς την Εταιρεία και την εναγόμενη 4, τη στιγμή που η ενάγουσα 3 δεν έχει πληρώσει το χρέος της και χωρίς να προβάλλεται πληρωμή του χρέους και από την εναγόμενη
- Στη βάση αυτή έχω την άποψη ότι τα εν λόγω προσωρινά διατάγματα όχι μόνο ανέτρεψαν την κατάσταση πραγμάτων αλλά δεν έχουν ούτε και νόημα, αφού σε σχέση με το χρέος της ενάγουσας 3 έχουν ληφθεί δικαστικά μέτρα στο Λουξεμβούργο όπου οι αιτητές μπορούν να εγείρουν τις οποιεσδήποτε υπερασπίσεις τους. Έπεται ότι τα διατάγματα που χορηγήθηκαν μονομερώς, εκτός από το διάταγμα επιβάρυνσης των μετοχών της Εταιρείας, είναι καταδικασμένα σε ακύρωση. Παρέμεινε συνεπώς προς εξέταση, πέραν από τα αιτούμενα διατάγματα που δεν χορηγήθηκαν μονομερώς, το διάταγμα που αφορά την επιβάρυνση των μετοχών της Εταιρείας που έχει ως ακολούθως:- «(Το Δικαστήριο) ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ επιβάρυνση, στις μετοχές που περιγράφονται πιο κάτω και τις οποίες κατέχει η Εναγόμενη 1 - Καθ΄ης η Αίτηση 1 ως nominee ή επίτροπος εμπιστεύματος (trustee) με όλες τις πιο κάτω συνέπειες δηλαδή:- (α) την απαγόρευση μεταβιβάσεων, ενεχυριάσεων, πωλήσεων, πληρωμών ή άλλων συναλλαγών σχετικά με τις εν λόγω μετοχές, (β) την απαγόρευση πληρωμής μερισμάτων σε οποιονδήποτε πραγματικό μέτοχο (beneficial owner) (εκτός με άδεια του Δικαστηρίου) και με οδηγίες και/ή Διάταγμα όπως αυτά κατακρατούνται σε χωριστό λογαριασμό και αποτελούν μέρος των επιβαρυμένων μετοχών μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό." Aκολουθεί η εξέταση της εισήγησης των καθ΄ ων η αίτηση ότι οι αιτητές έχουν αποκρύψει ή δεν έχουν αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπόθεση. Επί του θέματος υπενθυμίζω ότι διατάγματα της εξεταζόμενης φύσεως είναι δημιούργημα του Δικαίου της Επιείκειας και αυτός που επιδιώκει την έκδοσή τους πρέπει να αποκαλύπτει στην ένορκη δήλωση του όλα τα ουσιώδη γεγονότα διαφορετικά το διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς παραμερίζεται άνευ ετέρου. (United Perlite Industries Ltd v. Sayakhat Air Company 1 A.A.Δ. 467, Harvardskiy Prumyslovy Holdings A.S. v. Daventree Resources Ltd και άλλων, Πολ. Έφ. 9/07 ημερ. 10.7.08). Όσον αφορά το ουσιαστικό κριτήριο για τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλύπτονται, αυτό είναι αντικειμενικό και η πρόθεση απόκρυψης είναι άσχετη και δεν πρέπει να αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Ουσιώδες δε, σε κάθε περίπτωση, είναι οτιδήποτε άπτεται και μπορεί να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι του αιτούμενου διατάγματος (βλ. Μαυρομμάτης ν. Μιχαήλ
(2001)1 Α.Α.Δ. 467). Στην υπό εξέταση περίπτωση τα όσα οι καθ΄ ων η αίτηση θεωρούν ως αποκρύψεις ή μη αποκαλύψεις περιστρέφονται γύρω από τη θέση ότι κατά το χρόνο μεταβίβασης της Μετοχής οι αιτητές γνώριζαν ή έπρεπε να γνωρίζουν την περιουσιακή κατάσταση της Εταιρείας, την οποία εν πάση περιπτώσει μπορούσαν εύκολα και γρήγορα να πληροφορηθούν είτε από τους δικηγόρους Χρ. Βασιλειάδη & Σία είτε από τα λογιστικά της βιβλία. Δεν με βρίσκει σύμφωνο η εισήγηση, η οποία παραβλέπει ότι υπάρχει ειδοποιός διαφορά μεταξύ του «γνωρίζω κάτι και το αποκρύβω» από το «τι θα έπρεπε να γνωρίζω ή να είχα τη δυνατότητα να το γνωρίσω». Και ενώ η πρώτη περίπτωση θα τεκμηρίωνε παραβίαση του καθήκοντος για πλήρη αποκάλυψη το ίδιο δεν θα συνέβαινε και με τη δεύτερη, η οποία δεν είναι τίποτα άλλο παρά αμέλεια για γνώση της κατάστασης που αφ΄ εαυτής δεν ισοδυναμεί και με απόκρυψη. Αυτό ουσιαστικά προβάλλει ο Chornyy και, όσο κι αν εκ πρώτης όψεως ο ισχυρισμός του δεν φαίνεται τόσο πειστικός, δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι από το σύνολο των περιστατικών που συνθέτουν την υπόθεση φαίνεται ότι ο ενάγοντας 1 περιέβαλλε τον εναγόμενο 2 με εμπιστοσύνη και μάλιστα σε βαθμό που, όπως ο ίδιος ο εναγόμενος 2 αναγνωρίζει, έπαυσε από το 1999 να αναμειγνύεται ενεργά στις κοινές εταιρείες με αποτέλεσμα την πλήρη ευθύνη διαχείρισης τους να την επιφορτισθεί ο εναγόμενος 2. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι σε σχέση με το διάταγμα για επιβάρυνση των μετοχών της Εταιρείας δεν εντοπίζεται απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου και προχωρώ στην εξέταση του επόμενου λόγου ένστασης, αν δηλαδή οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει ή όχι τις τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 τόσο για το πιο πάνω διάταγμα όσο και για τα υπόλοιπα που δεν χορηγήθηκαν μονομερώς. Το άρθρο 32 έτυχε νομολογιακής εξέτασης κατ΄ επανάληψη (βλ. μεταξύ άλλων Karydas Taxi Co. v. Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321, Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R. 231, Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R. 557) και είναι γνωστές οι τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν προκειμένου να επιτύχει ο αιτητής. Πρέπει να καταδείξει ότι:-
- Εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, κάτι που δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα.
- Έχει ορατή προοπτική ή πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή του, προϋπόθεση που αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά πολύ λιγότερο από απόδειξη με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και
- Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, προϋπόθεση που φέρνει στο προσκήνιο το θέμα των αποζημιώσεων. Αν δηλαδή η θεραπεία της αποζημίωσης θα ήταν ικανοποιητική υπό τα περιστατικά της υπόθεσης. Επιγραμματικά, είναι εισήγηση των συνηγόρων των αιτητών ότι υπό τα περιστατικά της υπόθεσης ικανοποιούνται πλήρως οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 τόσο σε σχέση με το προσωρινό διάταγμα που αφορά την επιβάρυνση των μετοχών της Εταιρείας, όσο και σε σχέση με τα διατάγματα που δεν χορηγήθηκαν μονομερώς και τα οποία αποβλέπουν σε παγοποίηση περιουσιακών στοιχείων των καθ΄ ων η αίτηση ύψους €25.681.294,
- Επί του προκειμένου επέσυραν την προσοχή του Δικαστηρίου ότι οι θεραπείες που αξιώνονται με την αγωγή βασίζονται στο ότι η μεταβίβαση της Μετοχής ήταν προϊόν δόλου και συνωμοσίας, καθώς επίσης και στο ότι ως αποτέλεσμα της δόλιας μεταβίβασης οι αιτητές υπέστησαν ζημία ύψους €25.681.294,
- Επομένως, εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, οι αιτητές έχουν καλές προοπτικές να επιτύχουν στις θεραπείες που αξιώνουν με την αγωγή τους και η μη οριστικοποίηση των χορηγηθέντων προσωρινών διαταγμάτων ως και η μη χορήγηση των υπολοίπων θα΄χει ως αποτέλεσμα να είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, στην περίπτωση που οι αιτητές πετύχουν στην αγωγή τους. Ο σκοπός της καταχώρησης της αγωγής και της αίτησης για προσωρινά διατάγματα, αντέτειναν οι συνήγοροι των καθ΄ ων η αίτηση, είναι για να αποφύγουν οι αιτητές και πιο συγκεκριμένα η ενάγουσα 3 τις νομικές υποχρεώσεις τους προς τις εναγόμενες 4 και 5 ύψους €25.681,294,90 για τις οποίες εκκρεμεί δικαστική διαδικασία στο Λουξεμβούργο και με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης καμιά από τις τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 δεν ικανοποιείται. Επομένως το (εναπομείναν) προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς πρέπει να ακυρωθεί, ενώ τα διατάγματα που αποβλέπουν σε παγοποίηση περιουσιακών στοιχείων ύψους €25.681.294,90 - όσο και το χρέος της ενάγουσας 3 - δεν πρέπει να χορηγηθούν. Εξέτασα προσεκτικά τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι εισηγήθηκαν επί του θέματος και η πρώτη παρατήρηση που κατά τη γνώμη μου πρέπει να γίνει αφορά την ανάμειξη στην υπόθεση των εναγομένων 7 και
- Η μεταβίβαση της Μετοχής, ισχυρίζεται ο Chornyy με επίκληση του τι του είπε ο ενάγοντας 1, έγινε λόγω της πίστης που έδωσε ο ενάγοντας 1 στην παραπλανητική πληροφόρηση που έτυχε από τον εναγόμενο 2 σ΄ ότι αφορά τα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας. Αυτός ουσιαστικά είναι ο μόνος επιλήψιμος λόγος που προβάλλεται για την ακύρωση της μεταβίβασης της Μετοχής και ενόψει τούτου αδυνατώ να αντιληφθώ την ισχυριζόμενη εμπλοκή των δύο αυτών προσώπων στο να πεισθεί ο ενάγοντας 1 να προχωρήσει στη μεταβίβαση. Έπεται ότι σε σχέση με τα δύο αυτά πρόσωπα, στα οποία αποδίδεται συνωμοσία για να επιτευχθεί η μεταβίβαση της Μετοχής, δεν εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και συνεπώς, πέραν από το διάταγμα για επιβάρυνση των μετοχών της Εταιρείας που δεν τους αφορά, κανένα άλλο από τα αιτούμενα διατάγματα δεν μπορεί να εκδοθεί εναντίον τους. Η δεύτερη παρατήρηση που αναπόφευκτα πρέπει να γίνει αφορά την ενάγουσα 3, η οποία με βάση τους ισχυρισμούς του Chornyy δεν παρουσιάζεται να έχει οποιοδήποτε δικαίωμα στη Μετοχή που μεταβίβασε ο ενάγοντας 1 ή να νομιμοποιείται σε έγερση αγωγής εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση για ποσό που αντιστοιχεί στα γραμμάτια που έκδωσε προς όφελος της Εταιρείας και της εναγόμενης
- Επομένως, σ΄ ότι την αφορά, δεν εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής και τις οποιεσδήποτε υπερασπίσεις έχει έναντι των γραμματίων που έκδωσε μπορεί να τις προβάλει στο Λουξεμβούργο όπου εκκρεμούν προς εκδίκαση σχετικές αγωγές. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω ό,τι παρέμεινε είναι η εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 στη βάση των εκατέρωθεν ισχυρισμών, οι οποίοι αφορούν μόνο τους ενάγοντες 1 και 2 και όλους τους εναγόμενους εκτός από τους εναγόμενους 7 και
- Το ότι στη βάση των εν λόγω ισχυρισμών ικανοποιούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 σε σχέση με την επιβάρυνση των Μετοχών της Εταιρείας είναι κατά την άποψή μου φανερό. Κι αυτό γιατί εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, το οποίο αφορά τις συνθήκες και το αντάλλαγμα μεταβίβασης της Μετοχής και για το οποίο η προοπτική ή πιθανότητα να δικαιούνται οι ενάγοντες 1 και 2 σε θεραπεία δεν αποκλείεται, αλλά είναι ορατό. Όπως ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση, στη βάση ότι χωρίς την επιβάρυνση των μετοχών της Εταιρείας ελλοχεύει ο κίνδυνος να μην απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στην περίπτωση που οι ενάγοντες 1 και 2 πετύχουν την ακύρωση της μεταβίβασης της Μετοχής και στο μεταξύ οι καθ΄ ων η αίτηση - πλην των εναγομένων 7 και 9 - αποξενώσουν ή με οποιοδήποτε τρόπο επιβαρύνουν τις μετοχές της Εταιρείας. Ωστόσο το ίδιο δεν συμβαίνει και με τα διατάγματα που δεν χορηγήθηκαν μονομερώς και τα οποία αποβλέπουν σε παγοποίηση περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων ύψους €25.681.294,90, τη στιγμή που το ζήτημα έχει συσχετισθεί από τους αιτητές με συμφωνία συμψηφισμού ισόποσων χρεών της ενάγουσας 3 και εναγομένης 8 προς την Εταιρεία και την εναγόμενη 4, τα οποία ακόμη δεν έχουν πληρωθεί από την ενάγουσα 3 και ούτε έχει προβληθεί ότι πληρώθηκαν από την εναγόμενη
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους τα αιτούμενα διατάγματα που δεν χορηγήθηκαν μονομερώς απορρίπτονται, ενώ για το διάταγμα που αφορά την επιβάρυνση των μετοχών της Εταιρείας θα ασκήσω τη διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο επί του θέματος προς την κατεύθυνση οριστικοποίησης του χωρίς να απαιτείται η εξέταση σε βάθος οποιουδήποτε άλλου λόγου ένστασης. Αφενός μεν γιατί δεν βλέπω πώς η επιβάρυνση των μετοχών της Εταιρείας κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση και, αφετέρου, με την κατάληξη του Δικαστηρίου να καταστήσει απόλυτο μόνο το διάταγμα επιβάρυνσης των εν λόγω μετοχών δεν υφίσταται πλέον θέμα πολλαπλότητας, ενώ ο λόγος ένστασης για το πρόωρο του αγώγιμου δικαιώματος των αιτητών θα είχε νόημα αν ικανοποιείτο κάποιο από τα αιτούμενα διατάγματα για παγοποίηση περιουσιακών στοιχείων των καθ΄ ων η αίτηση. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω η ένσταση επιτυγχάνει μερικώς και μόνο το προσωρινό διάταγμα που αφορά την επιβάρυνση των μετοχών της Εταιρείας καθίσταται απόλυτο, ενώ τα υπόλοιπα που χορηγήθηκαν μονομερώς ακυρώνονται και αυτά που δεν χορηγήθηκαν απορρίπτονται. Παρέμεινε το θέμα των εξόδων, το οποίο όπως είναι γνωστό ακολουθεί συνήθως το αποτέλεσμα. Ενόψει δε του γεγονότος ότι η ένσταση έχει επιτύχει μερικώς κρίνω ότι θα ΄ταν ορθό και δίκαιο όπως κάθε πλευρά επωμισθεί τα δικά της έξοδα. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο