← Κύπρος

Φρόσω Ιωάννου - Ιωσήφ ν. Αφροδίτης Ελισσαίου, Αρ. Αγωγής: 7339/2006, 10 Μαρτίου, 2010

Φρόσω Ιωάννου - Ιωσήφ ν. Αφροδίτης Ελισσαίου, Αρ. Αγωγής: 7339/2006, 10 Μαρτίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A94 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕYKΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7339/2006 Μεταξύ: Φρόσω Ιωάννου - Ιωσήφ Ενάγουσα -και-

  1. Αφροδίτης Ελισσαίου
  2. Μπόικας Παπαγεωργίου Εναγομένες Αίτηση ημερομηνίας 14.12.2009 για Τροποποίηση 10 Μαρτίου,
  3. Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Abulhawa Για τις Εναγόμενες αρ. 1 και 2 - Καθ΄ων η αίτηση: κ. Γεωργίου με κ. Χρυσάνθου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα καταχώρησε στις 8.11.2006 την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, με την οποία αξιοί εναντίον των Εναγομένων αποζημιώσεις. Λεπτομερέστερη αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα. Με την υπό εξέταση Αίτηση η Ενάγουσα εξαιτείται τα ακόλουθα: «Α. Διάταγμα με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως ως ακολούθως:

(1)Δια της διαγραφής της παραγράφου 5 και την αντικατάσταση της με την εξής παράγραφο: «Λίγες ώρες πριν τον τοκετό η Εναγόμενη 2 προσπάθησε επανειλημμένες φορές να τρυπήσει και/ή παρακεντήσει την Ενάγουσα με ένεση (epidural) για ανώδυνο τοκετό. Όλες οι προσπάθειες απέτυχαν και η Ενάγουσα είχε σφοδρούς πόνους και μούδιασμα στα πόδια της και στην πλάτη της και άλλες σοβαρές επιπλοκές λόγω των ανεπιτυχών επαναλαμβανόμενων παρακεντήσεων».
(2)Δια της προσθήκης νέας παραγράφου 8: «Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά η Ενάγουσα επικαλείται την αρχή res ipsa loquitor».
(3)Δια την προσθήκη των πιο κάτω σημείων στην παράγραφο 12 μετά το σημείο (θ): «(ι) Παρέλειψαν και/ή αμέλησαν να χορηγήσουν την κατάλληλη και/ή ενδεικνυόμενη θεραπεία και/ή την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή μετά τον τοκετό. (κ) Παρέλειψαν να παράσχουν την αναγκαία και/ή την κατάλληλη και/ή οποιοδήποτε ιατρική περίθαλψη στην ασθενή».
(4)Δια της προσθήκης στην παράγραφο 17 νέου σημείου (
  1. ii)έτσι που η παράγραφος να αναγιγνώσκεται ως ακολούθως: «(
  2. ii)Περαιτέρω ως αποτέλεσμα των πιο πάνω παραλείψεων και/ή γενικά της αμέλειας των Εναγομένων και/ή λόγω των ανεπιτυχών επαναλαμβανόμενων παρακεντήσεων προκλήθηκε στην Ενάγουσα οστική μόλυνση. Λόγω της οστικής μόλυνσης η Ενάγουσα εμφάνισε σημάδια και/ή της δημιουργήθηκε και/ή πάσχει από οστεοπόρωση. Λόγω της ως άνω οστεοπόρωσης δημιουργήθηκαν κατάγματα στον σπόνδυλο της Ενάγουσας. Ένεκα της παραμόρφωσης των σπονδύλων η Ενάγουσα πολύ πιθανόν να αναπτύξει και/ή παρουσιάσει μελλοντική οστεοαρθρίτιδα. Η Ενάγουσα θα υπόκειται στο μέλλον σε ιατρικά και άλλα έξοδα και θα έχει μόνιμους πόνους και μόνιμα προβλήματα και θα υποφέρει για πάντα από σοβαρά προβλήματα».
(5)Δια της απαριθμήσεως της παραγράφου 17 (ii) σε παράγραφο 17 (iii).» Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ.Θ. 1 - 5, Δ.48 Θ. Θ.1, 2 και 9, στην διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση της κας Μαρίνας Χατζησωτηρίου, ασκούμενης δικηγόρου συνεργαζόμενης με τους δικηγόρους της Ενάγουσας. Όπως αναφέρει η κα Χατζησωτηρίου η Ενάγουσα εξασφάλισε επιπρόσθετα ιατρικά πιστοποιητικά και/ή επιπρόσθετη ιατρική συμβουλή σε σχέση με την κατάσταση της υγείας της όπως αυτή έχει εξελιχθεί με την πάροδο του χρόνου, στοιχεία τα οποία θεωρούν ότι πρέπει να συμπεριληφθούν στην Έκθεση Απαιτήσεως. Πέραν τούτου, είναι η θέση της ότι κάποιες από τις αιτούμενες τροποποιήσεις δεν συμπεριλήφθηκαν στην Έκθεση Απαιτήσεως εκ παραδρομής και/ή αβλεψίας, ενώ η συμπερίληψη τους θα βοηθήσει το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Εισηγείται επίσης, ότι η αίτηση γίνεται καλόπιστα και ότι καμία ζημιά θα προκληθεί εφόσον η ακρόαση δεν έχει ακόμη αρχίσει. Οι Εναγόμενες αρ. 1 και 2 καταχώρησαν Ένσταση στην αίτηση, η οποία στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.19 Θ. 4, Δ.25 Θ.Θ. 1 - 6, Δ.48 Θ.Θ. 1 - 9, Δ.64 Θ.Θ. 1 - 2, και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου, και του άρθρου 30 του Συντάγματος. Στην Ένσταση εκτίθενται 15 λόγοι ένστασης τους οποίους και κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους: «
  1. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
  2. Η αίτηση είναι παράτυπη και καταχρηστική.
  3. Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική και δεν στηρίζεται από δέουσα ένορκη μαρτυρία όπως προβλέπουν οι θεσμοί και η νομολογία.
  4. Η αίτηση είναι κακόπιστη.
  5. Η αιτούμενη τροποποίηση εισάγει νέα βάση αγωγής.
  6. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις της Ενάγουσας - Αιτήτριας ως προς την γραμμή της απαίτησης της και όχι νέα στοιχεία ή αβλεψία όπως ισχυρίζονται.
  7. Η αίτηση υποβάλλεται πολύ καθυστερημένα και/ή με σκοπό την κωλυσιεργία στην εκδίκαση της υπόθεσης.
  8. Η Αιτήτρια δεν δικαιολογεί καθόλου και/ή επαρκώς την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης.
  9. Η Αιτήτρια είχε την ευχέρεια να προβεί στην καταχώρηση της αίτησης προηγουμένως.
  10. Η Αιτήτρια επιδιώκει να εισάξει στοιχεία και ισχυρισμούς οι οποίοι ήταν γνωστοί σε αυτήν σε πολύ προγενέστερο στάδιο.
  11. Η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στις αιτούμενες θεραπείες.
  12. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν έγινε σύμφωνα με τους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας και ως εκ τούτου η αίτηση δεν στηρίζεται σε οποιαδήποτε μαρτυρία όπως προβλέπουν οι θεσμοί και η νομολογία.
  13. Δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η έκδοση του αιτούμενου από τους αιτητές διατάγματος.
  14. Η τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα πλήξουν βασικά συνταγματικά δικαιώματα των Εναγομένων - Καθ'ων η Αίτηση.». Η Ένσταση αυτή συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση της κας Νόρας Χρυσομηλά, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των Εναγομένων. Η κα Χρυσομηλά, αφού αναφέρει ότι διαφωνεί με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, ισχυρίζεται ότι κατόπιν σχετικού διατάγματος, το 2008 οι διάδικοι αποκάλυψαν τα έγγραφα που θα παρουσίαζαν προς υποστήριξη των θέσεων τους, ενώ κατά ή περί τον Ιούλιο 2009 οι συνήγοροι της Ενάγουσας - Αιτήτριας επιθεώρησαν τα έγγραφα αυτά, οι δε δικηγόροι των διαδίκων συναντήθηκαν και συζήτησαν την υπόθεση και δεν τέθηκε θέμα τροποποίησης. Είναι η θέση της ότι η αιτούμενη τροποποίηση συνιστά ουσιαστικά την προσθήκη νέας βάσης απαίτησης, πράγμα, κατά την εισήγηση της, ανεπίτρεπτο. Εισηγείται, περαιτέρω ότι η Αιτήτρια δεν δικαιολογεί, δεν αποδεικνύει και δεν τεκμηριώνει την καθυστέρηση στην υποβολή της υπό εκδίκαση Αίτησης, ενώ ισχυρίζεται ότι αυτή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Η κα Χρυσομηλά αναφέρει περαιτέρω ότι δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, αφού με αυτήν θα προκληθεί κωλυσιεργία και καθυστέρηση. Κατά την ακρόαση της αίτησης που περιορίστηκε σε αγορεύσεις, χωρίς δηλαδή την αντεξέταση οποιουδήποτε από τους Ενόρκως Δηλούντες, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ουσιαστικά επανέλαβαν τις πιο πάνω θέσεις τους, όπως προβάλλονται στην Αίτηση και την Ένσταση αντίστοιχα, επικαλούμενοι τώρα και σχετική Νομολογία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει την δικονομική δυνατότητα εξέτασης του αιτήματος και αναφέρει τα ακόλουθα, σε μετάφραση: « Το Δικαστήριο ή Δικαστής δύναται, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να επιτρέψει σε οιονδήποτε εκ των διαδίκων να διαφοροποιήσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα του, με τέτοιο τρόπο και υπό τέτοιους όρους όπως θα είναι δίκαιο, και όλες οι τροποποιήσεις αυτές θα γίνονται ως πιθανόν να είναι απαραίτητο για τον σκοπό του προσδιορισμού των πραγματικών θεμάτων υπό αμφισβήτηση μεταξύ των μερών[1]». Ως αναφέρθηκε στην Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, τα δικόγραφα αποτελούν τα θεμέλια της δίκης[2]. ΄Οπως λέχθηκε και στην Associated Leisure Ltd. and other v. Associated Newspapers Ltd.
(1970)2 All E.R. 754 στη σελ. 757, η αρχή σε τέτοιου είδους αιτήσεις είναι ότι η τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται, έστω και αν η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα, εάν τέτοια τροποποίηση είναι αναγκαία για την απονομή της δικαιοσύνης μεταξύ των διαδίκων, νοουμένου ότι οποιαδήποτε δυσχέρεια που προκαλείται στον αντίδικο, μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα[3]. Αναφορικά με τον χρόνο κατά τον οποίο υποβάλλεται το αίτημα για τροποποίηση, σημειώνω ότι το σημαντικό δεν είναι η ευρύτητα του χρόνου που διέρρευσε, αλλά το χρονικό σημείο που ο Αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης, και ο χρόνος που επέλεξε να δράσει προς αυτήν την κατεύθυνση. Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd. και άλλων
(1989)1 Ε Α.Α.Δ. 33 τέθηκαν καθαρά οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας σε αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα πιο κάτω στην σελ. 36: ²Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. ΄Οσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη². (βλ. επίσης Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Σωτηρούλλας Χαριλάου Χαρικλείδη και Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Ζήνωνα Ποφαϊδη και άλλων,
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1608). Η σύγχρονη τάση σε αιτήσεις τροποποίησης παρατηρείται να είναι φιλελεύθερη (βλ. Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας,
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223). Όπου, όμως, υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας,
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: ²Είναι η θέση της νομολογίας πώς, όταν υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην SABA & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης². Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A. & G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Το όλο ζήτημα όμως παραμένει στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου (Ταξί Κυριάκος Λτδ. v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560). Κρίνω σκόπιμο στο στάδιο αυτό να παραθέσω ένα σύντομο ιστορικό της παρούσας αγωγής. Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 8.11.2006 και η Έκθεση Απαιτήσεως στις 18.5.
  1. Η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των Εναγομένων καταχωρίστηκε στις 18.6.2007, και ακολούθησε η Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση στις 15.6.
  2. Μετά από τον ορισμό της αγωγής ακολούθησε η λήψη δικονομικών μέτρων κυρίως προς τον σκοπό αποκάλυψης και επιθεώρησης εγγράφων, καθώς και η αναβολή της ακροαματικής διαδικασίας από κοινού με σκοπό την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής. Επίσης, την 18.11.2008 ζητήθηκε από το Δικαστήριο χρόνος ώστε να μελετηθεί πρόταση που είχε γίνει για διευθέτηση, πράγμα που οδήγησε σε ορισμό της αγωγής για οδηγίες στις 16.12.2008 και 15.1.
  3. Την 15.1.2009 αναφέρθηκε από την ευπαίδευτο συνήγορο που είχε εμφανιστεί εκ μέρους της Ενάγουσας ότι χρειάζονταν κάποια έγγραφα ώστε να καταστεί δυνατή η καταχώρηση αιτήσεως τροποποίησης. Η αγωγή παρέμεινε για οδηγίες προς τον σκοπό αυτό στις 17.2.2009 και στις 3.3.2009, ημερομηνία κατά την οποία ζητήθηκε ο ορισμός για ακρόαση χωρίς να έχει καταχωριστεί η προαναφερόμενη αίτηση. Μετά την αναβολή της ακρόασης για λόγους άλλους, η υπό εκδίκαση Αίτηση καταχωρίστηκε τελικά στις 14.12.
  4. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν κάποια καθυστέρηση, δεν είναι όμως τέτοια που να είναι καταλυτική στην υπό εξέταση περίπτωση, ή που να θεωρηθεί ότι συνιστά αδιαφορία, ειδικά σε συσχετισμό με τον ισχυρισμό στην Αίτηση ότι η Ενάγουσα έχει εξασφαλίσει επιπρόσθετα ιατρικά πιστοποιητικά σε σχέση με την κατάσταση της υγείας της όπως αυτή έχει εξελιχθεί με την πάροδο του χρόνου. Σημειώνω, περαιτέρω, ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη αρχίσει. Ούτε και μπορώ να συμφωνήσω με τον λόγο Ένστασης που προβάλλεται, ότι δηλαδή εισάγεται νέα βάση απαίτησης. Από τα δικόγραφα προκύπτει ότι εξ' αρχής η βάση αγωγής ήταν η ιατρική αμέλεια, και αυτό που επιδιώκεται με την αιτούμενη τροποποίηση είναι η παράθεση αυτού με περισσότερη λεπτομέρεια, καθώς και η παράθεση των συνεπειών τέτοιας ισχυριζόμενης αμέλειας ως αυτές έχουν εξελιχθεί. Εν πάση περιπτώσει, η μεταβολή της βάσης αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο στην απόρριψη αιτήματος τροποποίησης. Προς τούτο παραπέμπω σε απόσπασμα από την απόφαση SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 Α.Α.Δ. 426: «Συμφωνούμε με τον πρωτόδικο Δικαστή πως η προσθήκη ως εκ του αμέσου συσχετισμού της προς τον κεντρικό ισχυρισμό που προβλήθηκε εξ αρχής, δεν δικαιολογούσε την άποψη των εφεσειόντων ότι επιφέρει ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. Παρέχει μόνο τη δυνατότητα προσαγωγής μαρτυρίας ως προς τον εξ αρχής προβληθέντα αν και μή συγκεκριμενοποιηθέντα ισχυρισμό αναφορικά με τις συνέπειες του αστικού αδικήματος. Η διαπίστωση πως επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση. (Βλ. Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά, Πολ. ΄Εφ. 7994, ημερ. 21/4/1992)». Ούτε έχω ικανοποιηθεί ότι οι Εναγόμενες, εάν εγκριθεί το αίτημα, θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με την σχετική διαταγή ως προς τα έξοδα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η διακριτική μου ευχέρεια μπορεί και πρέπει να ασκηθεί υπέρ του αιτήματος για τροποποίηση. Ως αποτέλεσμα εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως το (Α)
(1),
(2),
(3),
(4)και
(5)της Αίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Απαιτήσεως να καταχωριστεί εντός 20 ημερών από σήμερα, τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση εντός περαιτέρω 20 ημερών από τη λήψη της τροποποιημένης Έκθεσης Απαιτήσεως, και τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση εντός περαιτέρω 10 ημερών από την λήψη της τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) όπως και τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων αρ. 1 και 2 - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας - Αιτήτριας και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω Αγωγή. (Υπ.) ............... Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] ²The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties². [2] ²The pleadings in an action are the foundations of the litigation; they must be carefully prepared as the set of rails upon which the train of the case will run. The Civil Procedure Rules (Or. 19, r. 4) are clear on the point; and daily practice lays stress on the need to apply strictly this rule. A case is decided on its pleaded facts to which the law must be applied. If in the course of the trial it appears that a party´s pleading requires amendment, steps for that purpose must be taken as early as possible in order to give full opportunity to the parties affected by the amendment to meet the new situation; to run their case, so to speak, on the new rails². 3. ²I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money². cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.