← Κύπρος

Cyprus Investments Securities Corporation Ltd ν. Άντρη Καλαβαϊζίδου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1813/2004, 17 Μαρτίου, 2010

Cyprus Investments Securities Corporation Ltd ν. Άντρη Καλαβαϊζίδου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1813/2004, 17 Μαρτίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A100 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1813/2004 Μεταξύ: Cyprus Investments & Securities Corporation Ltd Ενάγουσας και

  1. Άντρη Καλαβαϊζίδου
  2. Γρηγόρης Γρηγορίου Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερ. 28.01.2010 για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης Ημερομηνία: 17 Μαρτίου, 2010 Για Αιτήτρια-Εναγόμενη 1: κ. Α. Πέτσας Για Καθ' ης η Αίτηση-Ενάγουσα: κα Ι. Μαλέκκου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η Εναγόμενη 1 επιζητεί διάταγμα τροποποίησης της παραγράφου 5 της Έκθεσης Υπεράσπισής της με την ακόλουθη προσθήκη: «Ειδικότερα η Εναγόμενη 1 αρνείται την υπογραφή οιουδήποτε πληρεξούσιου εγγράφου προς τους Ενάγοντες και/η οιαδήποτε τέτοια υπογραφή εάν υπάρχει είναι προϊόν πλαστογραφίας». Συνοπτικά αναφέρω ότι η αγωγή αφορά απαίτηση για ΛΚ8034,05 πλέον τόκοι και έξοδα για χρηματιστηριακές πράξεις που κατ΄ ισχυρισμόν διενήργησε η Ενάγουσα για λογαριασμό της Εναγομένης 1 κατόπιν εντολών του Εναγομένου 2 ως αντιπροσώπου της κατά το έτος
  3. Η Έκθεση Υπεράσπισης των Εναγομένων καταχωρίστηκε στις 7.12.2004 και η αγωγή ορίστηκε κατ΄ επανάληψη για ακρόαση. Στις 18.9.2009 άρχισε η ακροαματική διαδικασία και στις 19.11.2009 έκλεισε η υπόθεση της Ενάγουσας, αφού είχαν καταθέσει συνολικά έξι μάρτυρες. Ακολούθως κατέθεσαν οι δύο Εναγόμενοι για την υπεράσπιση, στις 25.11.2009 και 7.12.
  4. Τον Ιανουάριο του 2010 αναφέρθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από την πλευρά της υπεράσπισης ότι είχε πρόθεση να καταχωρίσει αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισης, ώστε να προστεθεί ισχυρισμός περί πλαστογραφίας του επίδικου πληρεξούσιου εγγράφου, Τεκμήριο 1, για να καταστεί δυνατή η κλήτευση και κατάθεση ειδικού εμπειρογνώμονα για το θέμα αυτό. Πράγματι στις 28.1.2010 καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση, με την οποία η Εναγόμενη 1 ζητά την προσθήκη που έχει αναφερθεί στη σελίδα 1, και η οποία στηρίζεται στις Διαταγές 9, 25 και 48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη Νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Εναγομένης 1, στην οποία αναφέρει ότι στην Υπεράσπισή της ημερομηνίας 7.12.2004 αρνείται ρητά την παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης, η οποία αναφέρεται στην υπογραφή πληρεξούσιου εγγράφου από την ίδια. Προσθέτει ότι κατά τη διάρκεια της ακρόασης ο ΜΕ1 κ. Σταύρος Αγρότης κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο, το οποίο είδε μέσω των δικηγόρων της και τότε η Εναγόμενη 1 διαπίστωσε ότι αυτό πράγματι φέρει υπογραφή με το δικό της όνομα. Θεωρεί ορθό όπως τροποποιηθεί η Υπεράσπισή της για να αντικρούσει το έγγραφο αυτό, το οποίο είδε για πρώτη φορά κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Η αίτηση συνάντησε την αντίθεση της Καθ΄ ης η Αίτηση - Ενάγουσας, η οποία στις 25.2.2010 καταχώρισε Ένσταση, που στηρίζεται στις Διαταγές 25 και 48 των Θεσμών και στο άρθρο 30

(2)του Συντάγματος. Οι λόγοι ένστασης της Ενάγουσας επικεντρώνονται κυρίως στη θέση ότι η υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για γεγονότα που ήταν γνωστά από το 2004 αποτελεί περιφρόνηση του Δικαστηρίου και κατάχρηση διαδικασίας και ότι η αιτούμενη τροποποίηση αποτελεί πλήρη διαφοροποίηση της υπάρχουσας υπεράσπισης. Προβάλλονται περαιτέρω ως λόγοι ένστασης η μη αιτιολόγηση της καθυστέρησης καθώς και ότι δεν είναι ικανοποιητικός ο λόγος που δίνεται για την καταχώριση της αίτησης σε αυτό το στάδιο. Τονίζεται ότι επηρεάζονται αρνητικά τα δικαιώματα της Ενάγουσας, καθότι η ακρόαση έχει σχεδόν ολοκληρωθεί. Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Γρηγορίου, υπαλλήλου της Ενάγουσας, ο οποίος επαναλαμβάνει και αναπτύσσει τους λόγους ένστασης. Τονίζει ότι τα γεγονότα ήταν γνωστά στην Αιτήτρια από το 2004 όταν της επιδόθηκε η αγωγή, στην οποία υπάρχει ρητή αναφορά στο πληρεξούσιο έγγραφο, το οποίο εν πάση περιπτώσει της παραδόθηκε στις 18.9.2009 όταν καταχωρίστηκε ως Τεκμήριο. Είναι η θέση του κ. Γρηγορίου ότι, αν η επιθυμία της Εναγομένης να προωθήσει τους ισχυρισμούς στην αιτούμενη τροποποίηση ήταν γνήσια, θα έπρεπε αμέσως μετά τις 18.9.2009 να καταχωρίσει την ανάλογη αίτηση. Αντ' αυτού, η Εναγόμενη επέτρεψε με τη στάση της να κλείσει η υπόθεση της Ενάγουσας χωρίς ποτέ να γνωρίζουν ότι θα έπρεπε να προσκομίσουν μαρτυρία για να αντικρούσουν τους νέους ισχυρισμούς της Εναγομένης ότι το πληρεξούσιο δεν φέρει τη δική της υπογραφή και ότι η όποια υπογραφή στο έγγραφο είναι προϊόν πλαστογραφίας. Αναφέρει επιπλέον ότι η Ενάγουσα πιθανότατα να ακολουθούσε διαφορετική γραμμή όταν παρουσίαζε την υπόθεσή της από αυτή που τήρησε αν το δικόγραφο της Εναγομένης 1 περιείχε τέτοιους ισχυρισμούς. Επιπλέον, ουδέποτε υποβλήθηκε σε οποιονδήποτε μάρτυρα της Ενάγουσας ότι το πληρεξούσιο έγγραφο, όπως περιγράφεται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης, είναι πλαστογραφημένο. Τέλος, ο κ. Γρηγορίου τονίζει ότι η Εναγόμενη εισάγει εξ ολοκλήρου νέα υπεράσπιση και ότι η καθυστέρηση είναι αντίθετη με τα όσα διασφαλίζονται από το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Η τροποποίηση δικογράφων διέπεται από τη Διαταγή 25, θεσμός 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την τροποποίηση της δικογραφίας αποτέλεσαν το αντικείμενο πολλών Κυπριακών δικαστικών αποφάσεων. Οι σχετικές αρχές εκτίθενται περιεκτικά στην υπόθεση Ευριπίδου κ.α. ν. Καννάουρου
(1985)1 Α.Α.Δ. 24 και συνοψίστηκαν με μεγάλη σαφήνεια από τον τέως Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαστή τότε) Γ. Πική, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33 ως εξής: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. » Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε τα πιο κάτω λεχθέντα του Λόρδου Denning M.R. στην υπόθεση Associated Leisure Ltd., and Others v. Associated Newspapers Ltd. [1970] 2 All E.R. 754: «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here.» Στην υπόθεση Χρίστου ν. Αζά ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στυλιανού Σάββα
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκε ότι η θεμελιακή αρχή που προκύπτει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Είναι επιθυμητό όπως όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 λέχθηκε ότι αναμφίβολα η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και όταν η ανάγκη για μια τέτοια τροποποίηση προκύπτει ως αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Βεβαίως το θέμα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560). Ο παράγοντας της καθυστέρησης είναι σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, αλλά δεν είναι καθοριστικός, υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη (βλ. Astor Manufacturing and Exporting Co. Ltd κ.α. v. A & G Leventis κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Εν τούτοις, όπου υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης και το όλο ζήτημα παραμένει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Η σημασία της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από ο,τιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή (SABA & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44). Αναφορικά με τον χρόνο κατά τον οποίο υποβάλλεται το αίτημα για τροποποίηση, σημειώνω ότι το σημαντικό δεν είναι τόσο η έκταση του χρόνου που διέρρευσε, αλλά το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης, και ο χρόνος που επέλεξε να δράσει προς αυτή την κατεύθυνση. Επανερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, σημειώνω ότι η Έκθεση Απαίτησης, η οποία επιδόθηκε στις 26.2.2004, περιέχει ρητό ισχυρισμό στην παράγραφο 4 ότι η Εναγόμενη 1 υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο στις 12.6.
  1. Συνεπώς, η Εναγόμενη 1 γνώριζε τη θέση της Ενάγουσας για το θέμα αυτό από 26.2.
  2. Η Έκθεση Υπεράσπισης που καταχωρίστηκε 7.12.2004 περιέχει μόνο γενική άρνηση του περιεχομένου της εν λόγω παραγράφου 4 και πρόκληση όπως η Ενάγουσα προβεί σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών αυτών, χωρίς οποιαδήποτε ρητή αναφορά στο εν λόγω έγγραφο και σε ισχυρισμό περί πλαστογραφίας. Ούτε και ζητήθηκε, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ή της προετοιμασίας για την ακρόαση της υπόθεσης, αποκάλυψη εγγράφων, παρά την εν λόγω ρητή αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης σε συγκεκριμένο έγγραφο το οποίο κατ' ισχυρισμόν της Ενάγουσας είχε υπογράψει η Εναγόμενη
  3. Ως έχει προαναφερθεί, η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε στις 18.9.2009 με τη μαρτυρία του κ. Σταύρου Αγρότη, ΜΕ1, ο οποίος κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 12.6.
  4. Συνεπώς είναι εμφανές τόσο το γεγονός ότι ο ισχυρισμός περί πλαστογραφίας που επιχειρεί να εισαγάγει η Εναγόμενη είναι εντελώς καινούργιος, όσο και το γεγονός ότι η καθυστέρησή της στην υποβολή της αίτησης είναι υπέρμετρη και χωρίς επαρκή αιτιολόγηση. Όπως δέχεται η ίδια η Εναγόμενη 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτησή της, το έγγραφο αυτό βρισκόταν στην κατοχή της από 18.9.
  5. Εν τούτοις, όχι μόνο δεν έσπευσε να υποβάλει αίτηση τροποποίησης για να συμπεριλάβει τον νέο ισχυρισμό περί πλαστογραφίας, αλλά επέτρεψε να ολοκληρωθεί η μαρτυρία της πλευράς της Ενάγουσας σε αλλεπάλληλες δικασίμους στις 14.10.2009, 30.10.2009, 9.11.2009 και 19.11.
  6. Ακούστηκαν έξι μάρτυρες της Ενάγουσας χωρίς καμία ενέργεια από πλευράς της Εναγομένης 1 για προώθηση αυτών των ισχυρισμών και υποβολή σχετικού αιτήματος. Στις 25.11.2009 κατέθεσε ο Εναγόμενος 2 στα πλαίσια της κοινής υπεράσπισης των Εναγομένων, ενώ στις 7.12.2009 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η ίδια η Εναγόμενη
  7. Δηλαδή στην ουσία σχεδόν ολοκληρώθηκε η ακροαματική διαδικασία. Στις 19.1.2010, όταν ζητήθηκε αναβολή της συνέχισης της ακρόασης από την πλευρά των Εναγομένων για λόγους που δεν αφορούν την παρούσα διαδικασία, εκδηλώθηκε ρητά η πρόθεση της Εναγομένης 1 να υποβάλει αίτηση για την τροποποίηση της Υπεράσπισής της, η οποία και καταχωρίστηκε δέκα μέρες αργότερα. Η Εναγόμενη 1-Αιτήτρια στην ένορκη δήλωσή της δεν προσδιορίζει λεπτομερώς τα στοιχεία που κατ΄ ισχυρισμόν επιβάλλουν την τροποποίηση, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα αξιολόγησης στον απαιτούμενο βαθμό. Ο μοναδικός λόγος που δίνει για την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης, είναι για να αντικρούσει το πληρεξούσιο έγγραφο, Τεκμήριο 1, το οποίο είδε για πρώτη φορά κατά τη μαρτυρία του ΜΕ
  8. Εν τούτοις, είναι αξιοσημείωτο ότι δεν δίνει καμία απολύτως αιτιολόγηση για την καθυστέρηση, αν όχι από το 2004 που της επιδόθηκε η αγωγή και ενημερώθηκε για τον ισχυρισμό της Ενάγουσας περί υπογραφής της σε συγκεκριμένο έγγραφο, τότε τουλάχιστον από τις 18.9.2009 που κατατέθηκε το εν λόγω έγγραφο ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο, μέχρι τις 28.1.2010 που καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση. Ούτε και έχει επεξηγηθεί για ποιο λόγο η Εναγόμενη 1 επέλεξε να υποβάλει την υπό κρίση αίτηση όχι μόνο μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Ενάγουσας με την κατάθεση έξι μαρτύρων, αλλά και της μαρτυρίας τόσο της ίδιας όσο και του συνεναγομένου της, παρά το ότι το επίδικο έγγραφο ήταν εν γνώσει της τουλάχιστον από 18.9.
  9. Τονίζω την πάγια θέση της νομολογίας ότι όσο μεγαλύτερη είναι η διαπιστωθείσα ολιγωρία ή καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνεται και το βάρος το οποίο θα πρέπει να αποσείσει ο αιτητής στην αιτιολόγησή της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, θεωρώ ότι δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να υποστηριχθεί ότι πρόκειται για καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης. Είναι προφανές, πιστεύω, από την όλη πορεία της υπόθεσης, ότι το στάδιο στο οποίο επιχειρείται η αιτούμενη τροποποίηση είναι πολύ προχωρημένο. Κατά την κρίση μου, η έγκριση της αίτησης θα επηρέαζε δυσμενώς τα δικαιώματα της Ενάγουσας, η οποία έχει τηρήσει συγκεκριμένη γραμμή για την προώθηση της υπόθεσής της κατά την ακρόαση. Όπως λέχθηκε στη Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation, πιο πάνω, «ναι μεν η έναρξη της δίκης δεν αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο αλλά σε τόσο προχωρημένο στάδιο η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με φειδώ». Η αδικία που θα προκαλείτο στην πλευρά της Ενάγουσας σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης σε αυτό το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας δεν είναι τέτοια που θα μπορούσε απλά να αποζημιωθεί με χρήμα, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της αιτούμενης τροποποίησης και του νέου ισχυρισμού που επιχειρείται να εισαχθεί, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι η υπόθεση της Ενάγουσας έχει κλείσει και έχουν ήδη καταθέσει και αντεξεταστεί και οι δύο Εναγόμενοι. Δεν παραγνωρίζω τα όσα έχει αναφέρει ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας σε σχέση με τη δυνατότητα της Ενάγουσας να κλητεύσει μάρτυρες για να αντικρούσει μαρτυρία της Εναγομένης 1 (evidence in rebuttal). Εντούτοις, πέραν του ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επιτραπεί μόνο με την άδεια του Δικαστηρίου ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, η οποία άδεια δεν μπορεί να θεωρηθεί από τους διαδίκους δεδομένη εκ των προτέρων, κρίνω ότι η ενδεχόμενη ύπαρξη αυτής της δυνατότητας δεν είναι αρκετή από μόνη της για να υποστηρίξει την έγκριση της αίτησης και να εξουδετερώσει το γεγονός ότι δεν έχει αιτιολογηθεί επαρκώς τόσο η αναγκαιότητα της τροποποίησης όσο και η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Εξάλλου, κάτι τέτοιο θα ανέτρεπε την όλη διαδικασία και θα εκτροχίαζε παντελώς τη δίκη από την κανονική της πορεία σε αυτό το πολύ προχωρημένο στάδιο, με ορατό τον κίνδυνο παραβίασης των Συνταγματικών δικαιωμάτων των διαδίκων για διεξαγωγή της δίκης εντός ευλόγου χρόνου. Όσον αφορά αναφορές του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Αιτήτριας κατά την αγόρευσή του ότι «οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είχαν συμπεριληφθεί στο αρχικό δικόγραφο είτε εκ λάθους είτε από αβλεψία είτε μη κατοχής του πληρεξούσιου» και ότι μόλις περιήλθαν τα γεγονότα και οι ελλείψεις της υφιστάμενης Υπεράσπισης εις γνώσιν της πλευράς των Εναγομένων, αμέσως προχώρησαν με αίτηση τροποποίησης, επαναλαμβάνω ότι το δικόγραφο της Ενάγουσας και ειδικότερα ο ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη 1 υπέγραψε συγκεκριμένο πληρεξούσιο έγγραφο σε συγκεκριμένη ημερομηνία ήταν εν γνώσει των Εναγομένων από το 2004, ενώ αντίγραφο του ιδίου του εγγράφου βρισκόταν στην κατοχή τους πέραν των πέντε μηνών, τουλάχιστον, πριν την υποβολή της παρούσας αίτησης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Καθ'ης η αίτηση-Ενάγουσας και εναντίον της Αιτήτριας-Εναγομένης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Σ.Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.