Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου ν. Καίτη Κανικλίδου Σαραγκιόλη κ.α., Αρ. Αγωγής: 4570/00, 18 Μαρτίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A102 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4570/00 Μεταξύ: Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Εναγόντων Και Καίτη Κανικλίδου Σαραγκιόλη Γιώργου Λουβαρή Κίμωνα Αποστολόπουλου Τάσου Λοϊζιά Αντώνη Σαραγκιόλη Εναγομένων . . . . . . Αίτηση για παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 18.11.2009 Ημερομηνία: 18 Μαρτίου 2010 Εμφανίσεις: Για τον αιτητή-εναγόμενο 4: κα. Χ'Ιωάννου Για την καθ'ης η αίτηση- ενάγουσα: κ. Κουρσάρης. Ενδιάμεση Απόφαση Στις 21 Σεπτεμβρίου 2000 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του εναγόμενου 4 για το ποσό των ΛΚ 6.505,69 πλέον έξοδα αγωγής και τόκο επί του οφειλόμενου ποσού. Σύμφωνα με τον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης η αγωγή επιδόθηκε στον εναγόμενο 4 προσωπικά στις 3 Ιουνίου 2000 αλλά αυτός παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. Η εξήγηση που έδωσε ο εναγόμενος γι'αυτή την παράλειψη είναι ότι δεν καταχώρησε εμφάνιση διότι είχε διαβεβαιώσεις από τον εναγόμενο 5 ότι θα διευθετούσε το χρέος. Οι ενάγοντες προέβηκαν σε διάφορα μέτρα εκτέλεσης εναντίον του εναγόμενου 4 χωρίς όμως να εξοφληθεί το οφειλόμενο ποσό. Εκδόθηκε διαταγή του Δικαστηρίου με την οποία δόθηκε άδεια εκτέλεσης της απόφασης στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ διότι τα δικαιώματα της ενάγουσας εταιρείας εκχωρήθηκαν σε αυτή την εταιρεία. Σημειώνεται ότι ο εναγόμενος δεν έχει προβάλει κανένα γεγονός με το οποίο να ισχυρίζεται ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Ο εναγόμενος με την αίτηση ζητεί όπως παραμεριστεί το διάταγμα Δικαστηρίου με το οποίο δόθηκε άδεια στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ να εκτελέσει την δικαστική απόφαση. Οι θεσμοί δεν προβλέπουν ότι εξ'αποφάσεως οφειλέτης μπορεί να αποταθεί στο πρωτόδικο Δικαστήριο και να ζητεί όπως παραμεριστεί διάταγμα Δικαστηρίου για άδεια εκτέλεσης της απόφασης. Αφού δεν υπάρχει τέτοια πρόνοια ελλείπει το δικαιοδοτικό πλαίσιο επί του οποίου να στηρίζεται η παρούσα αίτηση. Η εξουσία του Δικαστηρίου στα πλαίσια της αστικής του δικαιοδοσίας καθορίζεται από τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας. Η εξουσία που ανατίθεται στο Δικαστήριο ασκείται σύμφωνα με τη δικονομία και πρακτική που καθορίζεται με το Νόμο ή διαδικαστικό Κανονισμό που εκδίδεται με βάση το Άρθρο 163 του Συντάγματος. Αυτό που εννοείται με τον ορισμό δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και ο τρόπος που εφαρμόζεται επεξηγήθηκε με σαφήνεια στην Αίτηση για την έκδοση διατάγματος Φύσεως Certiorari του Χάρη Φεσσά Α.Α.Δ.
(1990)
(1)σ.1, ως ακολούθως: «'Δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα' σημαίνει την εξουσία την οποία έχει το Δικαστήριο να αποφασίζει θέματα τα οποία παρουσιάζονται σύμφωνα με δικονομικούς κανόνες ενώπιον του για απόφαση. Τα όρια της δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας καθορίζονται από τον νόμο ο οποίος καθιδρύει το Δικαστήριο. Η Δικαιοδοσία πρέπει να υπάρχει πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου ή εσφαλμένη εφαρμογή του στα γεγονότα μίας υπόθεσης αποτελεί πλάνη του νόμου. Το ίδιο όταν δεν ακολουθείται η δικονομία που προνοείται από τον νόμο.» Σε αυτή την περίπτωση τα όρια της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου είναι οι πρόνοιες του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 με το οποίο καθιδρύθηκε το Δικαστήριο σύμφωνα με την ερμηνεία που δίδεται σε αυτό από το άρθρο 2 του Κεφ.
- Πιο κάτω στην ίδια απόφαση επεξηγείται γιατί η εφαρμοστέα δικονομία κατά την άσκηση της πολιτικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου με βάση το Κεφ.6 είναι οι Θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας. Το άρθρο 9 του Κεφ.6 και ο Διαδικαστικός Κανονισμός του 1960, που εκδόθηκε στις 12/12/60 δυνάμει του Άρθρου 163 του Συντάγματος, καθορίζουν τη δικονομία και πρακτική άσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου. Η Δ.3 του πιο πάνω Διαδικαστικού κανονισμού έχει ως ακολούθως: «3.Τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος, που κατά την αμέσης προηγουμένην της ημέρας ανεξαρτησίας ημέραν ισχύων διαδικαστικός κανονισμός, πίναξ δικαστικών τελών και η εν τοις δικαστήριο ακολουθούμενη και νόμου καθοριζόμενη πρακτική και δικονομία θα εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις που να τροποποιηθούν διά μεταβολής, προσθήκης ή κατάργησης δυνάμει διαδικαστικού κανονισμού και θα ερμηνεύονται και θα εφαρμόζονται μετά τοιούτων μετατροπών καθ'ων μέτρων είναι τούτου αναγκαίο προς συμμόρφωσιν προς διατάξεις του Συντάγματος.» Οι διαδικαστικοί κανονισμοί που ίσχυαν την ημέρα που προηγήθηκε της ανακήρυξης της Ανεξαρτησίας είναι οι Κανονισμοί της Πολιτικής Δικονομίας Κεφ. 12, της Δευτερογενούς Νομοθεσίας της Κύπρου Τόμος 11, σελ. 120-
- Στην απόφαση Krashias Shoe Factory v. Adidas Α.Α.Δ.
(1989)
(1)σ.750, διασαφηνίσθηκε ότι η πολιτική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ασκείται με βάση τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας οι οποίοι διατηρήθηκαν σε ισχύ με βάση το Άρθρο 188 του Συντάγματος. Επομένως, το δικονομικό πλαίσιο στο οποίο ασκείται είναι αυτό που παρέχεται από τους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας. Στην απόφαση Hadjihambis v Attorney-General C.L.R.
(1986)
(1)p.386, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με γενικό πλαίσιο άσκησης Πολιτικής Δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου με βάση το Κεφ.
- «Civil Procedure Law Cap. 6 . which is described as a law relating to the owers of the Courts in civil actions and to the execution of judgements . is the general law providing a procedure that may be followed.» Δεν υπάρχει καμία ειδική διάταξη που να προβλέπει ότι διάταγμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου για άδεια εκτέλεσης της απόφασης μπορεί να παραμεριστεί με άλλη διαταγή του Δικαστηρίου. Θεωρώ ότι δεν έχω τέτοια εξουσία. Επί της ουσίας θεωρώ ότι ο εναγόμενος δεν θα πρέπει να δικαιούται σε παραμερισμό της εκτέλεσης της απόφασης διότι δεν έχει θέσει κανένα βάσιμο λόγο που να δικαιολογεί τον παραμερισμό της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του το
- Με βάση την Δ.17 θ.10 οι διαδικαστικοί Κανονισμοί της Πολιτικής Δικονομίας προνοούν ως ακολούθως, στην περίπτωση που εκδοθεί απόφαση εναντίον εναγόμενου ερήμην λόγω του ότι παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή: «Where judgement is entered pursuant to any of the proceeding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary judgement upon such terms as may be just.» Η νομολογία μας αναγνωρίζει δύο περιπτώσεις όπου είναι ορθό και δίκαιο να παραμερισθεί η εκδοθείσα απόφαση. Η πρώτη περίπτωση είναι όταν εκδίδεται απόφαση λόγω αντικανονικότητας στην διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης στην αγωγή. Σε αυτή την περίπτωση δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο. Ο εναγόμενος δικαιωματικά (ex debito justitiae) δικαιούται παραμερισμό της απόφασης και το Δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι υπήρχε αντικανονικότης στη διαδικασία με αποτέλεσμα να μην δικαιούται ο ενάγοντας απόφαση κατά τον δεδομένο χρόνο, είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση. Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή κατά την οποία η διαδικασία ήταν κανονική και ορθά είχε εκδοθεί η απόφαση αλλά ο εναγόμενος λόγω αβλεψίας ή παραλείψεως του δεν εμφανίσθηκε στην αγωγή με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Η διάκριση μεταξύ της πρώτης και δεύτερης περίπτωσης σύμφωνα με τον Lord Wright στην Αγγλική απόφαση Evans v Bartlam All E.R.
(1937)
(2)p.646/656, η οποία υιοθετείται και εφαρμόζεται από τα Κυπριακά Δικαστήρια, είναι ότι στην περίπτωση όπου αποδεικνύεται ότι δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση στην αγωγή με βάση τα γεγονότα το Δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει την απόφαση ενώ στην περίπτωση όπου η έκδοση της απόφασης έγινε κανονικά και νομότυπα το Δικαστήριο θα ασκήσει την διακριτική του εξουσία υπέρ του παραμερισμού της απόφασης μόνο εάν ο εναγόμενος πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχουν γεγονότα που στοιχειοθετούν την ύπαρξη καλής υπεράσπισης και που θα πρέπει να ακουστούν στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής. Θα πρέπει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι προκαλείται αδικία εάν δεν παραμερισθεί η απόφαση διότι παρά της ύπαρξης καλής υπεράσπισης δεν δίδεται ευκαιρία στον εναγόμενο να ακουστεί. «A discretion necessarily involves a latitude of individual choice, according to the particular circumstances, and differs from a case where the decision follows ex debito justitiae, once the facts are ascertained. In a case like the present, there is a judgement, which though by default, is a regular judgement, and the applicant must show grounds why the discretion to set it aside should be exercised in his favour. The primary consideration is whether he has merits, to which the Court should pay heed; if merits are shown the court will not prima facie desire to let pass a judgement on which there has been no proper adjudication. The Court might also have regard to the applicant's explanation why he neglected to appear after being served, though as a rule his fault in that respect can be sufficiently punished by the terms, as to costs. The appellant here has an explanation, the truth of which is indeed denied by respondent, but at this stage I see no reason why he should be disbelieved on what appears to me to be a conflict on affidavits.» Στην δεύτερη αυτή περίπτωση το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση άλλα έχει την διακριτική εξουσία να παραμερίσει την απόφαση εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: (α) έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή (β) η μη εμφάνιση του είναι δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις. Ο εναγόμενος έχει το βάρος αποδείξεως σε σχέση με την ύπαρξη των πιο πάνω προϋποθέσεων. Να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος δεν είναι ανάγκη να αποδείξει την αλήθεια των γεγονότων που περιέχονται στην ένορκη του δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης παραμερισμού τα οποία θεμελιώνουν το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης περί της ύπαρξης καλής υπεράσπισης. Αυτό που θα πρέπει να αποδείξει ο εναγόμενος είναι ότι τα γεγονότα πού περιέχονται στην ένορκη του δήλωση εάν ήταν αλήθεια θα αποτελούσαν καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Λευκίδου ν Αρίστου Κανναουρίδη Πολιτική Έφεση 10015/26.4.99, από τον Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Κωνσταντινίδη, διά να αποδειχθεί η ύπαρξη καλής υπεράσπισης στην αγωγή σε αίτηση παραμερισμού της απόφασης δεν απαιτείται η απόδειξη της αλήθειας των ισχυρισμών με τον τρόπο που αντιμετωπίζεται η απόδειξη γεγονότων σε ενδιάμεσες αιτήσεις με βάση τις πρόνοιες της Δ.48 θ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. Ο σκοπός της αίτησης παραμερισμού δεν είναι για να εκδικασθεί η ουσία της αγωγής επί των γεγονότων και να γίνει αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά να εξετάσει το Δικαστήριο κατά πόσο υπάρχουν ισχυρισμοί που βασίζονται σε κάποια γεγονότα που αποτελούν υπεράσπιση στην αγωγή. Είναι γι'αυτό τον λόγο που τα γεγονότα αυτά δεν είναι ανάγκη να αποδειχθούν για την αλήθεια των. «Η νομολογία σε σχέση με την Δ.48 θ.4 που παραθέσαμε αφορά σε κάθε ενδιάμεση αίτηση, σε σχέση με γεγονότα τα οποία πρέπει να αποδεικνύονται. Δεν τέμνεται με την Evans v Bartlam και την Κυπριακή νομολογία ως προς τις αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης. Δεν επιβάλλει την απόδειξη γεγονότων που δεν χρειάζεται να αποδεικτούν.» Στην παρούσα περίπτωση η απόφαση εκδόθηκε νομότυπα αφού επιδόθηκε η αγωγή και ο εναγόμενος 4 έλαβε γνώση της αγωγής. Συνεπώς, είναι από τις περιπτώσεις που το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι δύο πιο πάνω προϋποθέσεις διά να ασκήσει την διακριτική του εξουσία υπέρ της αναστολής. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Miluca Motor Trading Ltd. v Χρυσάνθου Κούρτη Πολιτική Έφεση 9686/8.8.97, οι εξηγήσεις που δίδει ο εναγόμενος για την μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο δεν συνιστούν αυτομάτως και δικαιολογία. Περαιτέρω λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η νομολογία υποστηρίζει ότι μπορεί να απορριφθεί η αίτηση, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και δικαιωμάτων του αντιδίκου.» Απουσιάζει εντελώς το πραγματικό υπόβαθρο σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή κατά πόσο υπάρχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Επομένως δεν είναι κατάλληλη περίπτωση για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας υπέρ της αναστολής. Σε διαφορετική περίπτωση θα παραμεριζόταν νομότυπη εκδοθείσα απόφαση χωρίς ο εναγόμενος να έχει προβάλει βάσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση. Θεωρώ ότι και η δικαιολογία του εναγόμενου για την μη εμφάνιση στην αγωγή δεν είναι ικανοποιητική. Η αγωγή επιδόθηκε στον εναγόμενο 4 προσωπικά. Πληροφορήθηκε ότι θα μπορούσε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του εάν δεν καταχωρούσε εμφάνιση στην αγωγή. Ο εναγόμενος 4 αγνόησε τις νομικές συνέπειες επίδοσης του κλητήριου εντάλματος επειδή έλαβε κάποιες αόριστες διαβεβαιώσεις από άλλο εναγόμενο στην αγωγή. Τέτοια αδιαφορία προς νομικές διαδικασίες δεν μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητικό λόγο για να ασκηθεί η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου υπέρ του παραμερισμού της απόφασης. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει και την όλη συμπεριφορά του διαδίκου παρά του γεγονότος ότι έχει καλή υπεράσπιση διαφορετικά το αποτέλεσμα, όπως επεξηγείται στην πιο πάνω απόφαση, θα είναι ότι «πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματα της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγόμενου, σε σχέση με την εναντίον του αγωγή.» Η άγνοια του εναγόμενου για δικαστικές διαδικασίες δεν είναι επαρκή εξήγηση για την μη εμφάνιση του. Οι θεσμοί των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών είναι ξεκάθαροι ότι ο τρόπος εμφάνισης στην αγωγή είναι με σημείωμα εμφανίσεως. Η σημασία της καταχώρησης σημειώματος εμφανίσεως, σύμφωνα με το Annual Supreme Court Practice Book του 1958 είναι για να υποταγεί ο διάδικος, εναντίον του οποίου έχει εγερθεί αγωγή, στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Η επιστολή του εναγόμενου όχι μόνο δεν συμμορφώνεται με τους θεσμούς αλλά είναι επιστολή που απευθύνεται στους δικηγόρους της ενάγουσας, δεν αποτελεί καν προσπάθεια του εναγόμενου να συντάξει δικαστικό έγγραφο για σκοπούς της αγωγής. Το κλητήριο ένταλμα που του επιδόθηκε τον πληροφόρησε με απλή γλώσσα ότι έπρεπε εντός 10 ημερών από τη λήψη του κλητήριου να καταχωρήσει σημείωμα εμφανίσεως με τον καθοριζόμενο τρόπο. Επίσης τον προειδοποιεί ότι εάν δεν το πράξει αυτό δυνατόν να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Τίποτα δεν τον απαλλάσσει από αυτή την υποχρέωση. Από ανάγνωση όλων των θεσμών της Δ.17 που αφορά παράλειψη της καταχώρησης εμφάνισης και την έκδοση απόφασης συνέπεια αυτής της παράλειψης προκύπτει ότι οποιοδήποτε πρόσωπο λάβει γνώση κλητήριου εντάλματος θα πρέπει να καταχωρήσει τον ενδεδειγμένο σημείωμα εμφανίσεως. Άγνοια του για δικαστικές διαδικασίες δεν τον απαλλάσσει από αυτή την υποχρέωση. Πχ. με βάση τη Δ.17 θ.1 στην περίπτωση που επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα σε ανήλικο πρόσωπο ή πρόσωπο που είναι ψυχικά διαταραγμένος, ο ενάγοντας δεν μπορεί να προχωρήσει εναντίον αυτών των προσώπων προτού κάνει αίτημα στο Δικαστήριο για να διορισθεί ικανό πρόσωπο για να αναλάβει την υπεράσπιση τους. Η αντίστοιχη αγγλική διάταξη της Δ.17 θ.1 είναι το O.13 r.1. Σύμφωνα με το Annual Practice Book του 1958 σελ. 211 όλες οι διαδικασίες εναντίον τέτοιων προσώπων είναι άκυρες μέχρι να διορισθεί ικανό πρόσωπο στην θέση τους. «It is now made obligatory for plaintiff to apply, but is now imperative and consequently proceedings in default against an infant or person of unsound mind are nugatory unless this Rule has been complied with, whether the Plaintiff knew of the disability νot.» Επομένως, το γεγονός ότι αυτά τα πρόσωπα αντιμετωπίζονται διαφορετικά διότι πάσχουν από κάποια ανικανότητα και δεν μπορούν λόγω αυτής της αναπηρίας να αντιδράσουν ορθά με την λήψη κλητήριου εντάλματος υποδηλοί ότι ένα πρόσωπο που δεν πάσχει από καμία αναπηρία είναι σε θέση να κατανοήσει τις συνέπειες κλητήριου εντάλματος και να λάβει τα δέοντα μέτρα για να προστατεύσει τα νομικά του δικαιώματα. Στην απόφαση Κύπρος Γεωργίου ν Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Κύπρου Πολιτική Έφεση 10096/1999, το εφετείο επικύρωσε απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο θεώρησε τον ισχυρισμό του εφεσείοντος ότι δεν γνώριζε τα γεγονότα και δεν έτυχε νομικής ή συμβουλής ως μη σοβαρό λόγο για να δικαιολογήσει την μη εμφάνιση του στην αγωγή. Το Δικαστήριο υιοθετεί την πιο πάνω απόφαση και θεωρεί ότι ο λόγος που έχει προβάλει ο εναγόμενος 4 δεν είναι ικανοποιητικός, δεν δικαιολογεί την μη εμφάνιση του στην αγωγή. Περαιτέρω σημειώνεται ότι έχει περάσει σχεδόν μία δεκαετία από την έκδοση της απόφασης. Γνωρίζει για την έκδοση της απόφασης και έχουν γίνει διάφορα μέτρα εκτέλεσης εναντίον του στο παρελθόν. Παρόλο τούτο είναι μόνο όταν έχει έλθει αντιμέτωπος με τις συνέπειες της εκδοθείσας απόφασης που έχει επιλέξει να δραστηριοποιηθεί στην αγωγή. Αυτή η αδράνεια και υπέρμετρη καθυστέρηση που επέδειξε για να αποταθεί στο Δικαστήριο για να παραμερίσει την απόφαση είναι επιπρόσθετος λόγος γιατί το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να παραμερίσει απόφαση που έχει νομότυπα εκδοθεί. Εφόσον δεν δικαιολογείται παραμερισμός της απόφασης δεν δικαιολογείται παραμερισμός της απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία δόθηκε άδεια για εκτέλεση της εν λόγω απόφασης. Ούτε ευσταθεί η θέση του εναγόμενου ότι θα πρέπει να παραμεριστεί το διάταγμα επειδή εκείνος που θέλει να εκτελέσει την απόφαση είναι η Τράπεζα Κύπρου Λτδ. Η συγκεκριμένη εταιρεία πήρε άδεια για να εκτελέσει την απόφαση εναντίον του εναγόμενου με δικαστικό διάταγμα το οποίο δόθηκε με βάση την Δ.40 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Με βάση την Δ.40 κ.8 δύναται να δοθεί άδεια σε άλλο νομικό πρόσωπο να εκτελέσει δικαστική απόφαση μετά την παρέλευση έξη ετών εάν εκείνο το πρόσωπο αποδείξει ότι δικαιούται στην εκτέλεση της απόφασης. Αυτό έγινε στην παρούσα περίπτωση και συνεπώς, το επιχείρημα αυτό είναι αβάσιμο. Η αντίστοιχη Αγγλική διάταξη της Δ.40 κ.8 είναι το Ο.42 r.23. Στην Αγγλική απόφαση Re Bagley K.B.
(1911)
(1)p.317, C.A., επεξηγήθηκε ότι ορθά αποτάθηκε πρόσωπο στο οποίο εκχωρήθηκαν τα δικαιώματα που πηγάζουν από την δικαστική απόφαση μονομερώς για να ζητήσει άδεια για εκτέλεση της απόφασης. Στην δική μας την περίπτωση η Τράπεζα Κύπρου έχει αντικαταστήσει τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου ως πιστωτής του εναγόμενου 4. Έχει γίνει αλλαγή στο πρόσωπο του ενάγοντα διότι άλλο πρόσωπο έχει αποκτήσει το δικαίωμα να διεκδικήσει το εξ'αποφάσεως χρέος. Ο εναγόμενος 4 ακόμη οφείλει το εξ'αποφάσεως χρέος. Ορθά αποτάθηκε η Τράπεζα Κύπρου μονομερώς για άδεια εκτέλεσης της απόφασης εφόσον τα δικαιώματα του Οργανισμού έχουν εκχωρηθεί στην Τράπεζα Κύπρου. Η αίτηση απορρίπτεται τα έξοδα αίτησης επιδικάζονται εναντίον του εναγόμενου 4 όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο