← Κύπρος

CONSTANT FINANCE LTD ν. BORETA LIMITED κ.α., Αγωγή αρ.: 4135/09., 19.3.2010.

CONSTANT FINANCE LTD ν. BORETA LIMITED κ.α., Αγωγή αρ.: 4135/09., 19.3.

  1. ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A114 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΥ, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 4135/
  2. METAΞΥ : CONSTANT FINANCE LTD, Εναγόντων, - και -
  3. BORETA LIMITED,
  4. ALFA BANK UKRAINE,
  5. ABACUS (CYPRUS) LIMITED,
  6. ΣΩΤΗΡΑΚΗ ΚΟΥΠΕΠΙΔΗ,
  7. ΣΤΕΛΛΑ ΡΑΟΥΝΑ. Εναγομένων. ----------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19.3.
  8. Προσωρινό Διάταγμα ημερ. 10.7.09 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές : κ. Αλ. Μαρκίδης με κ. Καμπέρη. Για τους Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Λ. Παπαφιλίππου με κ. Γ. Χριστοδούλου. ----------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα, εταιρεία από τις Νήσους Marshall καταχώρισε την υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή εναντίον των εναγομένων και αξιοί το ποσό των US$12 m., πλέον τόκο δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερ. 28.9.07, όπως αυτή ανανεώθηκε σε μεταγενέστερες ημερομηνίες και/ή υπό μορφή αποζημιώσεων για ζημιά που υπέστη λόγω συνωμοσίας και/ή ανέντιμης βοήθειας και/ή δυνάμει δόλου και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πληθυσμού και/ή δυνάμει παράνομης οικειοποίησης και/ή για χρήματα που λήφθησαν για λογαριασμό και/ή όφελος της. Πρόσθετα, επιζητεί την έκδοση διαταγμάτων διά επιστροφή και πληρωμή των άνω χρηματικών ποσών. Την ίδια ημέρα (10.7.09) που κατεχωρήθη η αγωγή, κατεχωρήθη και μονομερής αίτηση με την οποία εξασφαλίσθηκε παρεμπίπτον προσωρινό διάταγμα εναντίον των εναγομένων τύπου mareva, με το οποίο παγοποιήθηκαν οι λογαριασμοί των πιο πάνω σε τράπεζες εντός και εκτός Κύπρου μέχρι ποσού US$12 m. Περαιτέρω, παγοποιήθηκε κινητή και ακίνητη περιουσία τους μέχρι του άνω ποσού οπουδήποτε και αν βρίσκεται. Εξεδόθη περαιτέρω διάταγμα (επιβαρυντικό) διά 1.000 μετοχές που κατέχει στην εναγόμενη 3 η εναγόμενη 1 ώστε να μην μπορεί να τις αποξενώσει, επιβαρύνει ή πληρώσει μερίσματα. Η αίτηση στηρίζεται σε ένορκο δήλωση του κ. Pavel Sadovnikov. Εις αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι η εναγόμενη 1 ανήκει και ελέγχεται από την εναγόμενη 2, η οποία την χρησιμοποιεί διά προώθηση των εργασιών και γενικά των σκοπών της. Οι μετοχές της εναγόμενης 1 κατέχονται από την εναγόμενη 3, ως εμπιστευματοδόχου. Η εναγόμενη 2 είναι τραπεζικό ίδρυμα στην Ουκρανία και χρησιμοποίησε την εναγόμενη 1 ως όχημα διά τη σύναψη συμφωνίας δανείου ημερ. 28.9.07 με την ενάγουσα. Η σύναψη της άνω συμφωνίας με την εναγόμενη 1 και όχι με την εναγόμενη 2 έγινε διότι η τελευταία δεν δεχόταν καταθέσεις από μη διαμένοντες στην Ουκρανία. Στις 26.9.07 η ενάγουσα μετέφερε το ποσό των US$12 m. σε λογαριασμό της εναγόμενης 1 εις Άμστερνταμ (Amsterdam Trade Bank). Στις 28.9.07 η εναγόμενη 1 υπέγραψε τη συμφωνία διά λογαριασμό της εναγόμενης
  9. Οι κύριοι όροι της συμφωνίας είναι: «(α) Η ενάγουσα χορηγεί στην εναγόμενη 1 δάνειο ύψους US$12 m. (β) Το άνω δάνειο θα φέρει 8.5% ετησίως. (γ) Η πληρωμή του τόκου θα γίνεται μηναίως. (δ) Η συμφωνία δανείου θα χρησιμοποιείτο από την εναγόμενη 1, όχι πέραν της 28.11.
  10. (ε) Η συμφωνία δανείου θα διέπεται από τους νόμους της Κύπρου.» Με παρέμβαση διευθυντού της εναγομένης 2 διευθετήθηκε η υπογραφή συμπληρωματικής συμφωνίας διά επέκταση του χρόνου αποπληρωμής του δανείου από την εναγόμενη 1, την 28.1.
  11. Με νέα παρέμβαση του πιο πάνω και παρόλο που αρχικά η ενάγουσα δεν αποδέχθηκε, τελικά συμφωνήθηκε η παράταση αποπληρωμής του δανείου για την 28.7.08 με παράλληλη αύξηση του επιτοκίου σε 9.5% ετησίως. Την 1.2.08 η ενάγουσα στηριζόμενη σε παραστάσεις του άνω διευθυντή, συνήψε με την εναγόμενη 1 νέα συμφωνία, Master Agreement για εμπορία παράγωγων μέσων για την εξασφάλιση ευρώ. Η συμφωνία αυτή δεν είχε καμία σχέση με τη συμφωνία δανείου ημερ. 28.9.
  12. Κάτω απ΄ αυτήν τη νέα συμφωνία (master) η εναγόμενη 1 πλήρωσε στην ενάγουσα το ποσό των US$603.295,89 την 27.6.
  13. Περί τα μέσα Ιουλίου 2008 με την παρέμβαση του άνω διευθυντού της εναγομένης 1 και διευθυντού της εναγομένης 2 συμφωνήθηκε η παράταση του δανείου με γραπτή συμφωνία ημερ. 28.7.
  14. Ως ημερομηνία αποπληρωμής συμφωνήθηκε η 28.1.09 και αύξηση του επιτοκίου σε 10.75% ετησίως. Ακολούθως την 4.9.08 συμφωνήθηκε μεταξύ της εναγομένης 2 και εναγούσης η αγορά παράγωγων UAH, νομίσματος της Ουκρανίας. Ως αποτέλεσμα, έγιναν δύο συναλλαγές στις 4.9.08 και 5.9.08 διά τα ποσά των US$20 m. και US$10 m. Αντίστοιχα. Επίσης, κατ΄ ακολουθία του Master Agreement έγιναν δύο ακόμη συναλλαγές περί τον Οκτώβρη του 2009 διά το ποσό των US$11.090.
  15. Την 11.12.08 η εναγόμενη 2 πληροφόρησε την ενάγουσα ότι το ποσό του δανείου, US$12 m. και ο δεδουλευμένος τόκος πιστώθηκαν ως κατάθεση πρόσθετου περιθωρίου σύμφωνα με το Master Agreement. Σύμφωνα με την πληροφόρηση που έτυχε, το οφειλόμενο ποσό ήταν US$2.113.000, πέραν του πρόσθετου περιθωρίου των US$12.000.
  16. Περί τα μέσα Δεκεμβρίου 2008 η ενάγουσα πληροφορήθηκε από αξιωματούχους της εναγόμενης 2 ότι η οφειλή της δυνάμει του Master Agreement ήταν περίπου US$14 m. Η ενάγουσα αρνείται ότι οφείλει οιονδήποτε ποσό σύμφωνα με το Master Agreement, καθότι αυτό δεν προνοούσε οτιδήποτε διά πρόσθετο περιθώριο (margin call) και δεν συνδέεται με τη συμφωνία δανείου ημερ. 28.9.
  17. Περί τα τέλη Ιανουαρίου αρχές Φεβρουαρίου 2009, όταν η ενάγουσα ζήτησε το ποσό του δανείου, πλέον τους δεδουλευμένους τόκους, η εναγόμενη 2 αρνήθηκε να πληρώσει προβάλλοντας την οφειλή δυνάμει του Master Agreement. Ακολούθησαν «απειλές» διά μακρόχρονους δικαστικούς αγώνες, πρόσαψη κατηγοριών εναντίον των φυσικών προσώπων ιδιοκτητών της εναγούσης, προτάσεις διά μερικό διακανονισμό, προτάσεις διά σύναψη νέων συμφωνιών, πλην όμως δεν επετεύχθη οτιδήποτε, με αποτέλεσμα τέλος Ιουνίου 2009 η ενάγουσα να δώσει οδηγίες στους δικηγόρους της για καταχώριση της παρούσας αγωγής. Προβάλλονται επίσης διάφοροι ισχυρισμοί διά υποστήριξη της βασιμότητος της αίτησης της εναγούσης, των ιδιαιτέρων συνθηκών της υπόθεσης, των ενεργειών των καθ΄ ων η αίτηση που φανερώνουν κινδύνους μη είσπραξης της ισχυριζόμενης οφειλής εάν εκδοθεί απόφαση εναντίον τους, αναφορά στα περιουσιακά στοιχεία των καθ΄ ων η αίτηση εις Κύπρο και αλλού διά να καταδειχθεί και να δικαιολογηθεί το επείγον του αιτήματος όπως και η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Οι εναγόμενοι 1-3 κατεχώρησαν ένσταση όπου προβάλλουν συνολικά 15 λόγους. Μεταξύ αυτών είναι η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων, μη ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60 και άρθρου 5 του Κεφ. 6, μη ύπαρξη δικαιοδοσίας υπό του Δικαστηρίου να εκδώσει το προσωρινό διάταγμα με μονομερή αίτηση καθότι δεν εδικαιολογείτο το επείγον της, φύση και δραστικότητα των εκδοθέντων διαταγμάτων, οικονομική ευρωστία των εναγομένων, κατάχρηση της δικαιοδοσίας κ.ά. Η ένσταση των καθ΄ ων η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Αvdrey Bobyshev, o oποίος είναι επικεφαλής του λογιστηρίου και κεφαλαιουχικών αγορών της εναγομένης
  18. Εις αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα ακόλουθα: Ø Η εναγόμενη 2 είναι εμπορική τράπεζα εγγεγραμμένη και λειτουργούσα εις Ουκρανία με περιουσιακά στοιχεία πέραν των US$3.7 bn. Ø Τα αδέλφια Pavel και Michail Sadovnikov, ιδιαίτερα ο πρώτος, είχαν φιλικές σχέσεις και συνεργασία με την εναγόμενη 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ø Με υπόδειξη της εναγομένης 2, αλλά πρωτοβουλία της εναγούσης, η τελευταία δάνεισε την εναγόμενη 1 το ποσό των US12 m. Ø Η εναγόμενη 1 δεν ανήκει και δεν ελέγχεται από την εναγόμενη 2, αλλά αμφότερες ανήκουν σε συγκρότημα εταιρειών με ιθύνουσα εταιρεία την ABH Holdings Corporation. Ø Όλες οι παραστάσεις κατά τον χρόνο αποπληρωμής του δανείου εγένοντο κατόπιν διαπραγματεύσεων και η κατάληξη ήταν επιτυχής για την ενάγουσα. Ø Το Master Agreement έγινε με πρωτοβουλία του Pavel Sadovnikov, ο οποίος γνωρίζει το αντικείμενο, ήτοι την εμπορία παραγώγων. Ø Η πιο πάνω συμφωνία διέπεται από τους νόμους του Ηνωμένου Βασιλείου και οι τυχόν διαφορές των μερών παραπέμπονται διά εξέταση εις το Ρωσικό Εμπορικό Επιμελητήριο. Ø Βάσει της άνω συμφωνίας και μέσω συναλλαγών που έγιναν βάσει αυτής, η ενάγουσα σε δύο περιπτώσεις έλαβε ως κέρδη τα ποσά των US$662.986,65 και US$603.295,
  19. Ø Δύο συναλλαγές με βάση την άνω συμφωνία ήταν ζημιογόνες διά την ενάγουσα, με αποτέλεσμα την 31.12.08 να οφείλει αυτή στην εναγόμενη 1 το ποσό των US$17.859.003,
  20. Ø Στις 29.1.09 όταν το δάνειο των US$12 m. ήταν πληρωτέο αμφότεροι οι Sadovnikovs δεν αξίωσαν γραπτώς την αποπληρωμή του, αλλά αντίθετα σε συνάντηση την ίδια ημέρα πληροφορήθηκαν από αξιωματούχους της εναγόμενης 1 ότι το άνω ποσό θα κρατηθεί ως εγγύηση διά την οφειλή προς την εναγόμενη 1 και η οποία ήταν άνω των US$14 m. Ø Η ενάγουσα, καθυστέρησε χωρίς λόγο, έξι μήνες να προσέλθει στο Δικαστήριο με την παρούσα αγωγή. Ø Ουδείς ζήτησε γραπτώς την πληρωμή του δανείου. Ø Ο Pavel Sadovnikov επιθυμούσε να κάμει άλλες επενδύσεις ώστε να μειώσει τη μεγάλη ζημιά του. Προς τούτο έγιναν συζητήσεις διά «Eurobonds» χωρίς όμως κατάληξη. Ø Ζητήθηκε η υπογραφή των συμφωνιών (δανείου και master) εκ νέου, όχι διά να ξεγελάσουν την ενάγουσα αλλά διότι η αρχική συμφωνία ανέφερε ότι η ενάγουσα ήταν εγγεγραμμένη εις Κύπρο και παρόλο που υπεγράφησαν από τον Pavel Sadovnikov, αριστερά της υπογραφής ανεγράφετο Mikail Sadovnikov. Ø Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας των αστικών αδικημάτων ή άλλων αιτιών αγωγών που επικαλείται η ενάγουσα. Ø Οι εναγόμενες 1-3 είναι οικονομικά εύρωστες και δεν υπάρχει δυσκολία εκτέλεσης τυχόν απόφασης εναντίον τους. Ø Η ενάγουσα δεν απεκάλυψε αριθμό ουσιωδών γεγονότων, με τη μονομερή αίτηση της, τα οποία αναφέρει και συνολικά είναι
  21. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι εις αμφότερες τις πιο πάνω ενόρκους δηλώσεις επισυνάπτεται αριθμός εγγράφων-τεκμηρίων. Το πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξετασθεί, κατά προτεραιότητα, είναι αυτό που αφορά την ισχυριζόμενη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Αυτό γίνεται λόγω της σπουδαιότητας του, αλλά και των συνεπειών που συνήθως επιφέρει τυχόν διαπίστωση ότι ο αιτητής σε μονομερή αίτηση παρέβη αυτό το καθήκο. Η πλήρης αποκάλυψη είναι μέρος του καθήκοντος του αιτητή να παρουσιάσει την αίτηση του άνευ κλήσεως, δίκαια (βλ. Memory Corporation v. Sidbu (No. 2)

(2000)1 W.L.R. 1443, Re S (A Child) (Family Division: Without Notice Orders)
(2001)1 All E.R. 362). To καθήκον αυτό αυξάνεται σε αίτηση διά διάταγμα τύπου mareva, όπως η υπό εξέταση αίτηση, και Anton Piller, τα οποία από τη φύση τους μπορούν να προκαλέσουν σημαντική βλάβη στον εναγόμενο ή άλλους. Ο Δικαστής Donaldson εις την Bank Mellat v. NikPour
(1985)F.S.R. 87, 92, έθεσε επιγραμματικά και πολύ εύστοχα το θέμα αυτό. Συγκεκριμένα είπε τα ακόλουθα: «Τhe rule requiring full disclosure seems to me to be one of the most fundamental importance, particularly in the context of the Draconian remedy of the Mareva Injunction. It is in effect, together with the Anton Piller order, one of the law´s two ´nuclear´ weapons. If access to such a weapon is obtained without the fullest and frankest disclosure, I have no doubt at all that it should be revoked.» To θέμα απασχόλησε ασφαλώς και τα Κυπριακά Δικαστήρια. Σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία βαρύνει τον αιτητή σε μονομερείς αιτήσεις η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων που είναι γνωστά εις αυτόν αλλά και εκείνα που θα μπορούσε να αποκαλύψει με εύλογη έρευνα ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια. (ίδε Γενικός Εισαγγελέας (Νο.2) ν. Γεώργιου Σαββίδη
(1979)1 C.L.R 349.) Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 248 λέχθηκε περαιτέρω ότι ο Δικαστής κρίνει αν το γεγονός που παρελήφθηκε είναι ουσιαστικό, αν δεν ήταν γνωστό στον Αιτητή και δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό και αν η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης. Αυτά ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα αλλά δεν είναι και οι μόνοι παράγοντες. Τελικά το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια παρ' όλη την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στην μονομερή αίτηση, να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους. Εις την Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α
(1996)1 Α.Α.Δ 597 λέχθηκε ότι «το στοιχείο εξαπάτησης (deceit) δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής» (ίδε επίσης Govelfret Ro-Ro Services N.V κ.α. ν. The Cyprus Potato Marketing Board
(1996)1 Α.Α.Δ 733. Εις την Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S. - υπό εκκαθάριση κλπ ν. Daventree Resources Ltd κ.ά., Π.Ε 9/2007, ημερ. 10.7.08, λέχθησαν τα ακόλουθα: «(α) Η μη αποκάλυψη των ουσιωδών στοιχείων. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι ένα πρόσωπο που εμφανίζεται ως διάδικος και επιζητεί την έκδοση ενός διατάγματος, έχει την υποχρέωση να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Σε μονομερείς αιτήσεις (ex parte applications) το Δικαστήριο πρέπει να βρίσκεται σε θέση να αξιολογεί όλα τα στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν τη λήψη μιας απόφασης και μέσα σε αυτά τα πλαίσια δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασίζεται στο περιεχόμενο των δηλώσεων του δικηγόρου και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του αιτητή. Έτσι προκύπτει η ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης γεγονότων (Attorney-General and another (No. 2) v. Savvides [1979]1 C.L.R. 349). Όπως έχει τονιστεί από το Δικαστή Καλλή στην υπόθεση Cobelfret Ro-Ro Services κ.ά. ν. Τhe Cyprus Potato Marketing Board
(1996)1 A.A.Δ. 733, "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58, Abdu Ali ASltobeiqui v. M/V Nada G. and another
(1985)1 C.L.R. 543, Sekavin S.A. v. Ship "Platon Ch"
(1987)1 C.L.R. 297, Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and others
(1993)1 Α.Α.Δ. 1030 και Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597." Στην υπόθεση The King v. The General Commisioners fo the Purposes of the Income Tax Acts for the District of Kensington, Ex parte Princess Edmond De Polignac [1917] 1 K.B. 486) όπου το θέμα της μη αποκάλυψης όλων των ουσιωδών στοιχείων εξετάστηκε σε έκταση, το Δικαστήριο εξέδωσε προσωρινό διάταγμα με το οποίο ο Διευθυντής του Φόρου Εισοδήματος κλήθηκε να απαντήσει γιατί να μην εκδοθεί ένταλμα Prohibition το οποίο θα απαγόρευε τον καθορισμό καταβολής φόρου εισοδήματος που θα έπρεπε να καταβληθεί από την αιτήτρια (Πριγκίπισσα Edmond De Polignac). Η τελευταία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που περιέχονταν σε ένορκη δήλωση της, δεν ήταν Αγγλίδα υπήκοος, δεν ήταν κάτοικος Αγγλίας εκτός μόνο για προσωρινούς λόγους και δεν είχε συμπληρώσει ποτέ συνολική διαμονή έξι μηνών στην Αγγλία σε ένα οποιοδήποτε χρόνο. Αντίθετα η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ήταν Γαλλίδα υπήκοος και μόνιμη κάτοικος Γαλλίας. Από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν εκ μέρους των καθ΄ ων η αίτηση και της αιτήτριας ως απάντηση, διεφάνη ότι η αιτήτρια είχε πληρώσει για την ενοικίαση και επίπλωση ενός διαμερίσματος στην περιοχή Chelsea του Λονδίνου και ότι τα έξοδα συντήρησης του διαμερίσματος τα κατέβαλλε από κοινού μαζί με τον αδελφό της. Το Δικαστήριο ακύρωσε το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης, αφού η αιτήτρια απέκρυψε ή παρουσίασε ψευδώς γεγονότα, που ήταν ουσιώδη με την αίτηση που καταχώρισε. Όπως έθεσε τα θέμα ο Δικαστής Scrutton L.J., "It has been for many years the rule of the Court, and one which it is of the greatest importance to maintain, that when an applicant comes to the Court to obtain relief on an ex parte statement he should make a full and fair disclosure of all the material facts - facts, not law. He must not misstate the law if he can help it - the Court is supposed to know the law. But it knows nothing about the facts, and the penalty by which the Court enforces that obligation is that if it finds out that the facts have not been fully and fairly stated to it, the Court will set aside any action which it has taken on the faith of the imperfect statement." Σε μετάφραση, "Έχει καθιερωθεί για πολλά χρόνια ως κανόνας του Δικαστηρίου και ένας κανόνας μεγάλης σπουδαιότητας που θα πρέπει να διατηρηθεί, ότι όταν ένας αιτητής έρχεται στο δικαστήριο επιζητώντας ανακούφιση με μονομερή αίτηση θα πρέπει να προβαίνει σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων, όχι του νόμου Δεν πρέπει αν μπορεί να παραθέτει λανθασμένα το νόμο αφού το δικαστήριο θεωρείται ότι γνωρίζει το νόμο. Το Δικαστήριο όμως δεν γνωρίζει τίποτε για τα γεγονότα και ο αιτητής θα πρέπει να παραθέτει πλήρως και δικαίως τα γεγονότα, και η τιμωρία με την οποία το δικαστήριο εφαρμόζει αυτή την υποχρέωση, είναι ότι όταν διαπιστώνει ότι τα γεγονότα δεν έχουν παρουσιαστεί πλήρως και δικαίως, το δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει οποιοδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει με βάση την ατελή έκθεση." H υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο εκείνα τα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά επεκτείνεται και σε εκείνα τα γεγονότα τα οποία ο αιτητής θα μπορούσε να αποκαλύψει με μια εύλογη έρευνα. (Βλ. Χριστοφόρου ν. Γρηγορίου
(1995)1 Α.Α.Δ 248). Αν ο αιτητής παραλείψει να συμμορφωθεί με την πιο πάνω υποχρέωση τότε το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να προβεί στην έκδοση του διατάγματος, ανεξάρτητα αν η παράλειψη ήταν αθώα ή σκόπιμη. (Βλ. Lloyds Bowmaker Ltd v. Britannia Arrow Holdings plc (Lavens, third party)
(1983)3 All E.R. 178). To θέμα της υποχρέωσης αποκάλυψης των γεγονότων εξετάστηκε στην αγγλική υπόθεση Brink´s - MAT Ltd v. Elcombe and others [1988]3 All E.R. 188) στην οποία τονίστηκαν τα ακόλουθα:
(1)Ο αιτητής έχει υποχρέωση να προβαίνει σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων.
(2)Τα ουσιώδη στοιχεία είναι εκείνα τα οποία θα πρέπει να γνωρίζει ο Δικαστής όπως αυτά καθορίζονται από το Δικαστή και όχι από τους δικηγόρους των διαδίκων.
(3)Η υποχρέωση της αποκάλυψης δεν περιορίζεται στα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά και σε εκείνα που μπορούσαν να αποκαλυφθούν με μια εύλογη έρευνα.
(4)Η έκταση της έρευνας που πρέπει να γίνει εξαρτάται από τα περιστατικά της υπόθεσης που περιλαμβάνει τη (
  1. i)φύση της υπόθεσης και (
  2. ii)το επιζητούμενο διάταγμα και τα επακόλουθα της έκδοσης του για τον εναγόμενο.
(5)Το Δικαστήριο που διαπιστώνει τη μη αποκάλυψη θα πρέπει να αποστερήσει από τον αιτητή οποιοδήποτε πλεονέκτημα που έχει αποκομίσει.
(6)Η μη αποκάλυψη που οφείλεται σε αθώα συμπεριφορά ή σε μη ορθή εκτίμηση της σχετικότητας της είναι μια σημαντική πτυχή, αλλά όχι αποφασιστική στην εξέταση της μη αποκάλυψης, και
(7)Κάθε παράλειψη δεν εξυπακούει την άμεση ακύρωση του διατάγματος. Το θέμα της μη αποκάλυψης απασχόλησε την κυπριακή δικαιοσύνη στην υπόθεση Demstar Ltd ν. Ζim Israel Navigation Co Ltd κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597, στην οποία οι ενάγοντες, στην ένορκη δήλωση που καταχώρισαν προς υποστήριξη του αιτήματος του για την παροχή άδειας για επίδοση της αγωγής στο εξωτερικό, παρέλειψαν να αναφέρουν ότι στη σχετική φορτωτική που είχε επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση, υπήρχε όρος για παραπομπή της διαφοράς σε αλλοδαπή δικαιοδοσία. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η μη αποκάλυψη της διαφοράς σε Δικαστήριο της αλλοδαπής αποτελούσε εκτροπή από την υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και προέβη στην ακύρωση του σχετικού διατάγματος. (Βλέπε επίσης Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168). Η ίδια γραμμή με τα ίδια ακριβώς γεγονότα ακολουθήθηκε στην υπόθεση Caspi Shipping Ltd κ.ά. ν. Πλοίου Saphire Seas (Aρ.2)
(1997)1 Α.Α.Δ. 833, στην οποία τονίστηκε ότι: "Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι ένας διάδικος που ζητά τη χορήγηση θεραπείας με μονομερή αίτηση (ex parte), πρέπει να προβαίνει σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία μπορεί να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παράσχει θεραπεία. (Altobeiqui v. M/V Nada G. and Another
(1985)1 C.L.R. 543. Ειδικότερα στην υπόθεση Zachariades Ltd v. Economides
(1989)1 C.L.R. 437, τονίστηκε ότι η μη αποκάλυψη όρου με τον οποίο διαφορές μεταξύ των συμβαλλομένων παραπέμπονται σε διαιτησία στην αλλοδαπή συνιστά παραβίαση της υποχρέωσης για πλήρη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος." Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της FEDOSSOVA LARISSA (Aρ. 2) για διάταγμα Certiorari
(1997)1 A.A.Δ. 1333, η αιτήτρια ζητούσε την έκδοση εντάλματος Certiorari για την ακύρωση διατάγματος κατάσχεσης σε χέρια τρίτου επειδή υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος εκπροσώπησης της κατά παράβαση του άρθρου 30.3 του Συντάγματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αφού η αιτήτρια παρέλειψε να αποκαλύψει πρακτικό του Δικαστηρίου στο οποίο φαινόταν ότι το Δικαστήριο της είχε δώσει την ευκαιρία να εκπροσωπηθεί πριν από την έκδοση του επίδικου διατάγματος.» Στην υπό εξέταση υπόθεση παρατηρώ ότι, από το υλικό που τέθηκε από τους καθ΄ ων η αίτηση 1, 2 και 3, ένορκος δήλωση Α. Bodyshev, παρ. 22 και επισυνημμένα σ΄ αυτήν Τεκμήρια 6-35, η ενάγουσα φαίνεται ότι προχώρησε βάσει του Master Agreement, ημερ. 1.2.08, σε αρκετές συναλλαγές (συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης-forwards) ή και άλλων συναλλαγών αγοραπωλησίας παράγωγων και/ή νομίσματος μεταξύ 8.2.08-18.12.09 όπως και λήψη σε δύο περιπτώσεις κερδών. Αυτό συνέβηκε την 27.6.08 για ποσό $603.295,89 και την 24.9.08 διά $662.986,15 (βλ. Τεκμήριο 4(Α) της άνω ενόρκου δηλώσεως). Περαιτέρω, φαίνεται (βλ. Τεκμήριο 37 της ενόρκου δηλώσεως Bodyshev) ότι από 1.12.08 η εναγόμενη 1 θεωρούσε το ποσό του δανείου των $12 εκατομμυρίων ως κατάθεση περιθωρίου διά σκοπούς του Master Agreement (βλ. επίσης τα Τεκμήριο 38-44 της ίδιας ενόρκου δηλώσεως). Αυτά φαίνεται ότι τα γνώριζε η ενάγουσα μέχρι την 10.3.09 και όμως δεν φαίνεται να υπάρχει διαμαρτυρία της προς την καθ΄ ης η αίτηση 1 διά την πιο πάνω ενέργεια της αναφορικά με το ποσό του δανείου, αλλά αντίθετα προχώρησε και σε νέες συναλλαγές βάσει του Master Agreement. Το συνολικό ποσό που αξιούσε η εναγόμενη 1 την 10.3.09 διά πληρωμή βάσει των άνω συναλλαγών της εναγούσης ήταν $17.573.333,33 (βλ. Τεκμήριο 45). Με επιστολή ημερ. 23.3.09 των δικηγόρων της, η εναγόμενη 1 αξίωνε από την ενάγουσα την πληρωμή του ποσού των £16.905,785,12 (βλ. Τεκμήριο 45 ένορκης δήλωσης Bodyshev). Η ενάγουσα-αιτήτρια με την ένορκο δήλωση P. Sadovnikov διά τα ίδια θέματα παρουσιάζει την εξής εικόνα. Το Master Agreement, που είναι παραδεκτό, δεν έχει καμία σχέση με τη συμφωνία δανείου. Βάσει του Master Agreement πληρώθηκε η ενάγουσα από την εναγόμενη 1 υπό μορφή κερδών τα δύο ποσά που έχουν αναφερθεί πιο πάνω ως αποτέλεσμα των συναλλαγών βάσει της πιο πάνω συμφωνίας. Στις 4 και 5.9.08 η ενάγουσα προέβη σε δύο συναλλαγές βάσει του Master Agreement διά τα ποσά των $20 εκατομμυρίων και $10 εκατομμυρίων αντίστοιχα. Στις 16.9.08 με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail) στάλησαν διά πληροφόρηση της σχετικά επιβεβαιωτικά (confirmations) των άνω συναλλαγών. Τον Οκτώβρη του 2008 η ενάγουσα προέβη σε μία ακόμη συναλλαγή με την εναγόμενη 1 διά το ποσό των $11.090.400 και πάλιν βάσει του Master Agreement. Τέλος Οκτωβρίου 2008 διευθυντής της εναγόμενης 2 βεβαίωνε ότι όλα ευρίσκοντο υπό έλεγχο και η ενάγουσα να μην ανησυχεί. Την 1.12.08 ελήφθη ηλεκτρονικό ταχυδρομείο διά υπογραφή του επιβεβαιωτικού αρ. 1 (confirmation No. 1) ημερ. 1.12.08 (βλ. Τεκμήριο 11(Α) ένορκης δήλωσης Sadovnikov). Στις 11.12.08 ελήφθη ηλεκτρονικό ταχυδρομείο από υπάλληλο της καθ΄ ης η αίτηση 2, με το οποίο πληροφορείτο η αιτήτρια ότι το ποσό του δανείου των $12 εκατομμυρίων, πλέον τόκος, πιστώθηκε ως οφειλόμενο ποσό δυνάμει του Master Agreement και πλέον πληροφορείτο η ενάγουσα ότι όφειλε περαιτέρω (over and above) το ποσό των $2.113.000. Διά το ίδιο θέμα έτυχε προφορικής πληροφόρησης και περί τα μέσα του μήνα Δεκεμβρίου 2008, πλην όμως δεν αποδέχθηκε κάτι τέτοιο. Ακολούθησαν συναντήσεις διά επίλυση του προβλήματος, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα. Εξέτασα με προσοχή τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση Sadovnikov. Πιστεύω ότι δεν αποκαλύπτει όλα τα γεγονότα της υπόθεσης, αλλά και ο τρόπος αυτών που αποκαλύπτει είναι παραπλανητικός. Ειδικότερα, εις την ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την αίτηση πουθενά δεν αναφέρεται κατά πόσο η αιτήτρια δέχεται ότι οφείλει οιονδήποτε συγκεκριμένο ποσό εις την καθ΄ ης η αίτηση 1, έστω και υπό το πρίσμα των ισχυρισμών που προβάλλει περί παραπλάνησης της εις την εκτέλεση των σχετικών συναλλαγών. Είναι ένα πράγμα να δέχεσαι ότι με βάση τις συναλλαγές οφείλεις περί τα $14 εκατομμύρια, αλλά λόγω της παραπλάνησης δεν ευθύνεσαι να πληρώσεις, και είναι διαφορετικό να λέεις ότι «μου είπαν ότι η αιτήτρια οφείλει περίπου $14 εκατομμύρια και εγώ απάντησα ότι η αιτήτρια αγνοούσε οποιονδήποτε οφειλόμενο υπόλοιπο λόγω του ότι το Master Agreement δεν είχε καμία σχέση με το δάνειο» (βλ. παρ. 36 ενόρκου δηλώσεως Sadovnikov). Πέραν των πιο πάνω όμως, σύμφωνα με την ένορκο δήλωση Sadovnikov, παρ. 35, στις 11.12.08 γνωστοποιήθηκε σ΄ αυτόν από την καθ΄ ης η αίτηση 2 ότι το ποσό του δανείου των $12 εκατομμυρίων και οι δεδουλευμένοι τόκοι πιστώθηκαν έναντι του οφειλομένου υπολοίπου κάτω από το Master Agreement. Περαιτέρω, ότι όφειλε η ενάγουσα στην καθ΄ ης η αίτηση 1 το ποσό των $2.113.000 πέραν του πιο πάνω ποσού των $12 εκατομμυρίων. Το ίδιο συνέβηκε και περί τα μέσα Δεκεμβρίου 2008, όταν πληροφορήθηκε από τον Πρόεδρο της καθ΄ης η αίτηση 2, κ. Α. Lukanov, και τον επικεφαλή του εμπορικού τμήματος της τελευταίας, κ. Berezovskiy, ότι η αιτήτρια όφειλε εις την καθ΄ ης η αίτηση 1 περί τα US$14 εκατομμύρια. Ο κ. Sadovnikov παραλείπει όμως, έντεχνα πιστεύω μέχρι κάποιου σημείου, να αποκαλύψει ότι η γνωστοποίηση υπό της καθ΄ ης η αίτηση 1 στην αιτήτρια ότι θα κατακρατείτο το ποσό του δανείου έγινε την 1.12.08 με ηλεκτρονικό μήνυμα και confirmation της αυτής ημερομηνίας, Τεκμήριο 11Α της ένορκης δήλωσης Sadovnikov, όπου ρητά αναφέρεται ότι η καθ΄ ης η αίτηση 1 θα λάβει το ποσό του δανείου. Ο κ. Sadovnikov έντεχνα αποσιωπεί το γεγονός αυτό εις την ένορκη δήλωση του και απλά αναφέρει ότι στάληκε το ηλεκτρονικό μήνυμα και ζητήθηκε η υπογραφή του confirmation. Το μέρος όπου πρέπει να γίνεται η αποκάλυψη ωφέλιμου ή δυσμενούς γεγονότος είναι η ένορκος δήλωση και όχι τα τεκμήρια. (Βλ. National Bank of Sharjah v. Dellborg
(1993)2 Bank L. R. 109 και Demstar (άνω)). Μετά την πιο πάνω ημερομηνία 1.12.08 ή ακόμη την 11.12.08, σύμφωνα με την ένορκο δήλωση Bodyshev, παρ. 22, (
  1. dd)(
  2. ee)και Τεκμήρια 34, 35, φαίνεται ότι η αιτήτρια στις 17.12.08 και 18.12.08, ενώ γνώριζε την απαίτηση της καθ΄ ης η αίτηση 1 και κατακράτηση του ποσού του δανείου, προέβη σε δύο ακόμη συναλλαγές βάσει του Master Agreement, διά ποσά $11.364,000 και $11.668.000. Αντίθετα, στην ένορκο δήλωση Sadovnikov, που συνοδεύει την αίτηση, παρουσιάζεται ως χρόνος τελευταίας συναλλαγής ο Οκτώβρης 2008 (6.10.2008 - βλ. Τεκμήριο 11) διά ποσό US$11.090.400. Όλα τα πιο πάνω αποσιωπήθηκαν και δεν αποκαλύπτονται καθόλου από την αιτήτρια. Δεν μου διαφεύγει ότι θέμα συμψηφισμού (set off) ποσών που απορρέουν από αμοιβαίες αλλά ανεξάρτητες υποχρεώσεις δεν ισχύουν στην Κύπρο (βλ. Δ.19, Καν. 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και Αντωνίου κ.ά ν. Popular Bank
(1994)1 A.A.Δ. 720, 725) αλλά από την άλλη λαμβάνοντας υπόψη τη φύση ενός προσωρινού διατάγματος που είναι θεραπεία της επιεικείας (equitable remedy) και την υποχρέωση διά πλήρη αποκάλυψη πιστεύω ότι είναι ανεπιθύμητο, καθόλου ελκυστικό, και πάνω απ΄ όλα παράβαση του καθήκοντος διά πλήρη αποκάλυψη η μη αναφορά με καθαρότητα και πληρότητα των πιο πάνω θεμάτων που έχουν αναφερθεί από την αιτήτρια στο Δικαστήριο κατά τον χρόνο που αυτό εξέταζε την αίτηση. Είμαι της γνώμης ότι η αιτήτρια δεν απεκάλυψε με πληρότητα και καθαρότητα όλα τα δεδομένα της υπόθεσης, ως είχε υποχρέωση, και ιδιαίτερα τα θέματα που αναφέρθησαν, που είναι πιστεύω εξ΄ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας διά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης του διατάγματος. Τα θέματα αυτά αφορούν τυχόν αποδοχή υπό της αιτήτριας της ενέργειας της καθ΄ ης η αίτηση, ήτοι να ενεργήσει με τον τρόπο που ενήργησε αναφορικά με το ποσό του δανείου αλλά και διά την αναγκαιότητα εκδόσεως του διατάγματος. Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι το προσωρινό διάταγμα ημερ. 10.7.09 θα πρέπει να ακυρωθεί και ακυρούται. Η αίτηση ημερ. 10.7.09 απορρίπτεται. Τα έξοδα να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αίτησης, να είναι εναντίον της αιτήτριας και υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση 1-3, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής. [Υπ.] Λ. Παρπαρίνος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.