Αναστασία Πήττα κ.α. ν. Δήμου Στροβόλου, Αγωγή αρ. 7373/06, 19 Μαρτίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A117 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 7373/06 Μεταξύ:
- Αναστασία Πήττα
- Αντωνία Θεοδοσίου
- Σεβίνα Ζησίμου
- Μαρία Μαύρου
- Νέαρχος Κληρίδης
- Μαρία Εμμανουήλ Ενάγοντες και Δήμου Στροβόλου Εναγομένων 19 Μαρτίου,
- Για τους ενάγοντες αρ. 1 έως και 6, εμφανίζεται ο κ. Κ. Κυριακόπουλος. Για τους εναγομένους, εμφανίζεται ο κ. Α. Πλαστήρας για κ.κ. Ζωμενής και Λεοντίου. Απόφαση Επικαλούμενοι απόφαση Αναθεωρητικού Εφετείου δια της οποίας ακυρώθηκε η απόφαση των εναγομένων να κατακυρώσουν μια δημόσια προσφορά, στην οποίαν συμμετέσχαν και οι ίδιοι ως προσφοροδότες, σε τρίτους, οι ενάγοντες αρ. 1 έως και 6 («οι ενάγοντες» εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) διεκδικούν αποζημιώσεις. Συγκεκριμένα, αυτοί διεκδικούν (α) δίκαιη και εύλογη αποζημίωση και ή γενικές αποζημιώσεις για ζημιές και/ή απώλειες που υπέστησαν συνεπεία της ακυρωθείσας απόφασης των εναγομένων, (β) €25.629,02, ως ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές και/ή απώλειες που υπέστησαν συνεπεία της ίδιας απόφασης και (γ) γενικές αποζημιώσεις για μη χρηματικές βλάβες (non pecuniary damages) που υπέστησαν ένεκα της παραβίασης του δικαιώματός τους για δίκαιη δίκη καθώς και του περιουσιακού δικαιώματός τους. Διεκδικούν, τέλος, τόκους και έξοδα. Ως νομικό έρεισμα των αξιώσεών τους, οι ενάγοντες αναφέρουν τα Άρθρα 146.6, 23 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το Άρθρο 6.1 και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Η έκθεση απαίτησης καθορίζει την ακόλουθη βάση αγωγής: Οι ενάγοντες, επαγγελματίες αρχιτέκτονες, συμμετέσχαν, ως προσφοροδότες, στη δημόσια προσφορά υπ' αριθμόν 41/95 την οποίαν προκήρυξαν οι εναγόμενοι στις 24.5.95 και η οποία είχε ως αντικείμενο την εκπόνηση σχεδίων χρήσης γης, την επισκόπηση χωρών στάθμευσης, την αξιολόγηση παραδοσιακής αρχιτεκτονικής και την ανάλυση τοπολογίας οικοδομών και δημόσιων χώρων στην περιοχή του παλαιού Στροβόλου στην επαρχία Λευκωσίας («η δημόσια προσφορά»). Με απόφασή τους ημερ. 27.11.95 οι εναγόμενοι κατεκύρωσαν τη δημόσια προσφορά σε τρίτους. Οι ενάγοντες προσέβαλαν την απόφαση αυτή με την προσφυγή αρ. 115/96 και στις 8.5.98 εξασφάλισαν ακυρωτική απόφαση. Η πρωτόδικη ακυρωτική απόφαση επεκυρώθηκε από το Αναθεωρητικό Εφετείο στις 23.1.2001, στα πλαίσια της αναθεωρητικής έφεσης αρ.
- Έτσι, η απόφαση των εναγομένων ημερ. 27.11.95, δια της οποίας η δημόσια προσφορά κατεκυρώθηκε σε τρίτους αντί στους ενάγοντες, ακυρώθηκε οριστικώς και τελεσιδίκως. Με επιστολή τους προς τους εναγομένους ημερ. 25.10.01, οι ενάγοντες ζήτησαν να πληροφορηθούν για τα μέτρα που οι πρώτοι έλαβαν για να αποκατασταθεί η νομιμότητα και κατά πόσον αυτοί επανεξέτασαν το θέμα. Οι εναγόμενοι δεν απήντησαν, δεν απεκατέστησαν τη νομιμότητα και ούτε προέβηκαν σε επανεξέταση. Με δεύτερη προσφυγή αρ. 965/02 οι ενάγοντες προσέβαλαν την παράλειψη των εναγομένων να πράξουν τα δέοντα για να συμμορφωθούν με την προαναφερθείσα οριστική και τελεσίδικη απόφαση του Αναθεωρητικού Εφετείου. Η προσφυγή αρ. 965/02, εν τέλει, απεσύρθηκε αφού ο συνήγορος των εναγομένων, κατά τη δικάσιμο ημερ. 19.6.03, δήλωσε, ενώπιον του Δικαστηρίου, πως οι πελάτες του δεν θα επανεξέταζαν το θέμα και ότι οι ενάγοντες εδικαιούντο αποζημιώσεις. Εάν γινόταν δεκτή η προσφορά που υπέβαλαν, οι ενάγοντες θα αμοίβονταν με το ποσόν των €25.629,02 (ισόποσον των Λ.Κ.15.000). Οι ενάγοντες συνεχίζουν να υφίστανται ζημιές και απώλειες, χρηματικές και μη, λόγω της παράνομης κατακύρωσης της δημόσιας προσφοράς σε τρίτους και λόγω της άρνησης και/ή της παράλειψης των εναγομένων να τους αποζημιώσουν. Με την υπεράσπισή τους οι εναγόμενοι προβάλλουν, εν πρώτοις, τις εξής προδικαστικές ενστάσεις: (α) Οι ενάγοντες δεν απέκτησαν αγώγιμο δικαίωμα εφ' όσον κατεχώρισαν την προκείμενη αγωγή χωρίς προηγουμένως να τους απευθύνουν την αξίωσή τους για αποζημιώσεις. (β) Η αξίωση των εναγόντων είναι αβάσιμη εφ' όσον δεν υπάρχει ένδειξη ότι εάν επανεξετάζετο το θέμα η δημόσια προσφορά θα κατεκυρώνετο σε αυτούς. Επί της ουσίας, οι εναγόμενοι παραδέχονται τα γεγονότα που περιβάλλουν την προκήρυξη και την κατακύρωση της δημόσιας προσφοράς καθώς και όσα αφορούν στις τρεις δικαστικές διαδικασίες. Αρνούνται, όμως, όσα οι ενάγοντες ισχυρίζονται περί των διαμειφθέντων κατά τη δικάσιμο ημερ. 19.6.03, στα πλαίσια εκδίκασης της προαναφερθείσας προσφυγής αρ. 965/
- Εν τέλει, οι εναγόμενοι αρνούνται ότι οι ενάγοντες υπέστησαν και/ή υφίστανται οιεσδήποτε ζημιές και αρνούνται ότι αυτοί δικαιούνται οιεσδήποτε αποζημιώσεις. Κατεχωρίστηκε απάντηση δια της οποίας οι ενάγοντες, μεταξύ άλλων, υποστηρίζουν πως οι εναγόμενοι κωλύονται να αρνούνται παραδοχές που έγιναν εκ μέρους τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Η ακροαματική διαδικασία υπήρξε σύντομη. Για να αποδειχθεί η υπόθεση των εναγόντων κλήθηκε και κατέθεσε, ως μόνη μάρτυρας, η ενάγουσα αρ. 2 Αντωνία Θεοδοσίου (Μ.Ε.1). Επιπλέον της προφορικής της μαρτυρίας, αυτή κατέθεσε, ως τεκμήρια, και σωρεία εγγράφων: αντίγραφα των αποφάσεων στην προσφυγή αρ. 115/96 (τεκμήριο 1) και στην αναθεωρητική έφεση αρ. 2661 (τεκμήριο 2), τις επιστολές του δικηγόρου των εναγόντων προς το δικηγόρο των εναγομένων ημερ. 31.5.01 (τεκμήριο 3) και 25.10.01 (τεκμήριο 5), την επιστολή του δικηγόρου των εναγομένων προς το δικηγόρο των εναγόντων ημερ. 6.6.2001 (τεκμήριο 4), την προσφυγή αρ. 965/02 (έντυπο αρ. 1), την ένσταση στην προσφυγή αυτή (έντυπο αρ. 2) καθώς και τις γραπτές αγορεύσεις των διαδίκων (τεκμήρια 6 έως και 10, αντιστοίχως), το πρακτικό της δικασίμου ημερ. 19.6.03 στα πλαίσια εκδίκασης της προσφυγής αρ. 965/02 (τεκμήριο 11) και την επιστολή του δικηγόρου των εναγόντων προς το δικηγόρο των εναγομένων ημερ. 3.3.03 (τεκμήριο 12). Όλα τα τεκμήρια κατετέθησαν χωρίς ένσταση. Η πλευρά των εναγομένων δεν προσεκόμισε μαρτυρία. Προώθησε τις υπερασπίσεις της μέσω της αντεξέτασης της ενάγουσας αρ. 2 Αντωνίας Θεοδοσίου (Μ.Ε.1). Σημειώνω πως, από την αντεξέταση της μάρτυρος αυτής καθώς και από τον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης εκ μέρους των εναγομένων, φάνηκε πως η υπεράσπιση και, κατά συνέπειαν, η αντιδικία περιορίζεται στους εξής ισχυρισμούς: (α) Οι ενάγοντες δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα γιατί δεν απέδειξαν πως εάν η υπόθεση επανεξεταζόταν η δημόσια προσφορά θα κατακυρωνόταν σε αυτούς. Μετά την έκδοση της απόφαση στην αναθεωρητική έφεση αρ. 2661, οι εναγόμενοι δεν έλαβαν οιανδήποτε απόφαση και, εν πάση περιπτώσει, δεν έλαβαν απόφαση με την οποίαν να κατακυρώνουν τη δημόσια προσφορά στους ενάγοντες. Η δε προσφυγή αρ. 965/02, η οποία είχε ως αντικείμενο την παράλειψη των εναγομένων να επανεξετάσουν το θέμα, εν τέλει, απεσύρθηκε και απερρίφθηκε. (β) Η αγωγή είναι πρόωρη γιατί πριν καταχωριστεί, οι ενάγοντες δεν υπέβαλαν, προς τους εναγομένους, την αξίωσή τους για αποζημιώσεις ή για άλλη θεραπεία. Οι επιστολές ημερ. 31.5.01 (τεκμήριο 3), 25.10.01 (τεκμήριο 5) και 3.3.03 (τεκμήριο 12) δεν μπορούν να καλύψουν αυτό το κενό. (γ) Εν πάση περιπτώσει, δεν προσεκομίσθηκε επαρκής μαρτυρία (τιμολόγια, αποδείξεις κ.λ.π.) η οποία να δείχνει πως, πράγματι, οι ενάγοντες υπέστηκαν τις ζημιές που ισχυρίζονται. Τα όσα η ενάγουσα αρ. 2 Αντωνία Θεοδοσίου (Μ.Ε.1) κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγεγραμμένα στα πρακτικά της διαδικασίας. Αυτά ανταποκρίνονται και αντιστοιχούν στις δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων. Παρέλκει η πλήρης απόδοση της προφορικής και έγγραφης μαρτυρίας. Σύνοψη του μέρους της μαρτυρίας που εκάστοτε ενδιαφέρει θα παρατίθεται στο κατάλληλο στάδιο. Παραθέτω, επί του παρόντος, τα κάτωθι ως τα αναντίλεκτα γεγονότα. Εξ αρχής σημειώνω πως η τύχη της αγωγής θα κριθεί επί τη βάσει των γεγονότων αυτών. Αναντίλεκτα είναι τα εξής γεγονότα: (α) Με απόφαση του ημερ. 23.1.2001, το Αναθεωρητικό Εφετείο ακύρωσε, οριστικώς και τελεσίδικως, την απόφαση των εναγομένων ημερ. 27.11.95 να κατακυρώσουν την δημόσια προσφορά σε τρίτους. (β) Οι ενάγοντες συμμετέσχαν στη δημόσια προσφορά αρ. 41/95, ως προσφοροδότες, και η ακύρωση της απόφασης για την κατακύρωσή της σε τρίτους υπήρξε το αποτέλεσμα των δικών τους δικαστικών αγώνων. (γ) Έως και την καταχώριση της υπό συζήτησιν αγωγής οι εναγόμενοι δεν επανεξέτασαν το ζήτημα. (δ) Η προσφυγή αρ. 965/02, διά της οποίας οι ενάγοντες ζητούσαν την ακύρωση της παράλειψης των εναγομένων να επανεξετάσουν το ζήτημα, απεσύρθηκε και απερρίφθηκε στις 19.6.
- (ε) Οι μόνες επιστολές που στάλησαν από τους ενάγοντες προς τους εναγομένους, εν σχέσει με τη δημόσια προσφορά, είναι η επιστολή ημερ. 31.5.01 (τεκμήριο 3), η επιστολή ημερ. 25.10.01 (τεκμήριο 5) και η επιστολή ημερ. 3.3.03 (τεκμήριο 12). Αγορεύοντας, ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων υπεστήριξε πως, εν προκειμένω, ικανοποιούνται όλες οι νομοθετημένες και νομολογημένες προϋποθέσεις επιτυχίας της αγωγής. Ειδικότερα, ο κ. Κυριακόπουλος υπεστήριξε πως δεδομένων των όσων ο συνήγορος των εναγομένων αναφέρει στην επιστολή του ημερ. 6.6.01 (τεκμήριο 4) και των όσων αυτός εδήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 19.6.03, στα πλαίσια εκδίκασης της προσφυγής αρ. 965/02 (τεκμήριο 11), οι εναγόμενοι κωλύονται να εγείρουν τις συγκεκριμένες προδικαστικές ενστάσεις. Εν σχέσει με τις επιδιωκόμενες αποζημιώσεις, ο κ. Κυριακόπουλος υπεστήριξε πως απεδείχθηκαν οι ειδικές ζημιές των εναγόντων οι οποίες ισούνται με την τιμή της προσφοράς που αυτοί υπέβαλαν συμμετέχοντας στο επίδικο δημόσιο διαγωνισμό. Πρόκειται για το ποσόν των Λ.Κ.15.000 (ισόποσον των €25.629,02). Απεδείχθηκαν, επίσης, συνέχισε ο κ. Κυριακόπουλος, επικαλούμενος την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Voytenko ν. Ukraine, Application no. 18966/02, ημερ. 29.9.04, και οι μη χρηματικές ζημιές (non-pecuniary damages) που υπέστησαν οι πελάτες του εφ' όσον η παράλειψη των εναγομένων να συμμορφωθούν με την απόφαση στην αναθεωρητική έφεση αρ. 2661 αποτελεί και παραβίαση του περιουσιακού δικαιώματος των πελατών του (Άρθρο 23 του Συντάγματος) καθώς και του δικαιώματός τους για δίκαιη δίκη (Άρθρο 30 του Συντάγματος). Παραπέμποντας δε στην απόφαση Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1 Α.Α.Δ. 558 εισηγήθηκε την επιδίκαση, υπέρ των πελατών του, και ποσού όχι μικρότερου των Λ.Κ.5.000 ως αποζημίωση για τις παραβιάσεις αυτές. Αντίθετες απόψεις εξέφρασε, αγορεύοντας, ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων. Μεταξύ άλλων, ο κ. Πλαστήρας επέμεινε πως η απόσυρση της προσφυγής αρ. 965/02 εμπόδισε τη δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος υπέρ των εναγόντων. Είναι αναγκαίο να σκιαγραφήσω τα όσα η νομολογία ορίζει εν σχέσει με τις προϋποθέσεις δημιουργίας του αγώγιμου δικαιώματος που καθιερώνει το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος. Και επειδή, όπως προκύπτει από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων και τα αναντίλεκτα γεγονότα, οι εναγόμενοι δεν προέβηκαν σε επανεξέταση μετά την απόφαση στην αναθεωρητική έφεση αρ. 2661, όσα ακολουθούν αφορούν κυρίως στις προϋποθέσεις δημιουργίας αγώγιμου δικαιώματος λόγω της παράλειψης της διοίκησης να επανεξετάσει μετά την έκδοση ακυρωτικής απόφασης: Το αγώγιμο δικαίωμα για αποζημιώσεις μετά την έκδοση ακυρωτικής απόφασης από Δικαστήριο, κατά την άσκηση της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας, το οποίο καθιερώνει το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος, είναι ιδιόμορφο (cause sui generis). Οι προϋποθέσεις γένεσης του δικαιώματος αυτού καθώς και οι κανόνες καθορισμού του ύψους των αποζημιώσεων είναι ιδιαίτεροι και διαφέρουν από τους αντίστοιχους του κοινοδικαίου και της επιείκειας [Frangoulides ν. Republic
(1982)1 C.L.R 462]. Κατ' αρχάς, η ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης δεν θεμελιώνει αφ' εαυτής (ipso facto) και άνευ άλλου τινός δικαίωμα αποζημιώσεων από Πολιτικό Δικαστήριο. Μετά την ακυρωτική απόφαση, η διοίκηση έχει πρώτιστη και επιτακτική υποχρέωση να συμμορφωθεί ενεργώς με αυτήν και να αποκαταστήσει τη νομιμότητα, η οποία έχει τρωθεί με την, εν τέλει, ακυρωθείσα απόφασή της. Η υποχρέωση αυτή αποτελεί μια νόμω οφειλόμενη ενέργεια εφ' όσον επιβάλλεται δια του Άρθρου 146.5 του Συντάγματος. Ο επιτυχών διοικούμενος έχει αντίστοιχο δικαίωμα. Η αποκατάσταση της νομιμότητας προϋποθέτει, κατ' αρχήν, την εκ μέρους της διοίκησης αποκατάσταση των πραγμάτων στη νομική κατάσταση που ευρίσκοντο πριν από την ακυρωτική απόφαση καθώς και την επανεξέταση του ζητήματος. Η επανεξέταση θα πρέπει να γίνει επί τη βάσει των ευρημάτων του ακυρωτικού Δικαστηρίου όσον αφορά στα γεγονότα. Κάθε τέτοιο εύρημα δεσμεύει τη διοίκηση. Εφ' όσον υπάρξει δικαστική ακύρωση μιας απόφασής της και εφ' όσον η διοίκηση επιθυμεί να ενεργήσει νόμιμα, καλόπιστα και σύμφωνα με την ηθική και το δίκαιο (χρηστή διοίκηση) πρέπει να επανεξετάσει το ζήτημα και να λάβει νέα απόφαση λαμβάνοντας υπ' όψιν τους λόγους που οδήγησαν στην ακύρωση, εφαρμόζοντας τα ευρήματα του ακυρωτικού Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα και συμμορφούμενη προς τις υποδείξεις του [Νικόλας ν. Δημοκρατία
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 983, 1004]. Πλην όμως, η διοίκηση δεν ενεργεί πάντοτε ως υποδεικνύεται πιο πάνω. Ενδέχεται η διοίκηση να αρνηθεί να επανεξετάσει το ζήτημα ή ενδέχεται αυτή να αδρανήσει και να παραλείψει να προβεί σε επανεξέταση. Ενδέχεται, ακόμη, η διοίκηση να επανεξετάσει το ζήτημα κατά τρόπον πλημμελή και χωρίς να θεραπεύσει τα ελαττώματα που εντοπίστηκαν δια της προηγηθείσας ακυρωτικής απόφασης. Η παράλειψη της διοίκησης να επανεξετάσει το ζήτημα, αντιμετωπίζεται με νέο αναθεωρητικό έλεγχο. Εάν ο διοικούμενος, ο οποίος επέτυχε την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης η οποία τον εζημίωσε, διαπιστώσει πως το αρμόδιο διοικητικό όργανο ή η αρμόδια διοικητική αρχή παραλείπει να επανεξετάσει το ζήτημα, τότε αυτός νομιμοποιείται να προσφύγει εκ νέου στο αρμόδιο, για τον αναθεωρητικό έλεγχο, Δικαστήριο και να επιδιώξει την ακύρωση αυτής της παράλειψης [Νικόλας ν. Δημοκρατία (ανωτέρω) στη σελ. 1001 και στη σελ. 1005]. Εάν διαπιστωθεί η παρανομία της παράλειψης της διοίκησης να επανεξετάσει και εάν επιτευχθεί η ακύρωση της παράλειψης αυτής, τότε αρχίζει να σχηματίζεται το αγώγιμο δικαίωμα που καθιερώνει το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος. Για να ολοκληρωθεί το δικαίωμα αυτό απαιτείται, επιπλέον, (α) να αποδειχθεί πως ο διοικούμενος υπέστηκε ζημιά από την (ακυρωθείσα) παράλειψη επανεξέτασης ή υπέστηκε ζημιά ως άμεση συνέπεια της παράλειψης αυτής [Νικόλας ν. Δημοκρατία (ανωτέρω) στη σελ. 997 και στη σελ. 1002] και (β) ο ζημιωθείς διοικούμενος να έχει ήδη απευθυνθεί προς τη διοίκηση ζητώντας τις αποζημιώσεις ή την άλλη θεραπεία που πιστεύει ότι δικαιούται και η διοίκηση να μην τον έχει ικανοποιήσει [Νικόλας ν. Δημοκρατία (ανωτέρω) στις σελ. 1002-3]. Στις περιπτώσεις όπου η δικαστική ακύρωση αφορά στην παράλειψη επανεξέτασης μιας απόφασης δια της οποίας κατακυρώθηκε δημόσια προσφορά, τότε ο διοικούμενος που επέτυχε την ακύρωση αυτή και διεκδικεί αποζημιώσεις βαρύνεται να αποδείξει, μεταξύ άλλων, πως εάν γινόταν η παραληφθείσα επανεξέταση, η δημόσια προσφορά θα κατακυρωνόταν σε αυτόν. Μόνον έτσι θα αποκτούσε, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, έρεισμα η αξίωσή του για αποζημιώσεις [Εγγλεζάκη κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1992)1 Α.Α.Δ. 697, Μαυρονύχης ν. Αρχής Βιομηχανικής Καταρτίσεως
(1995)1 Α.Α.Δ. 612, Δήμος Αραδίππου ν. Γεωργιάδης
(2000)1 Α.Α.Δ. 1000, Νικόλας ν. Δημοκρατία (ανωτέρω) στη σελ. 1001 και Vnukovo Airlines (V.A.) κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 969]. Τέλος, εφ' όσον αποδειχθεί πως η (ακυρωθείσα) παράλειψη επανεξέτασης υπήρξε ζημιογόνος, επιδικάζονται αποζημιώσεις δίκαιες και εύλογες. Για τον προσδιορισμό του ύψους των δίκαιων και εύλογων αποζημιώσεων συνεκτιμούνται όλοι οι σχετικοί παράγοντες [Νικόλας ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) στη σελ. 1006]. Έχω διεξέλθει τα ενώπιόν μου δεδομένα και διαπιστώνω πως τα αναντίλεκτα γεγονότα, τα οποία καταγράφονται πιο πάνω, καθιστούν την αγωγή αβάσιμη. Παρά την οριστική και τελεσίδικη ακύρωση της απόφασης κατακύρωσης της δημόσιας προσφοράς σε τρίτους δεν έχει δημιουργηθεί αγώγιμο δικαίωμα υπέρ των εναγόντων. Και αυτό για δύο διακεκριμένους λόγους: Πρώτον, δεν προηγήθηκε η ακύρωση, μέσω του αναθεωρητικού δικαστικού ελέγχου, της παράλειψης των εναγομένων να επανεξετάσουν το ζήτημα μετά την έκδοση απόφασης στην αναθεωρητική έφεση αρ. 2661. Δεύτερον, πριν την καταχώριση της αγωγής, οι ενάγοντες δεν απηύθυναν τις συγκεκριμένες επίδικες αξιώσεις τους για αποζημίωση στους εναγομένους. Αναλυτικά: Η ορθή κίνηση των εναγόντων να προσβάλουν επί ακυρώσει την παράλειψη των εναγομένων να επανεξετάσουν δεν ολοκληρώθηκε. Εν τέλει, οι ενάγοντες απέσυραν τη σχετική προσφυγή αρ. 965/02 με αποτέλεσμα αυτή να απορριφθεί (τεκμήριο 11). Έτσι, δεν υπάρχει η απαιτούμενη δικαστική διαπίστωση πως οι εναγόμενοι παρανόμως παραλείπουν να επανεξετάσουν το ζήτημα. Είναι, βεβαίως, προφανές πως οι ενάγοντες προέβηκαν στην απόσυρση της προσφυγής αρ. 965/02 μετά από δηλώσεις του συνηγόρου των εναγομένων ενώπιον του Δικαστηρίου. Το πρακτικό της δικασίμου ημερ. 19.6.03 (τεκμήριο 11) αποκαλύπτει πως κατά την εκδίκαση της προσφυγής αρ. 965/02, στο στάδιο των διευκρινίσεων, ο συνήγορος των εναγομένων εδήλωσε πως «δεν θα μπορούσε να υπάρξει αποκατάσταση της νομιμότητας και κάθε επανεξέταση της υπόθεσης θα ήταν μάταιη εφ' όσον έχει γίνει εκτέλεση της ακυρωθείσας πράξης» και δέχθηκε πως οι ενάγοντες δικαιούνται αποζημιώσεις μέσω του Πολιτικού Δικαστηρίου. Μάλιστα, ο συνήγορος των εναγομένων επεχείρησε να διασκεδάσει τους φόβους του συνηγόρου των εναγόντων και εδήλωσε πως θα κωλυόταν να ισχυρισθεί τα αντίθετα σε διαδικασία ενώπιον του Πολιτικού Δικαστηρίου. Όμως, ό,τι διαμείφθηκε στις 19.6.03, στα πλαίσια εκδίκασης της προσφυγής αρ. 965/02, είναι αδιάφορο για σκοπούς θεμελίωσης του επίδικου αγώγιμου δικαιώματος. Η εκεί συμπεριφορά του συνηγόρου των εναγομένων, οι παραστάσεις και οι υποσχέσεις του, δεν υποκαθιστούν την ανάγκη για ύπαρξη ακυρωτικής απόφασης εν σχέσει με την παράλειψη των εναγομένων να επανεξετάσουν. Το γεγονός πως η προσφυγή αρ. 965/02 απεσύρθηκε (και απερρίφθηκε) εξ αιτίας των όσων ο συνήγορος των εναγομένων εδήλωσε ενώπιον του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου είναι προφανές. Παρ' όλα αυτά, ο ίδιος συνήγορος δεν κωλύεται να υποδεικνύει, στα πλαίσια της προκείμενης διαδικασίας, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις δημιουργίας αγώγιμου δικαιώματος υπέρ των εναγόντων. Και αυτό γιατί κατά τη δικάσιμο της 19.6.03, ο συνήγορος των εναγομένων δεν ισχυρίσθηκε ότι υπήρξε η απαιτούμενη (για τη δημιουργία του επίδικου αγώγιμου δικαιώματος) δικαστική ακύρωση της παράλειψης επανεξέτασης. Με άλλα λόγια, κατά τη δικάσιμο της 19.6.03, ο συνήγορος των εναγομένων δεν ισχυρίσθηκε τη συνδρομή ενός γεγονότος το οποίο τώρα αμφισβητεί. Σχετικώς σημειώνω πως ο κανόνας του κωλύματος (estoppel), δημιουργεί εμπόδιο σε έναν διάδικο να αρνηθεί ένα γεγονός το οποίο έχει προβάλει προηγουμένως. Τέτοιο κώλυμα μπορεί να δημιουργήσει είτε το δεδικασμένο (estoppel by record) είτε μια καταχώριση σε έγγραφα (estoppel by deed) είτε η συμπεριφορά του διαδίκου (estoppel by conduct ή estoppel in pais) [Παπακόκκινου ν. Δήμου Πάφου
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 2398, 2410-1 και Cross on Evidence, Seventeen edition, Butterworths, 1990, σελ. 73 επ]. Περαιτέρω, η αγωγή κρίνεται ως αβάσιμη και γιατί πριν καταχωρίσουν την αγωγή, οι ενάγοντες δεν αξίωσαν από τους εναγομένους τις αποζημιώσεις που τώρα διεκδικούν. Κατ' αρχάς, στις επιστολές ημερ. 31.5.01 (τεκμήριο 3) και 25.10.01 (τεκμήριο 5) δεν προσδιορίζονται οιαδήποτε ποσά ως οι αξιούμενες χρηματικές αποζημιώσεις. Στη δε επιστολή ημερ. 3.3.03 (τεκμήριο 12), η απαίτηση των εναγόντων για αποζημιώσεις περιορίζεται στο ποσόν των Λ.Κ.10.
- Όμως, δια της αγωγής διεκδικούνται ειδικές αποζημιώσεις της τάξης των Λ.Κ.15.000 (ισόποσον των €25.629,02) καθώς και γενικές αποζημιώσεις Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αγωγή κρίνεται ως αβάσιμη και απορρίπτεται. Εάν όμως, η κατάληξή μου αυτή κριθεί ως εσφαλμένη και εάν διαπιστωθεί πως τα γεγονότα της υπόθεσης θεμελιώνουν το επίδικο αγώγιμο δικαίωμα, σημειώνω και τα ακόλουθα όσον αφορά στις αποζημιώσεις: Καταθέτοντας, η ενάγουσα αρ. 2 Αντωνία Θεοδοσίου (Μ.Ε.1) ανέφερε πως οι ενάγοντες δικαιούνται, ως ειδικές αποζημιώσεις και/ή ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωση, το ποσόν των Λ.Κ.15.000 γιατί στο ποσόν αυτό ανερχόταν η οικονομική πρόταση που αυτοί υπέβαλαν συμμετέχοντας στο δημόσιο διαγωνισμό. Η μάρτυρας ανέφερε, επίσης, πως εάν η δημόσια προσφορά κατακυρωνόταν στους ενάγοντες, αυτοί θα είχαν νέες συναφείς επαγγελματικές ευκαιρίες και προσέθεσε πως, λόγω της αισθητής υπεροχής της τεχνικής πρότασης που υπέβαλαν, οι ενάγοντες είχαν την εύλογη πεποίθηση πως αυτοί θα ήσαν οι επιτυχόντες προσφοροδότες. Προετοιμάστηκαν, μάλιστα, να εκτελέσουν το έργο όχι μόνον ψυχολογικά, αλλά και πρακτικά, διευθετώντας το χρόνο τους. Παρακολούθησα τη μάρτυρα να καταθέτει και δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία πως αυτή υπήρξε ειλικρινής. Απευθύνθηκε στο Δικαστήριο με λόγο σταθερό, ήρεμο, άμεσο και συνεπή. Την κρίνω, ως εκ τούτου, αξιόπιστη. Περαιτέρω, μελετώντας την απόφαση στην προσφυγή αρ. 115/96 (τεκμήριο 1) καθώς και την απόφαση στην αναθεωρητική έφεση αρ. 2661 (τεκμήριο 2) διαπιστώνω πως η επανεξέταση του θέματος κατ' ακολουθίαν των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου καθώς και η αποκατάσταση της τρωθείσας νομιμότητας ήταν εφικτή. Εφ' όσον τα Αναθεωρητικά Δικαστήρια διεπίστωσαν ελλειπή διερεύνηση κάποιων κρίσιμων στοιχείων, τα οποία αφορούσαν στην αξιολόγηση της τεχνικής πρότασης των επιτυχόντων προσφοροδοτών, και συνακόλουθη πλάνη περί τα πράγματα, εφ' όσον αυτή η πλάνη ευνόησε τους επιτυχόντες προσφοροδότες, εφ' όσον, ακόμη και υπό αυτή την πλάνη, η τεχνική πρόταση των εναγόντων βαθμολογήθηκε πολύ υψηλότερα απ' ό,τι βαθμολογήθηκε η τεχνική πρόταση των επιτυχόντων προσφοροδοτών (η τεχνική πρόταση των εναγόντων βαθμολογήθηκε με 63.4 μονάδες ενώ η τεχνική πρόταση των επιτυχόντων προσφοροδοτών βαθμολογήθηκε με 58.8 μονάδες) και εφ' όσον η διαφορά στην τελική βαθμολογία (η βαθμολογία της οικονομικής και της τεχνικής πρότασης) ήταν οριακή (η τελική βαθμολογία των εναγόντων ήταν 61.46 μονάδες, ενώ αυτή των επιτυχόντων προσφοροδοτών ήταν 62.92), βάσιμα θεωρείται πως η σύννομη επανεξέταση θα οδηγούσε στην κατακύρωση της δημόσιας προσφοράς στους ενάγοντες. Με αυτά τα δεδομένα, και εάν ήθελε θεωρηθεί πως η αγωγή είναι βάσιμη, θα επιδίκαζα υπέρ των εναγόντων το ποσόν των €25.629,02 (ισόποσον των Λ.Κ.15.000) ως ειδικές αποζημιώσεις και ή ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωση. Δεν θα επεδίκαζα, όμως, αποζημιώσεις για μη χρηματικές ζημίες (non pecuniary damages), εφ' όσον δεν θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση η παράλειψη επανεξέτασης και, συνεπώς, η παράλειψη συμμόρφωσης με την απόφαση στην αναθεωρητική έφεση αρ. 2661 συνιστά παραβίαση των Άρθρων 23 και 30 του Συντάγματος. Βεβαίως, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ερμηνεύοντας πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αντίστοιχες με αυτές του Άρθρου 23 του Συντάγματος, απέδωσε στον όρο «περιουσία» ευρεία έννοια. Την επεξέτεινε σε ο,τιδήποτε αποτελεί «κεφάλαιο» και, άρα, σε ο,τιδήποτε μπορεί να θεωρηθεί ως περιουσιακό δικαίωμα. Μεταξύ άλλων, «περιουσία» αποτελούν μετοχές, προνόμια ευρεσιτεχνίας, συμβατικά δικαιώματα καθώς και δικαστικές αποφάσεις [Α.Ν. Λοΐζου, Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας, Λευκωσία 2001, στη σελ. 139]. Όμως, στην περίπτωση των δικαστικών αποφάσεων, ως «περιουσία» θεωρούνται αποφάσεις οι οποίες περιέχουν επιδίκαση, υπέρ του διαδίκου, συγκεκριμένου χρηματικού ποσού [Voytenko v. Ukraine (ανωτέρω)]. Οι δύο αποφάσεις των Αναθεωρητικών Δικαστηρίων που εδώ ενδιαφέρουν δεν περιέχουν επιδίκαση τέτοιου ποσού. Όμως, όπως εξηγώ πιο πάνω η αγωγή είναι αβάσιμη. Η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων αρ. 1 έως και
- (Υπ.) ............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο