MINERVA FINANCIAL SERVICES LTD ν. Ανδρέας Ιωάννου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2977/2005, 23 Μαρτίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A119 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2977/2005 Μεταξύ: MINERVA FINANCIAL SERVICES LTD Ενάγουσας και
- Ανδρέας Ιωάννου
- Χριστίνα Ιωάννου
- Φίλιππος Χατζηνικόλας
- Νίκος Ιωάννου
- Γιαννάκης Νικολάου Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερ. 9.11.2009 για τροποποίηση Ημερομηνία: 23 Μαρτίου, 2010 Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Λ. Δικωμίτη Για Εναγομένους 4 και 5 - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Κ. Κνώφος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση η Ενάγουσα επιζητεί διάταγμα τροποποίησης τόσο του τίτλου της αγωγής όσο και της Έκθεσης Απαίτησής της. Το μέρος της Αίτησης που αφορά την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης αντιμετώπισε την ένσταση των Εναγομένων. Συνοπτικά αναφέρω ότι η αγωγή αφορά απαίτηση για Λ.Κ. 37.407,34 πλέον τόκο, ποσό οφειλόμενο από τον Εναγόμενο 1 ως πρωτοφειλέτη και τους υπόλοιπους Εναγομένους ως εγγυητές του, δυνάμει Γραμματίου και/ή αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η Έκθεση Υπεράσπισης των Εναγομένων 1,2,4 και 5 καταχωρίστηκε στις 17.6.2005 και Απάντηση και Υπεράσπιση στις 1.7.
- Για τον Εναγόμενο 3 εκδόθηκε απόφαση στις 9.11.2005 λόγω παράλειψής του να καταχωρίσει εμφάνιση. Η αγωγή όσον αφορά τους Εναγομένους 1 και 2 αποσύρθηκε, με επιφύλαξη του δικαιώματος καταχώρισης νέας, στις 12.1.2007 και 17.6.2008 αντίστοιχα. Ακολούθως η αγωγή προωθήθηκε εναντίον των Εναγομένων 4 και
- Στις 23.10.2009 η πλευρά της Ενάγουσας ζήτησε αναβολή για να υποβάλει αίτηση τροποποίησης του τίτλου λόγω αλλαγής της ονομασίας της Ενάγουσας. Τελικά καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση για τροποποίηση στις 9.11.
- Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 θ. 2, Δ.25 και Δ.48 θ. 1,2 και 8 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Με το υπ' αρ. 1 αίτημα η Ενάγουσα επιδιώκει να τροποποιήσει τον τίτλο λόγω της αλλαγής της ονομασίας της Ενάγουσας σε «Minerva Financial Services Public Ltd», ενώ με το υπ' αρ. 2(α) αίτημα ζητά την προσθήκη στο τέλος της παραγράφου 1 της Έκθεσης Απαίτησης της φράσης «Κατά όλους τους επίδικους χρόνους η ονομασία της Ενάγουσας ήταν Minerva Finance & Investments Ltd, και σε μεταγενέστερο στάδιο μετονομάστηκε και σήμερα το όνομά της είναι Minerva Financial Services Public Ltd». Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων δήλωσε ότι δεν φέρει ένσταση στις τροποποιήσεις αυτές και συνεπώς θα εκδοθεί σήμερα σχετικό εκ συμφώνου διάταγμα. Με τα υπ' αρ. 2(β) και (γ) αιτήματα η Ενάγουσα επιδιώκει την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης με την προσθήκη στην παράγραφο 2, μετά τη λέξη «ανταλλάγματος», της φράσης «ήτοι την καταβολή σε αυτόν του ποσού των Λ.Κ. 25.000 ως δάνειο και/ή άλλως πως», καθώς και την αντικατάσταση του παρακλητικού Α της Απαίτησης με την ακόλουθη παράγραφο : «Λ.Κ. 37.407,34 δυνάμει γραμματίου και/ή συναλλαγματικής και/ή χρεωστικού ομολόγου και/ή δανείου και/ή αναγνώρισης χρέους και/ή αδικαιολόγητου πλουτισμού ως ανωτέρω αναφέρεται και/ή άλλως πως». Το υφιστάμενο παρακλητικό αναφέρεται σε Γραμμάτιο και/ή αδικαιολόγητο πλουτισμό και/ή άλλως πως. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Λ. Δικωμίτη, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων της Ενάγουσας, η οποία αναφέρει, σε σχέση με το 2(β) της αίτησης στο οποίο υπάρχει ένσταση, ότι κατά την προετοιμασία της αγωγής για ακρόαση «διαπιστώθηκε ότι εκ παραδρομής δεν συμπεριλήφθηκε η φράση που αναφέρεται στην παράγραφο 2(β) της αίτησης» και ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και δεν επηρεάζονται δυσμενώς οι Εναγόμενοι. Η Ένσταση καταχωρίστηκε στις 18.11.2009 και ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, οι ακόλουθοι: (α) Η Αιτήτρια με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρεί να εισαγάγει στα δικόγραφα μαρτυρία και/ή επιχειρήματα και/ή γεγονότα τα οποία είναι άσχετα ή αχρείαστα (β) Οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα φέρουν τους Καθ' ων η Αίτηση σε δυσμενή θέση η οποία δεν αποζημιώνεται με έξοδα (γ) Το αίτημα υποβάλλεται με μεγάλη καθυστέρηση - θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν στην Έκθεση Απαίτησης εξ αρχής οι ισχυρισμοί που επιχειρούνται να εισαχθούν (δ) Η Αιτήτρια κωλύεται και/ή απεμπόλησε το δικαίωμα να αξιώνει την ικανοποίηση του αιτήματος αυτού, το οποίο είναι κακόβουλο και/ή τίθεται εκ του πονηρού προς επίτευξη αλλότριων σκοπών και/ή η όλη στάση της Αιτήτριας συνιστά περιφρόνηση του Δικαστηρίου και αδιαφορία για την προώθηση και αποπεράτωση της υπόθεσης. (ε) Εάν επιτραπούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα εισαχθεί μαρτυρία στην Έκθεση Απαίτησης (στ) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζουν η νομοθεσία και η νομολογία για την ικανοποίηση των αιτούμενων θεραπειών, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις απόρριψης της αίτησης ως καταχρηστικής και/ή περιττής και/ή ενοχλητικής και/ή πρόωρης και/ή αβάσιμης και/ή απαράδεκτης. Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Θεονίτσας Κωνσταντίνου, υπαλλήλου στο γραφείο των δικηγόρων των Εναγομένων 4 και 5, η οποία αναφέρει ότι η Αιτήτρια ενεργεί κακόπιστα, στοχεύει στην πρόκληση ταλαιπωρίας και ζημιάς στους Εναγομένους και θα τους φέρει σε δυσμενή θέση η οποία δεν αποζημιώνεται με χρήμα. Αναφέρεται στην καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης εν όψει του ότι η ισχυριζόμενη ανάγκη για τροποποίηση θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή σε πολύ προγενέστερο στάδιο. Είναι η θέση της ότι η ολιγωρία και αδιαφορία που επέδειξε η Ενάγουσα για την προώθηση της υπόθεσής της ισοδυναμεί με περιφρόνηση της διαδικασίας και εάν επιτραπούν οι τροποποιήσεις θα επέλθει περαιτέρω καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης. Τέλος, η κα Κωνσταντίνου στην ουσία επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης (δ) και (στ). Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Η τροποποίηση δικογράφων διέπεται από τη Διαταγή 25 θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την τροποποίηση της δικογραφίας αποτέλεσαν το αντικείμενο πολλών Κυπριακών δικαστικών αποφάσεων. Οι σχετικές αρχές εκτίθενται περιεκτικά στην υπόθεση Ευριπίδου κ.α. ν. Καννάουρου
(1985)1 Α.Α.Δ. 24 και συνοψίστηκαν με μεγάλη σαφήνεια από τον τέως Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαστή τότε) Γ. Πική, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33 ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R. είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd., and Others v. Associated Newspapers Ltd. [1970] 2 All E.R. 754: «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here.» Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Χρίστου ν. Αζά ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στυλιανού Σάββα
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, η θεμελιακή αρχή που προκύπτει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Είναι επιθυμητό όπως όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 λέχθηκε ότι αναμφίβολα η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και όταν η ανάγκη για μια τέτοια τροποποίηση προκύπτει ως αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Βεβαίως το θέμα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560). Κυρίαρχος παράγοντας που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιόν του τις πραγματικές επίδικες διαφορές (βλ. Geto v. M/V Vladimir Vasiliev (Αρ.4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714, 716). Όπως λέχθηκε στην Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd (Αρ.1)
(1996)1 A.A.Δ. 162), σημαντικός παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξή τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο. Ο παράγοντας της καθυστέρησης είναι σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, αλλά δεν είναι καθοριστικός, υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη (βλ. Astor Manufacturing and Exporting Co. Ltd κ.α. v. A & G Leventis κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Εν τούτοις, όπου υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης και το όλο ζήτημα παραμένει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Η σημασία της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από ο,τιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή (SABA & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44). Αναφορικά με τον χρόνο κατά τον οποίο υποβάλλεται το αίτημα για τροποποίηση, σημειώνω ότι το σημαντικό δεν είναι η έκταση του χρόνου που διέρρευσε, αλλά το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης, και ο χρόνος που επέλεξε να δράσει προς αυτή την κατεύθυνση. Εν όψει της δήλωσης του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Εναγομένων ότι δεν υπάρχει ένσταση στα αιτήματα υπ' αρ. 1 και 2(α), καθότι αφορούν μόνο τη μετονομασία της Ενάγουσας, θα προχωρήσω στην εξέταση μόνο των αιτημάτων υπ' αρ. 2(β) και (γ) που αφορούν την τροποποίηση της παραγράφου 2 της Έκθεσης Απαίτησης και του παρακλητικού Α, στα οποία υπάρχει ένσταση. Μελετώντας την υπό κρίση Αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, σημειώνω κατ' αρχάς ότι δεν έχουν προσδιοριστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο τα στοιχεία που κατ' ισχυρισμόν επιβάλλουν τις τροποποιήσεις αυτές. Μοναδική αναφορά στην ένορκη δήλωση είναι ότι κατά την προετοιμασία της ακρόασης διαπιστώθηκε ότι εκ παραδρομής δεν συμπεριλήφθηκε η φράση που αναφέρεται στην παράγραφο 2(β) της Αίτησης, χωρίς όμως να εξειδικεύονται οποιαδήποτε στοιχεία που υποστηρίζουν ή καταδεικνύουν την αναγκαιότητα τέτοιας συμπερίληψης. Αναπόφευκτο αποτέλεσμα αυτής της έλλειψης αιτιολόγησης της αναγκαιότητας των επιδιωκόμενων τροποποιήσεων είναι να μην παρέχεται η δυνατότητα αξιολόγησης στον απαιτούμενο βαθμό. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι αυτό που επιδιώκεται να προστεθεί είναι μία πρόταση που απλώς διευκρινίζει ακριβώς ποιο ήταν το αντάλλαγμα για την υπογραφή του επίδικου Γραμματίου, το οποίο θα μπορούσε να λεχθεί ότι στην ουσία αποτελεί μαρτυρία, θεωρώ ότι ήταν υποχρέωση της Ενάγουσας να επεξηγήσει/προσδιορίσει τους λόγους γιατί αυτή θεωρεί επιβεβλημένο στο παρόν στάδιο να συμπεριληφθεί αυτή η φράση σε ένα δικόγραφο που συντάχθηκε το
- Ως προς το θέμα της καθυστέρησης, είναι αναμφίβολο ότι όλα τα σχετικά γεγονότα πρέπει να ήταν εν γνώσει της Ενάγουσας από τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής το
- Συνεπώς το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση των αιτημάτων και της καθυστέρησης στην υποβολή τους είναι ιδιαίτερα αυξημένο στην προκειμένη περίπτωση. Η αιτιολόγηση που δίδεται από την πλευρά της Ενάγουσας για τη διαπιστωθείσα καθυστέρηση είναι απλή παραδρομή. Δεν παραγνωρίζω, βεβαίως, την προαναφερόμενη νομολογία σύμφωνα με την οποία μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από ο,τιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Εν τούτοις, προϋπόθεση για την έγκριση είναι η κατάδειξη ότι η συγκεκριμένη τροποποίηση όντως είναι απολύτως αναγκαία επί της ουσίας ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων. Δηλαδή δεν θα πρέπει να απορριφθεί μια αίτηση τροποποίησης λόγω καθυστέρησης η οποία οφείλεται σε παραδρομή ή αβλεψία, εάν και εφόσον κρίνεται ότι η αίτηση δικαιολογείται επί της ουσίας. Στην υπό κρίση περίπτωση, επαναλαμβάνω ότι η Ενάγουσα έχει παραλείψει πλήρως να εκπληρώσει την υποχρέωσή της να προσδιορίσει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί επιβεβλημένες τις αιτούμενες στις παραγράφους 2 (β) και (γ) της Αίτησης τροποποιήσεις. Στην απουσία τεκμηρίωσης οποιασδήποτε βάσης για θεμελίωση του αιτήματος, σημειώνω ότι από μία ανάγνωση τόσο της υφιστάμενης Έκθεσης Απαίτησης όσο και των επιδιωκόμενων τροποποιήσεων υπό 2(β) και (γ) δεν προκύπτει αυταπόδεικτα σημαντική αναγκαιότητα σε σχέση με την υπόθεση της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων 4 και
- Υπενθυμίζω το γεγονός ότι έχει ήδη εκδοθεί απόφαση εναντίον του Εναγομένου 3 στη βάση της υφιστάμενης Έκθεσης Απαίτησης ως εγγυητή του Εναγομένου 1 στο επίδικο Γραμμάτιο, το οποίο κατατέθηκε μάλιστα ως Τεκμήριο προς απόδειξη της υπόθεσης εναντίον του, και το οποίο αναγράφει το αντάλλαγμα, ενώ η αγωγή όσον αφορά τον πρωτοφειλέτη Εναγόμενο 1, τον οποίο αφορά άμεσα το «αντάλλαγμα» για το Γραμμάτιο και το «δάνειο» στο οποίο αναφέρονται οι παράγραφοι 2(β) και(γ) της Αίτησης, αποσύρθηκε από τις 12.1.
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η αναγκαιότητα των αιτούμενων τροποποιήσεων προς τον σκοπό της ορθής απονομής της δικαιοσύνης μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων 4 και 5 για τους οποίους εκκρεμεί η αγωγή, και οι οποίοι σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης ενάγονται υπό την ιδιότητά τους ως εγγυητές βάσει ενός Γραμματίου, δεν έχει καταδειχθεί επαρκώς και δεν είναι κατάλληλη περίπτωση για έγκριση του αιτήματος. Ίσως εκ του περισσού, οφείλω να επισημάνω ότι η πρακτική της υποστήριξης αιτήσεων με ένορκη δήλωση δικηγόρου αντί του ιδίου του αιτητή (ή εξουσιοδοτημένου διευθυντή/υπαλλήλου όταν πρόκειται για νομικό και όχι φυσικό πρόσωπο) και δη του δικηγόρου ο οποίος θα χειριστεί την αίτηση κατά την ακρόασή της, έχει κατ' επανάληψη χαρακτηριστεί από τα Δικαστήρια ως ανεπιθύμητη, εν όψει του ασυμβίβαστου της παρουσίας ενός δικηγόρου και ως μάρτυρα σε υπόθεση πελάτη του. Παρομοίως, δεν θεωρώ ορθή την πρακτική υποστήριξης ενστάσεων με ένορκη δήλωση δικηγορικού υπαλλήλου, ο οποίος ''γνωρίζει'' κάποια γεγονότα μόνο από την κατοχή του φακέλου. Εν όψει όλων των πιο πάνω, τα αιτήματα υπό 2(β) και (γ) της Αίτησης απορρίπτονται. Ως προς τα αιτήματα υπό 1 και 2(α) για τα οποία δεν υπάρχει ένσταση, και τα οποία είναι αναγκαία ώστε να εμφανίζεται ορθά στην αγωγή η νέα ονομασία της Ενάγουσας, εκδίδεται εκ συμφώνου διάταγμα τροποποίησης ως οι παράγραφοι 1 και 2(α) της Αίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωριστεί εντός 10 ημερών από σήμερα και αντίγραφο να δοθεί στους συνηγόρους των Εναγομένων 4 και
- Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός περαιτέρω 10 ημερών. Τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση εντός περαιτέρω 10 ημερών. Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, όπως και όλα τα έξοδα που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης, επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση-Εναγομένων 4 και 5 και εναντίον της Αιτήτριας-Ενάγουσας. (Υπ.) .................. Σ.Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο