← Κύπρος

Χρίστου Κωσνταντίνου κ.α. ν. Ανδρέα Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Αγωγής: 7716/2004, 24 Μαρτίου, 2010

Χρίστου Κωσνταντίνου κ.α. ν. Ανδρέα Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Αγωγής: 7716/2004, 24 Μαρτίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A124 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7716/2004 Μεταξύ:

  1. Χρίστου Κωσνταντίνου μέσω της μητέρας του Παναγιώτας Κωνσταντίνου, η οποία ασκεί και τη γονική μέριμνα αυτού
  2. Costas G. Constantinou Developments Ltd Εναγόντων και
  3. Ανδρέα Χαραλάμπους
  4. Αιμίλιου Κωνσταντίνου Εναγομένων ------------------------------------- Ημερομηνία: 24 Μαρτίου, 2010 Για Ενάγοντες 1 και 2: κ. Χρ. Ιωαννίδης Για Εναγόμενο 1: κα Α. Κοζάκου με κα Μ. Ιωαννίδου Για Εναγόμενο 2: κα Λ. Αστραίου ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση αφορά δυστύχημα που επεσυνέβη στις 31.8.2002 γύρω στις 13:30 στην οδό Ηλυσίων στην Πάνω Λακατάμια. Ο Εναγόμενος 2 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΜΜ056, ιδιοκτησίας της Ενάγουσας 2, με κατεύθυνση προς τη Λεωφόρο Μακαρίου Γ΄. Ο Ενάγων 1, ηλικίας 12 ετών τότε, υιός του Εναγομένου 2, καθόταν στη θέση του συνοδηγού. Ο Εναγόμενος 1, οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής MW058, ήταν σταθμευμένος στην αριστερή πλευρά του δρόμου ως η πορεία του αυτοκινήτου του Εναγομένου
  5. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων στην Έκθεση Απαίτησης, ο Εναγόμενος 1 άνοιξε απότομα και απρόσεκτα τη θύρα του σταθμευμένου οχήματός του, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το αυτοκίνητο του Εναγομένου 2 και να τραυματιστεί ο Ενάγων 1 στο χέρι. Η θέση των Εναγόντων, όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης, είναι ότι το δυστύχημα οφείλεται στην αμέλεια των Εναγομένων 1 και 2, λεπτομέρειες της οποίας αναφέρονται στο εν λόγω δικόγραφο. Συνεπεία του δυστυχήματος, ο Ενάγων 1 υπέστη σωματικές βλάβες στο αριστερό χέρι για τις οποίες αξιώνει γενικές αποζημιώσεις, καθώς και ΛΚ346,87 (€592,66) ειδικές αποζημιώσεις. Το όχημα της Ενάγουσας 2, το οποίο οδηγούσε ο Εναγόμενος 2, υπέστη υλικές ζημιές εκ ΛΚ253 (€432,28), τις οποίες αξιώνει ως ειδικές αποζημιώσεις. Ο Εναγόμενος 1 καταχώρισε Έκθεση Υπεράσπισης στις 3.1.2007, στην οποία παραδέχεται ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Εναγόμενος 2 συγκρούστηκε με το δικό του, αλλά αρνείται τις λεπτομέρειες αμέλειας που του καταλογίζουν και ισχυρίζεται ότι το δυστύχημα οφείλεται στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια του Ενάγοντα 1 και του Εναγομένου
  6. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο 1, ο Ενάγων 1 επέβαινε στο αυτοκίνητο έχοντας το χέρι του εκτός του αυτοκινήτου, εκθέτοντας τον εαυτό του σε προβλεπτό κίνδυνο, και ενώ πλησίασε το αυτοκίνητο του Εναγομένου 1 δεν έβαλε το χέρι του εντός του αυτοκινήτου. Αρνείται δε τις λεπτομέρειες των σωματικών βλαβών του Ενάγοντα 1 και τις υλικές ζημιές της Ενάγουσας 2 και ισχυρίζεται ότι, αν προέκυψαν οποιεσδήποτε ζημιές στο αυτοκίνητο ΕΜΜ056, αυτό οφείλεται στην αμέλεια του Εναγομένου 2, ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο της Ενάγουσας 2 με τη συγκατάθεση και δια λογαριασμό της, και η οποία είναι εκ προσκτήσεως συνυπεύθυνη για την αμέλεια του οδηγού του αυτοκινήτου της. Ο Εναγόμενος 2 καταχώρισε Έκθεση Υπεράσπισης στις 18.10.2007, στην οποία παραδέχεται τις λεπτομέρειες αμέλειας του Εναγομένου 1, αλλά αρνείται ότι ο ίδιος επέδειξε οποιαδήποτε αμέλεια. Ισχυρίζεται ότι το επίδικο δυστύχημα και τυχόν τραυματισμοί και ζημιές οφείλονται στην αποκλειστική αμέλεια του Εναγομένου 1, ο οποίος παρέλειψε να ελέγξει την ασφάλεια του δρόμου ως προς τα διερχόμενα οχήματα προτού ανοίξει τη θύρα του οχήματός του, παρέλειψε να ασκήσει τη δέουσα παρατηρητικότητα και να αντιληφθεί το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος 2 και αλόγιστα και απότομα και χωρίς να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές άνοιξε τη θύρα του αυτοκινήτου του ΜW058 και προκάλεσε σύγκρουση με το αυτοκίνητο ΕΜΜ056, το οποίο εκινείτο νόμιμα και κανονικά εντός του δρόμου. Ο Εναγόμενος 2 αρνείται επιπλέον όλες τις λεπτομέρειες σωματικών βλαβών του Ενάγοντα 1 και ζημιών της Ενάγουσας 2 και αιτείται την απόρριψη της αγωγής. Οι Ενάγοντες καταχώρισαν απάντηση στις Υπερασπίσεις των Εναγομένων 1 και 2, στην οποία αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς που προβάλλονται σε αυτές. Ο Εναγόμενος 2 καταχώρισε Ειδοποίηση και στη συνέχεια Έκθεση Απαίτησης εναντίον του Εναγομένου 1, σύμφωνα με τη Διαταγή 10 θ. 12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία ισχυρίζεται ότι δικαιούται συνεισφορά/αποζημίωση από τον Εναγόμενο 1, λόγω του ότι το επίδικο δυστύχημα οφείλεται στην αποκλειστική ή συντρέχουσα αμέλεια του Εναγομένου
  7. Οι λεπτομέρειες της αμέλειας του Εναγομένου 1 επικεντρώνονται κυρίως στον ισχυρισμό για απότομο άνοιγμα της πόρτας του αυτοκινήτου του Εναγομένου
  8. Στις 28.1.2008 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα όπως το ζήτημα της ευθύνης του Εναγομένου 1 να αποζημιώσει τον Εναγόμενο 2 ή να συνεισφέρει σε σχέση με την απαίτηση των Εναγόντων, σε τέτοια έκταση όπως θα καθορίσει το Δικαστήριο, εκδικαστεί κατά την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν συνολικά πέντε μάρτυρες, τέσσερεις για την πλευρά των Εναγόντων και ένας για την πλευρά του Εναγομένου 1, και κατατέθηκε αριθμός τεκμηρίων. Σημειώνω ότι κατά την ακροαματική διαδικασία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι δήλωσαν ότι οι ειδικές ζημιές του Ενάγοντα 1 εκ Λ.Κ. 346,87 (€592,66) είναι παραδεκτές, όπως και το γεγονός ότι το όχημα ΕΜΜ056 που οδηγούσε ο Εναγόμενος 2 ανήκει στην Ενάγουσα 2 εταιρεία. Έγινε επιπλέον παραδεκτό το περιεχόμενο τριών ιατρικών πιστοποιητικών σε σχέση με τα τραύματα του Ενάγοντα 1, στα οποία θα αναφερθώ εκτενέστερα πιο κάτω. Ο Αστυφ. Χαράλαμπος Ηλία (Μ.Ε. 1) είχε εξετάσει το δυστύχημα και κατέθεσε τη σχετική Αστυνομική Έκθεση που ετοιμάστηκε βάσει της δικής του διερεύνησης, συμπεριλαμβανομένου του σχεδίου της σκηνής του δυστυχήματος που ετοίμασε, ως Τεκμήριο 1, το οποίο και επεξήγησε. Ο δρόμος είναι διπλής κατεύθυνσης, συνολικού πλάτους 6,70μ. χωρίς μεσαία διαχωριστική γραμμή. Το αυτοκίνητο του Εναγομένου 1 ήταν σταθμευμένο εντός του δρόμου δίπλα από το δυτικό πεζοδρόμιο. Υπήρχαν και άλλα σταθμευμένα οχήματα στην ίδια πλευρά του δρόμου. Ανέφερε επιπλέον ότι τα δύο ενεχόμενα οχήματα υπέστησαν ελαφριές υλικές ζημιές από τη μεταξύ τους επαφή κατά το δυστύχημα, και ότι ο Ενάγων 1 τραυματίστηκε στο χέρι και έτυχε περίθαλψης στο νοσοκομείο. Ο Εναγόμενος 1 κατηγορήθηκε για οδήγηση χωρίς άδεια κυκλοφορίας και ότι άνοιξε τη θύρα του οχήματός του και προκάλεσε δυστύχημα. Η ορατότητα ως η πορεία του Εναγομένου 2 ήταν καλή, καθότι ο δρόμος είναι ευθύς. Ο Μ.Ε. 1 κατέθεσε επιπλέον ότι ο φάκελος της υπόθεσης, όπου θα είχε καταγράψει τυχόν ισχυρισμό ότι ο Ενάγων 1 είχε το χέρι έξω από το αυτοκίνητο, το οποίο αποτελεί παράβαση των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, καταστράφηκε. Η θέση του είναι ότι η σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων επήλθε όταν άνοιξε η πόρτα του οχήματος του Εναγομένου 1 και ότι τα δύο οχήματα - το μονοκάμπινο ΕΜΜ056 και το μικρό σαλούν ΜW058 - υπέστησαν ελαφριές ζημιές. Στη συνέχεια κατέθεσε ο Ενάγων 1, ο οποίος σήμερα είναι 19 ετών. Ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο καθόταν στη θέση του συνοδηγού στο όχημα του πατέρα του (Εναγομένου 2) με το αριστερό χέρι ακουμπημένο σε οριζόντια θέση πάνω στο ανοικτό παράθυρο της πόρτας (κατά την αντεξέταση από τη συνήγορο του Εναγομένου 2 δέχθηκε ότι είχε μικρή κλίση του αγκώνα προς τα έξω). Καθώς προχωρούσαν, ακούστηκε ξαφνικά ένας θόρυβος και ένιωσε το χέρι του να τραβιέται αστραπιαία προς τα έξω. Τραυματίστηκε ο αγκώνας και ακολούθως η πόρτα του σταθμευμένου οχήματος συμπίεσε το χέρι του και δημιούργησε δεύτερο τραύμα, στο εσωτερικό του βραχίονα κάτω από τον αγκώνα, προκαλώντας του αφόρητο πόνο. Έκλαιγε πολύ και ο πατέρας του, μαζί με τον οδηγό ενός διερχόμενου εξ αντιθέτου οχήματος, ονόματι Μιχάλης Ιωαννίδης, τον μετέφεραν στο νοσοκομείο, όπου νοσηλεύτηκε στο Αγγειοχειρουργικό Τμήμα και στο Ορθοπεδικό Τμήμα (κατατέθηκαν σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά, Τεκμήρια 2 και 3) όπου παρέμεινε για μια βδομάδα. Ακολούθως, επισκέφθηκε ιδιώτες ιατρούς για να έχει μια δεύτερη γνώμη (Τεκμήρια 4 και 5). Ο Ενάγων 1 κατέθεσε ότι η ζωή του έχει αλλάξει παντελώς ένεκα του τραυματισμού στο χέρι, καθότι σκόπευε να κάνει πρωταθλητισμό Judo, ενώ τώρα περιορίζονται οι κινήσεις του και δεν μπορεί να κρατήσει βαριά αντικείμενα και να εργαστεί στην εταιρεία του πατέρα του ως οικοδόμος. Σήμερα είναι στρατιώτης, αλλά δεν μπορεί να λάβει μέρος σε ομαδικές ασκήσεις λόγω της ζημιάς στους τένοντές του. Κατά την αντεξέταση, ο Ενάγων 1 ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο έβλεπε μπροστά του, ο δρόμος δεν είχε κίνηση, υπήρχαν οχήματα σταθμευμένα στην αριστερή πλευρά του δρόμου και ότι δεν πρόσεξε το συγκεκριμένο όχημα του Εναγομένου 1 πριν τη σύγκρουση ούτε και την πόρτα του να ανοίγει. Ο πατέρας του δεν τον παρότρυνε να μην έχει το χέρι στο παράθυρο, καθότι οδηγούσε και έβλεπε τον δρόμο. Όταν τραβήχτηκε έξω το χέρι του, κοίταξε έξω και αντιλήφθηκε την ανοικτή πόρτα του οχήματος του Εναγομένου
  9. Διευκρίνισε ότι ο αγκώνας του κτύπησε πάνω στην άκρη/γωνία της πόρτας του εν λόγω οχήματος και ότι και τα δύο τραύματα στο χέρι του προκλήθηκαν από το κτύπημα του χεριού του στην εν λόγω πόρτα. Ανέφερε επιπλέον ότι ο πατέρας του (Εναγόμενος 2) εκινείτο σε απόσταση περίπου 1 μέτρου από τα σταθμευμένα οχήματα στην αριστερή πλευρά του δρόμου και διαφώνησε με όλες τις λεπτομέρειες αμέλειας εναντίον του Εναγομένου 2 στην Έκθεση Απαίτησης. Κατέθεσε επίσης ότι οι ιατροί τού είχαν αναφέρει ότι είχαν κοπεί οι τένοντες του χεριού, αλλά δεν καταγράφηκε στα ιατρικά πιστοποιητικά. Τόνισε δε την αδυναμία που αισθάνεται στο χέρι όταν κάνει κάποιες κινήσεις, κυρίως όταν κρατάει αντικείμενα. Ο Κώστας Σολέας (Μ.Ε. 3), βαφέας οχημάτων, κατέθεσε ότι στις 15.7.2004 «ίσιωσε» και έβαψε την πόρτα του αυτοκινήτου ΕΜΜ056 και χρέωσε τον Εναγόμενο 2, ο οποίος και τον εξόφλησε, Λ.Κ. 253 (τιμολόγιο Τεκμήριο 6), βάσει της εκτίμησης της ζημιάς που έκανε κάποιος εκτιμητής κάποιας ασφαλιστικής εταιρείας. Διευκρίνισε ότι η μοναδική ζημιά στο όχημα ήταν πλησίον του χερουλιού και ότι δεν υπήρχε καθόλου ζημιά στο καθρεφτάκι. Ως Μ.Ε. 4 κατέθεσε ο Εναγόμενος 2 [1], πατέρας του Ενάγοντα 1, οδηγός του οχήματος στο οποίο επέβαινε ο υιός του και το οποίο ανήκει στην εταιρεία του αδελφού του, Ενάγουσας 2, με την οποία συνεργαζόταν επαγγελματικά κατά τον επίδικο χρόνο. Σε σχέση με τις συνθήκες του επίδικου δυστυχήματος, ανέφερε ότι καθώς προχωρούσε στην οδό Ηλυσίων, υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα στην αριστερή πλευρά του δρόμου, ενώ εξ αντιθέτου εκινείτο το αυτοκίνητο του γείτονά του, Μιχάλη Ιωαννίδη. Τη στιγμή που το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος 2 περνούσε ακριβώς δίπλα και σε κοντινή απόσταση από το σταθμευμένο όχημα του Εναγομένου 1, ακούστηκε ένας θόρυβος. Κατέβηκε από το αυτοκίνητο και αντιλήφθηκε ότι την ώρα που περνούσε από δίπλα του, ο Εναγόμενος 1 είχε ανοίξει την πόρτα του, η οποία συγκρούστηκε με την πόρτα του μονοκάμπινου που οδηγούσε και προκάλεσε το τραύμα στο χέρι του υιού του. Κατέθεσε επιπλέον ότι ο υιός του τραυματίστηκε πάνω ψηλά στον ώμο και πιο κάτω, στους τένοντες στο εσωτερικό του βραχίονα πάνω από τον καρπό. Τον μετέφερε στο νοσοκομείο μαζί με τον Ιωαννίδη, ο οποίος έδωσε σχετική κατάθεση στην αστυνομία. Ανέφερε ότι τα τραύματα του υιού του εξακολουθούν να του δημιουργούν προβλήματα, καθότι δεν μπορεί να πιάσει βάρος και νοιώθει μειονεκτικά όταν φοράει κοντομάνικα μπλουζάκια, εφόσον φαίνονται τα σημάδια. Ανέφερε επίσης ότι κρατούσε κανονική απόσταση από τα σταθμευμένα οχήματα, λαμβανομένου υπόψη ότι ερχόταν όχημα και εξ αντιθέτου. Η ταχύτητά του ήταν αρκετά χαμηλή και ήταν προσεκτικός. Η πόρτα του σταθμευμένου οχήματος του Εναγομένου 1 δεν ήταν ανοικτή πριν περάσει από δίπλα του και δεν την είδε να ανοίγει. Παρομοίως, δεν είδε κατά πόσο το χέρι του υιού του ήταν τεταμένο έξω από το παράθυρο ή όχι. Ως προς τη ζημιά στο όχημα που οδηγούσε, ανέφερε ότι εφόσον η ζημιά ήταν μικρή και θα την επιβαρυνόταν ο ίδιος, εφόσον οι ασφάλειες τον είχαν πληροφορήσει ότι δεν θα πλήρωναν, καθυστέρησε να το πάρει για επιδιόρθωση. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 τη δήλωση σε σχέση με το δυστύχημα που υπέβαλε στην ασφαλιστική του εταιρεία δύο μέρες μετά το δυστύχημα. Σημειώνω ότι το περιεχόμενο των ιατρικών πιστοποιητικών, Τεκμήρια 2, 3 και 4 που κατατέθηκαν από την πλευρά των Εναγόντων έγινε παραδεκτό από τους συνηγόρους των Εναγομένων. Για την Υπεράσπιση κατέθεσε μόνο ο Εναγόμενος 1, ο οποίος ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο είχε σταθμευμένο έξω από το σπίτι του στην οδό Ηλυσίων 8 ένα παλαιό αυτοκίνητο, από το οποίο προσπαθούσε να αφαιρέσει το ραδιόφωνο, πριν το αποσύρει από την κυκλοφορία. Είχε πολλή ζέστη και καθώς καθόταν στη θέση του οδηγού και εργαζόταν σκυφτός για την αφαίρεση του ραδιοφώνου, είχε την πόρτα του οδηγού μισάνοιχτη, ακουμπημένη πάνω στο δεξιό του πόδι το οποίο ήταν έξω από το αυτοκίνητο. Η διακίνηση των οχημάτων στον δρόμο δίπλα του γινόταν με μεγάλη άνεση, καθότι ο δρόμος είναι πολύ φαρδύς. Μετά από δέκα και πλέον λεπτά, επήλθε κάποια σύγκρουση με την πόρτα του αυτοκινήτου του και άκουσε τον Ενάγοντα 1 να λέει ότι πονάει το χέρι του. Κατά την αντεξέταση, δέχθηκε ότι η θύρα του αυτοκινήτου του ήρθε σε επαφή με το άλλο όχημα. Δεν μπορούσε να αποκλείσει το ενδεχόμενο, καθώς είχε το πόδι ακουμπημένο έξω από την πόρτα κρατώντας την πόρτα ελαφρώς ανοιχτή, να την άνοιξε ξαφνικά με το πόδι του και να προκλήθηκε το επίδικο δυστύχημα. Αξιολογώντας την ενώπιόν μου μαρτυρία, σημειώνω ότι ο Μ.Ε. 1, αστυνομικός εξεταστής της υπόθεσης, υπήρξε ένας αντικειμενικός και ανεξάρτητος μάρτυρας, ο οποίος, όμως, δεν ήταν σε θέση να θυμάται λεπτομέρειες σε σχέση με τη διερεύνηση του δυστυχήματος και τις ζημιές στα εμπλεκόμενα οχήματα, λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει. Δεν είχε καν στην κατοχή του τον φάκελο της υπόθεσης, εφόσον, όπως ανέφερε, καταστράφηκε. Στην ουσία, η μαρτυρία του περιοριζόταν σε όσα περιείχε η Αστυνομική Έκθεση Τεκμήριο 1 και ειδικότερα το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, το οποίο είχε ετοιμάσει ο ίδιος κατά τον επίδικο χρόνο. Το σχέδιο, ως έχει νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος[2]. Όπως προκύπτει από το σχέδιο και δεν αμφισβητείται, υπήρχε σειρά από σταθμευμένα οχήματα στην ίδια πλευρά του δρόμου με αυτό του Εναγομένου 1 (δυτική), ενώ ο δρόμος είναι αρκετά πλατύς (6,70μ.). Το πιο ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας του Μ.Ε. 1, κατά την κρίση μου, είναι το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 κατηγορήθηκε από την αστυνομία για το ότι άνοιξε τη θύρα του οχήματός του και προκάλεσε δυστύχημα. Αναφορικά με τη μαρτυρία του Ενάγοντα 1, σημειώνω ότι ήταν φανερό ότι αυτός δεν υπήρξε απόλυτα ειλικρινής ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με τις συνθήκες του δυστυχήματος και ειδικότερα σε σχέση με τον τρόπο που είχε το χέρι του τοποθετημένο στο παράθυρο του αυτοκινήτου. Η εκδοχή του σε σχέση με το θέμα αυτό δεν με έπεισε, ούτε και μπορεί να αντέξει στη βάσανο της λογικής. Είναι παράλογο να επιμένει ότι είχε το χέρι ακουμπημένο οριζόντια πάνω στη θύρα του αυτοκινήτου, και αυτό να «τραβήχτηκε» προς τα έξω από το άνοιγμα της θύρας του σταθμευμένου οχήματος δίπλα από το οποίο περνούσε, και να υπέστη τους συγκεκριμένους τραυματισμούς στο εσωτερικό μέρος του αριστερού αντιβραχίονα. Η κοινή λογική και εμπειρία οδηγούν πιο εύκολα στο συμπέρασμα ότι μέρος του χεριού του Ενάγοντα 1 εξείχε από το παράθυρο του αυτοκινήτου, χωρίς βεβαίως να είναι σε θέση το Δικαστήριο με βάση την ενώπιόν του μαρτυρία να γνωρίζει την ακριβή θέση/τοποθέτηση του χεριού, και χωρίς να υπάρχει αμφιβολία ότι οι τραυματισμοί που υπέστη προκλήθηκαν συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος και της σύγκρουσης της θύρας οδηγού του οχήματος MW058 στο όχημα ΕΜΜ056 και στο χέρι του Ενάγοντα
  10. Σημειώνω επιπλέον ότι ήταν εμφανής, από τον τρόπο που ο Ενάγων 1 περιέγραφε τις σωματικές βλάβες και τις επιπτώσεις που είχαν στη ζωή του, η προσπάθειά του να μεγιστοποιήσει τη σοβαρότητα αυτών. Η προσπάθειά του αυτή ήταν κάπως υπερβολική, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των τραυμάτων και το περιεχόμενο των ιατρικών πιστοποιητικών που ο ίδιος κατέθεσε. Το μυϊκό έλλειμμα που παρατηρείται δεν είναι τόσο υπερβολικά άσχημο αισθητικά όσο προπάθησε να το παρουσιάσει και είναι πιο εμφανές μόνο κατά τον σχηματισμό γροθιάς. Ούτε και υπάρχει η σοβαρότατη ζημιά στους τένοντες που επέμεινε ότι του ανέφεραν οι ιατροί, αλλά δήθεν παρέλειψαν να καταγράψουν στα πιστοποιητικά. Όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία, ο Ενάγων 1 είναι στρατιώτης στην πρώτη γραμμή και όχι βοηθητικός, είναι καθόλα δραστήριος και σκοπεύει να σπουδάσει αρχιτεκτονική. Συνεπώς, η έκταση των τραυμάτων και οι τραγικές συνέπειες στη ζωή του ως αποτέλεσμα του δυστυχήματος που προσπάθησε να προβάλει δεν φαίνεται να ανταποκρίνονται πλήρως στην πραγματικότητα, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω τις σωματικές βλάβες που υπέστη και τις συνέπειες αυτών, ως περιγράφονται στα ιατρικά πιστοποιητικά που έγιναν αποδεκτά από όλες τις πλευρές. Η μαρτυρία του Μ.Ε. 3, βαφέα αυτοκινήτων, δεν ήταν ιδιαίτερα βοηθητική για την υπόθεση των Εναγόντων, καθότι διαφάνηκε ότι δεν είναι η Ενάγουσα 2, ιδιοκτήτρια του οχήματος ΕΜΜ056, που κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.253 για την επιδιόρθωση του εν λόγω οχήματος. Πέραν του ότι ο Εναγόμενος 2 πήρε το όχημα για επιδιόρθωση σχεδόν δύο χρόνια μετά το επίδικο δυστύχημα, το ποσό των Λ.Κ. 253 καταβλήθηκε στον Μ.Ε. 3 από τον Εναγόμενο 2 προσωπικά και όχι από την Ενάγουσα
  11. Ο Εναγόμενος 2 κλήθηκε από τους Ενάγοντες να καταθέσει ως Μ.Ε. 4, εν όψει του ότι ήταν ο οδηγός του οχήματος στο οποίο επέβαινε ο υιός του, Ενάγων
  12. Σημειώνω ότι σε σχέση με τις συνθήκες του δυστυχήματος, ο Εναγόμενος 2 υπήρξε ειλικρινής και δεν απέκρυψε το γεγονός ότι δεν είδε τη θύρα του σταθμευμένου οχήματος να ανοίγει απότομα και να κτυπά το χέρι του υιού του, ούτε και κατά πόσο ο υιός του είχε το χέρι τεταμένο έξω από το παράθυρο ή όχι (απλώς θεώρησε ότι πρέπει να ευσταθεί αυτό που του ανέφερε ο υιός του). Επιπλέον, η εκδοχή του συνάδει απόλυτα με τα όσα είχε αναφέρει στη δήλωση προς την ασφαλιστική εταιρεία Τεκμήριο 7 μόλις 2 μέρες μετά το δυστύχημα. Η κατάθεση της εν λόγω δήλωσης εμπίπτει εντός της εξαίρεσης στη γενική αρχή που υπαγορεύει ότι είναι απαράδεκτες ως μαρτυρία προηγούμενες δηλώσεις μάρτυρα που αποσκοπούν στην αυτοενίσχυσή του, καθότι στην αντεξέταση τού υποβλήθηκε ευθέως η θέση ότι οι ισχυρισμοί του, και ειδικότερα η αναφορά του ότι ερχόταν εξ αντιθέτου το αυτοκίνητο κάποιου Μιχάλη, ήταν αποτέλεσμα εκ των υστέρων σκέψης. Όπως λέχθηκε στην Μούρτζινος ν. Πλοίου «Galaxias» κ.ά.

(1992)1 Α.Α.Δ. 612 στη σελίδα 614 : «Ο ευρύτερος κανόνας είναι ότι προηγούμενες δηλώσεις μάρτυρα που συνάδουν με τη μαρτυρία του στο δικαστήριο και αποσκοπούν στην ενίσχυση του είναι άσχετες και σαν τέτοιες απαράδεκτες ως μαρτυρία. Η πιο σημαντική εξαίρεση στη γενική αυτή αρχή, που επιτρέπει την προσαγωγή της μαρτυρίας, είναι η περίπτωση που στην αντεξέταση ο μάρτυς κατηγορείται ανοικτά πως η σχετική μαρτυρία του αποτελεί πρόσφατο επινόημα ». Για όλους τους πιο πάνω λόγους, αποδέχομαι τη μαρτυρία του Εναγομένου 2 σε σχέση με τη δική του οδική συμπεριφορά κατά τον επίδικο χρόνο. Σε σχέση, όμως, με τα τραύματα του υιού του και την επίδραση που είχαν στη ζωή του, σημειώνω ότι η μαρτυρία του Εναγομένου 2 χαρακτηριζόταν από μεγάλη υπερβολή και εμπάθεια, κάτι το οποίο είναι, κατά την κρίση μου, ενδεικτικό της έντονης επιθυμίας του να επιτύχει ο υιός του την εκδίκαση σεβαστού ποσού αποζημιώσεων. Άλλωστε, δέχθηκε ότι ήταν πρόθυμος να καταθέσει στα πλαίσια της υπόθεσης των Εναγόντων και ότι επιθυμία του είναι να αποζημιωθεί δεόντως ο υιός του. Συναφώς, θεώρησε το γεγονός ότι ο υιός του κίνησε αγωγή εναντίον του απλώς νομικό ζήτημα, το οποίο αποφάσισαν οι δικηγόροι των ασφαλιστικών εταιρειών, και το οποίο δεν τον επηρεάζει προσωπικά. Μάλιστα, παραδέχθηκε ότι είναι ο ίδιος που έπαιρνε τον Ενάγοντα 1 στο γραφείο του δικηγόρου για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Ένα παράδειγμα του ένθερμου ζήλου του Εναγομένου 2 να μεγαλοποιήσει τη σοβαρότητα των τραυμάτων του υιού του, ήταν η επιμονή του ότι ο τελευταίος νοσηλεύτηκε στο Γενικό Νοσοκομείο για χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο των 7 ημερών, ενώ τα ιατρικά πιστοποιητικά που κατατέθηκαν και είναι παραδεκτά από όλες τις πλευρές καταδεικνύουν ότι επέστρεψε στο σπίτι μετά από 7 μέρες και μάλιστα κατόπιν υπογραφής του ιδίου του Εναγομένου
  1. Παρομοίως, επέμεινε ότι ο υιός του τραυματίστηκε σοβαρά στον ώμο, ενώ δεν προκύπτει τέτοιο τραύμα από τη μαρτυρία του Ενάγοντα 1 και τα ιατρικά πιστοποιητικά. Συνεπώς η μαρτυρία του για τα θέματα αυτά δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Ο Εναγόμενος 1 δεν μου προκάλεσε καθόλου θετική εντύπωση και δεν με έπεισε στην εκδοχή που προέβαλε σε σχέση με τις συνθήκες του δυστυχήματος και ειδικότερα σε σχέση με τις δικές του κινήσεις και τη θύρα του σταθμευμένου αυτοκινήτου του. Υπερτόνιζε και επαναλάμβανε συνεχώς ότι ο δρόμος ήταν πολύ πλατύς και ότι ήταν πολλή ζέστη, σε μια ατυχή προσπάθεια να δικαιολογήσει τον ισχυρισμό ότι είχε τη θύρα μισάνοιχτη ή ελαφρώς ανοιχτή συνεχώς και για αρκετά λεπτά πριν το δυστύχημα καθώς εργαζόταν εντός του αυτοκινήτου, προφανώς για να καταδείξει ότι όφειλαν ο Ενάγων 1 και ο Εναγόμενος 2 να τη δουν και να λάβουν μέτρα προφύλαξης. Ο ισχυρισμός αυτός, όμως, όχι μόνο δεν δικογραφείται στην Υπεράσπισή του, αλλά έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη μαρτυρία του Μ.Ε. 1, ο οποίος ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 1 κατηγορήθηκε από την αστυνομία για το ότι άνοιξε απότομα τη θύρα του αυτοκινήτου και προκάλεσε το δυστύχημα. Εξάλλου, κατά την αντεξέταση, δεν μπορούσε να αποκλείσει το ενδεχόμενο να άνοιξε απότομα τη θύρα με το πόδι του καθώς εργαζόταν σκυφτός για την αφαίρεση του ραδιοφώνου. Ήταν προφανές από τον τρόπο που κατέθεσε ότι όχι μόνο άνοιξε απότομα τη θύρα, αλλά ούτε και έλεγξε τον δρόμο πριν την ανοίξει, και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του αποτελούν εκ των υστέρων σκέψη προς αποφυγή των ευθυνών του για το δυστύχημα. Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας και δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 31.8.2002 γύρω στις 13:30 το μεσημέρι ο Εναγόμενος 2 οδηγούσε το μονοκάμπινο όχημα με αρ. εγγραφής ΕΜΜ056, το οποίο ανήκει στην Ενάγουσα 2 εταιρεία, στην οδό Ηλυσίων στην Πάνω Λακατάμια με βόρεια κατεύθυνση, στην αριστερή λωρίδα του δρόμου ως η πορεία του. Ο υιός του, Ενάγων 1, ηλικίας 12 ετών τότε, καθόταν δίπλα του στη θέση του συνοδηγού με το παράθυρο ανοικτό. Το συνολικό πλάτος του δρόμου είναι 6,70μ. Στην αριστερή πλευρά του δρόμου ως η πορεία του Εναγομένου 2 υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα, μεταξύ των οποίων και το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής MW058 το οποίο είχε την ίδια κατεύθυνση με το όχημα ΕΜΜ
  2. Στη θέση του οδηγού του εν λόγω οχήματος βρισκόταν ο Εναγόμενος
  3. Τη στιγμή που το όχημα EMM056 περνούσε δίπλα από το σταθμευμένο όχημα MW058, ο Εναγόμενος 1 άνοιξε τη θύρα του οδηγού με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με την αριστερή πλευρά του οχήματος στο σημείο της θύρας του συνοδηγού, να υποστούν ελαφριές ζημιές τα δύο οχήματα και να τραυματιστεί ο αριστερός αντιβραχίων του Ενάγοντα
  4. Ο τελευταίος διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου νοσηλεύτηκε μέχρι τις 7.9.
  5. Εν όψει του ότι δεν έχω αποδεχθεί την εκδοχή του Ενάγοντα 1 σε σχέση με τον τρόπο που είχε ακουμπημένο το χέρι του στο παράθυρο, σημειώνω ότι δεν υπάρχει ενώπιόν μου αξιόπιστη μαρτυρία σε σχέση με τον ακριβή τρόπο με τον οποίο είχε τοποθετημένο το χέρι του κατά τον επίδικο χρόνο. Η κοινή λογική, βεβαίως, υπαγορεύει ότι το χέρι εξείχε με κάποιο τρόπο από το παράθυρο. Το σημαντικό, όμως, για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, είναι ότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι τραυματισμοί που υπέστη ήταν συνεπεία του επίδικου οδικού ατυχήματος και ειδικότερα του ανοίγματος της θύρας του Εναγομένου 1 εντός της πλευράς του δρόμου όπου διέρχονταν οχήματα. Από την ενώπιόν μου μαρτυρία και ειδικότερα τα ιατρικά πιστοποιητικά Τεκμήρια 2,3 και 4 τα οποία έγιναν παραδεκτά, προκύπτει ότι ο Ενάγων 1 υπέστη κάκωση αριστερού αντιβραχίου και νοσηλεύτηκε αρχικά στο Χειρουργικό Τμήμα Καρδιάς, Αγγείων και Θώρακος του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Παρουσίαζε αιμάτωμα και οίδημα αριστερού αντιβραχιονίου, άλγος και αδυναμία κίνησης. Δεν υπήρχαν παθολογικά ευρήματα σε σχέση με την κινητικότητα και την αισθητικότητα του άκρου. Στις 2.9.2002 μεταφέρθηκε στον Ορθοπεδικό θάλαμο, όπου έγινε τοποθέτηση νάρθηκα για ακινητοποίηση. Η αισθητικότητα και αιμάτωση του αριστερού άνω άκρου ήταν φυσιολογική, ενώ από ακτινολογικό έλεγχο βεβαιώθηκε ότι το αριστερό άνω άκρο δεν είχε οστικό πρόβλημα. Στις 7.9.2002 ο Ενάγων 1 με δική του ευθύνη (υπογραφή πατέρα) επέστρεψε στην οικία του και παρακολουθείτο στην κλινική καταγμάτων για την πορεία του αιματώματος. Κατά την εξέταση του Ενάγοντα 1 στο Ορθοπεδικό Τμήμα στις 2.6.2003, δεν υπήρχε πόνος στο αριστερό αντιβράχιο και οι κινήσεις αγκώνα ήταν ανώδυνες. Ο ορθοπεδικός ιατρός του νοσοκομείου σημειώνει ότι κατά την ψηλάφηση διαπιστώνεται μυϊκό έλλειμμα στη μεσότητα με πιθανή μερική ρήξη καμπτήρων. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 4, πιστοποιητικό ιδιώτη ορθοπεδικού, η διάγνωση είναι τραυματική μερική ρήξη καμπτήρων στην περιοχή μέσου τριτημορίου αριστερού αντιβραχίου. Κατά την τελευταία εξέταση τον Ιούνιο 2004, ο Ενάγων 1 είχε πλήρη κινητικότητα αριστερού άνω άκρου με μόνιμο πλέον έλλειμμα (gap) προσθίων μυών, το οποίο γίνεται πιο εμφανές κατά τον σχηματισμό γροθιάς. Οπτικά διαπιστώνεται διόγκωση παλαμιαίας επιφάνειας, ατροφία και μείωση διαμέτρου αντιβραχίου μέσου τριτημορίου και φυσιολογικό περιφερικό τριτημόριο, καθώς και μόνιμη αλλαγή χροιάς δέρματος στην πρόσθια επιφάνεια στην περιοχή του τραυματισμού, η οποία φαίνεται περισσότερο κατά τον σχηματισμό γροθιάς. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 (εξέταση ΜRΙ) δεν έγινε αποδεκτό, ούτε και κλήθηκε ο ιατρός που το εξέδωσε να το επεξηγήσει (ο Ενάγων 1 που το κατέθεσε δεν ήταν βεβαίως σε θέση να το επεξηγήσει καθόλου) και συνεπώς δεν θα ληφθεί υπόψη. Ως προς το θέμα της αμέλειας, αυτό που θα πρέπει να εξακριβωθεί σε πρώτο στάδιο είναι κατά πόσο οι Εναγόμενοι επέδειξαν την αμέλεια που τους καταλογίζουν ο Ενάγοντες, και ακολούθως κατά πόσο υπήρξε οποιαδήποτε συντρέχουσα αμέλεια εκ μέρους των Εναγόντων, καταλήγοντας στον σχετικό καταμερισμό ευθύνης μεταξύ των διαδίκων (βλ. άρθρο 57 Κεφ. 148, Μαυρίδης ν. Dharaghji κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1013, Fitzgerald ν. Lane
(1988)1 All. E.R. 961, Πάφος Στόουν Εστ. Λτδ ν. Βαλαωρίτη κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 220). Όπως έχει νομολογηθεί, το κριτήριο για τον καταλογισμό τόσο της αμέλειας όσο και τυχόν συντρέχουσας αμέλειας είναι αντικειμενικό. Προσμετρά η αντικειμενική υπόσταση των πράξεων και οι εξ αντικειμένου συνέπειες των παραλείψεων του προσώπου που είχε το καθήκον επιμέλειας και όχι οι υποκειμενικοί λόγοι στους οποίους οφείλονται οι ενέργειες ή οι παραλείψεις. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στη Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 στη σελίδα 4: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια».[3] Σχετικό είναι και το άρθρο 51
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο προνοεί ότι αμέλεια συνίσταται στην τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο, ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε. Στη Βίκη ν. Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345 το Εφετείο, συνοψίζοντας τις αρχές που διέπουν το καθήκον επιμέλειας των οδηγών έναντι των άλλων ανθρώπων που χρησιμοποιούν τον δρόμο, αναφέρει: «... το μέτρο με το οποίο κρίνονται οι πράξεις προσώπων που χρησιμοποιούν το δημόσιο δρόμο, είναι εκείνο του μέσου συνετού ανθρώπου, και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ενός εκάστου ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για τη λήψη προφυλακτικών μέτρων μορφοποιείται ενόψει κινδύνου ο οποίος διαφαίνεται κατά λογική πρόβλεψη.» Η έννοια της αμέλειας ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, και η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, ήτοι την αντίληψη του συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού (βλ. Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 C.L.R. 387). Στην προκειμένη περίπτωση, είναι νομίζω προφανές ότι η ενέργεια του Εναγομένου 1 να ανοίξει τη θύρα του αυτοκινήτου στην πλευρά του δρόμου εντός της οποίας διακινούνται οχήματα, χωρίς να ελέγξει πρώτα ότι ήταν ασφαλές να το πράξει, αποτελεί παράβαση των καθηκόντων του έναντι των επιβαινόντων στα οχήματα που νόμιμα διακινούνταν στον εν λόγω δρόμο. Τόσο η άφεση θύρας μηχανοκινήτου οχήματος ανοικτής για διάστημα πέραν από το αναγκαίο για την επιβίβαση/αποβίβαση επιβατών ή για φόρτωση/εκφόρτωση αντικειμένων, όσο και το άνοιγμα θύρας προς την πλευρά που διακινούνται τα άλλα οχήματα, εκτός όταν η ενέργεια αυτή είναι απαραίτητη, εύλογα ασφαλής και δεν παρενοχλεί την κίνηση άλλων οχημάτων, απαγορεύονται βάσει του Κανονισμού 63(α) και (β) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του
  1. Πέραν αυτού, όμως, θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις η προαναφερόμενη πράξη του Εναγομένου 1 ήταν αμελής, καθότι ο κίνδυνος να συγκρουστεί η θύρα σε διερχόμενο όχημα και να προκληθεί δυστύχημα ήταν λογικά προβλεπτός. Καθήκον του Εναγομένου 1 προτού ανοίξει τη θύρα ήταν να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να το πράξει χωρίς να εμποδίζει την κίνηση άλλων οχημάτων και χωρίς να θέτει σε κίνδυνο οποιονδήποτε που χρησιμοποιούσε τον δρόμο. Ειδικότερα, όφειλε να ελέγξει εάν υπήρχε άλλο διερχόμενο όχημα πίσω του. Σχετικά με τον Εναγόμενο 2, σημειώνω ότι από την αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας προκύπτει ότι δεν εκινείτο επικίνδυνα ή με αυξημένη ταχύτητα εντός του δρόμου. Ούτε και είχε το χρονικό περιθώριο να ελιχθεί προς αποφυγή της σύγκρουσης. Όσον αφορά την απόσταση που τηρούσε από το σταθμευμένο στην αριστερή πλευρά του δρόμου όχημα, σημειώνω ότι πέρασε χωρίς πρόβλημα δίπλα από σειρά σταθμευμένων οχημάτων και επήλθε σύγκρουση μόνο όταν ανοίχθηκε η θύρα του σταθμευμένου οχήματος του Εναγομένου 1, η οποία, όπως κατέθεσε ο Μ.Ε. 1, ενδεχομένως να άνοιξε μέχρι και ένα μέτρο εντός του δρόμου. Εξάλλου, το αυτοκίνητο του Εναγομένου 1 ήταν σταθμευμένο εντός του δρόμου και ειδικότερα εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Εναγομένου
  2. Μάλιστα, λαμβάνοντας υπόψη το πλάτος του αυτοκινήτου του Εναγομένου 1 (1,60μ.) και το πλάτος της λωρίδας του Εναγομένου 2 (3,35μ., εφόσον ολόκληρος ο δρόμος ήταν 6,70μ.), το σταθμευμένο αυτοκίνητο κάλυπτε σχεδόν τη μισή λωρίδα κυκλοφορίας του Εναγομένου
  3. Επιπλέον, διερχόταν όχημα εξ αντιθέτου της πορείας του Εναγομένου 2 κατά τον επίδικο χρόνο. Συνεπώς, δεν μπορεί να λεχθεί ότι ο Εναγόμενος 2 επέδειξε οποιαδήποτε αμέλεια, ούτε και ήταν λογικά προβλεπτός ο κίνδυνος να ανοίξει απότομα η θύρα σταθμευμένου οχήματος χωρίς πρώτα να βεβαιωθεί ο οδηγός του ότι ήταν ασφαλές. Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών, και ο νουνεχής οδηγός μπορεί εύλογα να υποθέσει ότι, όπως ο ίδιος, έτσι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον επιμέλειας έναντι του ιδίου και άλλων οδηγών (βλ. Νικολαίδης κ.α. ν. Κλεοβούλου
(1992)1Α A.A.Δ. 422, Vamakides v. The Police
(1969)2 C.L.R. 1). Έχοντας καταλήξει στα πιο πάνω, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο υπάρχει συντρέχουσα αμέλεια εκ μέρους των Εναγόντων. Για να αποδειχθεί συντρέχουσα αμέλεια θα πρέπει να αποδειχθεί σφάλμα και υπαιτιότητα στον ενάγοντα λόγω της μη λήψης κατάλληλης προφύλαξης. Υπάρχει ευθύνη για συντρέχουσα αμέλεια εάν ο ενάγων όφειλε εύλογα να είχε προβλέψει ότι θα μπορούσε να ζημιωθεί αν δεν ενεργούσε όπως ένας λογικός άνθρωπος. Ένας ενάγων δεν είναι συνήθως υπόχρεος να προβλέψει ότι ένα άλλο πρόσωπο μπορεί να είναι αμελές, εκτός αν η πείρα δείχνει μια συγκεκριμένη αμέλεια να είναι συνηθισμένη κάτω από τις περιστάσεις (βλ. Χαριλάου ν. Νικολάου
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1460 και Βλάσιος ν. Αντωνίου
(1990)1 Α.Α.Δ. 815). Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας, ενώ οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά, αλλά από την πλατιά σκοπιά του μέσου συνετού πολίτη (βλ. Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 178, 183-184) Έχω ήδη απορρίψει την εκδοχή του Ενάγοντα 1 ότι δεν εξείχε το χέρι του καθόλου από το όχημα στο οποίο επέβαινε. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 62(γ) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, κάθε επιβάτης οχήματος έχει την υποχρέωση να μην προβάλλει από το όχημα ή από παράθυρο του οχήματος τα χέρια του ή οποιοδήποτε άλλο μέρος του σώματός του. Εν τούτοις, δεν κρίνω ότι η ενέργεια αυτή από μόνη της θα μπορούσε, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη ότι επρόκειτο για δωδεκάχρονο παιδί, να κριθεί αμελής υπό την έννοια που εξετάζεται για τους σκοπούς της παρούσας. Ούτε και μπορεί να λεχθεί ότι θα μπορούσε ένα παιδί να προβλέψει τη συγκεκριμένη συμπεριφορά του Εναγομένου 1, έτσι ώστε να λάβει μέτρα προφύλαξης. Ως προς την Ενάγουσα 2, είναι απλώς η ιδιοκτήτρια του οχήματος που οδηγούσε ο Εναγόμενος 2 και δεν έχει υποστηριχθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο από τους Εναγομένους ότι υπέχει συντρέχουσα αμέλεια. Λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβε χώραν το επίδικο δυστύχημα και τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, κρίνω ότι το δυστύχημα προκλήθηκε λόγω της αποκλειστικής αμέλειας του Εναγομένου 1 για τους λόγους που έχω αναφέρει πιο πάνω. Ως προς τη θέση του Εναγομένου 2, βάσει της Ειδοποίησης και των δικογράφων που καταχωρίστηκαν δυνάμει της Διαταγής 10 θ. 12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και του άρθρου 64 του Κεφ. 148, σημειώνω ότι, εν όψει της πιο πάνω κατάληξής μου ότι ο Εναγόμενος 2 δεν φέρει μέρος της ευθύνης για το δυστύχημα, δεν τίθεται θέμα καταμερισμού ευθύνης και καθορισμού του ποσοστού συνεισφοράς ή αποζημίωσης μεταξύ των Εναγομένων (βλ. Σπύρου (Ανήλικος) ν. Ανδρέου-Λανίτου κ.α.
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 1538). Σε αυτό το στάδιο θα προχωρήσω στην εξέταση του θέματος των ειδικών και γενικών αποζημιώσεων. Όπως έχει νομολογηθεί, οι Ενάγοντες έχουν την υποχρέωση να αποδείξουν αυστηρά τις ειδικές ζημιές που αξιώνουν (βλ. Κούνουνα κ.α. ν. Κώστα Κυριάκου & Υιού Λτδ κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 2126, Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, Bonham - Carter v. Hyde Park Hotel Ltd.
(1948)64 T.L.R. 177). Οι Ειδικές Ζημιές του Ενάγοντα 1 εκ ΛΚ346,87 (€592,66) έγιναν παραδεκτές και συνεπώς θα πρέπει να επιδικαστεί το ποσό αυτό ως ειδικές αποζημιώσεις προς όφελος του Ενάγοντα
  1. Ως προς τις Ειδικές Ζημιές της Ενάγουσας 2 εκ ΛΚ253 για την επιδιόρθωση του οχήματος ΕΜΜ056, σημειώνω ότι η μοναδική μαρτυρία που προσκομίστηκε ήταν αυτή του Μ.Ε. 3, ο οποίος κατέθεσε το σχετικό τιμολόγιο Τεκμήριο
  2. Εν τούτοις, το εν λόγω τιμολόγιο εκδόθηκε προς τον Εναγόμενο 2 και όχι την Ενάγουσα
  3. Παρομοίως, διαφάνηκε από τη μαρτυρία ότι είναι ο Εναγόμενος 2 που κατέβαλε το ποσό αυτό στον Μ.Ε. 3 για την επιδιόρθωση του αυτοκινήτου και δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία ότι επιβαρύνθηκε με οποιονδήποτε τρόπο ή υπέστη τη ζημιά αυτή η Ενάγουσα
  4. Συνεπώς, θεωρώ ότι η απαίτηση αυτή της Ενάγουσας 2 δεν έχει αποδειχθεί στον βαθμό που απαιτείται. Όσον αφορά στις σωματικές βλάβες του Ενάγοντα 1, επαναλαμβάνω ότι έχουν ως τα ιατρικά πιστοποιητικά Τεκμήρια 2,3 και 4 που είναι παραδεκτά από όλες τις πλευρές και που αναφέρονται αναλυτικά στη σελίδα 13 πιο πάνω. Το Δικαστήριο θα πρέπει να προβεί στην αποτίμηση της δίκαιης αποζημίωσης υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων, για τον φυσικό πόνο, την ταλαιπωρία και την απώλεια των ανέσεων και απολαύσεων της ζωής που υπέστη ο Ενάγων
  5. Από την απόφαση Ανδρέου ν. Θεμιστοκλέους
(2004)1Α Α.Α.Δ. 255 παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση, το οποίο κρίθηκε ότι απέδιδε ορθά τις βασικές αρχές που διέπουν τον υπολογισμό των γενικών αποζημιώσεων: «Οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι δίκαιες, λογικές και κοινωνικά αποδεκτές. Σκοπός είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και ζημιά του τραυματισθέντος χωρίς να τίθεται υπερβολικό βάρος επί του αδικοπραγήσαντος. Ο ανθρώπινος πόνος και δυσχέρεια πρέπει να αποτιμούνται με φιλελεύθερο πνεύμα, λόγω των πολλαπλών στερήσεων που προκαλούν οι αναπηρίες στα θύματα της αμέλειας και η γενική τάση είναι να αυξάνεται το ποσό των αποζημιώσεων, σε μια προσπάθεια πιο δίκαιης αποτίμησης του πόνου, λαμβανομένης υπόψη της συνεχούς μείωσης της αξίας του χρήματος. Όσον αφορά προηγούμενες αποφάσεις, αυτές μόνο καθοδήγηση παρέχουν, γιατί είναι σχεδόν αδύνατο να βρεθούν δύο υποθέσεις με τα ίδια ακριβώς στοιχεία. » Η νομολογία γενικότερα αποκαλύπτει σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων σε περιπτώσεις δυστυχημάτων, μια τάση που, όπως λέχθηκε στην Μαυροπετρή ν. Γεώργιου Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, στις σελ. 74 - 75: «αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και τη ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση από τις συνήθεις δραστηριότητες του ανθρώπου. Σταθερή είναι όμως η αρχή του δικαίου ότι οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι κοινωνικά παραδεκτές. Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία αλλά την αποκατάσταση. Αυτή τούτη η ατέλεια του χρήματος ως μέσο για αποκατάσταση, δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων.» Μελετώντας τα ιατρικά πιστοποιητικά Τεκμήρια 2,3 και 4 σε σχέση με τις σωματικές βλάβες που υπέστη ο Ενάγων 1, επισημαίνω ότι δεν φαίνεται να επιβεβαιώνονται τα παράπονα του Ενάγοντα 1 για λειτουργικά προβλήματα και δυσκολία χρήσης του χεριού για ανύψωση βαριών αντικειμένων κ.ο.κ. Αντίθετα, οι ιατροί πιστοποιούν ότι από το 2003 δεν υπάρχει πόνος στο αριστερό αντιβράχιο, ενώ έχει πλήρη κινητικότητα. Ούτε και χρειάστηκε, ευτυχώς, να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση. Αυτό που καταδεικνύουν τα πιστοποιητικά είναι ότι υπέστη αιμάτωμα και οίδημα αριστερού αντιβραχιονίου, χωρίς να υποστεί κάποιο οστικό ή λειτουργικό πρόβλημα. Αυτό που παρέμεινε είναι ένα μόνιμο μυϊκό έλλειμμα («gap») σε ένα σημείο της μυικής μάζας της εσωτερικής πλευράς του αριστερού αντιβραχίου, ένα βαθούλωμα δηλαδή, το οποίο είναι πιο εμφανές κατά τον σχηματισμό γροθιάς, όπως είναι και η αλλαγή χροιάς δέρματος στο εν λόγω σημείο. Δεν παραγνωρίζω, βεβαίως, το γεγονός ότι ο Ενάγων 1 υπέστη τα επίδικα τραύματα σε ηλικία 12 μόλις ετών και ότι αισθάνεται μια σχετική μειονεξία σε σχέση με την κατάσταση της εσωτερικής πλευράς του αντιβραχίονα, ειδικότερα από αισθητικής πλευράς. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Ενάγοντες, αγορεύοντας προς το Δικαστήριο, εισηγήθηκε ως δίκαιο ποσό γενικών αποζημιώσεων αυτό των €22.000, με αναφορά σε διάφορες αποφάσεις σχετικά με αποζημιώσεις για τραύματα στο χέρι. Εν τούτοις, σημειώνω ότι οι περιπτώσεις εκείνες διαφέρουν ουσιωδώς από την παρούσα, καθότι υπήρχαν σοβαρότερα τραύματα. Ενδεικτικά, αναφέρω ότι στη Swipe Ltd ν. Σταυρινού (Στυλλή)
(1998)1Δ Α.Α.Δ. 2375, όπου οι γενικές αποζημιώσεις επί πλήρους ευθύνης ανήλθαν στις ΛΚ8.000, υπήρχαν σοβαρά εγκαύματα και περιορισμός κινητικότητας των δακτύλων και της δυνατότητας για χειρωνακτική εργασία, στη G & L Calibers Ltd ν. Λεμεσιανού
(1993)1Β 948 (γενικές αποζημιώσεις ΛΚ 7.500), υπήρχε ακρωτηριασμός δείκτη δεξιού χεριού, ενώ στην Κυριάκου ν. Λοϊζίδη
(1999)1Α Α.Α.Δ. 414 (γενικές αποζημιώσεις ΛΚ 6.000) υπήρχαν κατάγματα στο δεξιό χέρι και τραύματα στο δεξιό γόνατο, μόνιμες ουλές και κάποιος περιορισμός κίνησης. Επεσήμανε, βεβαίως, ο ευπαίδευτος συνήγορος στην αγόρευσή του ότι ο Ενάγων 1 δεν επιζητεί αποζημιώσεις για την όποια μείωση της ικανότητάς του στην αγορά εργασίας, καθότι οι περιστάσεις δεν το δικαιολογούν, εφόσον προγραμμάτισε τη ζωή του ανάλογα (ως ανέφερε ο ίδιος ο Ενάγων 1, σκοπεύει να σπουδάσει αρχιτεκτονική). Από την άλλη πλευρά, η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του Εναγομένου 1 κατά την αγόρευσή της για το ύψος των αποζημιώσεων που θα εδικαιούτο ο Ενάγων 1 επί πλήρους ευθύνης, είναι €5.
  1. Αφού έλαβα υπόψη το είδος και τη φύση των κακώσεων που υπέστη ο Ενάγων 1, το περιεχόμενο των ιατρικών πιστοποιητικών, την ηλικία του, και τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη, κατέληξα ότι ένα ποσό της τάξεως των € 8.000 επί τη βάσει πλήρους ευθύνης θα αποτελούσε υπό τις περιστάσεις δίκαιη και εύλογη αποζημίωση. Όσον αφορά την επιδίκαση τόκου, σημειώνω ότι η αξίωση των Εναγόντων ως καταγράφεται στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, στην Έκθεση Απαίτησης, αλλά και στην αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου, περιορίζεται σε νόμιμο τόκο από τη μέρα καταχώρισης της αγωγής και συνεπώς δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω το θέμα αυτό. Συμπερασματικά των πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα 1 και εναντίον του Εναγομένου 1 για ποσό €592,66 ως ειδικές αποζημιώσεις και ποσό €8.000 ως γενικές αποζημιώσεις. Τα ποσά αυτά θα φέρουν νόμιμο τόκο από 4.8.2004 μέχρι εξοφλήσεως. Η απαίτηση του Ενάγοντα 1 εναντίον του Εναγομένου 2 απορρίπτεται, όπως απορρίπτεται και η απαίτηση της Ενάγουσας 2 εναντίον των Εναγομένων 1 και
  2. Τα έξοδα του Ενάγοντα 1 επιδικάζονται εναντίον του Εναγομένου 1, στην κλίμακα όλων των επιδικασθέντων ποσών. Τα έξοδα του Εναγομένου 2 επιδικάζονται εναντίον των Εναγόντων 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα. Δεν συμφωνώ με την εισήγηση του συνηγόρου των Εναγόντων ότι θα πρέπει να πληρωθούν από τον Εναγόμενο 1 ή να προστεθούν στα έξοδα που θα υπολογιστούν υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου 1, καθότι η αγωγή που καταχωρίστηκε περιλαμβάνει λεπτομέρειες αμέλειας εναντίον του Εναγομένου 2, τις οποίες οι ίδιοι οι Ενάγοντες όχι μόνο επέλεξαν, στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, να μην προωθήσουν, αλλά μάλιστα τον κάλεσαν ως μάρτυρα. Όσον αφορά τα έξοδα μεταξύ Ενάγουσας 2 και Εναγομένου 1, εν όψει της αποτυχίας της Ενάγουσας 2 να αποδείξει την υπόθεσή της, θεωρώ ότι, δεδομένου ότι έχει κριθεί ότι ο Εναγόμενος 1 ευθύνεται εξ ολοκλήρου για το επίδικο ατύχημα και έχουν επιδικαστεί εναντίον του τα έξοδα του Ενάγοντα 1, και δεδομένου ότι η εκδίκαση όλων των σημείων της αγωγής ήταν ταυτόχρονη, είναι ορθό όπως μη εκδώσω καμία διαταγή ως προς τα έξοδα μεταξύ Ενάγουσας 2 και Εναγομένου
  3. Νοείται ότι όλα τα πιο πάνω έξοδα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Σ. Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο έφεσης, όπως έχει λεχθεί στην Epiphaniou v. Hajigeorgiou
(1982)1 C.L.R. 609, από μόνη της η πιθανότητα εκδήλωσης κινδύνου και η παράλειψη λήψης μέτρων αποφυγής ενδεχόμενου κινδύνου, δεν συνιστά αμέλεια. Επίσης στη Ξυπτερά ν. Κυπριανού
(1997)1 Α.Α.Δ. 1696, αποφασίστηκε πως ο σώφρων οδηγός εύλογα μπορεί να αναμένει ότι, όπως ο ίδιος, έτσι και οι άλλοι θα εκπληρώνουν το καθήκον επιμέλειας έναντι του ιδίου και άλλων οδηγών και ότι το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων για κάθε πιθανότητα εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών. Έτσι, λέχθηκε περαιτέρω, πως δεν είναι εύλογα προβλεπτό ότι ένας οδηγός θα βρεθεί αντιμέτωπος με την απόφραξη του δρόμου μετά από μια στροφή. Αντίθετη ασφαλώς είναι η περίπτωση όπου υπάρχει μεγάλη πιθανότητα κινδύνου. (Δέστε και Panayiotou v. Mavrou
(1970)1 C.L.R. 215, 219). 241 Σε τελική ανάλυση, το θέμα της αμέλειας κρίνεται ανάλογα με τα περιστατικά και τις συνθήκες της κάθε περίπτωσης και με τις αρχές της εμπειρίας και κοινής λογικής. Θεωρούμε ότι ήταν εντός των ορίων της κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου να θεωρήσει, κάτω από τις συνθήκες, ότι δεν θα ήταν λογικό να αναμένεται από τον εφεσίβλητο-εναγόμενο 2 να λάβει οποιαδήποτε προληπτικά μέτρα στην προκειμένη περίπτωση για τον κίνδυνο αποκοπής της [1] Βλ. ενδιάμεση απόφαση ημερ. 4.11.2009 όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι, με βάση το Κεφ. 9, τη νομολογία και σχετικά νομικά συγγράμματα, ένας διάδικος είναι ικανός αλλά και εξαναγκάσιμος μάρτυρας με πρωτοβουλία του αντιδίκου του, με ορισμένες εξαιρέσεις οι οποίες όμως δεν ισχύουν στην παρούσα περίπτωση. [2] Βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου,
(1996)1Α ΑΑΔ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1388. [3] Βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.