← Κύπρος

Κρίνου Ζ. Μακρίδη ν. Βάσου Φτωχόπουλου κ.α., Αρ. Αγωγής: 6019/09, 26 Μαρτίου, 2010

Κρίνου Ζ. Μακρίδη ν. Βάσου Φτωχόπουλου κ.α., Αρ. Αγωγής: 6019/09, 26 Μαρτίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A125 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 6019/09 Μεταξύ: Κρίνου Ζ. Μακρίδη Ενάγοντα και

  1. Βάσου Φτωχόπουλου
  2. Ελενίτσας Ευτυχίου Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 13.10.2009 για Προσωρινό Διάταγμα Ημερομηνία: 26 Μαρτίου, 2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: Ο κ. Κλεοβούλου Για τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 - Καθ΄ων η Αίτηση: Ο κ. Τριλλίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αίτηση του ο Ενάγοντας ζήτησε μονομερώς το πιο κάτω διάταγμα: «
  3. Παρεμπίπτον απαγορευτικό Διάταγμα, το οποίο μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρου Διατάγματος του Δικαστηρίου, να απαγορεύει στους Εναγόμενους και/ή αντιπροσώπους τους και/ή συνεργάτες των να δημοσιεύουν με οποιονδήποτε τρόπο δυσμενή σχόλια για το πρόσωπο του Ενάγοντα και/ή επαναλάβουν δημοσιεύματα τα οποία αναφέρονται στον Ενάγοντα και περιέχονται στην έκδοση της μηνιαίας εφημερίδας «Ένωσις» στις εκδόσεις ημερομηνίας 25 Ιουλίου 2009 με σχόλια «Κρίνε, είσαι αιδώ», «Κρίνε βρωμάς», ημερομηνίας 29 Αυγούστου 2009 με σχόλια «Κρίνε, Κρίνε είσα 'δω;», «Κρίνε, ακόμη ν' αρχίσω μαζί σου» και ημερομηνίας 26 Σεπτεμβρίου 2009 με σχόλια «Ο Κρίνος είναι φκιόρο ή φρούτο;», «Κρίνε, είσαι ένα ελεεινό ανθρωπάκι!», «Κρίνε είσαι ένα αναξιόπιστο ψευταρίν» και/ή οποιοδήποτε άλλο δημοσίευμα το οποίο είτε ρητώς είτε με υπονοούμενο δυσφημίζει τον Ενάγοντα». Η Αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4, 5, 7 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν. 14/60αρ. 30 και 32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.Θ. 1, 2, 3, 8 και 9 και στις εγγενείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του κ. Κρινου Ζ. Μακρίδη, Ενάγοντα - Αιτητή. Ο κ. Μακρίδης αναφέρει ότι είναι επιχειρηματίας και ενασχολείται με τα εθνικά θέματα και εν γένει με την πολιτική, αρθρογραφεί, είναι γνωστός σε όλη την Κύπρο και από τον Αύγουστο 2008 ίδρυσε μαζί με άλλα άτομα το Κίνημα Ελληνικής Αντίστασης του οποίου και εξελέγη πρόεδρος. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 είναι Διευθυντής και Αρχισυντάκτης της μηνιαίας εφημερίδας «Ένωσις» η οποία κυκλοφορεί σε όλη την Κύπρο καθώς και στην Ελλάδα. Σε τρεις εκδόσεις της εφημερίδας, ισχυρίζεται ο Ενάγοντας, οι Εναγόμενοι ανέγραψαν στις κορυφές σελίδων της εφημερίδας τις φράσεις που αναφέρονται στο αιτητικό που παρατίθεται πιο πάνω. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι η προαναφερόμενη εφημερίδα πωλεί 3.000 φύλλα σε κάθε έκδοση και τα δημοσιεύματα αυτά περιήλθαν σε γνώση μελών της οικογένειας του, και πλήθος άλλους κόσμου, με αποτέλεσμα να πλήττεται η τιμή και η υπόληψη του, η καλή του φήμη και το καλό του όνομα, και να δημιουργείται το ενδεχόμενο να εκτεθεί σε χλεύη, περιφρόνηση, αποστροφή και αποφυγή από τους γνωστούς και συμπολίτες του, ενώ προκαλούν άγχος στον ίδιο και αναστάτωση στην οικογένεια του. Όπως ισχυρίζεται, οι συνέπειες και η ζημιά που προκαλούν σε αυτόν τα δημοσιεύματα πολλαπλασιάζονται, αφού οι Εναγόμενοι επαναλαμβάνουν αυτά σε κάθε έκδοση. Εισηγείται περαιτέρω ότι, εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, δεδομένου ότι ο διασυρμός του ιδίου και της οικογένειας του δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Μετά την επίδοση της Αίτησης, ο Εναγόμενος αρ. 1 - Καθ'ου η Αίτηση καταχώρησε την 16.11.2009 Ένσταση στην αίτηση η οποία στηρίζεται στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στο άρ. 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στο άρθρο 19 του Συντάγματος, στον περί Τύπου Νόμο, στο Νόμο 39/62 ο οποίος επικυρώνει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών μετά των Πρόσθετων Πρωτοκόλλων 2 και 10, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.Θ. 1 - 9, στην γενική πρακτική και σύμφητη εξουσία του Δικαστηρίου. Στην Ένσταση εκτίθενται 12 λόγοι ένστασης, τους οποίους και θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους: «
  4. Ο ενάγοντας δεν έχει καταδείξει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
  5. Ο ενάγοντας δεν έχει καταδείξει την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή του.
  6. Ο ενάγοντας δεν έχει δώσει καμία εξήγηση και δεν έχει προσκομίσει καμία μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ή ότι αυτός θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά από τη μη έκδοση του διατάγματος.
  7. Υπό το πρίσμα του ισοζυγίου της ευχέρειας (balance of convenience) δεν είναι δίκαιο ή εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
  8. Τυχόν έκδοση του διατάγματος θα ισοδυναμούσε με προληπτική λογοκρισία - πρακτική που πρέπει να αποδοκιμάζεται - , και θα διακύβευε το, κατοχυρωμένο από το Σύνταγμα και τις διεθνείς συμβάσεις, δικαίωμα στην ελευθερία της άποψης, στην απόλαυση του οποίου σπανίως τίθενται προσκόμματα.
  9. Το δικαστήριο δεν θα πρέπει να ασκήσει την άκως ευαίσθητης φύσεως, δικαιοδοσία του προς έκδοση τέτοιων διαταγμάτων καθότι δεν έχει προσκομισθεί, έστω και εκ πρώτης όψεως, μαρτυρια ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό ή ότι έγινε κακόβουλα.
  10. Η άκρως ευαίσθητη δικαιοδοσία του δικαστηρίου προς έκδοση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων ασκείται μόνο στις πλέον ξεκάθαρες περιπτώσεις δυσφήμισης και η παρούσα δεν είναι μία από αυτές.
  11. Από την καταχώριση της αίτησης μέχρι και την ημέρα εκδόσεως μεσολάβησε η έκδοση ενός φύλλου της εφημερίδας «Ένωσις» (31.10.2009) όπου ουδέν το, κατ' ισχυρισμόν, δυσφημιστικό δημοσιεύθηκε για τον Ενάγοντα, συνεπώς η δικαιολογητική βάση για έκδοση προσωρινού διατάγματος εξέλιπε.
  12. Η αίτηση για χορήγηση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος, ειδικά σε περιπτώσεις όπου η βάση της αγωγής είναι ο λίβελος, εγκρίνεται μόνο όταν συντρέχουν σωρευτικά, οι εξής προϋποθέσεις: (α) το δημοσίευμα είναι πέραν πάσης αμφιβολίας δυσφημιστικό, (β) το δημοσίευμα αποκλείεται να είναι αληθές, (γ) καμία από τις κατά νόμω προσφερθείσες υπερασπίσεις δεν μπορεί να επιτύχει, και (δ) υπάρχει μαρτυρία πρόθεσης επανάληψης του, κατ' ισχυρισμόν, δυσφημιστικού δημοσιεύματος. Στην παρούσα δεν πληρούται, ούτε σωρευτικά ούτε, καν, κατά μόνας, οι πιο πάνω προϋποθέσεις.
  13. Ο εναγόμενος 1 προτίθεται να προβάλει τις εξής υπερασπίσεις: (α) τα δημοσιεύματα δεν είναι δυσφημιστικά, (β) πρόκειται περί εντίμου σχολίου επί θέματος δημοσίου συμφέροντος το οποίο έγινε καλόπιστα.
  14. Ο ενάγοντας δεν προσήλθε με καθαρά χέρια στο δικαστήριο.
  15. Η Αίτηση του ενάγοντα είναι κακόπιστη και καταχρηστική». Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. Βάσου Φτωχόπουλου, Εναγομένου αρ. 1 - Καθ'ου η Αίτηση. Ο κ. Φτωχόπουλος αναφέρει οτι είναι διευθυντής της εφημερίδας «Ένωσις», αλλά η Εναγομένη αρ. 2 ουδεμία ανάμειξη είχε ή μπορούσε να έχει στην συγγραφή ή δημοσίευση των επίδικων επικεφαλίδων. Δέχεται ότι με την χρήση της λέξης «Κρίνος» εννοούσε όντως τον Ενάγοντα, και με το αρκτικόλεξο ΚΕΑ εννοούσε το Κίνημα Ελληνικής Αντίστασης του οποίου ο Ενάγοντας είναι πρόεδρος. Ισχυρίζεται ότι η προαναφερόμενη εφημερίδα δεν πουλάει 3.000 φύλλα, και το μέγιστο της κυκλοφορίας της ανήλθε σε μόλις 2.
  16. Είναι επίσης η θέση του ότι, δεδομένου ότι ο Ενάγοντας δεν έχει αναφέρει οπουδήποτε ότι τα δημοσιεύματα ειναι ψευδή ή κακόβουλα ή έστω δυσφημιστικά, η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι ελλειπής και ανεπαρκής. Όπως περαιτέρω αναφέρει ο Εναγόμενος αρ. 1 στην έκδοση του μηνός Οκτωβρίου 2009 ο ίδιος δημοσίευσε την φράση «Ο Κρίνος Μακρίδης μας έκανε αγωγή για λίβελο ζητώντας 10000 - 50000 ευρώ» γνωστοποιώντας στο αναγνωστικό κοινό το γεγονός αυτό, και εκθέτοντας περαιτέρω την δική του θέση. Είναι η θέση του Εναγόμενου αρ. 1 οτι ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει τις προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Επισημαίνει οτι η απουσία λεπτομερειών του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης οδηγεί στο ότι ο Ενάγοντας δεν έχει καταδείξει την ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται σε θεραπεία, αλλά και ότι αυτός απέτυχε επίσης να αποδείξει και την τρίτη προϋπόθεση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, ήτοι το ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση που αυτό δεν εκδοθεί, αφού πουθενά ο Ενάγοντας δεν ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 είναι αφερέγγυος ή ανίκανος να ικανοποιήσει οποιαδήποτε απόφαση τυχόν εκδοθεί εναντίον του. Το Δικαστήριο, εισηγείται ο κ. Φτωχόπουλος, θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό σε ότι αφορά στην αποστέρηση της ελευθερίας του λόγου και του τύπου στο αρχικό αυτό στάδιο, Συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων, αφού τυχόν έγκριση της Αίτησης θα ισοδυναμούσε με προληπτική λογοκρισία. Τέτοια δικαιοδοσία δεν θα πρέπει να ασκείται, όπως αναφέρει, παρά μόνο στις πλέον ξεκάθαρες περιπτώσεις. Περαιτέρω ο ομνύοντας αναφέρει ότι ο Ενάγοντας απέκρυψε από το Δικαστήριο το γεγονός ότι ο ίδιος με ενυπόγραφα άρθρα που κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο και στην εφημερίδα «Σημερινή», και τα οποία προηγήθηκαν των επίδικων, προέβη στην δημοσίευση δυσφημιστικών σχολίων κατά του Εναγομένου αρ. 1, ενώ περαιτέρω έχει γίνει λήπτης υβριστικών μηνυμάτων από μέλη του Κινήματος, και ηλεκτρονικής επιστολής από την ηλεκτρονική διεύθυνση του Κινήματος του οποίου προεδρεύει ο Ενάγοντας. Ένσταση καταχώρησε και η Εναγόμενη αρ. 2 στις 14.1.2010, όπου επιπρόσθετα με τους λόγους Ένστασης που εκθέτει ο Εναγόμενος αρ. 1, προβάλλει και ως λόγο Ένστασης το ότι «ουδεμία ανάμειξη με την έκδοση της εφημερίδας και/ή με την δημοσίευση των κατ' ισχυρισμόν δυσφημιστικών άρθρων είχε ή μπορούσε να έχει». Η Ένσταση της Εναγόμενης αρ. 2 έχει την ίδια νομική βάση με την Ένσταση που καταχώρησε ο Εναγόμενος αρ. 1, και συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της ιδίας. Όπως αναφέρει η κα Ευτυχίου, το όνομα της περιλαμβάνεται στην στήλη της εφημερίδας με τα στοιχεία ταυτότητας της εφημερίδας χάριν παιδίας και ένεκα της φιλικής της σχέσης με τον Εναγόμενο αρ.
  17. Η ίδια δεν ήταν και ουδέποτε υπήρξε αρχισυντάκτης ή είχε καθ' οιονδήποτε χρόνο γνώμη ή έλεγχο ή ευθύνη για το περιεχόμενο της εφημερίδας, ενώ δεν ασκεί κανένα καθήκον από αυτά που ασκεί ένας αρχισυντάκτης. Είναι φανερό, ισχυρίζεται, ότι η κατάρτιση της προαναφερόμενης στήλης είναι χιουμοριστική και δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, παραθέτοντας προς υποστήριξη του ισχυρισμού της αυτού και άλλα παραδείγματα. Ο δε Ενάγοντας, είναι η θέση της, γνωρίζει πως δεν είναι όντως αρχισυντάκτης, και την περιέλαβε στην αγωγή λόγω του ότι αυτός δεν διατηρεί φιλικές σχέσεις με τον σύζυγο της Άριστο Μιχαηλίδη διευθυντή σύνταξης στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος». Το γεγονός αυτό, κατά την εισήγηση της, καταδεικνύει και την κακοπιστία του Ενάγοντα. Οι δε ισχυρισμοί του Ενάγοντα που περιλαμβάνονται στην συμπληρωματική του Ένορκη Δήλωση, ότι αυτή επιτέθηκε και επέφερε στον πρώτο χτυπήματα, είναι αποκύημα της φαντασίας του Ενάγοντα ή σκόπιμη εκ μέρους του παραποίηση της πραγματικότητας προς ιδίον όφελος. Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, ο Ενάγοντας καταχώρησε την 8.1.2010 συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, στην οποία εισηγείται ότι τα επίδικα δημοσιεύματα δεν αποτελούν κρίση ή πολιτική συμπεριφορά, αλλά ύβρεις, ότι είναι εκ προοιμίου δυσφημιστικά και προκαλούν ηθική βλάβη και προσβολή της τιμής του ιδίου και της οικογένειας του. Είναι η θέση του ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας πρέπει να κλίνει υπέρ της εκδόσεως του Διατάγματος, ενώ ισχυρίζεται ότι η απαίτηση του Εναγομένου αρ. 1 να έχει το ελεύθερο της εξύβρισης του Ενάγοντα εν' ονόματι της μη προληπτικής λογοκρισίας και ελευθερίας του τύπου είναι απαράδεκτη. Ο κ. Μακρίδης εισηγείται ότι από την έκδοση της εφημερίδας «Ένωσις» ημερ. 31.10.2009 προκύπτει η προσπάθεια του Εναγομένου αρ. 1 να τον υπονομεύσει κακόβουλα, ενώ, παρά την προσπάθεια του ιδίου να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο ως νομοταγής εκδότης, και πάλι αφήνει υπαινιγμούς με σκοπό να εκθέσει τον Ενάγοντα. Τα γεγονότα αυτά καταδεικνύουν, εισηγείται, το ότι η μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα αφήσει τον Καθ'ου η Αίτηση να «αφηνιάσει» και να τον διασύρει ελεύθερα. Όπως ισχυρίζεται ο Ενάγοντας, ο Εναγόμενος «εφορμάται από αισθήματα φθόνου» για τον λόγο ότι ο Ενάγοντας ανέλαβε την πρωτοβουλία δημιουργίας ελληνοκεντρικού κινήματος, αντί του Εναγομένου αρ.
  18. Παρατηρώ ότι, στην συμπληρωματική του Ένορκη Δήλωση, ο Ενάγοντας παραθέτει με μεγάλη λεπτομέρεια γεγονότα τα οποία κατά την άποψη του καταδεικνύουν τον λόγο για τον οποίο ο Εναγόμενος αρ. 1 προβαίνει στα επίδικα δημοσιεύματα, θέματα, όμως, τα οποία δεν μπορούν να τύχουν εξέτασης στα πλαίσια της υπό εκδίκαση διαδικασίας. Επίσης αναφέρω ότι ούτε και τα όσα έχουν, κατά τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, γραφτεί σε σχέση με το Κίνημα Ελληνικής Αντίστασης είναι επίδικα, και άρα ούτε και αυτά θα τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας. Με σκοπό να προασπίσει το Κίνημα του, αναφέρει ο Ενάγοντας, προέβη όντως σε δημοσίευση του κειμένου στο οποίο έκανε αναφορά ο Εναγόμενος αρ. 1, και παραδέχεται ότι όντως αναφέρετο στον Εναγόμενο. Τον Ιούλιο 2009 επιδιωξε μέσω συγγενικού του προσώπου να συμφιλιωθεί με τον Εναγόμενο, αλλά αυτός συνέχισε να γράφει εναντίον του. Η δε Εναγόμενη αρ. 2 σε συλλαλητήριο για την επέτειο της εισβολής, στην παρουσία άλλων ατόμων, άρχισε να τον προπηλακίζει, καταφεύγοντας μάλιστα σε πραγματική επίθεση και κτυπήματα κατά του. Ο κ. Φτωχόπουλος στην απαντητική του Ένορκη Δήλωση αναφέρει ότι αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα που περιέχονται στην πιο πάνω Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση. Παρά το γεγονός ότι αποτελεί θέση του ότι τα όσα ο Ενάγοντας αναφέρει είναι άσχετα με την παρούσα διαδικασία, εκθέτει την δική του εκδοχή περί των γεγονότων αυτών, τα οποία, όμως, και έχω ήδη αναφέρει ότι δεν μπορούν να τύχουν εξέτασης στα πλαίσια της υπό εκδίκαση Αίτησης. Κατά την 9.2.2010 η Αίτηση προχώρησε σε ακρόαση. Αμφότεροι οι συνήγοροι περιορίστηκαν σε αγορεύσεις, χωρίς δηλαδή την αντεξέταση οποιουδήποτε εκ των Ενόρκως Δηλούντων, επικαλούμενοι τώρα και σχετική Νομολογία προς υποστήριξη των θέσεων τους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην διαδικασία αιτήσεων για προσωρινό διάταγμα το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την επιτυχία της αίτησης. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό είναι κάτι που θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (Jonitexo Ltd v. Adidas

(1983)1 CLR 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Η δικαιοδοτική βάση της Αίτησης είναι τα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του ΚΕΦ.6, καθώς και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου αναφέρεται στην εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει προσωρινά διατάγματα μονομερώς, πράγμα το οποίο δεν έχει γίνει στην υπό εξέταση περίπτωση, ενώ ούτε και το άρθρο 7 τυγχάνει εφαρμογής δεδομένου ότι αναφέρεται στο δικαίωμα του Δικαστηρίου να διατάξει τον Ενάγοντα να καταβάλει αποζημιώση στον Εναγόμενο σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι εκδοθέν διάταγμα ζητήθηκε για ανεπαρκείς λόγους. Το δε άρθρο 5 εφαρμόζεται όπου ζητείται διάταγμα που να περιορίζει συναλλαγές σχετικά με γη, πράγμα που επίσης δεν υφίσταται στην υπό εξέταση περίπτωση. Οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, και οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το εν λόγω άρθρο, είναι οι ακόλουθες: (α) Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά την δίκη (β) Να υπάρχει πιθανότητα ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία (γ) Το ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αν ικανοποιούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 CLR 557). Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, έχει λεχθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Η δε δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι η ύπαρξη πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Ο Αιτητής απλά πρέπει να καταδείξει ότι έχει μια ορατή δυνατότητα επιτυχίας (Odysseos v. Pieris Estates and Others, πιο πάνω, στη σελ.569 και επόμενες). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Στην υπόθεση Παναγίδη ν. Παναγίδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 396 αναφέρθηκε ότι πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στους Ενάγοντες των θεραπειών που δικαιούνται σύμφωνα με τον Νόμο. Στην υπόθεση Timberland v. Evans
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179 τονίστηκε ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την ψηλή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του Αιτητή. Ως προς τις αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου βλ. Κοτ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ Ε 255, Karydas Taxi Co. Ltd v. Κomodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, M & M Transport Co Ltd v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 CLR 695, Bacardy & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788 και Pariko Aluminium Designs v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ
  1. Από ανάγνωση του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, της Έκθεσης Απαιτήσεως, καθώς και της ενώπιον μου μαρτυρίας στα πλαίσια της υπό εξέταση Αίτησης, προκύπτει ότι η αξίωση του Ενάγοντα εδράζεται στην κατ' ισχυρισμό δημοσίευση εκ μέρους των Εναγομένων δυσφημιστικών δημοσιευμάτων στην Εφημερίδα «Ένωσις» κατά τις 25.7.2009, 29.8.2009 και 26.9.
  2. Το άρθρο 17 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, το οποίο αποτελεί κωδικοποίηση του κοινού δικαίου, αναφέρει τα εξής: «
(1)Η δυσφήμιση συνίσταται στην δημοσίευση από οποιοδήποτε πρόσωπο με έντυπο, γραπτό, ζωγραφιά, ομοίωμα, χειρονομίες, λόγια, ή άλλους ήχους ή με κάθε άλλο μέσο οποιασδήποτε φύσης, περιλαμβανομένης και της εκπομπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημοσιεύματος το οποίο: (α) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο έγκλημα, ή (β) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσια θέση, ή (γ) εκ φύσεως τείνει στο να βλάψει ή να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη άλλου προσώπου στο επάγγελμα, επιτήδευμα, την εργασία, απασχόληση ή τη θέση του, ή (δ) ενδέχεται να εκθέσει άλλο πρόσωπο σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη, ή (ε) ενδέχεται να προκαλέσει την αποστροφή ή αποφυγή οποιουδήποτε προσώπου από άλλους. ...........................................» Κρίνω επίσης σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το άρθρο 19 του ιδίου Νόμου: «Σε αγωγή για δυσφήμιση αποτελεί υπεράσπιση: (α) ότι το δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή ήταν αληθές: Νοείται ότι, όταν το δυσφημιστικό δημοσίευμα περιέχει δύο ή περισσότερες ξεχωριστές κατηγορίες κατά του Ενάγοντα, υπεράσπιση βάσει της παραγράφου αυτής δεν καταρρίπτεται για μόνο τον λόγο ότι δεν αποδεικνύεται το αληθές κάθε μιας κατηγορίας, αν το μέρος του δημοσιεύματος που δεν αποδείχτηκε ως αληθές δεν βλάπτει ουσιωδώς την υπόληψη του ενάγοντα, αφού ληφθεί υπόψη το αληθές των υπόλοιπων κατηγοριών· (β) ότι το δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή ήταν έντιμο σχόλιο για θέμα δημοσίου συμφέροντος: Νοείται ότι όταν το δυσφημιστικό δημοσίευμα συνίσταται εν μέρει στον ισχυρισμό γεγονότων και εν μέρει στην έκφραση γνώμης, υπεράσπιση έντιμου σχολίου δεν καταρρίπτεται για μόνο τον λόγο ότι δεν αποδεικνύεται το αληθές κάθε ισχυρισμού γεγονότος, αν η έκφραση γνώμης αποτελεί έντιμο σχόλιο αφού ληφθούν υπόψη αυτά τα οποία ισχυρίζονται ή αναφέρονται στο δυσφημιστικό δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή τα οποία αποδεικνύονται: Νοείται περαιτέρω ότι η βάσει της παραγράφου αυτής υπεράσπιση δεν επιτυγχάνει αν ο ενάγων αποδείξει ότι η δημοσίευση δεν έγινε καλή τη πίστει εντός της έννοιας του εδαφίου
(2)του άρθρου 21 του Νόμου αυτού. (γ) ότι η δημοσίευση του δυσφημιστικού δημοσιεύματος ήταν προνομιούχα δυνάμει των άρθρων 20 και 21· (δ) ότι η δυσφήμιση έγινε χωρίς πρόθεση δυνάμει του άρθρου 22». Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα, των κ.κ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, στην σελίδα 61, «δεν είναι ανάγκη να καταδειχθεί ότι κάποιος πίστεψε το δημοσίευμα ή τη δήλωση, και το αδίκημα διαπράττεται έστω και αν το πρόσωπο στο οποίο έγινε η δημοσίευση δεν πίστεψε τη δήλωση ή ακόμη γνώριζε ότι ήταν αναληθής». Επίσης, ως αναφέρεται στο ίδιο σύγγραμμα στην σελίδα 62, για να πετύχει ο Ενάγοντας σε αγωγή για δυσφήμιση πρέπει να αποδείξει τρία συστατικά στοιχεία, ήτοι: «(α) ότι το δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό· (β) ότι τούτο αναφερόταν σε αυτόν· (γ) ότι δημοσιεύτηκε». Ως προς τις αρχές που διέπουν την εκδίκαση υποθέσεων λιβέλλων καθώς και σε ποίες περιπτώσεις δικαιολογείται ο περιορισμός του Συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης βλ. μεταξύ άλλων Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Αλωνεύτη,
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1863, Λουκής Λουκαϊδης ν. Εκδοτική Εταιρεία Αλήθεια Λτδ,
(2003)1 Α.Α.Δ. 22). Από τις Ένορκες Δηλώσεις που συνοδεύουν τόσο την Αίτηση όσο και την Ένσταση, προκύπτει ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 προέβη στην δημοσίευση των λέξεων που αναφέρει ο Ενάγοντας στην εφημερίδα «Ένωσις», στην οποία και αναγράφεται το όνομα της Εναγόμενης αρ. 2 ως αρχισυντάκτριας. Οι λέξεις αυτές, ή μερικές από αυτές, υπάρχει περίπτωση να κριθούν ότι εκθέτουν τον Ενάγοντα σε περιφρόνηση και χλεύη. Με δεδομένα τα όσα ανέφερα πιο πάνω, εκ πρώτης όψεως, και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε ευρήματα, από την εξέταση της ενώπιον μου μαρτυρίας, βρίσκω ότι υπάρχει περίπτωση να έχει λάβει χώρα η δημοσίευση δυσφημιστικών δημοσιευμάτων και/ή λιβέλλων από τους Εναγόμενους. Η διαπίστωση αν όντως τα πάνω έλαβαν χώρα, καθώς και οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτά έγιναν, όπως επίσης και η εξέταση των υπερασπίσεων που προβάλλουν οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 στις Ένορκες τους Δηλώσεις, είναι θέμα φυσικά του Δικαστηρίου που θα εκδικάσει την ουσία της υπόθεσης. Κρίνω συνεπώς ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στον Αιτητή να δείξει ότι έχει «πιθανότητα επιτυχίας». Το Δικαστήριο εξετάζει στο στάδιο αυτό την ισχυρότητα της μαρτυρίας (evidential strength) της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο με το οποίο θα κριθεί η μαρτυρία δεν είναι ψηλό, απαιτώντας μόνο πιθανότητα επιτυχίας. Στα πλαίσια της υπό εξέταση Αίτησης, είναι η άποψη μου, ότι, ο Ενάγοντας έχει πιθανότητα να επιτύχει στην αγωγή του, νοουμένου βεβαίως ότι καταφέρει να αποδείξει τους ισχυρισμούς του, και να αντικρούσει τους ισχυρισμούς των Εναγομένων. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 προβλέπει ότι το Δικαστήριο δεν εκδίδει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα εκτός εάν ικανοποιηθεί ότι με την μη έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι νομολογημένο ότι αν δεν είναι δυνατός ο δίκαιος υπολογισμός ζημιών, το Διάταγμα μπορεί να δοθεί (Karydas Taxi Services Ltd v. Komodikis
(1975)1 ΑΑΔ 330). Σε περίπτωση όμως που η επιδίκαση αποζημιώσεων στους Αιτητές στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους, τότε η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη (βλ. ΚΟΤ ν. Θεωρή (πιο πάνω)). Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν έχω ικανοποιηθεί ότι, σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην κατάληξη μου αυτή λαμβάνω υπ' όψιν και το γεγονός ότι ο ίδιος ο Ενάγοντας έχει αρθρογραφήσει εκθέτοντας τις δικές του θέσεις και απόψεις, αλλά και την προσωπική του άποψη για τον Εναγόμενο αρ. 1 χρησιμοποιώντας, μάλιστα, ιδιαίτερα καυστική γλώσσα. Θεωρώ, συνεπώς ότι, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι ο Ενάγοντας πρέπει να επιτύχει στην αγωγή του, η επιδίκαση αποζημιώσεων θα είναι δυνατή, ενώ καμία μαρτυρία δεν έχει τεθεί ενώπιον μου ότι οι Εναγομένοι αρ. 1 και 2 δεν θα είναι σε θέση να ικανοποιήσουν την όποια απόφαση τυχόν εκδοθεί εναντίον τους. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, η οποία σφραγίζει και την τύχη της υπό εξέταση Αίτησης, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι από την Νομολογία προκύπτει ότι η δικαιοδοσία για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων σε περιπτώσεις λιβέλλου πρέπει να ασκείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Ο κανόνας είναι ότι τέτοια διατάγματα σπάνια εκδίδονται. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 28, παράγραφος 171, αυτό οφείλεται στη διστακτικότητα του Δικαστηρίου να περιορίσει το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης προ της δίκης. Η νομολογία σταθερά εφαρμόζει την άποψη που τέθηκε στην Bonnard v. Perryman
(1891)2 Ch. 269, ότι το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης είναι τέτοιο, ώστε η διατήρηση και η χρήση του δικαιώματος αυτού να συνιστά θέμα δημοσίου συμφέροντος, η δε σημασία του να μην τεθεί το προαναφερόμενο δικαίωμα σε περιορισμούς, αποτελεί καλό λόγο για προσεκτική και διστακτική προσέγγιση εκ μέρους των Δικαστηρίων[1]. Πέραν τούτου, διατάγματα τέτοια ουδέποτε εκδίδονται όπου ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι τα όσα δημοσιεύτηκαν ανταποκρίνονται στην αλήθεια και ότι θα δικαιολογήσει τα λεχθέντα (βλ. Harakas and others v. Baltic Mercantile and Shipping Exchange and another
(1982)2 All E.R. 701[2]). Παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση Εφημερίδα ή Περιοδικό Αποκάλυψη κ.α. ν. Σπύρου Κονιώτη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1847 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ενδιάμεσο διάταγμα σε υπόθεση λιβέλλου όπου ο εναγόμενος ισχυρίζεται την αλήθεια του δημοσιεύματος ή καλόπιστο σχόλιο, επί πραγματικών γεγονότων, σπάνια και σε εξαιρετικές περιπτώσεις εκδίδεται. Ιδιαίτερα ενόψει του άρθρου 19 του Συντάγματος μας, το οποίο διασφαλίζει το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου και έκφρασης, αλλά και του αντίστοιχου άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που έχει κύρωθει με τον Ν. 31/62». Σημαντικά για σκοπούς της παρούσας είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην Αγγλική απόφαση Schering Chemicals Ltd v. Falkman Ltd and others [1981] 2 All ER 321, η οποία υιοθετήθηκε στην C.T. Tobacco Limited v. Εταιρείας Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 853: «"In all but the most exceptional cases we will not grant an interim injunction to restrain the publication of a libel. Such an exceptional case was instanced by Jessel MR. It was a Quartz Hill Consolidated Gold Mining Co. v. Beall [1882] 20 Ch. D. 501 at 508 ... an atrocious libel wholly unjustified and inflicting the most serious injury of the plaintiff. Except in such a case we never grant an interim injunction." Σε ελεύθερη μετάφραση, "Μόνο στις πιο εξαιρετικές περιπτώσεις θα εκδίδουμε διάταγμα για να εμποδίσουμε τη δημοσίευση δυσφημιστικού κειμένου. Μια τέτοια εξαιρετική περίπτωση υποδείχθηκε από το Δικαστή Jessel MR. Ήταν η υπόθεση Quartz Hill Consolidated Gold Mining Co. v. Beall [1882] 20 Ch. D. 501 στη σελίδα 508 ... ένα στυγερό δυσφημιστικό κείμενο τελείως αδικαιολόγητο επιφέροντας την πιο σοβαρή βλάβη στον ενάγοντα. Εκτός από μια τέτοια περίπτωση ουδέποτε θα εκδώσουμε ένα απαγορευτικό διάταγμα." Πιο κάτω στην ίδια απόφαση αναφέρθηκαν τα ακόλουθα, τα οποία και τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό εξέταση περίπτωση: «Ο ευαίσθητος χαρακτήρας ενός προσωρινού διατάγματος προϋποθέτει ότι η έκδοση του, σύμφωνα με το Δικαστή Lord Esher M.R. στην υπόθεση Coulson v. Coulson [1887] 3 TLR 846, θα γίνεται μόνο στις πιο καθαρές περιπτώσεις. Όπως έχει επίσης τονίσει ο Δικαστής Lord Scarman στην υπόθεση The Exclusive Brethren case [1980] 3 All E.R. 161, 183, ".. the prior restraint of publication, though occasionally necessary in serious cases, is a drastic interference with freedom of speech and should only be ordered where there is a substantial risk of grave injustice. I understand the test of 'pressing social need' as being exactly that." Σε ελεύθερη μετάφραση, "Η προηγούμενη απαγόρευση της δημοσίευσης, άνκαι είναι αναγκαία σε σοβαρές υποθέσεις, αποτελεί μια δραστική επέμβαση στην ελευθερία του λόγου και θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει ένας ουσιαστικός κίνδυνος σοβαρής αδικίας. Αντιλαμβάνομαι τον όρο 'πιεστική κοινωνική ανάγκη' να σημαίνει ακριβώς αυτό." Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ένα δικαστήριο θα προβεί στην έκδοση ενός παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος μόνο όταν,
(1)Η δήλωση είναι αναμφίβολα δυσφημιστική,
(2)Δεν υπάρχουν λόγοι που θα οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι η δήλωση μπορεί να είναι αληθής,
(3)Δεν υπάρχει άλλη υπεράσπιση που μπορεί να πετύχει,
(4)Υπάρχει μαρτυρία πρόθεσης επανάληψης ή δημοσίευσης της δυσφήμησης (βλ. Gatley "On Libel and Slander" 9η Έκδοση, σελ. 634)». Με δεδομένα τα πιο πάνω, δεν μπορώ να συμφωνήσω με την εισήγηση του κ. Κλεοβούλου ότι η παρούσα συνιστά μία από τις εξαιρετικές περιπτώσεις στις οποίες θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Είναι η θέση του Εναγομένου αρ. 1 ότι θα προωθήσει την υπεράσπιση του εντίμου σχολίου επί θέματος δημοσίου συμφέροντος που έγινε καλόπιστα, ενώ δεν έχω ικανοποιηθεί στον βαθμό που απαιτείται ότι καμία υπεράσπιση των Εναγομένων αρ. 1 και 2 δεν έχει πιθανότητα να πετύχει. Ακολουθεί πως η Αίτηση δεν μπορεί παρά να απορριφθεί και απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, γι΄αυτό επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων αρ. 1 και 2 - Καθ'ων η Αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα - Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Τα έξοδα αυτά θα περιλαμβάνουν και τα έξοδα της εκδίκασης της αίτησης ημερομηνίας 19.11.2009 για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης, όπως είχε αποφασιστεί στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.12.2009. (Υπ.) ............... Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] ".But it is obvious that the subject - matter of an action for defamation is so special as to require exceptional caution in exercising the jurisdiction to interfere by injunction before the trial of an action to prevent an anticipated wrong. The right of free speech is one which it is for the public interest that individuals should possess, and, indeed, that they should exercise without impediment, so long as no wrongful act is done; and, unless an alleged libel is untrue, there is no wrong committed; but on the contrary, often a very wholesome act is performed in the publication and repetition of an alleged libel. Until it is clear that an alleged libel is untrue, it is not clear that any right at all has been infringed; and the importance of leaving free speech unfettered is a strong reason in cases of libel for dealing most cautiously and warily with the granting of interim injunctions. We entirely approve of, and desire to adopt as our own, the language of Lord Esher, M.R., in Coulson v. Coulson - "To justify the Court in granting an interim injunction it must come to a decision upon the question of libel or no libel, before the jury have decided whether it was a libel or not. Therefore the jurisdiction was of a delicate nature. It ought only to be exercised in the clearest cases, where any jury would say that the matter complained of was libelous, and where, if the jury did not so find, the Court would set aside the verdict as unreasonable". In the particular case before us, indeed, the libellous character of the publication is beyond dispute, but the effect of it upon the Defendant can be finally disposed of only by a jury, and we cannot feel sure that the defence of justification is one which, on the facts which may be before them, the jury may find to be wholly unfounded; nor can we tell what may be the damages recoverable. Moreover, the decision at the hearing may turn upon the question of the general character of the Plaintiffs; and this is a point which can rarely be investigated satisfactorily upon affidavit before the trial, - on which further it is not desirable that the Court should express an opinion before the trial. Otherwise, an injunction might be granted before the trial in a case in which at the trial nothing but nominal damages, if so much, could be obtained". [2] "This case raises a matter of principle which must be observed. This court never grants an injunction in respect of libel when it is said by the defendant that the words are true and that he is going to justify them. So also, when an occasion is protected by qualified privilege, this court never grants an injunction to restrain a slander or libel, to prevent a person from exercising that privilege, unless it is shown that what the defendant proposes to say is known by him to be untrue so that it is clearly malicious. So long as he proposes to say what he honestly believes to be true, no injunction should be granted against him. That was made clear in Quartz Hill Consolidated Gold Mining Co v Beall
(1882)20 Ch D 501." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.