Μιχαήλ Γιαλλουρίδης Υιός Λτδ ν. Timothea New Style Fashion Ltd, Αρ. Αγωγής: 4996/09, 29 Μαρτίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A127 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 4996/09 Μεταξύ: Μιχαήλ Γιαλλουρίδης & Υιός Λτδ Εναγόντων και Timothea New Style Fashion Ltd Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 24.11.2009 για Παραμερισμό Απόφασης Ημερομηνία: 29 Μαρτίου, 2010 Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κα Ιακώβου Για τους Ενάγοντες - Καθ'ων η Αίτηση: κ. Παπαλοϊζου ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 26.8.2009 η Ενάγουσα Εταιρεία καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή εναντίον της Εναγομένης Εταιρείας. Την 13.11.2009, στα πλαίσια αίτησης για απόφαση λόγω παράλειψης καταχωρησης Σημειώματος Εμφανίσεως, εξεδόθη απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων για ποσό €. 27.443,00 πλέον νόμιμο τόκο 5.5% ετησίως επί του ποσού αυτού από 26.8.2009 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα. Την 24.11.2009 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν την υπό εξέταση Αίτηση με την οποία εξαιτούνται διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει ή παραμερίζει την προαναφερόμενη απόφαση. Η Αίτηση στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 Θ.Θ. 1 - 9, Δ.5 Θ. 2 και στην Δ.17 Θ. 10 και συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της κας Τιμοθέας Ιωσήφ, διευθύντριας της Εναγομένης Εταιρείας. Η κα Ιωσήφ αναφέρει ότι η Εναγόμενη είναι νεοσύστατη εταιρεία, και πρώτη φορά εμπλέκεται σε Δικαστικές διαδικασίες, ενώ η ίδια ποτέ δεν έχει παρουσιαστεί σε Δικαστήριο. Την 22.10.2009 (υποθέτω πως η αναγραφή του έτους 1999 αντί 2009 πρόκειται περί τυπογραφικού λάθους) επισκέφτηκε τον χώρο εργασίας της Εναγομένης εταιρείας επιδότης και της επέδωσε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή μαζί με δέσμη άλλων εγγράφων. Ο επιδότης αυτός δεν την πληροφόρησε ότι θα έπρεπε να καταχωρήσει εμφάνιση εντός 10 ημερών, αλλά της είπε ότι θα πρέπει να αποταθεί σε δικηγόρο. Η ίδια, από ανάγνωση των επιδοθέντων εγγράφων δεν αντιλήφθηκε την διαφορά μεταξύ του κατηγορητηρίου και του κλητηρίου εντάλματος, και αντιλήφθηκε απλά οτι θα έπρεπε να εμφανιστούν στο Δικαστήριο κατά τις 21.12.2009 και 21.1.
- Την 16.11.2009 επικοινώνησαν με το δικηγορικό γραφείο του κ. Μιχάλη Ιακώβου, με τον οποίο διευθετήθηκε συνάντηση για την 19.11.
- Κατά την ημερομηνία αυτή ο κ. Ιακώβου επικοινώνησε με τον δικηγόρο της Ενάγουσας εταιρείας, απ' όπου και πληροφορήθηκε ότι είχε εκδοθεί απόφαση την 13.11.
- Είναι η θέση της κας Ιωσήφ ότι η Εναγόμενη εταιρεία έχει καλή και βάσιμη υπεράσπιση στην αγωγή. Δέχεται οτι εξέδοσαν τις μεταχρονολογημένες επιταγές που αναφέρονται στην αγωγή, τις οποίες εξέδωσαν κατά την ημερομηνία παραλαβής εμπορευμάτων. Μετά από την παράδοση των επιταγών αυτών, άρχισαν τον έλεγχο των παραδοθέντων από τους Ενάγοντες προϊόντων, και διαπίστωσαν ότι υπήρχαν σοβαρότατα προβλήματα στην ποιότητα και τα χαρακτηριστικά τους, τα οποία και παραθέτει λεπτομερώς στην Ένορκη της Δήλωση. Πέραν τούτου, μεταξύ των εμπορευμάτων που παραλήφθησαν υπήρχαν και εμπορεύματα τα οποία είχαν παραληφθεί «on consignment», και τα οποία είχαν το δικαίωμα να επιστρέψουν στους Ενάγοντες. Κάλεσαν τους Ενάγοντες να τα παραλάβουν και να αφαιρέσουν το ποσό των €. 4.255,37, αλλά αυτοί δεν το έπραξαν, παρουσίασαν δε στους Εναγόμενους τα προϊόντα ως Ισπανικής προέλευσης, ενώ ήσαν Κινέζικης. Παρά το γεγονός ότι προσπάθησαν να συζητήσουν την επίλυση των προβλημάτων με τους Ενάγοντες, αυτοί δεν επέδειξαν την απαιτούμενη διάθεση, και άρα οι Εναγόμενοι - Αιτητές αναγκάστηκαν να δωσουν στην Τράπεζα τους οδηγίες για μη πληρωμή των επίδικων επιταγών. Αποτέλεσμα της πιο πάνω συμπεριφοράς των Εναγόντων - Καθ'ων η Αίτηση, ισχυρίζεται η ομνύουσα, ήταν η Εναγόμενη εταιρεία να παραμείνει ουσιαστικά χωρίς εμπορεύματα για πώληση, ενώ τα λίγα εμπορεύματα που εξετέθησαν προς πώληση δεν προσελκύουν αγοραστές, με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να έχουν υποστεί ζημιές. Οι Ενάγοντες - Καθών η Αίτηση καταχώρησαν Ένσταση στην Αίτηση στις 22.1.2010 η οποία στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 Θ. 10, Δ.26 Θ. 14, Δ.48 Θ.Θ. 1 - 9, άρ. 30 και 35 του Συντάγματος και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αρ. 6, στην διακριτική ευχέρεια, πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην Ένσταση εκτίθενται 11 λόγοι ένστασης, τους οποίους και θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους: «(α) Η αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή αποτελεί εσφαλμένο ένδικο μέσο για παραμερισμό της απόφασης. (β) Η αίτηση βασίζεται σε λανθασμένη και/ή ανεπαρκή νομική βάση και/ή δεν ικανοποιούνται με την αίτηση και/ή με την ένορκο δήλωση που την συνοδεύει και/ή με αποδεκτή ή επαρκή μαρτυρία οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και/ή Νομολογία και/ή οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και/ή το Δικαστήριο στερείται εξουσίας βάσει της αίτηση για να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα και/ή δεν δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος για παραμερισμό της πρωτόδικης απόφασης. (γ) Η ένορκη δήλωση της διευθύντριας των Εναγομένων που υνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή ανεπαρκής ενώ τα γεγονότα που εκτίθενται σε ατήν δεν αντιπροσωπεύουν καθόλου την πραγματικότητα και/ή είναι αναληθή και/ή είναι ασαφή και/ή αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις. (δ) Οι αιτητές δεν αποκαλύπτουν καλόπιστα και/ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση των Εναγόντων. (ε) Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και/ή οι Αιτητές κωλύονται (estopped) από του να ζητούν το αιτούμενο διάταγμα. (στ) Η διαγωγή και/ή συμπεριφορά των Αιτητών ήταν πλημμελής, παραπλανητική και παραποιητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων των Εναγόντων - Καθ'ων η Αίτηση. (ζ) Η παρούσα αιτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα χωρίς να δικαιολογείται η καθυστέρηση και αδιαφορία που οι Εναγόμενοι Αιτητές επέδειξαν και/ή οι λόγοι ου προβάλουν είναι αναληθείς και/ή ατεκμηρίωτοι. (η) Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά και κακόπιστα με είκληση ανεδαφικών και ψευδών ισχυρισμών με μόνο σκοπό να καθυστερήσουν την εκτέλεση της καθόλα νόμιμης και ορθά εκδιδόμενης υπό του Δικαστηρίου απόφασης. (θ) Οι Αιτητές δεν δινουν ικανοποιητικούς λόγους και/ή οι λόγοι τους οποίους επικαλείται η ενόρκως δηλούσα γιατί δεν προέβη στην καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης εντος της προθεσμίας των δέκα ημερών είναι πλήρως ανυπόστατοι και δεν αποτελούν βάσιμη αιτιολογία στην οποία μπορεί να στηριχτεί το Δικαστήριο ώστε να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. (ι) Οι Αιτητές και/ή οι διευθυντές των δια της συμπεριφοράς των κωλύονται από του να αιτούνται τα αιτούμενα διατάγματα. (κ) Ουδεμία ασφάλεια και/ή εξασφάλιση παρέχεται εις τους Ενάγοντες - Καθ'ων η Αίτηση». Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. Άρη Γιαλλουρίδη, διευθυντή των Εναγόντων - Καθ'ων η Αίτηση, ο οποίος ισχυρίζεται ότι η υπό εξέταση Αίτηση καταχωρίστηκε κακόπιστα, καταχρηστικά και με επίκληση ανεδαφικών και ψευδών ισχυρισμών. Είναι η θέση του ότι η κα Ιωσήφ είχε υποχρέωση να διαβάσει τα έγγραφα που της επιδόθηκαν, ενώ ούτε και την 22.12.2009 παρουσιάστηκαν στην ποινική υπόθεση αρ. 13242/09 με αποτέλεσμα να εκδοθούν εναντίον τους εντάλματα συλλήψεως με αναστολή. Η συμπεριφορά αυτή, εισηγείται, καταδεικνύει τόσο την καταφροσύνη που επιδεικνύουν οι Εναγόμενοι προς το Δικαστήριο, όσο και την πρόθεση τους να προκαλέσουν καθυστέρηση. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς που προέβαλαν οι Εναγομένοι - Αιτητές περί της ελαττωματικότητας των προϊόντων, ο κ. Γιαλλουρίδης αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι ήσαν πελάτες της Ενάγουσας εταιρείας από το 2005, και η κα Ιωσήφ επισκέπτετο τις αποθήκες τους, διάλεγε η ίδια τα προϊόντα που ήθελε και τα παράγγελλε. Όλα τα εμπορεύματα ελέγχονταν αφού παραλαμβάνονταν και ακολούθως υπογράφονταν τα τιμολόγια. Επομένως, ισχυρίζεται, είναι άξιον απορίας πως, αφού ισχυρίζεται η κα Ιωσήφ ότι τα καλοκαιρινά ήσαν τόσο προβληματικά, γιατί προέβη και σε παραγγελία χειμερινών μετά που τους είχε παραδοθεί τον Μάιο η παρτίδα με τα καλοκαιρινά. Είναι επίσης η θέση του ότι ο λόγος που οι Εναγόμενοι έδωσαν οδηγίες στην Τράπεζα τους για μη πληρωμή των επίδικων επιταγών, ήταν τα οικονομικά προβλήματα που αυτοί αντιμετώπιζαν, πράγμα που γνωρίζει λόγω του ότι του το είχε αναφέρει η ίδια η κα Ιωσήφ, ζητώντας του πίστωση χρόνου για να πληρώσει. Μέσα δε σε περίοδο 7 μηνών η Εναγόμενη εξέδωσε 26 επιταγές που αφορούσαν σε 40 τιμολόγια. Πέραν τούτου ισχυρίζεται ότι οι επιταγές δεν ήταν μεταχρονολογημένες, αλλά εκδίδονταν μερικές εβδομάδες μετά την παράδοση των εμπορευμάτων. Ο κ. Γιαλλουρίδης απαντά περαιτέρω στους λεπτομερείς ισχυρισμούς της κας Ιωσήφ σε σχέση με τα προϊόντα. Τελειώνοντας, ο κ. Γιαλλουρίδης προβάλλει την θέση ότι θα ήταν ενάντια στην αρχή της φυσικής δικαιοσύνης ο επιτυχών διάδικος να στερείται τους καρπούς της επιτυχίας του χωρίς εύλογη αιτία, όταν ο Εναγόμενος προσέρχεται στο Δικαστήριο με ψευδείς, γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Κατά την αγόρευση της Αίτησης, η οποία περιορίστηκε σε αγορεύσεις, αμφότεροι οι συνήγοροι υποστήριξαν τις πιο πάνω θέσεις τους επικαλούμενοι τώρα και σχετική Νομολογία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η ακύρωση απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η σχετική διακριτική ευχέρεια σε αιτήσεις όπως η υπό εξέταση, έχουν αναλυθεί εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων. Κλασική, επί του θέματος, απόφαση, αποτελεί η Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646. H απόφαση αυτή έχει υιοθετηθεί επανειλημμένα από την Κυπριακή Νομολογία. Παραθέτω προς τούτο απόσπασμα από την απόφαση Steven Bush κ.α v. Γιαννάκης Γιαννή,
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1342 όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας για επαναφορά, την οποία παρέχει το Δικαστήριο η Δ.17, Θ.10, εξουσίας η οποία, όπως υποδείχθηκε στην Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, δεν εντάσσεται σε οποιαδήποτε στεγανά, το Δικαστήριο κατευθύνει την προσοχή του σε δύο κυρίως παράγοντες. Ο ένας αφορά το κατά πόσο έχει εξηγηθεί καθυστέρηση στην καταχώριση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό, με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι η επαναφορά δεν αντιστρατεύεται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σε αυτό λαμβάνεται υπόψη τόσο η στάση του αιτητή όσο και η αναγκαιότητα οριστικής λήξης της αντιδικίας αφού interest republicae ut sit finis litium. Ο άλλος παράγοντας αναφέρεται στο κατά πόσο καταδείχθηκε εκ πρώτης όψεως η συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση.» (Βλ. επίσης Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961), 1 C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Mine & Quarry Services Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1.Α.Α.Δ. 26, Ζήνωνα Μερκή v. Yiannoukas Holiday Inns Ltd
(1994)1 C.L.R. 1, Γιαννάκης Χρυσάνθου κ.α v. Marialla Construction Ltd, Πολ.Εφ. 9153 ημερ. 31.10.96, Vica Pica Disco Ltd κ.α. v. Happy Street Disco Ltd,
(1997)1(A) A.A.D. 28, Burns v. Kondel
(1971)1 Lloyds L.R. 554, Αντρέας Ιωάννου v. Το Σκάφος "VERONICA" Αγ. Ναυτ. 63/02, ημερ. 16.4.03, Λαική Κυπριακή Τράπεζα (Χρημ.) Λτδ v. Ελενα Ιακώβου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 457, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρυσάνθου Κουρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941, Salamis Shipping Services Ltd v. Bata (Cyprus) Ltd,
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1767, Γιάννη Ευάνθη ν. Κωνσταντίνου Δημάδη,
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1822 και Χριστάκης Πίττας ν. Unigoods Trading Company Ltd,
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1761. Στην Φυλακτού v. Μιχαήλ
(1982)1 C.L.R. 204 εξετάστηκε και αναλύθηκε το καθήκον και το έργο του Δικαστηρίου σε αιτήσεις παραμερισμού[1]. Οι αρχές που προκύπτουν από την πιο πάνω αναφερόμενη Νομολογία μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως:
- Ο παραμερισμός απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.
- Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει την εξισορρόπηση της ανάγκης να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν, με την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής δικαιοσύνης και της τελεσιδικίας των Δικαστικών αποφάσεων.
- Ο Αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης, το οποίο αποτελεί και το πρωταρχικό καθήκον του. Επίσης όμως, πρέπει να καταδείξει σοβαρή και εύλογη αιτιολογία για την απουσία του με συνέπεια την έκδοση απόφασης εναντίον του.
- Η αίτηση για παραμερισμό πρέπει να υποβάλλεται έγκαιρα. Σε αντίθετη περίπτωση ο Αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί προς παραμερισμό της απόφασης.
- Παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, αίτηση για παραμερισμό μπορεί να απορριφθεί εάν διαπιστωθεί «ότι ο Εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου» (βλ. Milouca (πιο πάνω) και Siberia Air v. Βρασίδα Πουλλικά,
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 893). Τα περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση καταδεικνύουν ότι η δικονομική διαταγή που τυγχάνει εφαρμογής είναι η Δ.17 Θ. 10 η οποία αναφέρει, σε μετάφραση, τα ακόλουθα: «Όπου έχει εκδοθεί απόφαση δυνάμει των προηγηθεισών Θεσμών της παρούσης Διαταγής, θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει η διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση υπό τέτοιους όρους όπως δυνατόν να είναι δίκαιο». Θα εξετάσω αρχικά το θέμα της μη καταχώρισης Σημειώματος Εμφανίσεως εκ μέρους της Εναγομένης Εταιρείας. Η κα Ιωσήφ αναφέρει ότι της επιδόθησαν ταυτόχρονα η παρούσα αγωγή και τα κατηγορητήρια στις ποινικές υποθέσεις 16934/09 και 13242/09, με αποτέλεσμα να προκληθεί σε αυτήν σύγχυση και να μην αντιληφθεί ότι επρόκειτο για διαφορετικής φύσης διαδικασίες. Δεδομένου του ότι η επίδικη απόφαση εξεδόθη στις 13.11.2009 και η υπό εξέταση Αίτηση καταχωρίστηκε στις 24.11.2009, είναι γεγονός ότι η Εναγόμενη εταιρεία δεν καθυστέρησε να καταχωρήσει την αίτηση παραμερισμού. Και η δικαιολογία, όμως, που παρέχεται από την κα Ιωσήφ ως προς την μη καταχώρηση Εμφάνισης καταδεικνύει ότι η συμπεριφορά της Εναγόμενης εταιρείας δεν ήταν ασύγνωστη, ή τέτοια που να συνιστά περιφρόνηση του Δικαστηρίου. Θα προχωρήσω να εξετάσω το κατά πόσο αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή, λαμβάνοντας φυσικά υπ' όψιν το ότι δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την Υπεράσπιση (βλ. Μαρία Γ. Λευκίδου ν. Άριστου Κανναουρίδη,
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 528). Από ανάγνωση της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, προκύπτουν οι ισχυρισμοί της Εναγόμενης περί προβληματικότητας των εμπορευμάτων, οι οποίοι μάλιστα παρατίθενται με μεγάλη λεπτομέρεια. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι προβάλλεται συζητήσιμη υπεράσπιση, στον βαθμό που απαιτείται σε τέτοιου είδους αιτήσεις. Ζυγίζοντας από την μία την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί, και από την άλλη την ανάγκη για ταχεία διεκπεραίωση της δικαστικής διαδικασίας και την ανάγκη για τελεσιδικία, θεωρώ ότι η διακριτική μου ευχέρεια πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Τα έξοδα της αίτησης θεωρώ σωστό όπως επιδικαστούν εναντίον της Εναγομένης - Αιτήτριας και υπέρ της Ενάγουσας - Καθ'ης η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Η καταβολή των εξόδων εντός 15 ημερών από της γνωστοποίησης τους στην πλευρά της Εναγομένης - Αιτήτριας μαζί με τα έξοδα της αγωγής και κάθε τυχόν διαδικασίας εκτέλεσης πριν της καταχώρισης της υπό εκδίκαση αίτησης, θα αποτελεί προϋπόθεση για τον παραμερισμό της απόφασης. Σχετικός κατάλογος εξόδων να υποβληθεί στον Πρωτοκολλητή προς υπολογισμό από την Ενάγουσα - Καθ' ής η Αίτηση εντός 20 ημερών από σήμερα. Τούτων δεδομένων, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται η απόφαση ημερομηνίας 13.11.2009, υπό τον προαναφερόμενο όρο. Κατόπιν τούτου, να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. (Υπ.) Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] "In exercising its discretion, the Court must strive to balance two considerations fundamental for the administration of justice: The need to uphold effectively, on the one hand, the right of a party to be heard in his cause, and the need to ensure the expeditious transaction of judicial business, on the other. The speedy determination of judicial causes is not merely a matter of convenience but an all important factor for the effective vindication of the rights of the citizen. This principle is closely associated with another consideration likewise important for the administration of justice, that is, the need to uphold finality of judgments. If a party is lightly allowed to re-open a case, the imprint of finality, attaching to a judgment, with all that goes with it, and the certainty it imports in the management of human affairs, will disappear with grave consequence to the administration of justice. The effect of the case law is that the Court must not be astute to unseat a party from his right to be heard in his cause, so long as he discloses merits. But the Court may, nevertheless, decline to re-open the case if his conduct is such as to strike at the root of the administration of justice. Where the conduct of the party applying to set aside judgment is inexcusable, contumelious to the extent of gross disregard for the judicial process or the rights of his adversary, the Court may, in its discretion, refuse to set aside judgment." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο