← Κύπρος

Τάσος Μανώλη κ.α. ν. Μάριου Ανδρεάδη κ.α., Αριθμός Υπόθεσης: 6410/2003, 29 Μαρτίου, 2010

Τάσος Μανώλη κ.α. ν. Μάριου Ανδρεάδη κ.α., Αριθμός Υπόθεσης: 6410/2003, 29 Μαρτίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A128 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ, Ε. Δ. Αριθμός Υπόθεσης: 6410/2003

  1. Τάσος Μανώλη, εκ Λευκωσίας.
  2. Μάρω Μανώλη, εκ Λευκωσίας. -εναντίον- Μάριου Ανδρεάδη, εκ Λευκωσίας. Συνεργατική Οικοδομική Εταιρεία Δημοσίων Υπαλλήλων Κύπρου Λτδ, εκ Λευκωσίας. Ημερομηνία: 29 Μαρτίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κ. Ε. Χατζηευτυχίου μαζί με κ. Χρ. Χατζηευτυχίου. Για Εναγόμενη 2: κ. Θ. Κορφιώτης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες απαιτούν, από την Εναγόμενη 2 ποσό ΛΚ5.000- ισχυριζόμενοι ότι η Εναγόμενη 2 λόγω αμέλειας εξαργύρωσε επιταγή σε μη δικαιούχο πρόσωπο και/ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η αγωγή εναντίον του Εναγόμενου 1 αποσύρθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής, ήταν πελάτες της Εναγομένης 2 και με αυτή διατηρούσαν τρεχούμενο λογαριασμό. Οι Ενάγοντες εξέδωσαν την επιταγή με αρ. 116-10174033 για το ποσό των ΛΚ5.000- ημερ. 30.11.2002 την οποία κατείχε και είχε υπό τη φύλαξη του ο Εναγόμενος
  4. Τον Δεκέμβριο του 2002, η επιταγή, μαζί με άλλα προσωπικά αντικείμενα του Εναγόμενου 1, κλάπηκαν από άγνωστο πρόσωπο. Η επίδικη επιταγή παρουσιάσθηκε προς εξαργύρωση στη Εναγομένη 2, η οποία εξαργύρωσε αυτή. Είναι ισχυρισμός των Εναγόντων ότι η εξαργύρωση της επίδικης επιταγής, από την Εναγόμενη 2, έγινε χωρίς να ελέγξουν την υπογραφή του κομιστή και/ή παράνομα και/ή αμελώς, και κατά παράβαση όρου πίστεως προς τους Ενάγοντες. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός τους ότι η Εναγόμενη 2 φέρθηκε αντιδεοντολογικά και/ή χωρίς τη δέουσα προσοχή, ενώ εγνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει ότι η παρουσία και μόνο του κομιστή, με διαφορετικό όνομα, εν σχέσει με το αναγραφόμενο, στη πιο πάνω επιταγή, δεν επέτρεπε την εξαργύρωση της. Εξειδικεύοντας τις λεπτομέρειες αμέλειας της Εναγόμενης 2 αναφέρεται μεταξύ άλλων, ότι συμπλήρωσε επί της επιταγής, το όνομα Νικολάου, ενώ δεν επιτρέπετο να πράξει τούτο και/ή συμπλήρωσε το όνομα αυτό χωρίς να ελέγξει εάν ήταν νόμιμος δικαιούχος και/ή υπογράφηκε ή υπέγραψε με αυτό το όνομα ενώ δεν επιτρέπετο να το πράξει και επιπόλαια, ανεύθυνα προχώρησε στην εξαργύρωση της επιταγής, ενώ εγνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει και/ή εμφανώς εφαίνετο ότι το όνομα που αναφέρετο στην οπισθογράφηση, δεν ήταν το ίδιο με τον κομιστή. Τέλος ήταν ισχυρισμός τους ότι η Εναγόμενη 2 προχώρησε στην εξαργύρωση της επιταγής, ενώ δεν έπρεπε και γενικά ενήργησε αμελώς κατά παράβαση των κανονισμών πληρωμής της επιταγής. Διαζευκτικά ζητούν το απαιτούμενο ποσό ως οφειλόμενο δυνάμει των αρχών αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η Εναγόμενη 2 με την υπεράσπιση της αρνείται την απαίτηση των Εναγόντων και ισχυρίζεται ότι η επίδικη επιταγή εξαργυρώθηκε αφού υπεδείχθη καλή πίστη και η συνήθης επιμέλεια, κατά την συνήθη πρακτική από Τραπεζικούς Οργανισμούς και/ή κατά τη συνήθη πορεία και άσκηση των τραπεζικών εργασιών και σύμφωνα με τα τραπεζικά θέσμια και αφού ο κομιστής παρουσίασε ικανοποιητικά στοιχεία, ώστε να δικαιολογήσει την εξαργύρωση της επιταγής. Επιπρόσθετα ισχυρίζονται ότι, οι Ενάγοντες, εμποδίζονται να ισχυρίζονται αμέλεια εκ μέρους της Εναγόμενης 2 λόγω της παράλειψης τους να ειδοποιήσουν την Εναγόμενη 2 για την κλοπή της επίδικης επιταγής και/ή να ειδοποιήσουν έγκαιρα την Αστυνομία για την κλοπή της επιταγής και ότι δεν έλαβαν όλα τα δέοντα μέτρα για να μη κλαπεί και/ή να μη πλαστογραφηθεί η επιταγή. Κατά την ακροαματική διαδικασία οι Ενάγοντες στηρίχθηκαν στη μαρτυρία του Ενάγοντα αρ. 1 Τάσο Μανώλη (ΜΕ2) και κάλεσαν ακόμα δύο μάρτυρες, τον Αστυφύλακα 2531 Γιάννο Ιωάννου (ΜΕ1), και το Μάριο Ανδρεάδη (ΜΕ3), ενώ η Εναγόμενη 2 στηρίχθηκε στη μαρτυρία της κας Βαρβάρας Πίτσιλλου (ΜΥ1) και της Μαίρης Πασχαλίδου (ΜΥ2). Ήταν η εκδοχή των Εναγόντων ότι ήταν πελάτες της Εναγόμενης 2 και διατηρούσαν τρεχούμενο λογαριασμό στην Εναγόμενη
  5. Ο Ενάγων 1 εξέδωσε την επίδικη επιταγή υπ' αρ. 116-10174033, (Τεκμήριο 1), για το ποσό των ΛΚ5.000- στο όνομα του Μάριου Ανδρεάδη, αφού συμπλήρωσε το όνομα και το ποσό το οποίο προορίζετο, για αγορά διαμερίσματος, στην οποία θα μεσολαβούσε ο κ. Ανδρεάδης, ο οποίος γνώριζε και επικοινωνούσε με την ιδιοκτήτρια. Στην επιταγή δεν είχε γράψει ημερομηνία, αλλά είχε συνεννοηθεί ότι θα εξαργυρώνετο το τέλος του Νοεμβρίου
  6. Μετά από διάφορες τηλεφωνικές επικοινωνίες, που είχε ο Ενάγων 1 με τον κ. Ανδρεάδη (ΜΕ3), στις 2.12.2002 ενημερώθηκε τελειωτικά ότι το εν λόγω διαμέρισμα δεν ήτο προς πώληση και ζήτησε από τον κ. Ανδρεάδη να καταστρέψει την επίδικη επιταγή ή να τη φυλάξει, για να του την επιστρέψει. Στις 3.12.2002 ο κ. Ανδρεάδης ανακάλυψε ότι το εστιατόριο του είχε διαρρηχθεί και εκλάπησαν διάφορα προσωπικά του αντικείμενα συμπεριλαμβανομένων του διαβατηρίου και του εκλογικού του βιβλιαρίου. Την κλοπή της επίδικης επιταγής, την διαπίστωσε στις 4.12.2002 και ειδοποίησε τον Ενάγοντα 1 γι' αυτό, ο οποίος απευθύνθηκε αμέσως στην Εναγόμενη 2, όπου τον πληροφόρησαν ότι είχε ήδη εξαργυρωθεί στη Λάρνακα. Ήταν η εκδοχή της Εναγόμενης 2, μέσω της μαρτυρίας της κας Βαρβάρας Πίτσιλου (ΜΥ1), ταμία της Εναγόμενης 2, στο υποκατάστημα της στη Λάρνακα, όπου εξαργυρώθηκε η επίδικη επιταγή ότι, στις 3.12.2002 και περί ώρα 10:15 π.μ., ήρθε στο εν λόγω υποκατάστημα κάποιος ο οποίος της ανέφερε ότι ονομάζεται Μάριος Ανδρεάδης Νικολάου, ο οποίος κρατούσε την επίδικη επιταγή, θέλοντας να την εξαργυρώσει. Η ίδια, αφού πήρε την επιταγή, επικοινώνησε με το Κεντρικό Κατάστημα της Εναγόμενης 2, με την υπεύθυνη για το λογαριασμό του πελάτη και αφού της επιβεβαίωσε ότι η επιταγή ήταν εντάξει, η ίδια το ανέφερε στο εν λόγω πρόσωπο και του είπε ότι θα μπορούσε να την εξαργυρώσει σε καμιά περίπου ώρα, για το λόγο ότι δεν είχε αρκετά λεφτά εκείνη την ώρα. Το εν λόγω πρόσωπο επέστρεψε σε μια ώρα. Η ίδια αφού πήρε την επίδικη επιταγή, στην οποία αναγράφετο το όνομα Μάριος Ανδρεάδης Νικολάου, του ζήτησε τα στοιχεία του και αυτός της έδωσε το διαβατήριο του και το εκλογικό του βιβλιάριο, από τα οποία διαπίστωσε ότι ανεφέρετο και ως Νικολάου και Ανδρεάδης και της αναφέρθηκε από το πρόσωπο αυτό ότι και τα δύο ήταν πατρώνυμα του δείχνοντας της ότι αυτά αναφέροντο στο διαβατήριο και στο εκλογικό βιβλιάριο του. Πρόσεξε ότι το πρόσωπο στις φωτογραφίες στα εν λόγω έγγραφα είχε αραιά μαλλιά και το πρόσωπο που πήγε για εξαργύρωση είχε πλούσια μαλλιά ρώτησε το γιατί και ο πελάτης της εξήγησε ότι τα έφτιαξε. Μετά τον έλεγχο και αφού ο ίδιος οπισθογράφησε ενώπιον της την επιταγή αυτή την εξαργύρωσε. Δεν υποψιάστηκε ούτε μια στιγμή ότι το πρόσωπο αυτό δεν ήταν ο Ανδρεάδης. Για την ίδια το πρόσωπο που πήγε να εξαργυρώσει την επιταγή συμπεριφέρετο με άνεση, ευγένεια και της έδωσε την εντύπωση επιχειρηματία όπως της συστήθηκε. Ήταν επίσης η θέση της Εναγόμενης 2 μέσω της μαρτυρίας της Μαίρης Πασχαλίδου, Γραμματέα και Διευθύντρια της Εναγόμενης 2, ότι έγινε ανάληψη του ποσού των ΛΚ5.000- από το λογαριασμό των Εναγόντων 1 και 2 για εξαργύρωση της επίδικης επιταγής. Επίσης η κα Πασχαλίδου με αναφορά στις διαδικασίες εξαργύρωσης των επιταγών υποστήριξε ότι η Εναγόμενη 2 ενήργησε καλόπιστα και υπεδείχθη η συνήθης επιμέλεια κατά τη συνήθη πρακτική των Τραπεζών και κατά την συνήθη πορεία και άσκηση των τραπεζικών εργασιών της Εναγόμενης
  7. Οι συνήγοροι μετά την ακροαματική διαδικασία με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση των μαρτύρων δεν παρουσίασε μεγάλη δυσκολία αφού το μεγαλύτερο μέρος των γεγονότων δεν έχουν αμφισβητηθεί και μπορεί να αρχίσει με την καταγραφή ορισμένων αδιαμφισβήτητων γεγονότων που προκύπτουν από την προσαχθείσα μαρτυρία. Η Εναγόμενη 2 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με το Νόμο. Οι Ενάγοντες ήτο πελάτες της Εναγόμενης 2 και διατηρούσαν μαζί της τρεχούμενο λογαριασμό. Οι Ενάγοντες ήταν εκδότες της επιταγής με αρ. 116-10174033 (Τεκμήριο 1), η οποία εκδόθηκε από το τρεχούμενο λογαριασμό που διατηρούσαν στην Εναγομένη 2 και η οποία υπεγράφη από τον Ενάγοντα 1 αφού συμπλήρωσε το όνομα Μάριος Ανδρεάδης και την επιταγή αυτή την παρέδωσε στον κουμπάρο του κ. Μάριο Ανδρεάδη (ΜΕ3) για αγορά ενός διαμερίσματος, αφού συμπλήρωσε το ποσό των ΛΚ5.
  8. Σ' αυτή δεν έγραψε το όνομα ''Νικολάου'' όμως αυτό ήταν ένα εκ των πατρωνύμων του Μάριου Ανδρεάδη. Περί το τέλος Νοεμβρίου, αρχές Δεκεμβρίου αφού ο κ. Ανδρεάδης ειδοποίησε τον Ενάγοντα 1 ότι η συμφωνία αγοράς του διαμερίσματος δε μπορούσε να προχωρήσει, ο Ενάγων 1 έδωσε εντολή όπως η επιταγή καταστραφεί και/ή ακυρωθεί, εφόσον ο σκοπός για τον οποίο εκδόθηκε έπαυσε να υπάρχει. Ο κ. Ανδρεάδης (ΜΕ3) ο οποίος την πιο πάνω μέρα ήταν εκτός της Επαρχίας Αμμοχώστου, όπου είχε την επιταγή, όταν επέστρεψε διαπίστωσε ότι έγινε διάρρηξη του υποστατικού, στο οποίο είχε φυλαγμένη την επιταγή και είχαν κλαπεί διάφορα αντικείμενα, μεταξύ των οποίων το διαβατήριο του και το εκλογικό του βιβλιάριο. Επίσης στις 4.12.2002 διαπίστωσε την κλοπή της επίδικης επιταγής και αμέσως ειδοποιήθηκε ο Ενάγων 1, ο οποίος και ειδοποίησε την Εναγόμενη 2, για την κλοπή, αλλά διαφάνηκε ότι η επιταγή είχε ήδη εξαργυρωθεί στις 3.12.2002 σε υποκατάστημα της στη Λάρνακα. Με την καταγραφή των πιο πάνω αδιαμφισβήτητων γεγονότων δεν απαντάται το κύριο ζήτημα που εγείρεται στη παρούσα υπόθεση που είναι οι συνθήκες εξαργύρωσης της επίδικης επιταγής από την Εναγομένη
  9. Τα κρίσιμα για την παρούσα υπόθεση γεγονότα και ιδιαίτερα τα διαδραματισθέντα την 3.12.2002 στο υποκατάστημα της Εναγομένης 2 στη Λάρνακα έχουν αμφισβητηθεί από τους Ενάγοντες, ως εκ τούτου προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κας Βαρβάρας Πίτσιλου (ΜΥ1) η οποία περιέγραψε τον τρόπο εξαργύρωσης της εν λόγω επιταγής και της κας Πασχαλίδου (ΜΥ2). Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τους εν λόγω μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων όπως η σαφήνεια και η αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ' αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι εν λόγω μάρτυρες είπαν την αλήθεια. Σημειώνω ότι η μαρτυρία της κας Πασχαλίδου δεν αμφισβητήθηκε σοβαρά από την Υπεράσπιση και δέχομαι τη μαρτυρία της στο σύνολο της. Εν πάση περιπτώσει δεν έχει τεθεί από τους Ενάγοντες αντίλογος σε ότι ανέφερε η μάρτυρας αυτή. Ως εκ τούτου γίνονται ανάλογα ευρήματα. Επίσης η μαρτυρία της κας Πίτσιλλου (ΜΥ1) κρίνεται αληθής αφού τα γεγονότα όπως τα ανέφερε στο Δικαστήριο τα είχε αναφέρει στις 12.12.02 σε κατάθεση της στην αστυνομία ενώ εξετάζετο υπόθεση διάρρηξης και κλοπής του υποστατικού του κ. Ανδρεάδη και δεν ετίθετο ζήτημα έγερσης της παρούσας αγωγής. Βρίσκω ότι παρουσίασε τα γεγονότα ως έγιναν επεξηγώντας πως προέβη στην επίδικη πληρωμή του ποσού των Λ.Κ 5.000 στο πρόσωπο το οποίο παρουσιάστηκε στο υποκατάστημα της Εναγομένης 2 ως δικαιούχος της επιταγής. Δέχομαι τη θέση της ότι όταν παρουσιάστηκε η επιταγή ήταν γραμμένο και το όνομα Νικολάου στην επίδικη επιταγή και η ίδια καμία ανάμειξη είχε στη συμπλήρωση. Δέχομαι επίσης ότι εφάρμοσε τις συνήθεις διαδικασίες για πληρωμή επιταγών από την Εναγομένη 2, αφού εξαργύρωσε την επίδικη επιταγή σε ώρα εργασίας την Εναγόμενης 2 και αφού έλεγξε το διαβατήριο και το εκλογικό βιβλιάριο που της παρουσιάστηκε, αναφέροντας τις ερωτήσεις που έκανε στο πρόσωπο που είχε μπροστά της και ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο είχε την ειλικρινή εντύπωση ότι το πρόσωπο που ήταν μπροστά της ήταν ο δικαιούχος της επιταγής. Τέλος δέχομαι την σταθερή θέση της, ότι δεν προέβη σε οποιαδήποτε εγγραφή στην Επιταγή, με σκοπό την αλλοίωση των δεδομένων της Επιταγής, ως ήταν την στιγμή της παρουσίασης της στο ταμείο και ότι στην παρουσία της οπισθογραφήθηκε από το πρόσωπο που την παρουσίασε προς εξαργύρωση. Τα πιο πάνω αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Στην παρούσα υπόθεση είναι αδιαμφισβήτητο από τα δικόγραφα και τη μαρτυρία ότι η Εναγόμενη 2 είναι τραπεζίτης εντός της έννοιας του ΄Αρθρου 2 του Περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262 και είναι επίσης αμοιβαία αποδεκτό ότι το Τεκμήριο 1 είναι επιταγή η έννοια της οποίας εμπεριέχει και την έννοια του τραπεζίτη ως προνοεί το ΄Αρθρο 73 του Νόμου το οποίο έχει ως ακολούθως: «
  10. Επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται από τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει. Εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Μέρος αυτό, οι διατάξεις του Νόμου αυτού που εφαρμόζονται σε επιταγή». Η πληρώτρια τράπεζα έχει υποχρέωση κατά την εξαργύρωση επιταγής, προτού καταβάλει οποιοδήποτε ποσό, να ικανοποιηθεί ότι η επιταγή περιέχει όλες τις τυπικές προϋποθέσεις που καθορίζει ο περί Συναλλαγματικών Νόμος Κεφ.
  11. Τότε η Τράπεζα είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη και οφείλει να πληρώσει την επιταγή. Στην παρούσα υπόθεση είναι παραδεκτό και από τα δικόγραφα (τόσο στην ΄Εκθεση Απαίτησης όσο και την υπεράσπιση) ότι το Τεκμήριο 1 είναι επιταγή και φέρει όλες τις τυπικές προϋποθέσεις, που καθορίζει ο εν λόγω Νόμος. Δυνάμει του άρθρου 59

(1)του Νόμου, επιταγή θεωρείται ότι εξοφλείται με προσήκουσα πληρωμή, εάν πληρωθεί στον κάτοχο ''κατά ή μετά τη λήξη της συναλλαγματικής'' με καλή πίστη και χωρίς ειδοποίηση ότι ο τίτλος του κατόχου επί της επιταγής είναι ελαττωματικός. Συγκεκριμένα το Άρθρο 59
(1)του Νόμου προνοεί τα εξής: «59.-
(1)Συναλλαγματική εξοφλείται με προσήκουσα πληρωμή από ή εκ μέρους του πληρωτή ή αποδέκτη. «Προσήκουσα πληρωμή» σημαίνει πληρωμή η οποία έγινε κατά ή μετά τη λήξη της συναλλαγματικής προς τον κάτοχο αυτής καλή τη πίστει και χωρίς ειδοποίηση ότι ο τίτλος του επί της συναλλαγματικής είναι ελαττωματικός» Όπως προκύπτει από το άρθρο 59 του Νόμου υπάρχει προσήκουσα πληρωμή ανεξάρτητα του κατά πόσο η κατοχή της συναλλαγματικής είναι νόμιμη. Στο σύγγραμμα Χριστάκη Λουκά, «Τραπεζική Επιταγή» 1987, σελ 239 αναφέρεται η υπόθεση Charles v Blackwell
(1877)2 CPD 151 από την οποία συμπεραίνεται ότι σε περίπτωση που η επιταγή πληρωθεί κανονικά σε οποιοδήποτε πρόσωπο που την εμφανίσει στην Τράπεζα, απαλλάσσει όλα τα πρόσωπα που ευθύνονται στην επιταγή συμπεριλαμβανομένης της Τράπεζας, ανεξάρτητα αν η επιταγή εξασφαλίστηκε από τον κάτοχο της νόμιμα ή παράνομα. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης, η Εναγόμενη 2 ενήργησε καλόπιστα και χωρίς ειδοποίηση από τους Ενάγοντες ότι ο τίτλος του κατόχου επί της επίδικης επιταγής ήταν ανύπαρκτος. Το ζήτημα του ύψους του καθήκοντος επιμέλειας ενός τραπεζίτη κατά την εξαργύρωση επιταγής διέπεται από τα Άρθρα 60 και 82Α του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ.
  1. Με βάση τις εν λόγω πρόνοιες των πιο πάνω άρθρων περιορίζεται η ευθύνη της πληρώτριας τράπεζας. Το άρθρο 60 του Νόμου δίδει προστασία στην πληρώτρια τράπεζα η οποία πληρώνει επιταγή με πλαστογραφημένη ή μη εξουσιοδοτημένη οπισθογράφηση, νοουμένου ότι η πληρώτρια τράπεζα στην περίπτωση αυτή πληρώνει με καλή πίστη και στη συνήθη πορεία των εργασιών της. Το Άρθρο 60 του Νόμου αναφέρει συγκεκριμένα τα εξής: «
  2. Όταν συναλλαγματική πληρωτέα σε διαταγή εν όψει εκδίδεται επί τραπεζίτη και ο τραπεζίτης επί του οποίου εκδίδεται πληρώνει τη συναλλαγματική καλή τη πίστει και στη συνήθη πορεία των εργασιών, δεν επιβάλλεται στον τραπεζίτη να δείξει ότι η οπισθογράφηση του δικαιούχου ή οποιαδήποτε μεταγενέστερη οπισθογράφηση έγινε από ή με εξουσιοδότηση του προσώπου του οποίου η οπισθογράφηση εμφανίζεται ότι είναι και ο τραπεζίτης θεωρείται ότι έχει πληρώσει προσηκόντως τη συναλλαγματική παρόλο που η οπισθογράφηση αυτή πλαστογραφήθηκε ή έγινε χωρίς εξουσιοδότηση». Σε περίπτωση που η επιταγή είναι μη κανονικά οπισθογραφημένη τότε ανάλογη προστασία, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις παρέχεται από το Άρθρο 82 Α του Νόμου, το οποίο προνοεί τα εξής:- «82Α.
(1)Στην περίπτωση όπου τραπεζίτης με καλή πίστη και κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών πληρώνει επιταγή η οποία έχει συρθεί επ' αυτού και η οποία δεν είναι οπισθογραφημένη ή είναι μη κανονικά οπισθογραφημένη, με αυτή του την πράξη δεν φέρει ευθύνη για μόνο το λόγο της απουσίας ή της αντικανονικότητας της οπισθογράφησης και συνεπώς θεωρείται ότι έχει πληρώσει την επιταγή κατά προσήκοντα τρόπο» Στην υπόθεση Thackwell v. Barclays Bank plc
(1986)1 All ER 676 στη σελ 677 το Δικαστήριο αποφάσισε ότι η τράπεζα έχει καθήκον να λάβει όλα τα δέοντα μέτρα ούτως ώστε να ικανοποιηθεί ότι ο τίτλος του πελάτη στην επιταγή δεν ήταν καθ' οιονδήποτε τρόπο ελαττωματικός. Σε περίπτωση απουσίας οποιωνδήποτε γεγονότων τα οποία δυνατόν να δημιουργήσουν αμφιβολίες ως προς την ταυτότητα του κατόχου της επιταγής, τότε η Τράπεζα δύναται να θεωρήσει ότι ο κάτοχος της επιταγής είναι και ο πραγματικός της κύριος. Η υποχρέωση της τράπεζας προς τον ιδιοκτήτη της επιταγής περιορίζεται στη διεξαγωγή λογικής έρευνας σε περίπτωση όπου υπάρχουν περιστάσεις που δικαιολογούν μια τέτοια έρευνα. Στην υπόθεση Motor Traders Guarantee Corporation, Ltd v Midland Bank Ltd
(1937)4 All ER 90 όπου ο Turner, ο οποίος ήταν πελάτης της Εναγομένης Τράπεζας προέβη σε ενέργειες με τις οποίες έπεισε την Ενάγουσα Εταιρεία να εκδώσει επιταγή σε εταιρεία με την επωνυμία W & Co πλαστογραφώντας την οπισθογράφηση της επιταγής, ο Turner κατέθεσε την επιταγή στον λογαριασμό του μετά από διευκρινιστικές ερωτήσεις από τον τραπεζίτη. Ο Goddard J αναφορικά με το καθήκον της Τράπεζας για τη διεξαγωγή έρευνας ανέφερε τα εξής στη σελίδα 94: «The principles which are laid down in those cases depend, I think, very much upon what are the circumstances which are enough to put a bank on inquiry. As to whether or not the bank or its officers exercised due care in any particular case, that must depend upon the facts of the particular case». Οι έρευνες στις οποίες υποχρεούται να προβεί η Τράπεζα σε περίπτωση υποψίας για κάποιο λάθος στη συναλλαγή που χειρίζεται είναι αλληλένδετες με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Στην παρούσα υπόθεση, η Ταμίας, κα Βαρβάρα Πίτσιλου (ΜΥ1) παρά το γεγονός ότι είχε απορίες σχετικά με χαρακτηριστικά του κατόχου της επιταγής, όπως για παράδειγμα για τη διαφορά στα μαλλιά από τη φωτογραφία τόσο στο εκλογικό βιβλιάριο όσο και στο διαβατήριο, ικανοποιήθηκε από τις επεξηγήσεις που δόθηκαν από τον κάτοχο και ως εκ τούτου ορθά και εύλογα θεώρησε ότι ο κάτοχος της επιταγής ήταν και ο πραγματικός της δικαιούχος. Ως διεφάνη προέβηκε σε εύλογες ερωτήσεις προς τον κάτοχο της επιταγής για να διαπιστώσει κατά πόσο ήταν ο πραγματικός δικαιούχος. Οι απαντήσεις που δόθηκαν στις παρατηρήσεις της σχετικά με την φωτογραφία η οποία απεικονίζετο στο διαβατήριο του Εναγομένου 1 εξάλειψαν κάθε αμφιβολία της αναφορικά με το εν λόγω ζήτημα. Η στάση της μάρτυρος ήταν συμπεριφορά ενός μέσου λογικού ανθρώπου, ο οποίος κατέχει τη θέση την οποία κατέχει ως ταμίας της Εναγομένης 2 και ενήργησε με σώφρων και λογικό τρόπο. Σημειώνεται επίσης ότι ο κάτοχος της επιταγής παρουσίασε στη μάρτυρα διαβατήριο και εκλογικό βιβλιάριο του κ. Ανδρεάδη και επεξήγησε την διαφορά που υπάρχει στο όνομα στα δύο έγγραφα. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω η πληρώτρια τράπεζα είχε καθήκον στα πλαίσια της συνήθους πορείας των εργασιών της να ενεργεί με καλή πίστη κατά την πληρωμή της επίδικης επιταγής και αν έτσι έχουν τα γεγονότα δικαιούται να επικαλεστεί το ΄Αρθρο 60 του εν λόγω Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 90 του Νόμου: «Πράγμα θεωρείται ότι τελείται καλή τη πίστει εντός της έννοιας του Νόμου αυτού, όταν αυτός πράγματι τελείται έντιμα, ανεξάρτητα αν τελείται με αμέλεια ή όχι». Ως προκύπτει από τα πιο πάνω με βάση το άρθρο 90 του Νόμου, ακόμα και αν υπάρχει αμέλεια εκ μέρους της Τράπεζας στην πληρωμή επιταγής, το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει εάν η Τράπεζα ενεργεί με καλή πίστη. Εναπόκειτο σε αυτόν που υποστηρίζει το αντίθετο να αποδείξει έλλειψη καλής πίστης. Στην παρούσα υπόθεση η ταμίας της εναγομένης 2 ενήργησε με καλή πίστη, γεγονός το οποίο είναι έκδηλο από τα γεγονότα αφού η ίδια πριν την πληρωμή της επίδικης επιταγής, προέβη σε διευκρινιστικές ερωτήσεις προς τον κάτοχο της επιταγής καθώς επίσης και σε έλεγχο σχετικά με τα ονόματα που αναγράφοντο στην επιταγή και στην φωτογραφία που εβρίσκετο τόσο στο διαβατήριο όσο και στο εκλογικό βιβλιάριο που παρουσίασε ο κάτοχος της επίδικης επιταγής. Περαιτέρω, επικοινώνησε τηλεφωνικώς στα κεντρικά γραφεία της Εναγομένης 2 ζητώντας από την αρμόδια υπάλληλο να ελέγξει κατά πόσο υπήρχε διαθέσιμο κεφάλαιο για την πληρωμή της εν λόγω επιταγής, όπως συνήθιζε πάντοτε. Μετά από διαβεβαίωση από την αρμόδια υπάλληλο ότι η επιταγή ήταν κατάλληλη για εξαργύρωση και ικανοποιημένη από τις απαντήσεις που έλαβε από τον κάτοχο της επιταγής η Ταμίας εξαργύρωσε την επιταγή καλόπιστα. Παρά το ότι η ταμίας κα Βαρβάρα Πίτσιλλου εξαπατήθηκε από τον κάτοχο της επιταγής αυτό το γεγονός δεν αλλάζει το δεδομένο ότι αυτή ενήργησε καλόπιστα και μέσα στα πλαίσια των συνήθων εργασιών της. Στο σύγγραμμα Χρ. Λουκά (πιο πάνω) σελ. 186-187, γίνεται αναφορά στο σύγγραμμα Lord Chorley, Law of Banking 6th Ed. Ρ.92, όπου αναφέρεται ότι «συνήθης διεξαγωγή των εργασιών είναι θέμα μαρτυρίας που εξαρτάται από την πραγματική πρακτική που ακολουθεί η κάθε τράπεζα. Επίσης στην σελ. 189 του ιδίου βιβλίου γίνεται αναφορά στην υπόθεση Ν. Joachimson (Α Firm Name) v. Swiss Bank Corporation 1921 All ER 92 και συγκεκριμένα ότι «Ο τραπεζίτης υποχρεούται να πληρώσει επιταγές σε κανονικές εργάσιμες ώρες και η πληρωμή που γίνεται σε κάποιον μετά τις 12 το μεσημέρι, σε κάποιον δηλαδή που περίμενε στο ταμείο πριν το κλείσιμο του ταμείου, πολύ δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ως πληρωμή γενόμενη έξω από τα πλαίσια της συνήθους πορείας των εργασιών». Στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από την μαρτυρία της Βαρβάρας Πίτσιλλου ο κάτοχος της επίδικης επιταγής επέστρεψε στο υποκατάστημα της Εναγομένης 2 κατά τις 11.30, ώρα η οποία εμπίπτει στις συνήθεις ώρες εργασίας της Εναγομένης 2 κατά την οποία τα ταμεία της Εναγομένης 2 ήταν ανοικτά για εξυπηρέτηση του κοινού. Περαιτέρω, τόσο η κα Βαρβάρα Πίτσιλλου, όσο και η κα Μαίρη Πασχαλίδου, Γραμματέας της Εναγόμενης 2, εξήγησαν χωρίς αντίλογο, τον τρόπο λειτουργίας του συγκεκριμένου υποκαταστήματος της Εναγομένης 2 και είναι φανερό πως η συναλλαγή έγινε μέσα στα πλαίσια των συνήθων εργασιών της Εναγομένης 2. Eνόψει των πιο πάνω η αγωγή των Εναγόντων είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Όμως ανεξάρτητα από τα πιο πάνω η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί και για τον λόγο ότι η αιτία αγωγής εστιάζεται σε ισχυριζόμενη αμέλεια της Εναγόμενης 2 η οποία εξειδικεύεται και περιορίζεται στους ισχυρισμούς που περιέχονται στην παράγραφο 7 της ΄Εκθεσης Απαίτησης οι οποίοι δεν έχουν αποδειχθεί. Σύμφωνα με τις υποπαραγράφους 7(β) και 7(γ) της ΄Εκθεσης Απαίτησης υπάρχει ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη 2 προέβηκε σε αλλοίωση της επιταγής από υπαλλήλους της Εναγόμενης 2. Από τη δοθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε ότι η Εναγόμενη, μέσω της ταμίας της, προέβηκε σε οποιαδήποτε εγγραφή στην επιταγή, είτε στο όνομα Νικολάου, είτε στην οπισθογράφηση, με σκοπό την αλλοίωση των δεδομένων της επιταγής, ως αυτά ήταν την στιγμή της παρουσίασης της στο ταμείο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ενόψει των πιο πάνω οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την απαίτηση τους εναντίον της Εναγόμενης 2 και ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται, με έξοδα εναντίον των Εναγόντων και υπέρ της Εναγόμενης 2, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................................. Γ. Κυριακίδου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Μ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.