← Κύπρος

Κτηνοτροφική Επιχείρηση Π.Σ.Μ. Πέτρου Λίμιτεδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 3608/04, 30 Μαρτίου, 2010

Κτηνοτροφική Επιχείρηση Π.Σ.Μ. Πέτρου Λίμιτεδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 3608/04, 30 Μαρτίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A131 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3608/04 Μεταξύ: Κτηνοτροφική Επιχείρηση Π.Σ.Μ. Πέτρου Λίμιτεδ Εναγόντων και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενου ----------------------- 30 Μαρτίου,

  1. Για τους ενάγοντες: κ. Στ. Κιττής Για το Γενικό Εισαγγελέα: κ. Α. Μαππουρίδης, ανώτερος δικηγόρος της Δημοκρατίας Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Η ΑΞΙΩΣΗ. Οι ενάγοντες, με Κλητήριο Γενικά Οπισθογραφημένο, αξιώνουν: «Αποζημιώσεις για ζημίες και/ή απώλειες τις οποίες υπέστησαν κατά την περίοδο μεταξύ Ιουλίου 2000 και Σεπτεμβρίου 2002, σαν αποτέλεσμα εσφαλμένων ενεργειών και/ή παραλείψεων και/ή αμελείας των εναγομένων σε σχέση με την αντιμετώπιση μεταδοτικών νόσων και/ή επιδημίας των ζώων, πλημμελούς παροχής προστασίας και/ή πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων των λειτουργών των εναγομένων και/ή διά άλλην παρεμφερή αιτία που αφορά στην εξάπλωση μολυσματικών νόσων των ζώων». Β. ΤΑ ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ. Η παράθεση των παραδεκτών γεγονότων θα βοηθήσει αφενός στην κατανόηση της βάσης στήριξης της αξίωσης των εναγόντων για αποζημιώσεις, και, αφετέρου, στην απλούστευση της δομής της απόφασης και την ευκολότερη παρακολούθησή της: Οι ενάγοντες είναι εταιρεία η οποία ασχολείται με τη κτηνοτροφία, και, πιο συγκεκριμένα, την αναπαραγωγή και εμπορία ζώων - όπως βοοειδών και/ή αμνοεριφίων - και την παραγωγή, εμπορία και εκμετάλλευση των προϊόντων ή υποπροϊόντων που προέρχονται από τα ζώα αυτά. Προς το σκοπό άσκησης των πιο πάνω δραστηριοτήτων τους διέθεταν, καθ΄ όλους τους ουσιώδεις για την αγωγή χρόνους, κτηνοτροφική μονάδα σε περιοχή του χωριού Λύμπια της επαρχίας Λευκωσίας. Η μονάδα τους αυτή αποτελείτο από μεγάλο αριθμό βοοειδών και αιγοπροβάτων, ήταν δε πλήρως εξυγχρονισμένη και τηρούσε όλους τους κανόνες υγιεινής που απαιτούνται από τη σύγχρονη κτηνοτροφική πολιτική, στα πλαίσια που αυτή γνωστοποιείτο στους ενάγοντες κατά καιρούς από το αρμόδιο τμήμα του Υπουργείου Γεωργίας και τις κτηνιατρικές υπηρεσίες. Η περιοχή στην οποία βρίσκεται η κτηνοτροφική μονάδα των εναγόντων γειτνιάζει με τις τουρκοκρατούμενες περιοχές και θεωρείται υψηλού κινδύνου για μετάδοση μολυσματικών ασθενειών. Το έτος 2000 ξεκίνησε έλεγχος και των βουστασίων από τις αρμόδιες κτηνιατρικές υπηρεσίες για βρουκέλλωση και λεύκωση. Βάσει των στοιχείων που κατείχαν οι πιο πάνω υπηρεσίες, η νόσος της βρουκέλλωσης διαγνώστηκε πρώτα στα αιγοπρόβατα των μονάδων της περιοχής Λυμπιών, με δειγματοληψίες που έγιναν στις 30.8.2000 και 11.9.
  2. Αμέσως οι κτηνιατρικές υπηρεσίες προέβησαν σε έλεγχο και των βοοειδών, οπόταν διαγνώστηκε και σε αυτά η ασθένεια. Στις 24 Σεπτεμβρίου του ιδίου χρόνου, κατόπιν αιμοληψίας από 167 βοοειδή, εντοπίστηκε ότι υπήρχαν ζώα που αντιδρούσαν στη βρουκέλλωση, κι έτσι διατάχθηκε γενική αιμοληψία. Λίγες μέρες αργότερα, στις 11.10.2000, έγινε γενική αιμοληψία από 171 βοοειδή του βουστασίου των εναγόντων και διαπιστώθηκε ότι τα 36 από αυτά ήταν θετικά και άλλα 65 ύποπτα. Το υψηλό αυτό ποσοστό επέβαλλε την άμεση σφαγή και αξιοποίηση των ζώων, κατ΄ ακολουθία του περί Περιορισμού της Βρουκέλλωσης των Ζώων (Τροποποιητικού) Διατάγματος του 1978, Κ.Δ.Π. 15/
  3. Η προσφορά για τη διάθεση κρεάτων και δερμάτων, που προέρχονται από ζώα τα οποία κατασχέθηκαν στα πλαίσια του προγράμματος ελέγχου της ασθένειας βρουκέλλωσης, κατακυρώθηκε σε τρίτα πρόσωπα, άσχετα με την αγωγή, κάλυπτε την περίοδο από 1.1.2000 μέχρι 31.12.2001 και σχετικές μεταξύ των μερών συμφωνίες υπεγράφησαν. Σύμφωνα με τα πιο πάνω συμβόλαια, ο προσφοροδότης υποχρεούται, μετά από προειδοποίηση 48 ωρών, να προβεί σε σφαγή των βρουκελλωμένων ζώων. Η άμεση όμως σφαγή στην υπό κρίση περίπτωση παρουσίαζε τεχνικές δυσκολίες λόγω περιορισμένων διευκολύνσεων που παρείχοντο από το αρμόδιο σφαγείο και ως εκ τούτου η καθυστέρηση ήταν αναπόφευκτη. Αυτό είχε ως συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η εφαρμογή του χρονοδιαγράμματος σφαγής, με αποτέλεσμα η παραμονή μεγάλου αριθμού βρουκελλωμένων ζώων να εγκυμονούσε κινδύνους εξάπλωσης της νόσου και στα υπόλοιπα, υγιή, ζώα. Ως απόρροια της πιο πάνω δυσκολίας άμεσης σφαγής, οι λειτουργοί των κτηνιατρικών υπηρεσιών δεν απομάκρυναν αμέσως τα ζώα των εναγόντων και άφησαν τα μολυσμένα στην κτηνοτροφική μονάδα. Η σφαγή όλων των ζώων, λόγω των τεχνικών δυσκολιών και της συνεχούς επανεξέτασης των ζώων που απέμειναν στη φάρμα, άρχισε στις 20.9.2000 για τα αιγοπρόβατα, και στις 26.10.2000 για τα βοοειδή. Οι ενάγοντες, με βάση το προαναφερθέν διάταγμα του 1978, έλαβαν, ως κατά χάριν φιλοδώρημα, το ποσό των - τότε - Λ.Κ.192.
  4. Η σχετική παράγραφος 6 του διατάγματος, όπως αυτό δημοσιεύτηκε στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας υπ' αρ. 1423 της 3.2.1978, έχει ως εξής: «Εάν κατά την εξέτασιν των ζώων διαπιστωθή μόλυνσις οιουδήποτε ζώου υπό της Βρουκελλώσεως, τότε το ζώον τούτο θα κατάσχηται και θα απομακρύνηται πάραυτα εκ της μολυσμένης εκτροφής ή εκ του μολυσμένου ποιμνίου και θα μεταφέρηται εις ειδικά προς τούτο υποστατικά υπό τον άμεσον έλεγχον της Κτηνιατρικής Υπηρεσίας. Καθ' όν χρόνον τα μολυσμένα ζώα θα ευρίσκωνται εις τα εν λόγω υποστατικά θα εκτιμάται η αναπαραγωγική αξία τούτων υπό ειδικής τριμελούς επιτροπής, συσταθησομένης υπό του Διευθυντού και τα ζώα ταύτα θα περιέρχωνται εις την κυριότητα του Κράτους, προς δε τον ιδιοκτήτην του μολυσμένου ζώου ή ζώων θα καταβάλληται κατά χάριν φιλοδώρημα καθοριζόμενον εκάστοτε υπό του Υπουργικού Συμβουλίου. Τα ούτω συναθροιζόμενα ζώα θα σφάζωνται υπό την άμεσον επίβλεψιν της Κτηνιατρικής Υπηρεσίας. Νοείται ότι η χορήγησις ή μη του φιλοδωρήματος επαφίεται εις την κρίσιν του Διευθυντού, ή ειδικώς προς τούτο εξουσιοδοτημένου προσώπου υπό του Διευθυντού». Κατατέθηκε, τέλος, ως παραδεκτό γεγονός, ότι η σύνθεση της φάρμας των εναγόντων κατά το έτος 2000 ήταν, για τα βοοειδή, 400 παραγωγικά ζώα (γαλακτοφόρες και έγκυες αγελάδες και μοσχίδες έγκυες 2-8 μηνών), 95 ζώα ήτοι μοσχίδες ενός έτους αρσενικά 8-11 μηνών και μικρά θηλυκά μέχρι 5 μηνών και ότι η σύνθεση της φάρμας των αιγοπροβάτων, κατά την ώρα παραλαβής ενός εκάστου, ήταν 236 αιγοπρόβατα ηλικίας 2-4 ετών (γεννημένες 5 εώς 10 ημερών), 112 έγκυα ζώα σε ξηρά περίοδο, και 100 αιγοπρόβατα ηλικίας 1 έτους (θηλυκά). Επίσης 27 αμνοερίφια. Σύνολο βοοειδών 495 και αιγοπροβάτων
  5. Γ. ΟΙ ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΕΣ ΘΕΣΕΙΣ. Προβάλλει μέσα από την Έκθεση Απαίτησης ως δικογραφημένη θέση των εναγόντων ότι, παρά το γεγονός πως η περιοχή όπου βρίσκεται η φάρμα τους, γειτνιάζει με τις τουρκοκρατούμενες περιοχές και θεωρείται υψηλού κινδύνου για μετάδοση μολυσματικών ασθενειών, ο έλεγχος των αρμοδίων υπηρεσιών του κράτους ήταν ανύπαρκτος ή εντελώς ανεπαρκής. Δεν έχει δε λάβει χώρα αιμοληψία από το 1993, ούτως ώστε να διαπιστωθεί η τυχόν ύπαρξη οποιασδήποτε μεταδοτικής ασθένειας και να ληφθούν σχετικά προληπτικά μέτρα. Προσθέτουν ότι περί το Σεπτέμβριο του 2000 πληροφορήθηκαν ότι σε γειτνιάζουσα κτηνοτροφική μονάδα διαπιστώθηκε ύπαρξη ζώων μολυσμένων με το μεταδοτικό μικρόβιο της βρουκέλλας. Αμέσως αποτάθηκαν στις κτηνιατρικές υπηρεσίες, ζητώντας τη διενέργεια αιματοληπτικού ελέγχου και στη μονάδα τους. Μετά την έκκλησή τους αυτή, οι αρμόδιες υπηρεσίες, στις 11.10.2000, προχώρησαν στην πρώτη μαζική αιμοληψία, οπόταν και διαπιστώθηκε ότι από τα 171 δείγματα παρουσιάστηκαν 36 μολυσμένα ζώα και 65 ύποπτα περιστατικά. Αποδίδουν στους αρμόδιους λειτουργούς των κτηνιατρικών υπηρεσιών ότι, παρά τον υψηλό αριθμό κρουσμάτων, αντί να απομακρύνουν αμέσως τα επικίνδυνα ζώα, ως όφειλαν, για αποφυγή της εξάπλωσης της μεταδοτικής ασθένειας στα υγιή, τα άφησαν στη μονάδα για αρκετές μέρες προτού τα μεταφέρουν, σταδιακά, με αποτέλεσμα τον ολοκληρωτικό αφανισμό όλου του ζωικού πληθυσμού της μονάδας. Επιρρίπτουν επίσης ευθύνη στους εναγόμενους λόγω χρησιμοποίησης από τους αρμόδιους λειτουργούς, σε πολλές περιπτώσεις, της ίδιας σύριγγας για αιμοληψία για πολλά ζώα, χωρίς να την απολυμαίνουν ή να την αντικαθιστούν, γεγονός που συνέβαλλε στη ραγδαία εξάπλωση της νόσου και στα υπόλοιπα ζώα. Θέτουν επίσης οι ενάγοντες ότι οι εναγόμενοι έχουν περαιτέρω ευθύνη, λόγω παράλειψής τους να ασκήσουν αποτελεσματικό έλεγχο για την πρόληψη και/ή τον περιορισμό μετάδοσης της μολυσματικής ασθένειας της βρουκέλλωσης, παράλειψής τους να εκτελέσουν τις εκ των Κανονισμών προβλεπόμενες υποχρεώσεις τους, παράλειψης και/ή αμέλειάς τους να εφαρμόσουν αποτελεσματικές μεθόδους για την καταπολέμηση και/ή αντιμετώπιση της νόσου αμέσως μετά τον εντοπισμό της, και λόγω εφαρμογής εσφαλμένων και μη αποτελεσματικών μεθόδων και/ή παράλειψης λήψης οποιουδήποτε μέτρου για την αποφυγή εξάπλωσης της ασθένειας. Αξιώνουν δε, μέσα από σχετική λεπτομερή δικογράφηση - η οποία θα απασχολήσει το Δικαστήριο σε κατοπινό στάδιο της απόφασης - αποζημιώσεις €2.647.208, για ολικό αφανισμό του ζωικού πληθυσμού της μονάδας τους και για την απώλεια της απόδοσης και εν γένει της παραγωγικότητας των ζώων αυτών. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι δειγματοληπτικοί έλεγχοι από τις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας σε κτηνοτροφικές μονάδες της υπό αναφορά περιοχής Λυμπιών, αλλά και σε όλες τις περιοχές που γειτνιάζουν με τις κατεχόμενες, ήταν τακτικοί και επισταμένοι, ακριβώς λόγω του κινδύνου μετάδοσης και εξάπλωσης ζωικών μολυσματικών ασθενειών. Θέτει, εν πάση περιπτώσει, ότι η ευθύνη για την εξασφάλιση και παρακολούθηση της υγείας των ζώων σε κάθε κτηνοτροφική μονάδα, βαρύνει τον ιδιοκτήτη της. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι στην περίπτωση των εναγόντων εφαρμόστηκαν πλήρως όλες οι προβλεπόμενες από τους κανονισμούς διαδικασίες και έλαβε χώρα διενέργεια εξετάσεων και μαζική αιμοληψία από τα ζώα της συγκεκριμένης μονάδας. Στις 26.10.2000 άρχισε η απομάκρυνση των μολυσμένων ζώων. Λόγω δε του συνεχιζόμενου ψηλού ποσοστού μόλυνσης και του γεγονότος ότι δεν διαφαινόταν τάση μείωσης και ελπίδα εκρίζωσης της ασθένειας, αποφασίστηκε από τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες η κατάσχεση όλων των ζώων και η αποζημίωση των εναγόντων με το προαναφερθέν ποσό των Λ.Κ.192.000, κατ΄ ακολουθία των προβλεπόμενων στην παράγρ. 6 του διατάγματος του
  6. Εμμένοντας ο εναγόμενος στο βασικό ισχυρισμό του ότι οι κρατικές υπηρεσίες εφάρμοσαν, στην περίπτωση των εναγόντων, τις εκ του νόμου προνοούμενες διαδικασίες και ότι ενήργησαν με βάση τις γενικά παραδεκτές και επιστημονικά επιβαλλόμενες μεθόδους, αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων περί ευθύνης του και τις, συνακόλουθα, αξιούμενες ζημιές. Δ. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ. Με δεδομένη την εκτεταμένη παράθεση παραδεκτών γεγονότων, η μαρτυρία που προσφέρθηκε ήταν περιορισμένης έκτασης. Για την πλευρά των εναγόντων κατέθεσαν δύο μάρτυρες. Ο Κτηνίατρος Νίκος Αρτεμίου και ο Χριστάκης Ηροδότου, Γεωργικός Σύμβουλος, πρώην υπάλληλος στο Τμήμα Γεωργίας, όπου και υπηρέτησε για πολλά χρόνια στον Κλάδο Αγροτικής Οικονομικής. Για τον εναγόμενο μοναδικός μάρτυρας ήταν ο Α΄ Κτηνιατρικός Λειτουργός στις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες Πέτρος Παπασωζόμενος. Η μαρτυρία του κτηνίατρου Αρτεμίου περιστρέφεται γύρω από το μεταδοτικό νόσημα της βρουκέλλωσης, τα χαρακτηριστικά της νόσου αυτής και τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά τα ουσιώδη για την υπόθεση έτη, 2000-2002, στις μολυσμένες με την πιο πάνω ασθένεια περιοχές, και, ιδιαίτερα στην κτηνοτροφική μονάδα των εναγόντων. Επεξηγώντας ο μάρτυρας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της βρουκέλλωσης, τόνισε ότι η λοίμωξη αυτή διαδίδεται τάχιστα και με ποικίλους τρόπους. Μεταξύ άλλων, μπορεί να εισβάλει στον οργανισμό των ζώων, ακόμη και από μολυσμένη σκόνη, μέσω του βλεννογόνου του ματιού ή και του ιδίου του δέρματος, έστω και δίχως τραύμα. Μολυσμένα τρωκτικά, ποντικοί και νυφίτσες μπορούν να διαδώσουν τη νόσο. Ακόμη είναι δυνατή η μετάδοση από κοπάδι σε κοπάδι, όταν αυτά γειτνιάζουν, χωρίς καν να έλθουν σε επαφή τα ζώα. Η συνύπαρξη μολυσμένων ζώων ή ζώων που παρουσιάζουν ύποπτα σημάδια μόλυνσης με υγιή, είναι από τους σημαντικούς παράγοντες μετάδοσης της ασθένειας. Με αυτό ως επιστημονικό δεδομένο, ήταν η θέση του μάρτυρα πως η μη έγκαιρη απομάκρυνση, από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες, των ασθενών ζώων από τη κτηνοτροφική μονάδα των εναγόντων, συνέτεινε στην επιμόλυνση και των υπόλοιπων ζώων και στη ραγδαία εξάπλωση της ασθένειας. Καθόρισε επίσης ως σημαντικό στοιχείο της εξάπλωσης το παραδεκτό γεγονός της χρησιμοποίησης από τους αρμόδιους υπαλλήλους των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών της ίδιας βελόνας ή σύριγγας για λήψη αίματος, τόσο σε υγιή όσο και σε ασθενή ζώα, κατά τη διαδικασία αιμοληψίας προς το σκοπό εντοπισμού των ασθενών ζώων. Η μαρτυρία του κ. Ηροδότου προσφέρθηκε προκειμένου να τεκμηριωθεί το ύψος των αξιούμενων από τους ενάγοντες αποζημιώσεων. Η μεθοδολογία την οποία έλαβε υπόψη, για να καταλήξει στον υπολογισμό των ζημιών και η επιστημονική του προσέγγιση, θα παρατεθούν αργότερα, κατά το στάδιο της παράθεσης του κεφαλαίου των αποζημιώσεων. Ο μοναδικός μάρτυρας για την Υπεράσπιση συμφώνησε ότι η μη έγκαιρη απομάκρυνση των μολυσμένων ζώων από την υπό αναφορά κτηνοτροφική μονάδα, αποτελούσε, με βάση τα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης ασθένειας, εν δυνάμει κίνδυνο για τα υπόλοιπα ζώα της μονάδας. Πρόσθεσε, περαιτέρω, ότι στην ταχεία εξάπλωση της νόσου συνήργησαν και άλλοι παράγοντες, όπως είναι η παραδεκτή χρησιμοποίηση κατά τη διαδικασία αιμοληψίας, της ίδιας βελόνας σε περισσότερα από ένα ζώα. Επεξηγώντας το βαθμό εμπλοκής των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών κατά το χρόνο διάγνωσης της νόσου, κατάθεσε ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι έδιδαν γραπτό ειδικό έντυπο οδηγιών στους κτηνοτρόφους σχετικά με τον τρόπο πρόληψης της περαιτέρω εξάπλωσης της νόσου. Πρόσθεσε ότι το έργο των κρατικών υπηρεσιών περιορίζεται στην παροχή συμβουλών, η εφαρμογή των οποίων εναπόκειτο πάντα στον ιδιοκτήτη της κάθε επηρεαζόμενης μονάδας. Επιβεβαίωσε δε σχετικά ότι από τις επισκέψεις που ο ίδιος έκαμε κατά τον ουσιώδη χρόνο στη φάρμα των εναγόντων, δεν διαπίστωσε μη εφαρμογή των συμβουλών που είχαν δοθεί σχετικά με τη λήψη μέτρων για περιορισμό της νόσου. Καθόρισε ως βασικό τρόπο ελέγχου της διάδοσης της ασθένειας, την άμεση απομάκρυνση και σφαγή των ζώων από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες και τόνισε ότι μέχρις ότου αυτό θα λάμβανε χώρα, οι ιδιοκτήτες των κτηνοτροφικών μονάδων είχαν οδηγίες και υποχρέωση να απομονώνουν τα μολυσμένα ζώα. Στις περισσότερες όμως φάρμες - της επίδικης συμπεριλαμβανομένης - δεν υπήρχε μέρος για απομόνωση των μολυσμένων ζώων, λόγω έλλειψης χώρου, και, συνεπώς, ήταν πρακτικά αδύνατη η απομόνωση τόσο μεγάλου αριθμού ζώων από τα υπόλοιπα. Ολοκληρώνοντας τη μαρτυρία του δέχθηκε, αντεξεταζόμενος, ότι το κράτος δεν διαθέτει ειδικά υποστατικά, για μεταφορά σε αυτά των μολυσμένων ζώων, όπως αυτά καθορίζονται στη σχετική παράγραφο 6 του διατάγματος του 1978, η οποία και παρατέθηκε αυτούσια σε προηγούμενο στάδιο της απόφασης. Ε. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων, αφού επεσήμανε, κατά την τελική του αγόρευση, ότι δεν υπάρχει ουσιαστική διάσταση γεγονότων, επικέντρωσε την προσοχή του στο λεκτικό της παραγρ. 6 του διατάγματος του 1978, προκειμένου να εισηγηθεί πως οι αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους είχαν υποχρέωση άμεσης απομάκρυνσης των ζώων από τη στιγμή της διαπίστωσης της μόλυνσης και μεταφοράς τους σε ειδικά προς τούτο υποστατικά. Προεκτείνοντας τη θέση του έθεσε πως οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες βαρύνονται με παράλειψη άμεσης απομάκρυνσης των μολυσμένων ζώων, γεγονός που οδήγησε στην επιμόλυνση και των υπολοίπων, υγειών. Εισηγήθηκε, κατά προέκταση, ότι αναφύετο υπό τις συνθήκες καθήκον επιμέλειας, το οποίο παραβίασαν οι αρμόδιοι κρατικοί λειτουργοί, τόσο λόγω της πιο πάνω παράλειψής τους, όσο και λόγω του παραδεκτού γεγονότος της χρησιμοποίησης των ιδίων βελόνων για λήψη αίματος σε περισσότερα από ένα ζώα. Ως νομικό έρεισμα των θέσεων των εναγόντων επικαλέστηκε ο κ. Κιττής το Άρθρο 172 του Συντάγματος, καθώς επίσης και το άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
  7. Οι πρόνοιες του ρηθέντος διατάγματος του 1978, και ιδίως η παράγρ. 6, αποτέλεσαν επίσης τον κεντρικό πυρήνα των θέσεων του ευπαίδευτου συνήγορου για την Υπεράσπιση, προκειμένου να καταλήξει στην εισήγηση ότι αυτές δεν δημιουργούν νομικό καθήκον της Δημοκρατίας για λήψη συγκεκριμένων ενεργειών. Έθεσε ο κ. Μαππουρίδης ότι η υποχρέωση ταχείας απομάκρυνσης των μολυσμένων ζώων δεν συναρτάται με την αποτροπή επέκτασης της νόσου στο υπόλοιπο ποίμνιο, δεδομένης της εκ του Νόμου εξουσίας που έχει ο διευθυντής των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, να θεωρήσει ολόκληρο το ποίμνιο ως μολυσμένο όταν το ποσοστό των ζώων που προσβλήθηκαν είναι, κατά την κρίση του, υψηλό ή συντρέχουν τέτοιες συνθήκες ώστε να εγκυμονούνται κίνδυνοι ταχείας εξάπλωσης της ασθένειας. Αποδεχόμενος δε ότι η Δημοκρατία είχε υποχρέωση μεταφοράς ή απομάκρυνσης των μολυσμένων ζώων σε ειδικά προς τούτο υποστατικά, εισηγήθηκε ότι η παράλειψη να ενεργήσει προς την κατεύθυνση αυτή δεν συνδέεται με την έλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος της πλήρους καταστροφής και δεν επέφερε τα αποτελέσματα που εκτίθενται στην αγωγή. ΣΤ. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΛΕΥΡΑ - ΤΟ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ.

(1)Το Άρθρο 172 του Συντάγματος. Το Άρθρο 172 του Συντάγματος συνιστά ένα εκ των νομικών πυλώνων επί των οποίων εδράζεται η απαίτηση των εναγόντων. Έχει ως εξής: «Η Δημοκρατία ευθύνεται διά πάσαν ζημιογόνον άδικον πράξιν ή παράλειψιν των υπαλλήλων ή αρχών της Δημοκρατίας εν τη ασκήσει των καθηκόντων αυτών ή κατ΄ επίκλησιν ασκήσεως των καθηκόντων αυτών. Νόμος θέλει καθορίσει τα περί της ευθύνης της Δημοκρατίας». Ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ανδρέας Ν. Λοϊζου, στο σύγγραμμά του «Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας», στις σελ. 409-412 πραγματεύεται την εμβέλεια του πιο πάνω Άρθρου και τα όρια εφαρμογής του. Αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελ. 410: «Το Άρθρο 172 δίδει από μόνο του αγώγιμο δικαίωμα αφού οι διατάξεις του είναι δηλωτικές και οριστικές των δικαιωμάτων που δημιουργούνται ώστε να μπορούν να επιβάλλονται χωρίς περαιτέρω ρύθμιση και εκτείνεται και σε πράξεις στον τομέα του Δημοσίου Δικαίου. Οι ζημιογόνες όμως άδικες πράξεις ή παραλείψεις που αναφέρονται στο Άρθρο 172, και οι οποίες είναι εκτελεστές ώστε η αναθεώρησή τους να εμπίπτει μέσα στα όρια του Άρθρου 146 δημιουργούν αγώγιμο δικαίωμα, που δεν ασκείται απ΄ ευθείας σε πολιτικό δικαστήριο αλλά μόνο σύμφωνα με το Άρθρο 146.6 μετά από απόφαση του Δικαστηρίου κάτω από την παράγραφο 4 του Άρθρου
  1. Σε περιπτώσεις, όμως, αμφιβολίας λόγω εμφανούς ή ισχυριζομένης σύγκρουσης δικαιοδοσίας, το αποφασιστικό κριτήριο είναι να στραφεί ένας προς το Άρθρο 146, για να αποφασίσει κατά πόσο το συγκεκριμένο θέμα ήταν μέσα στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου. Όταν η απαίτηση εμπίπτει μέσα στη σφαίρα του Άρθρου 146.1 δεν μπορεί να εγερθεί παράλληλη θεραπεία κάτω από το Άρθρο 172». Περαιτέρω δε, στη σελ. 412: «Η ευθύνη της Πολιτείας δε συνυπάρχει ή είναι συμπτωματική με την ευθύνη εργοδότη για τα αδικήματα των υπαλλήλων του κάτω από το Κεφ.
  2. Η ευθύνη κάτω από το Νόμο αυτό δεν αποτελεί προϋπόθεση για ευθύνη κάτω από το Άρθρο
  3. Η ευθύνη της Πολιτείας κάτω από το Άρθρο 172 είναι κατά κύριο λόγο ένα είδος ευθύνης δημοσίου δικαίου και υπάρχει όχι μόνο όταν η «άδικη» πράξη ή παράλειψη συμβεί κατά την εκτέλεση των καθηκόντων των υπαλλήλων ή των Αρχών, αλλά και όταν αυτοί παρεκκλίνουν, ή υπερβαίνουν την εξουσιοδότησή τους». Καταλήγει δε, στην ίδια σελίδα: «Η επίκληση καθήκοντος περιλαμβάνει παράνομες πράξεις μέσα στην έννοια του Άρθρου 172 που διαπράττονται από λειτουργούς ή Αρχές της Δημοκρατίας ενώ επαγγέλλονται ή διεκδικούν ότι εκτελούν καθήκοντα που συνδέονται με το αξίωμά τους αλλά όχι στην πραγματικότητα ή κατά το νόμο, με άλλα λόγια περιπτώσεις υπέρβασης εξουσίας». Στην υπόθεση Symeon Georghiou v. The Attorney General
(1982)1 CLR 938, αναλύονται σε έκταση οι προηγούμενες αυθεντίες που κάλυπταν το Άρθρο 172 και ερμηνεύεται η νομική τους σημασία. Συνοψίζονται δε οι σχετικές αρχές ως εξής: (α) Η έννοια της φράσης «εν τη ασκήσει των καθηκόντων» εμπεριέχει την εκτέλεση των καθηκόντων που επιτάσσει ο νόμος και καλύπτει περιπτώσεις ζημίας που προέρχεται από «άδικη» εκτέλεση των νομίμων καθηκόντων των, είτε εκ προθέσεως είτε τυχαία. Η φράση «κατ΄ επίκληση ασκήσεως των καθηκόντων των» περικλείει «άδικες πράξεις» μέσα στην έννοια του Άρθρου 172 οι οποίες διαπράττονται από λειτουργούς ή Αρχές της Δημοκρατίας ενώ ασκούν ή διεκδικούν ότι ασκούν καθήκοντα συνδεδεμένα με το αξίωμά τους αλλά όχι στην πραγματικότητα ή νομικά, με άλλα λόγια περιπτώσεις υπέρβασης του αξιώματός των. (β) Η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη είναι εκείνη η οποία προκαλεί ζημιά ή έχει δυσμενή αποτελέσματα στα δικαιώματα του επηρεαζόμενου προσώπου και για να είναι αγώγιμος η πράξη ή παράλειψη πρέπει να είναι «άδικος». (γ) Η λέξη άδικη υποδηλοί ότι η πράξη έγινε χωρίς εξουσιοδότηση ή δικαίωση από νόμο, μια και η εξουσία των λειτουργών της Πολιτείας πηγάζει από το νόμο ή τους νόμους με τους οποίους δημιουργούνται οι θέσεις των, καθορίζουν τα καθήκοντά των και ρυθμίζουν την εκτέλεσή των υπό την αίρεση πάντοτε των θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος. Η υπέρβαση εξουσίας ή αξιώματος είναι η βάση της ευθύνης της Δημοκρατίας. (δ) Η άδικη πράξη ή παράλειψη πρέπει να έχει προκαλέσει «ζημία», η οποία μέσα στην έννοια αυτή υποδηλοί απώλεια και ζημία η οποία επανορθώνεται με κατάλληλη επιδίκαση αποζημιώσεων που αποκαθιστούν τα δικαιώματα του ατόμου που υπέστη τη ζημία. Κατ΄ αρχήν δεν περιλαμβάνουν οι αποζημιώσεις κάτω από τη διάταξη αυτή παραδειγματικές αποζημιώσεις, εκτός εάν ο εργοδότης ενθαρρύνει την παράνομη πράξη. Η πιο πάνω παράθεση των παραμέτρων που καλύπτει το ΄Αρθρο 172 σφραγίζει και την τύχη της σχετική νομικής στήριξης των εναγόντων. Εύκολα εντοπίζεται ότι τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης δεν την κατατάσσουν στα όρια που το Άρθρο αυτό καλύπτει.
(2)Η αμέλεια. Οι πρόνοιες του άρθρου 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, συνιστούν τη δεύτερη νομική υποστύλωση των αξιώσεων των εναγόντων. Το αδίκημα της αμέλειας, συγκεκριμένο και αυτοτελές, μετά την κωδικοποίηση του κοινού δικαίου με το Κεφ. 148, περιέχεται στο άρθρο αυτό. Ο ορισμός του περικλείεται στο άρθρο 51
(1). Οριοθετείται ως η παράβαση υποχρέωσης επιμέλειας που οφείλεται από τον εναγόμενο στον ενάγοντα και η οποία προκαλεί ζημιά στον ενάγοντα. Τα στοιχεία που συνθέτουν το αδίκημα της αμέλειας περιλαμβάνουν την ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας του εναγόμενου προς τον ενάγοντα, την παράβαση αυτής της υποχρέωσης από τον εναγόμενο και την πρόκληση ζημιάς, ως συνέπεια της παράβασης. Η απόδειξη των τριών αυτών συστατικών στοιχείων του αδικήματος βαρύνει τον ενάγοντα. Οι ενάγοντες, για να αποδείξουν την υπόθεσή τους, επικαλούνται διαζευκτικά και το νομικό απόφθεγμα res ipsa loquitur, προκειμένου να καταλογίσουν ευθύνη στην αντίδικη πλευρά. Το άρθρο 55 του Κεφ. 148, εισάγει στην Κύπρο την πιο πάνω αρχή του κοινού δικαίου. Γενικά, όπου η υποχρέωση είναι τόσο προφανής ώστε να μην επιδέχεται άρνηση, γεννάται πραγματικό τεκμήριο ότι αποτυχία τήρησής της φανερώνει υπαιτιότητα. Το συγκεκριμένο δόγμα εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου ο ενάγων στερείται γνώσης ή μέσων γνώσης για το πώς προκλήθηκε το ζημιογόνο γεγονός, ενώ ταυτόχρονα τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους για το πώς προκλήθηκε η ζημιά, παρέχοντας έτσι τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να καθορίσει την ευθύνη. Η αρχή res ipsa loquitur αποτελεί κανόνα απόδειξης και δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι σκοπός της είναι η χαλάρωση του βάρους που φέρει ο ενάγων να αποδείξει την υπόθεσή του. Εφαρμόζεται όταν ο ενάγων αδυνατεί να αποδείξει αμέλεια εναντίον του εναγομένου, με την προσκόμιση μαρτυρίας για τις πράξεις ή παραλείψεις του, γιατί τα απαιτούμενα στοιχεία μαρτυρίας είναι στην αποκλειστική γνώση του εναγόμενου (Pambis Fellas Sports Ltd v. Karyatis Centre Ltd, Πολ. Έφ. 305/06, ημερ. 11.2.2010, Κατερίνα Σάββα και Σίμου Κυριακίδη, Πολ. Έφ. 39/06, ημερ. 25.1.2008 και Κωνσταντίνος Κώστα κ.ά. v. Νίκης Δημητρίου κ.ά. Πολ. Έφ. 54/07, ημερ. 10.9.2009). Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες παρουσίασαν μαρτυρία που στόχευε στην απόδειξη του επίδικου θέματος της αμέλειας και ως εκ τούτου, όπως εντοπίζεται στην απόφαση Pambis Fellas (ανωτέρω), δεν παρεχόταν καμία δυνατότητα διαζευκτικής επίκλησης του εξεταζόμενου αποφθέγματος. Περαιτέρω, όπως επαναλαμβάνεται στην υπόθεση Κατερίνα Σάββα (ανωτέρω), σε περίπτωση επίκλησης της αρχής του res ipsa loquitur, δεν νοείται - όπως επιχειρήθηκε στην υπό κρίση περίπτωση - η κλήση πραγματογνωμόνων μαρτύρων προς απόδειξη της αμέλειας. Συνεπώς, το προαναφερθέν δόγμα δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση. Στην πορεία ανάλυσης των λοιπών θέσεων των εναγόντων, προκύπτει ως πρώτο ερώτημα η εξέταση του κατά πόσο υπήρχε υποχρέωση επιμέλειας του εναγόμενου προς τους ενάγοντες υπό το πρίσμα των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Θέτουν, κατ΄ αρχάς, οι ενάγοντες ότι υποχρέωση στην πιο πάνω βάση γεννάται μέσα από τις διατάξεις της παραγρ. 6 του Διατάγματος του 1978, η οποία αυτούσια παρατέθηκε στα αρχικά στάδια της απόφασης και ως αποτέλεσμα της μη άμεσης απομάκρυνσης των ασθενών ζώων από τα υποστατικά τους. Στην προσπάθεια αναζήτησης απάντησης στο πιο πάνω ερώτημα, βοηθητικά είναι ο εντοπισμός της νομικής υφής του εκδοθέντος διατάγματος, καθώς επίσης και ο προσδιορισμός του σκοπού θέσπισης των περί Μεταδοτικών Νόσων Νόμων. Στην Προσφυγή αρ. 234/01, Έπαυλη Κομήτης Λτδ και Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 23.12.2002, εξετάστηκε η φύση των διαταγμάτων τα οποία είχε εξουσία ο Υπουργός Γεωργίας και Φυσικών Πόρων να εκδίδει δυνάμει του άρθρου 4
(1)των περί Μεταδοτικών Νόσων των Ζώων Νόμων 1987 και 1993. Ο Δικαστής Κωνσταντινίδης, μετά από εκτεταμένη ανάλυση του θέματος της διάκρισης μεταξύ κανονιστικής πράξης νομοθετικού περιεχομένου και εκτελεστής διοικητικής πράξης κατέληξε: «Θεωρώ πως το Διάταγμα συγκεντρώνει τα γνωρίσματα κανονιστικής πράξης νομοθετικού περιεχομένου (γενικότητα, απρόσωπο, δυνατότητα εφαρμογής σε αόριστες και μελλοντικές περιπτώσεις) και τίποτε που θα ήταν δυνατό να το ταξινομήσει, εκ του περιεχομένου του και της διασύνδεσής του προς τον εξουσιοδοτικό Νόμο, ως ατομική διοικητική πράξη. Διά του διατάγματος, γενικού εν προκειμένω, επέρχονται απαγορεύσεις προς προώθηση των ρητών σκοπών όπως τους καθορίζει ο Νόμος και επιβάλλονται, συναφώς, υποχρεώσεις. Σημειώνω δε και την πρόνοια του άρθρου 11 του Νόμου που καθιστά αδίκημα την παράβαση οποιασδήποτε διάταξής του ή την παράλειψη συμμόρφωσης προς αυτή». Στην υπόθεση Κυριάκος Μ. Φιλίππου v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1991)4(Γ)ΑΑΔ 2477, κύριο θέμα εξέτασης ήταν το κατά πόσο οι πρόνοιες του υφιστάμενου τότε περί Μεταδοτικών Νόσων των Ζώων Νομοθετήματος, Ν.319/67, ήταν αντισυνταγματικές γιατί συνιστούσαν στέρηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας του ιδιοκτήτη, αντίθετα από τις πρόνοιες του Άρθρου 23.2 του Συντάγματος. Ο Αιτητής είχε μεταφέρει από τις Τουρκοκρατούμενες περιοχές, χωρίς την άδεια του Διευθυντή Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, αριθμό εριφίων, τα οποία αναμείχθηκαν με τα υπόλοιπα ζώα του. Διατάχθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους η κατάσχεση, σφαγή και καταστροφή του συνόλου των ζώων. Ο Αιτητής, με την προσφυγή του, προσέβαλλε την απόφαση για θανάτωση, ισχυριζόμενος ότι ο πιο πάνω Νόμος, ο οποίος δεν προέβλεπε για παροχή αποζημιώσεων, ήταν αντισυνταγματικός. Υιοθετώντας ο Δικαστής Δημητριάδης τη θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι οι πρόνοιες του νόμου αποτελούν περιορισμούς απόλυτα απαραίτητους για την προστασία της δημόσιας υγείας και την πρόληψη της μετάδοσης μεταδοτικών νόσων, απέρριψε την προσφυγή καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι: «. η ενέργεια των καθ΄ ων η αίτηση, η οποία ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις του Νόμου και των Κανονισμών, εφόσον έγινε για σκοπούς πρόληψης μετάδοσης νόσων, πρέπει να θεωρηθεί ότι εμπίπτει κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου 23 του Συντάγματος, ως απόλυτα απαραίτητη για το συμφέρον της δημόσιας υγείας». Τα περί μεταδοτικών νόσων των ζώων νομοθετήματα θεσπίστηκαν στοχεύοντας στην προστασία της δημόσιας υγείας. Προκειμένου δε να προωθηθούν οι ρητοί σκοποί του νόμου, δίδεται το δικαίωμα στον Υπουργό Γεωργίας και Φυσικών Πόρων έκδοσης γενικών και ειδικών διαταγμάτων, δυνάμει του άρθρου 4
(1)του σχετικού Νόμου, Ν.319/
  1. Την υπό κρίση περίπτωση καλύπτει το γενικό διάταγμα του
  2. Μέσα από την παράγρ. 6 του διατάγματος παρέχεται η εξουσία στις αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους, σε περίπτωση εντοπισμού μολυσμένων ζώων, άμεσης επέμβασης, κατάσχεσης, απομάκρυνσης και καταστροφής των ζώων αυτών. Ρυθμίζεται έτσι η διαδικασία εμπλοκής του κράτους, στην προσπάθεια εξασφάλισης, κατά όσο το δυνατό πιο απόλυτο τρόπο, της εξουσίας του για έλεγχο, προκειμένου να διασφαλιστεί ο περιορισμός μετάδοσης της νόσου και να προστατευθεί, συνακόλουθα, η δημόσια υγεία. Μέσα στα πλαίσια αυτά το εν λόγω διάταγμα δίνει το δικαίωμα κατάσχεσης των μολυσμένων ζώων, το οποίο όμως δικαίωμα συνυπάρχει - ακριβώς προκειμένου να επιτευχθούν οι σκοποί του νόμου για περιορισμό της εξάπλωσης της νόσου - με την υποχρέωση άμεσης απομάκρυνσής τους από τη μολυσμένη εκτροφή ή ποίμνιο. Κάτω από αυτές τις παραμέτρους, γεννάται ανάλογο, νομικό, καθήκον επιμέλειας. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν χρήζει οποιασδήποτε ιδιαίτερης αξιολόγησης η ενώπιον του Δικαστηρίου προσφερθείσα μαρτυρία, προκειμένου να αποτυπωθούν τα σχετικά με το μέρος αυτό της απόφασης ευρήματα. Τα παραδεκτά γεγονότα, αλλά και η χωρίς αντίκρουση σχετική μαρτυρία καθιστούν ευκολότερο το έργο αυτό του Δικαστηρίου. Μέσα, λοιπόν, από τα παραδεκτά γεγονότα και την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, προκύπτουν ως ευρήματα η καθυστέρηση, κατά παράβαση των προνοιών της παραγρ. 6 του διατάγματος, μεταφοράς από τις αρμόδιες κτηνιατρικές υπηρεσίες των μολυσμένων ζώων σε ειδικά προς τούτο υποστατικά, ο άμεσος κίνδυνος μόλυνσης και των υγειών ζώων, λόγω της συνύπαρξής τους με τα μολυσμένα, και η χρησιμοποίηση κοινών βελόνων από τους αρμόδιους υπαλλήλους του κράτους για λήψη αίματος από υγιή και μολυσμένα ζώα. Είναι επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι η διενέργεια αιμοληψίας με τον πιο πάνω τρόπο συνέτεινε στην ταχεία εξάπλωση της μόλυνσης και στα υγιή ζώα. Επικαλέστηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον εναγόμενο τη θέση ότι, δεδομένης της εξάπλωσης της νόσου κατά τον επίδικο χρόνο, θα πρέπει να θεωρείται πως ολόκληρο το ποίμνιο των εναγόντων είχε ήδη προσβληθεί από βρουκέλλωση. Πρόσθεσε ακόμη ότι στα πλαίσια αυτά εφαρμόζεται και ακολουθήθηκε η διαδικασία της παράγρ. 7 του προαναφερθέντος διατάγματος, η οποία έχει ως ακολούθως: «Εάν κατά την εξέτασιν ποιμνίου ή εκτροφής ανευρεθή αρχικόν ποσοστόν μολύνσεως το οποίον κατά την κρίσιν του Διευθυντού ή εκπροσώπου αυτού εγκυμονεί κινδύνους ταχείας εξαπλώσεως της Βρουκελλώσεως τότε δύναται να θεωρηθή όλον το ποίμνιον ή η εκτροφή ως μολυσμένα υπό της Βρουκελλώσεως, και εν τοιαύτη περιπτώσει θα ακολουθήται η εν τη παραγράφω 6 προβλεπομένη διαδικασία». Με όλο το σεβασμό, οι προβληθείσες θέσεις στερούνται θεμελίωσης ελλείψει μαρτυρίας η οποία να τις καλύπτει. Αντίθετα, η μόνη σχετική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, σε μεγάλη μάλιστα έκτασή της υπό τύπο παραδεκτών γεγονότων, στο δε υπόλοιπο μέρος της παραμένουσα ως αδιαμφισβήτητη, επιμαρτυρεί ότι συγκεκριμένος και μόνο αριθμός ζώων εντοπίστηκε μετά από τις σχετικές αναλύσεις ότι είχε προσβληθεί. Δεν προσφέρθηκε δε ίχνος μαρτυρίας από την πλευρά των εναγόντων σχετική με τη θέση ότι ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηνιατρικών Υπηρεσιών έκρινε πως το αρχικό ποσοστό μόλυνσης στο ποίμνιο εγκυμονούσε κινδύνους ταχείας εξάπλωσης της νόσου και πώς, έτσι, ολόκληρο το ποίμνιο κρίθηκε ως μολυσμένο. Επικαλέστηκε περαιτέρω ο κ. Μαππουρίδης, στηριζόμενος σε παραδεκτή μαρτυρία - η οποία προσφέρθηκε προκειμένου να διαφωτιστεί η φύση της επίδικης νόσου και οι τρόποι μετάδοσής της - τη θέση ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί η μόλυνση των ζώων από άλλους παράγοντες, πέραν της συνύπαρξής τους με μολυσμένα ζώα ή της χρησιμοποίησης της ίδιας σύριγγας για αιμοληψία. Συγκεκριμένα, της επιμόλυνσης μέσω τρωκτικών ή ακόμη και από τον ίδιο τον άνεμο. Είναι ορθό πως από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, τεκμηριώθηκε ότι είναι δυνατή η εξάπλωση της νόσου στην πιο πάνω βάση. Παραβλέπει όμως η εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου δύο σημαντικούς παράγοντες, ο ένας γεγονότων και ο άλλος νόμου, οι οποίοι και την καθιστούν έκθετη σε απόρριψη: Είναι κοινή συνισταμένη της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας ότι οι ενάγοντες, μετά την εκδήλωση της νόσου, έλαβαν όλα τα απαραίτητα μέτρα προς αποφυγή εξάπλωσής της και στο υπόλοιπο μέρος του ποιμνίου τους. Μέτρα τα οποία τους υπέδειξε, τόσο ο κτηνίατρος, ΜΕ1, όσο και οι αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους. Σε αυτά συμπεριλαμβανόταν και η εξόντωση όλων των τρωκτικών, καθώς επίσης και η τήρηση όλων των κανόνων υγιεινής. Τη συμμόρφωσή των εναγόντων σε όλες τις οδηγίες του αρμόδιου τμήματος, επιβεβαίωσε και ο ίδιος ο μάρτυρας της Υπεράσπισης. Συνεπώς, τα όσα επικαλέστηκε ο συνήγορος παραμένουν μετέωρα, κινούνται στη σφαίρα της πιθανολόγησης και συνιστούν χωρίς βάση υποθέσεις. Έστω όμως κι αν είχε οποιαδήποτε βάση στήριξης η εξεταζόμενη θέση των εναγομένων, αυτή θα πρέπει να αντικριστεί κάτω από τις νομικές αρχές που καλύπτουν το ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ παράβασης και αιτίας της ζημιάς. Όπως έχει εντοπιστεί από πολύ νωρίς, Βonnington Castings Ltd v. Wardlaw
(1956)ΑC 613, το τι πρέπει να αποδειχθεί από την πλευρά του ενάγοντα είναι ότι η παράβαση ήταν αιτία της ζημιάς. Όχι όμως απαραίτητα η μόνη ή η κύρια αιτία, νοουμένου ότι αυτή «συνέβαλε ουσιαστικά» στη ζημιά. Η απόφαση επί του επίδικου αυτού σημείου, επιτυγχάνεται με εφαρμογή του λεγόμενου «'but for' test», το οποίο καθορίστηκε ως εξής από τον Denning LJ, στην υπόθεση Cork v. Kirby Maclean Ltd
(1952)2 All E.R. 402: «Αν η ζημιά δεν θα συνέβαινε αν δεν γινόταν η συγκεκριμένη παράβαση, τότε αυτή η παράβαση είναι η αιτία της ζημιάς. Αν θα συνέβαινε εν πάση περιπτώσει, είτε υπήρχε παράβαση είτε όχι, τότε η παράβαση δεν είναι η αιτία της ζημιάς». Σε τελική δε ανάλυση το θέμα της αιτιώδους συνάφειας είναι πραγματικό και ως τέτοιο πρέπει να αποφασίζεται, με γνώμονα τη συνηθισμένη, απλή και κοινή λογική. Στην περίπτωσή μας, σύμφωνα με τη μόνη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, του ΜΕ1, είχαν ληφθεί όλα τα αναγκαία μέτρα, κατ΄ ακολουθία σχετικών οδηγιών, προς περιορισμό της εξάπλωσης της νόσου. Έθεσε δε περαιτέρω και επεξήγησε, ότι η συνύπαρξη υγειών και ασθενών ζώων και η λήψη αίματος με τις ίδιες σύριγγες, είχε ως αποτέλεσμα τη μόλυνση ολόκληρου του ποιμνίου. Αρνήθηκε δε ο συγκεκριμένος μάρτυρας υποβολή ότι μετά τη διαπίστωση του συγκεκριμένου αριθμού μολυσμένων και ύποπτων ζώων, η μόλυνση και των υπόλοιπων ήταν αναπόφευκτη εν πάση περιπτώσει. Η μαρτυρία του ως αξιόπιστη γίνεται αποδεκτή. Ούτε τα προσόντα του ΜΕ1, ούτε και οι ουσιαστικές του θέσεις αντικρούστηκαν. Τελικά δε, ούτε η επιστημονικότητά του αμφισβητήθηκε, ούτε η αλήθεια των όσων κατέθεσε πλήγηκε, είτε μέσω της αντεξέτασής του, είτε μέσω παρουσίασης αντικρουστικής μαρτυρίας. Άλλωστε, τα όσα πιο πάνω σχετικά κατέθεσε, καλύπτονται και συνάδουν με τη λογική της όλης πορείας που ο νόμος και οι συνακόλουθες ενέργειες των αρμόδιων υπηρεσιών ορίζουν. Καθότι, αποδοχή της απόλυτης θέσης του ευπαίδευτου συνήγορου για τους εναγόμενους περί αναπόφευκτης μόλυνσης και καταστροφής, θα οδηγούσε στο άτοπο συμπέρασμα πως η εκδήλωση της νόσου θα είχε, ούτως ή άλλως, ως αποτέλεσμα τον αφανισμό των επηρεαζόμενων κτηνοτροφικών μονάδων. Αυτό όμως δεν συνάδει με τη λήψη μέτρων και την παροχή οδηγιών στην υπό κρίση περίπτωση για περιορισμό και αναχαίτιση της νόσου. Αν δηλαδή ήταν προκαθορισμένη και βεβαία η όλη απώλεια ποιος λόγος θα υπήρχε για λήψη μέτρων υγιεινής; Η παράλειψη των υπαλλήλων των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών του κράτους να απομακρύνουν τα μολυσμένα και ύποπτα ζώα, ούτως ώστε να μην έχουν επαφή με τα υγιή, από μόνη της, αλλά και σε συνδυασμό με τη διενέργεια εκ μέρους τους αιμοληψίας, χρησιμοποιώντας κοινές σύριγγες, σε υγιή και μολυσμένα ζώα, ήταν η μόνη ή η κύρια αιτία ή, το ελάχιστο, συνέβαλε ουσιαστικά στη μετάδοση της νόσου και στα υπόλοιπα υγιή ζώα της κτηνοτροφικής μονάδας των εναγόντων. Ήταν, έτσι, η αιτία της ζημιάς που ακολούθησε. Τελικά, η θέση της Υπεράσπισης ότι η απώλεια ούτως ή άλλως θα συνέβαινε, ελλείψει θεμελίωσής της με οποιαδήποτε μαρτυρία, παραμένει ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Δεν στοιχειοθετήθηκε, ούτε και μπορεί βεβαίως να αποδοθεί ευθύνη στους εναγόμενους για το γεγονός, γενικά, της εμφάνισης της νόσου, ούτε για την αρχική εξάπλωσή της. Αντιθέτως, η μόνη μαρτυρία που υπάρχει επιμαρτυρεί τις άμεσες ενέργειες των κρατικών υπηρεσιών για διενέργεια αιμοληψίας, ελέγχων στην περιοχή και παροχής οδηγιών για περιορισμό της διασποράς της ασθένειας. Στη συνέχεια όμως η αμέλειά τους είναι έκδηλη: Αφ' ης στιγμής διαπιστώθηκε η μόλυνση, ενεργοποίησαν τις εξουσίες που ο νόμος και τα κατ΄ ακολουθία του διατάγματα τους δίνουν, έχοντας έτσι υπό τον ουσιαστικό τους έλεγχο τη κτηνοτροφική μονάδα των εναγόντων. Είχαν, υπό τις συνθήκες, καθήκον επιμέλειας προς τους ενάγοντες, το οποίο οριοθετείτο, με βάση την παράγρ. 6 του διατάγματος, από την υποχρέωσή τους για άμεση απομάκρυνση των μολυσμένων ζώων. Περαιτέρω, η εξουσία με την οποία περιβάλλονταν οι εναγόμενοι, και με βάση την οποία προέβαιναν σε σχετική αιμοληψία, γεννούσε και την υποχρέωσή τους για λήψη αίματος με τρόπο επιστημονικά ενδεδειγμένο. Οι εναγόμενοι παρέβησαν τα πιο πάνω καθήκοντά τους. Αφενός με την παράλειψή τους να απομακρύνουν, χωρίς καθυστέρηση, τα υπό αναφορά ζώα, και, αφετέρου, με την ενέργειά τους να χρησιμοποιήσουν τις ίδιες σύριγγες διενέργειας αιμοληψίας, τόσο σε υγιή όσο και σε ασθενή ζώα. Στοιχειώδης επιμέλεια προκειμένου να προστατευθούν τα υγιή ζώα απαιτούσε τη χρήση διαφορετικών βελόνων σε κάθε περίπτωση. Συνέπεια των παραβάσεων των εναγομένων, ήταν η πρόκληση ζημιάς, ήτοι η μόλυνση και των υπόλοιπων ζώων, έτσι που να έχει καταδειχθεί η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παράβασης και αιτίας της ζημιάς. Ζ. ΟΙ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ.
(1)Η Σχετική Μαρτυρία. Όπως λέχθηκε σε προηγούμενο στάδιο, οι ενάγοντες, προκειμένου να τεκμηριώσουν το ύψος της απώλειάς τους, προσέφεραν τη μαρτυρία του Γεωργικού Συμβούλου Χριστάκη Ηροδότου, πρώην υπαλλήλου στο Τμήμα Γεωργίας, όπου για 23 χρόνια υπηρέτησε στον Κλάδο Αγροτικής Οικονομικής. Στηριζόμενος ο μάρτυρας στο μέρος των παραδεκτών γεγονότων όπου παρατέθηκε η σύνθεση της φάρμας των εναγόντων κατά το έτος 2000 και ο αναλυτικός αριθμός των παραγωγικών ζώων που υπήρχαν στη μονάδα αυτή κατά τον ουσιώδη χρόνο, αλλά και σε, προβαλλόμενη ως τέτοια, κοινή δήλωση των δικηγόρων στο Δικαστήριο, ημερ. 18.5.2009, κατέληξε ότι κατάλληλη μέθοδος υπολογισμού της απώλειας είναι αυτή της κεφαλαιοποιήσεως της προσόδου. Τα στοιχεία και οι τεχνικές λεπτομέρειες τα οποία χρησιμοποιούνται στην εφαρμογή της πιο πάνω μεθόδου, τα άντλησε, όπως κατέθεσε, μέσα από έκδοση του Ινστιτούτου Γεωργικών Ερευνών με τίτλο «Τυπικές Εισροές-Εκροές για τις Κύριες Φυτικές και Ζωοκομικές Επιχειρήσεις της Κύπρου». Εφαρμόζοντας την πιο πάνω μέθοδο στην υπό εξέταση περίπτωση, και με βάση τα στοιχεία του χρόνου διαπίστωσης της ύπαρξης της ασθένειας, ο μάρτυρας κατέληξε ότι η αναπαραγωγική αξία για το σύνολο των βοοειδών ήταν €2.669.054,
  1. Ως ενισχυτικό δε της κατάληξής του παρουσίασε τη δυνατότητα της μονάδας των εναγόντων να παράγει και να παραδίδει γάλα σύμφωνα με την ποσόστωσή της, δηλαδή 1.500.000 λίτρα ετησίως, που αναλογούσε και στην καταγραμμένη ανά παραγωγικό ζώο απόδοση 4.500 λίτρων ανά έτος. Εφαρμόζοντας, στη συνέχεια, ο μάρτυρας την ίδια μέθοδο, σε σχέση και με τα αιγοπρόβατα της επίδικης μονάδας, κατέληξε ότι το σύνολο αξίας των ζώων αυτών ανήρχετο σε €304.714,
  2. Καθόρισε δε, αθροίζοντας τα δύο πιο πάνω ποσά, το συνολικό ποσό της αξιούμενης αποζημίωσης των €2.973.768,
  3. Η αοριστία που κάλυπτε τη μεθοδολογία και τις λεπτομέρειες κατάληξης του μάρτυρα διαφωτίστηκε εν μέρει κατά την αντεξέτασή του. Επεξηγώντας, κατά το στάδιο αυτό της διαδικασίας, ότι για τον ίδιο οι έννοιες «αναπαραγωγική», «παραγωγική αξία» και «κεφαλαιοποίηση της προσόδου», δεν έχουν ουσιαστική μεταξύ τους διαφορά, τις καθόρισε ως εξής: «Δηλαδή, αν ένα ζώο, μια αγελάδα συγκεκριμένα, είναι τριών χρονών, σύμφωνα με τα δεδομένα του Ινστιτούτου Γεωργικών Ερευνών, της απομένουν άλλα 4 ή 5 παραγωγικά χρόνια και μετά αποσύρεται, κοινώς σκαρτάρεται, για να αντικατασταθεί με νέο ζώο με πιο ψηλές αποδόσεις». Διευκρίνισε δε ότι με τη μέθοδο που ακολούθησε προκειμένου να καταλήξει στο ύψος της ζημιάς, υπολόγισε όλα όσα ένα ζώο θα μπορούσε να αποδώσει στο εναπομείναν μέρος της παραγωγικής του ζωής. Επεξήγησε περαιτέρω ότι κατά την εφαρμογή της μεθοδολογίας που ακολούθησε, έλαβε υπόψη το σύνολο των αναπαραγωγικών ζώων, όπως αυτά υπήρχαν κατά το χρόνο διαπίστωσης της βρουκέλλωσης. Διευκρινίζοντας ως προς τον τρόπο κατάληξης στα συγκεκριμένα ποσά και τη μέθοδο υπολογισμού τους, ανάφερε ότι υπολόγισε την απώλεια γάλακτος για τα εναπομείναντα παραγωγικά χρόνια για κάθε ζώο. Υπερασπιζόμενος την ορθότητα της μεθοδολογίας του κατέθεσε: «Η μεθοδολογία είναι ορθή, λαμβάνει υπόψη τον εναπομείναντα χρόνο παραγωγής, λαμβάνεται υπόψη ότι η συγκεκριμένη μονάδα για τρία χρόνια δεν μπορούσε να λειτουργήσει, όπως αποδείκτηκε, γιατί ήταν μολυσμένη, άρα τα τρία συν τρία χρόνια, συν δύο χρόνια, να φτάσει το ζώο στο σημείο παραγωγής, μας οδηγούν ότι η πλειονότητα των ζώων πρέπει να θεωρούνται ως ξεκίνημα νέας μονάδας. Τα λίγα ζώα που είχαν μπροστά τους ολόκληρη την εξαετία την παραγωγική, η μέθοδος το λαμβάνει υπόψη.» Συμφώνησε, τέλος, ότι η αγοραία αξία ενός ζώου είναι εντελώς διαφορετική έννοια από την αναπαραγωγική ή παραγωγική αξία. Διευκρίνισε επανεξεταζόμενος ότι σύμφωνα με τη μέθοδο που εφάρμοσε, το χρονικό διάστημα απόδοσης των ζώων το καθόρισε στα έξη χρόνια για τα βοοειδή και πεντέμιση για τα αιγοπρόβατα.
(2)Νομική Πλευρά - Εφαρμογή. Η επίδικη μαρτυρία σχετιζόταν με κονδύλια ειδικών αποζημιώσεων. Συνιστά πάγια γραμμή της νομολογίας ότι η απόδειξη αυτής της μορφής αποζημιώσεων κινείται σε αυστηρά πλαίσια. Εναπόκειται, σε κάθε περίπτωση, στον ενάγοντα να αποδείξει με κατάλληλη μαρτυρία τα κονδύλια που συνιστούν την αξιούμενη ειδική ζημιά. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Bonhma-Carter v. Hyde Park Hotel Ltd [1948] 64 T.L.R. 177, 178, ο κάθε ενάγοντας πρέπει να κατανοήσει ότι σε περίπτωση έγερσης αγωγών για αποζημιώσεις αναμένεται από αυτόν η απόδειξη των ζημιών και δεν είναι αρκετό να αναφέρει τις λεπτομέρειες και να αναμένει από το Δικαστήριο την επιδίκαση αποζημιώσεων. Θα πρέπει να τις αποδεικνύει. Ο ΜΕ2 δικαιολόγησε, μεταξύ άλλων, την επιλογή της μεθόδου που ακολούθησε ως καταλληλότερης, επικαλούμενος κοινή δήλωση των δύο πλευρών στο Δικαστήριο, ημερ. 18.5.2009. Παρόμοια αναφορά έγινε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων στο στάδιο της τελικής του αγόρευσης. Επίσης, επικαλέστηκε γραπτή δήλωση των μερών, την οποία μάλιστα παράθεσε κατά το πιο πάνω στάδιο. Παρουσιάζεται με τα πιο πάνω ότι συμφωνήθηκε από τις αντιμαχόμενες πλευρές πως σε περίπτωση αποζημίωσης ο τρόπος υπολογισμού της θα στηριχθεί επί της παραγωγικής αξίας των απωλεσθέντων ζώων, για την απώλεια των οποίων ευθύνοντο οι εναγόμενοι και όπως η αξία αυτή δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης. Πρόκειται προφανώς περί λανθασμένης αντίληψης της πλευράς των εναγόντων, δεδομένου ότι ουδέποτε καταχωρήθηκε κάτι τέτοιο ως αποδεκτό γεγονός. Αντίθετα, εντοπίζεται στα πρακτικά ότι, παρά τις επανειλημμένες προηγούμενες δηλώσεις των δικηγόρων περί προσπάθειας κατάληξης σε κοινή αναφορά για το πιο πάνω θέμα, κάτι τέτοιο δεν έγινε κατορθωτό. Προκύπτει, λοιπόν, ως πρώτο ερώτημα η αναζήτηση του μέτρου αποζημίωσης. Οι ενάγοντες, μέσα από τη σχετική μαρτυρία που παρατέθηκε αμέσως πιο πάνω, υιοθέτησαν και επικαλέστηκαν ως τέτοιο την απώλεια της παραγωγής κατ΄ έτος για κάθε ένα ζώο ξεχωριστά και για συνολική χρονική περίοδο πεντέμιση περίπου ετών για τα αιγοπρόβατα και έξη για τα βοοειδή. Η επιλογή αυτής της μεθοδολογίας είναι λανθασμένη καθότι αντιβαίνει τις βασικές αρχές επιδίκασης αποζημιώσεων. Η απώλεια των εναγόντων που αντιστοιχούσε στις ζημιές από την αδικοπραξία του εναγομένου ήταν η καταστροφή αριθμού ζώων. Συνεπώς, μέτρο αποζημίωσης δεν θα μπορούσε να ήταν άλλο από την αξία κτήσης των ζώων αυτών κατά το χρόνο επέλευσης του ζημιογόνου γεγονότος. Με τον τρόπο αυτό θα αποκαθίσταντο οι ενάγοντες στη θέση στην οποία θα βρίσκονταν αν δεν επεσυνέβαινε η ζημιά. Περαιτέρω, θα δικαιολογείτο επιπρόσθετη παροχή αποζημιώσεων για την απώλεια λόγω καταστροφής των ζώων για όσο χρονικό διάστημα τεκμηριωνόταν ότι ήταν απαραίτητο μέχρις ότου αναπληρωθεί το ποίμνιο. Προς αυτή την κατεύθυνση έπρεπε οι ενάγοντες να προσκομίσουν ανάλογη μαρτυρία, ως ήταν και η υποχρέωσή τους. Απέτυχαν να το πράξουν. Υπενθυμίζω, σχετικά, ότι, εν πάση περιπτώσει, όπως είναι παραδεκτό γεγονός, οι ενάγοντες, δυνάμει της παραγρ. 6 του διατάγματος του 1978, έλαβαν κατά χάριν φιλοδώρημα, ύψους Λ.Κ.192.000, λόγω της καταστροφής του ποιμνίου τους από την ασθένεια της βρουκέλλωσης, ποσό που αντιστοιχούσε με την αναπαραγωγική αξία του συνόλου των ζώων τους. Έστω όμως κι αν η θέση των εναγόντων, ως προς το μέτρο αποζημίωσης που έθεσαν στο Δικαστήριο, ήταν ορθή, και πάλι η επιδίκαση προς όφελός τους αποζημιώσεων θα ήταν νομικά ανεπίτρεπτη, καθότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε καλύπτεται από γενικότητα, αοριστία και έλλειψη πειστικότητας και τεκμηρίωσης. Επεξηγώ σχετικά: Επικαλέστηκε ο ΜΕ2 στοιχεία και τεχνικές λεπτομέρειες οι οποίες χρησιμοποιούνται προκειμένου να εφαρμοστεί η μέθοδος της κεφαλαιοποίησης της προσόδου που ακολούθησε. Άντλησε, όπως κατέθεσε, τα πιο πάνω στοιχεία, από συγκεκριμένη έκδοση του Ινστιτούτου Γεωργικών Ερευνών. Τίποτε όμως σχετικό δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο προκειμένου να αξιολογηθεί η μαρτυρία του και να κριθεί η ασφάλεια και ακρίβεια των συμπερασμάτων του. Παρέμεινε περαιτέρω αόριστο και χωρίς τεκμηρίωση - και πάλι ελλείψει μαρτυρίας - το πώς κατέληξε ο ΜΕ2 στα συγκεκριμένα ποσά. Καθότι η μεθοδολογία που ακολούθησε προϋπέθετε παροχή μαρτυρίας ως προς την ηλικία κάθε ζώου ξεχωριστά, ούτως ώστε να διαφανεί και το υπόλοιπο της παραγωγικής ζωής που του απέμενε και ανάλογα να αποδειχθεί η ζημιά που υφίσταντο οι ενάγοντες. Αντί αυτού, είναι ξεκάθαρο από την ίδια τη μαρτυρία του ΜΕ2, ότι εξέλαβε όλα τα ζώα να βρίσκονται στην ίδια ηλικία, γι΄ αυτό και υπολόγισε την ίδια απώλεια παραγωγής για το κάθε ζώο. Συμπληρώνω και καταλήγω ως προς αυτό το ζήτημα ότι τέτοιο δεδομένο ηλικίας δεν υπάρχει. Αντίθετα, ο ίδιος ο μάρτυρας κατάθεσε πως αριθμός ζώων είχε διαφορετική ηλικία. Ανάφερε συγκεκριμένα στο απόσπασμα που παρατέθηκε σε προηγούμενο στάδιο της απόφασης «τα λίγα ζώα που είχαν μπροστά τους ολόκληρη την εξαετία, την παραγωγική ...». Επιπρόσθετα, εντοπίζεται και επιβεβαιώνεται στους υπολογισμούς του, όπως αυτοί αποτυπώνονται στη γραπτή του δήλωση, Τεκμ. «Δ», ότι τα αιγοπρόβατα δεν ήταν όλα της ίδιας ηλικίας. Καταγράφεται «236 αιγοπρόβατα ηλικίας 2-4 ετών». Συνεπώς, η όλη σχετική μαρτυρία καταρρίπτει συμπέρασμα για κοινή χρονική διάρκεια παραγωγής, εκθεμελιώνοντας και τη βάση στήριξης του ύψους των αποζημιώσεων, όπως αυτές προβάλλονται μέσα από τη μαρτυρία των εναγόντων. Ακόμη, στηρίζοντας την ορθότητα της μεθοδολογίας του, ο μάρτυρας επικαλέστηκε αδυναμία λειτουργίας της συγκεκριμένης κτηνοτροφικής μονάδας για τρία χρόνια, γιατί αυτή θα ήταν μολυσμένη «όπως αποδείχτηκε». Κάτι τέτοιο όμως δεν έχει αποδειχθεί με μαρτυρία, ούτε και θεμελιώθηκε ευθύνη των εναγομένων στη βάση της πιο πάνω μόλυνσης των κτηνοτροφικών υποστατικών των εναγόντων και της διάρκειάς της. Επιπρόσθετα, η κατάληξη του μάρτυρα σε συγκεκριμένο ποσό παραβλέπει την αφαίρεση οποιωνδήποτε εξόδων προς εξασφάλιση της παραγωγής για σειρά ετών, για την οποία ζητείται και η αποζημίωση. Το γεγονός ότι σχετικές αναφορές γίνονται στην έκθεση απαίτησης, δεν διαφοροποιεί το όλο ζήτημα. Η αναφορά λεπτομερειών στα δικόγραφα δεν είναι αρκετή, επιβάλλεται η απόδειξή τους. Ολοκληρώνεται η κατάληξη του Δικαστηρίου σχετικά με το εξεταζόμενο θέμα, σημειώνοντας ότι η αναζήτηση αποζημιώσεων μέσω της μαρτυρίας του ΜΕ2 εδράστηκε στον λανθασμένο υπολογισμό της απώλειας του συνόλου του ζωικού πληθυσμού της φάρμας των εναγόντων. Η ζημιά όμως που προκλήθηκε συνεπεία της αμέλειας των εναγομένων, αφορά τα ζώα που μολύνθηκαν λόγω των συγκεκριμένων αμελών πράξεων και/ή παραλείψεών τους. Το δεδομένο αυτό, δεν εξετάζεται και δεν καλύπτεται από τη μαρτυρία που προσφέρθηκε από την πλευρά των εναγόντων προς τεκμηρίωση του ύψους της ζημιάς. Η αδυναμία δε αυτή δεν μπορεί να θεραπευθεί με απλή αφαίρεση του αριθμού των ήδη, αρχικά, μολυσμένων ζώων. Καθότι, θα έπρεπε να είχε προσφερθεί μαρτυρία η οποία να καλύπτει την ηλικία του κάθε ζώου ξεχωριστά, παράμετρος κορυφαίας σημασίας για τον καθορισμό της παραγωγικής αξίας αυτών των ζώων, προκειμένου να αποκρυσταλλωθεί το πραγματικό ύψος της απώλειας κι έτσι να αποδειχθεί με ακρίβεια η ζημιά. Είναι το σύνολο των πιο πάνω που καθιστά τρωτή τη μαρτυρία που προσφέρθηκε με στόχο την απόδειξη των ζημιών των εναγόντων, ακόμη και με τη μεθοδολογία που ακολουθήθηκε. Έστω λοιπόν κι αν ήταν ορθό το μέτρο αποζημίωσης που επικαλέστηκαν οι ενάγοντες, η επιδίκαση προς όφελός τους αποζημιώσεων θα ήταν, για τους πιο πάνω λόγους, αδύνατη. Η. ΚΑΤΑΛΗΞΗ. Οι ενάγοντες, ως αποτέλεσμα, έχουν αποδείξει την ύπαρξη της αδικοπραξίας, αλλά απέτυχαν να αποδείξουν τη συγκεκριμένη ζημιά που υπέστηκαν, το ύψος δηλαδή της απώλειας. Σε τέτοια περίπτωση επιδικάζονται ονομαστικές αποζημιώσεις (nominal damages). Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των €50 ονομαστικές αποζημιώσεις. Είναι γνωστή η αρχή ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο κατέληξε ότι οι εναγόμενοι επέδειξαν αμέλεια, οι ενάγοντες όμως απέτυχαν να τεκμηριώσουν ουσιαστική θεραπεία. Κάτω από τις περιστάσεις, και στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς την επιδίκαση εξόδων, κρίνεται ως δικαιότερο όπως η κάθε πλευρά να επιβαρυνθεί με τα δικά της έξοδα. Ανάλογη διαταγή εκδίδεται. [Υπ.] Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.