← Κύπρος

Marfin Popular Bank Public Co Ltd ν. Γιώργος Ανδρέα Χριστοφή, Αρ. Αγωγής: 4903/09, 30 Μαρτίου, 2010

Marfin Popular Bank Public Co Ltd ν. Γιώργος Ανδρέα Χριστοφή, Αρ. Αγωγής: 4903/09, 30 Μαρτίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A132 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 4903/09 Μεταξύ: Marfin Popular Bank Public Co Ltd Εναγόντων και Γιώργος Ανδρέα Χριστοφή Εναγομένου Αίτηση ημερομηνίας 16.12.2009 για Απόφαση λόγω Παράλειψης Καταχωρίσεως Εμφάνισης Ημερ.:30 Μαρτίου, 2010 Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: Η κα Κωνσταντίνου Για τον Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση: καμία εμφάνιση ΑΠΟΦΑΣΗ Με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα τους, οι Ενάγοντες αξιούν εναντίον του Εναγομένου €. 1.048,59 πλέον τόκο επί του ποσού αυτού προς 14% ετησίως από 20.6.2009 μέχρι εξοφλήσεως. Η αγωγή επιδόθηκε δεόντως στον Εναγόμενο και, αφού αυτός δεν προχώρησε στην καταχώρηση Σημειώματος Εμφανίσεως, με την υπό εξέταση αίτηση, οι Ενάγοντες αξιούν από το Δικαστήριο την έκδοση απόφασης ως η απαίτηση επί του κλητηρίου εντάλματος. Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 Θ. Θ. 2, 3, 4 και 5 και Δ.48 Θ.Θ. 1, 2, 3 και 8

(1)(s) και επί των εμφύτων εξουσιών του Δικαστηρίου. Προς απόδειξη της απαίτησης, καταχωρίστηκε στο Δικαστήριο Ένορκη Δήλωση στην οποία προβαίνει ο κ. Κώστας Λαμπράκης, υπάλληλος των Εναγόντων. Ο κ. Κωνσταντίνου επισυνάπτει στην Ένορκη του Δήλωση τα σχετικά με την αγωγή έγγραφα, και αναφέρει ότι σύμφωνα με την πρακτική που διέπει την λειτουργία των λογαριασμών της κατηγορίας του επίδικου ο λογαριασμός βαρύνετο με κυμαινόμενο επιτόκιο, το οποίο αποτελείτο από το κάθε φορά καθοριζόμενο βασικό επιτόκιο προσαυξημένο με επιτόκιο περιθωρίου, τα οποία στην υπό εξέταση περίπτωση ήταν 5% + 3.75% αντίστοιχα, ενώ σε κάθε υπόλοιπο του λογαριασμού επέβαλαν και τόκους υπερημερίας σύμφωνα με τα επιτόκια της εκάστοτε τιμολόγησης των Εναγόντων, σύμφωνα με την τραπεζική πρακτική. Ο Εναγόμενος αναφέρει ο κ. Λαμπράκης, μετά την έγερση της αγωγής δεν κατέβαλε κανένα ποσό. Κατά την 16.2.2010, ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου η υπό εξέταση αίτηση για πρώτη φορά, ο ευπαίδευτος συνήγορος ο οποίος εμφανίστηκε για τους Ενάγοντες ζήτησε όπως αγορεύσει προς υποστήριξη της αξίωσης των Εναγόντων για επιδίκαση τόκων προς 14%, δεδομένου ότι στην συνημμένη στην Ένορκη Δήλωση συμφωνία δεν αναφέρεται κάποιο ποσοστό επιτοκίου με το οποίο θα βαρύνεται ο λογαριασμός. Κατά την αγόρευση της, η κα Κωνσταντίνου εισηγήθηκε ότι, δεδομένου ότι στην συμφωνία αναφέρεται ότι έχουν επεξηγηθεί στον Εναγόμενοι οι κανονισμοί και η γενική πρακτική που διέπουν την τήρηση και λειτουργία λογαριασμών όπως και ο επίδικος, τότε οι Ενάγοντες δικαιούνται στην επιδίκαση τόκου σύμφωνα με την πρακτική που διέπει την λειτουργία των λογαριασμών της κατηγορίας του επίδικου. Ανέφερε περαιτέρω ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι το ποσοστό 14% δεν συμφωνήθηκε. Με όλο το σέβας προς την ευπαίδευτο συνήγορο, δεν μπορώ να συμφωνήσω ότι υπάρχει υποχρέωση να αποδειχθεί ότι το επιτόκιο των 14% ετησίως δεν συμφωνήθηκε. Αντίθετα, το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των Εναγόντων να αποδείξουν στο Δικαστήριο ότι αυτό όντως συμφωνήθηκε, ειδικά όπου πρόκειται για γραπτή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Στην παράγραφο
(2)της επίδικης συμφωνίας αναφέρεται ότι: «Κάθε χρεωστικό υπόλοιπο θα χρεώνεται με το επιτόκιο, προμήθεια και τραπεζικά δικαιώματα (ledger fees) που συμφωνούνται με μένα ή από κοινού με οποιοδήποτε / οποιαδήποτε πρόσωπο/α με την Τράπεζα σας στα έγγραφα των τραπεζικών διευκολύνσεων ή υπηρεσιών». Καμία μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον μου ως προς το τι επιτόκιο συμφωνήθηκε από κοινού μεταξύ των διαδίκων, και δεν αρκεί η αναφορά απλά ότι η Τράπεζα επέλεξε να χρεώνει τον λογαριασμό με βασικό επιτόκιο πλέον επιτόκιο περιθωρίου, πλέον τόκους υπερημερίας, σε ποσοστά μάλιστα που η ίδια επέλεξε. Η απουσία ρητής αναφοράς στην Αίτηση / Συμφωνία Τεκμήριο 1 περιορίζει τους Ενάγοντες στην αξίωση νόμιμου τόκου. Είναι γεγονός ότι με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο Ν. 160
(1)/1999 καταργήθηκε ο περί Τόκου Νόμος 1977. Στην παράγραφο 6 (β) του Νόμου 160
(1)/99 όμως, αναφέρεται ότι, οι διατάξεις του εν λόγω Νόμου, δεν επηρεάζουν με οποιοδήποτε τρόπο την εφαρμογή των διατάξεων του περί Συμβάσεων Νόμου. Η πρόνοια αυτή πρέπει να ερμηνεύεται και σε συνάρτηση με το άρθρο 26 του Συντάγματος, το οποίο, αφού διασφαλίζει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως, αναφέρει τα ακόλουθα: «Τούτο υπόκειται εις όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις τιθέμενους επί τη βάσει των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Νόμος θέλει προβλέψει διά την πρόληψιν εκμεταλλεύσεως υπό προσώπων, άτινα διαθέτουσιν ιδιάζουσαν οικονομικήν ισχύν». Η ερμηνεία σύμβασης, ως έχει νομολογηθεί, είναι θέμα νομικό και, ως τέτοιο, αποτελεί έργο του Δικαστηρίου (βλ. Στέλιος Θεοδούλου ν. ΑΣΠΙΣ Πρόνοια Ανώνυμη Ασφαλίστική Εταιρεία Ζωής
(1997)1 Α.Α.Δ. 1551, Saab and Another v. The Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 CLR 499, Georghiades v. Georghiades
(1988)1 CLR 428, Ανδρέας Κώστα Λάμπρου ν. Γεώργιου Μιχαήλ Παράσχου και άλλων,
(1993)1 Α.Α.Δ. 397, Χριστάκης Αλεξάνδρου ν. Κυριακής Κωμοδρόμου και άλλου,
(1997)1 Α.Α.Δ. 576). Όπου υπάρχει ασάφεια σε σύμβαση, υπεισέρχεται η ερμηνευτική αρχή verba fortius acciptur contra preferentem (βλ. Πανευρωπαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Χριστίνα Γλυκή
(1998)1 Α.Α.Δ. 1639 και GE. MI Developments Ltd v. Λουκίας Γιάννη Αδάμου (Μ. Παντελή), Πολ. Εφ. 11794, ημερ. 19.1.2005). Παραπέμπω συναφώς στις πρόνοιες του άρθρου 7 του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο Ν. 93
(1)/96, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν. 69
(1)/99, και το οποίο αναφέρει τα ακόλουθα: «Ο πωλητής ή ο προμηθευτής οφείλει να διασφαλίζει ότι σε περίπτωση γραπτών συμβάσεων, οι ρήτρες διατυπώνονται με σαφή και κατανοητό τρόπο. Σε περίπτωση αμφιβολίας για την έννοια μιας γραπτής ρήτρας, υπερισχύει η ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ερμηνεία». Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση C.T.A. Techno Marketing Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολ. Εφ. 1449, ημερ. 23.3.2004, επικροτώντας απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση, η χρέωση παράνομου τόκου δεν προσδίδει παράνομο χαρακτήρα στην σύμβαση, αλλά οι Ενάγοντες δικαιούνται στο μέρος εκείνο της αξίωσης τους που ο νόμος επιτρέπει, ήτοι το κεφάλαιο, και τους συμφώνως του νόμου υπολογισθέντες τόκους (βλ. επίσης Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Coudounaris Ltd κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 641). Το δικαίωμα του Δικαστηρίου να επιδικάσει τόκο πηγάζει από το άρθρο 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60. Έχω προβληματιστεί κατά πόσο θα μπορούσε να εκδοθεί απόφαση υπέρ των Εναγόντων για το αξιούμενο ποσό πλέον νόμιμο τόκο επί αυτού. Όπως φαίνεται, όμως, και από τις επιστολές Τεκμήρια 3 και 4, οι Ενάγοντες έχουν προβεί σε χρέωση του λογαριασμού με επιτόκιο 14% ετησίως από καιρό, πράγμα που επηρέασε σαφώς και το αξιούμενο με την αγωγή ποσό. Είναι αδύνατον, συνεπώς, να προβώ σε εύρημα ως προς το οφειλόμενο από τον Εναγόμενο στους Ενάγοντες ποσό. Ακολουθεί πως η Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει, και απορρίπτεται (βλ. Γεωργία Αθανασίου ν. Νίκος Τούλουπου, Πολ. Εφ. 11790, ημερ. 13.1.2005 και αναφορικά με την αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Λτδ για άδεια για καταχώρηση αίτησης για ένταλμα της φύσεως certiorari, Αίτ. Αρ. 202/2004, ημερ. 1.2.2005). Δεδομένου ότι ο Εναγόμενος δεν έχει εμφανιστεί, δεν εκδίδεται καμία διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ.) ............... Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.