← Κύπρος

ΠΑΝΟΥ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ν. ΠΕΤΡΟΥ ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 76/10, 30 Μαρτίου 2010

ΠΑΝΟΥ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ν. ΠΕΤΡΟΥ ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 76/10, 30 Μαρτίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A134 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 76/10 Μεταξύ: ΠΑΝΟΥ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, Γέρι, Λευκωσία Ενάγοντα και

  1. ΠΕΤΡΟΥ ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΥ, Στρόβολος, Λευκωσία
  2. TELEGRAPHOS PUBLISHING COMPANY LIMITED
  3. HELLENIC DISTRIBUTION AGENCY LIMITED Εναγομένων ----- Αίτηση ημερ. 7.1.2010 για προσωρινό διάταγμα ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Μαρτίου 2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα/Αιτητή: κ. Ν. Μακρίδης για Αλ. Μαρκίδη Για τον Εναγόμενο/Καθ΄ ου: κ. Ορ. Νικήτας για Μ. Πική ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με γενικά οπισθογραφημένο Κλητήριο, που καταχώρισε ο ενάγων στις 7.1.2010, διεκδικεί από τον εναγόμενο 1 και δύο άλλα νομικά πρόσωπα, αποζημιώσεις για ισχυριζόμενη δυσφήμιση η οποία περιέχεται σε δημοσίευμα της εφημερίδας «Χαραυγή», ημερ. 13.12.
  4. Στις 8.1.2010, το Δικαστήριο εξέδωσε προσωρινό διάταγμα, μετά από μονομερή αίτηση του ενάγοντα ημερ. 7.1.2010, με το οποίο απαγορεύεται στον εναγόμενο 1: (Α) .να συντάσσει και/ή δημοσιεύει, είτε επωνύμως είτε δια ψευδωνύμου, σε οποιαδήποτε εφημερίδα και/ή περιοδικό και/ή διαδικτυακό χώρο (website) και/ή διαδικτυακό ημερολόγιο (blog), κείμενα και/ή επιστολές και/ή μηνύματα και/ή ηλεκτρονικά μηνύματα και/ή άρθρα, τα οποία να αναφέρονται δυσφημιστικά στο όνομα και/ή στο χαρακτήρα και/ή στα επαγγελματικά προσόντα του ενάγοντα, μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι τελικής εκδίκασης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής και (Β) .να εκθέτει σε πίνακες ανακοινώσεων, εντός και/ή εκτός του Πανεπιστημίου Κύπρου, κείμενα και/ή επιστολές και/ή άρθρα, τα οποία συντάχθηκαν από τον εναγόμενο 1 και τα οποία να αναφέρονται δυσφημιστικά στο όνομα και/ή στο χαρακτήρα και/ή στα επαγγελματικά προσόντα του ενάγοντα, μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι τελικής εκδίκασης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής. Η αίτηση υποστηρίχθηκε από πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του ιδίου του ενάγοντα στην οποία επεσύναψε πολλά έγγραφα, ανάμεσα στα οποία και το επίδικο δημοσίευμα (Τεκμήριο 12), στο περιεχόμενο των οποίων θα γίνει αναφορά στη συνέχεια. Τα γεγονότα όπως παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση του αιτητή, μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Εν πρώτοις γίνεται περιγραφή των διαδίκων. Ο ίδιος όπως αναφέρει, εκλέγηκε στη θέση του Αναπληρωτή Καθηγητή στο υπό ίδρυση, τότε, Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών και Μηχανικών Περιβάλλοντος (στη συνέχεια «ΠΜΜΠ»), με ομόφωνη απόφαση του εκλεκτορικού σώματος του Πανεπιστημίου Κύπρου («ΠΚ») ημερομηνίας 21.3.2001, Τεκμήριο
  5. Στη συνέχεια γίνεται αναφορά στο ερευνητικό, ακαδημαϊκό και συγγραφικό του έργο το οποίο παρατίθεται και σε βιογραφικό σημείωμα (Τεκμήριο 5). Από τον Ιούνιο 2002, συνεχίζει, ανέλαβε τη θέση του πρώτου καθηγητή- προεδρεύοντα του Τμήματος ΠΜΜΠ, θέση την οποία διατήρησε μέχρι το έτος
  6. Ανελίχθηκε στη θέση καθηγητή από το Νοέμβριο του έτους 2006, θέση την οποία διατηρεί μέχρι σήμερα, ενώ από το Δεκέμβριο του έτους 2008 κατέχει, κατόπιν εκλογικής διαδικασίας, και το αξίωμα του κοσμήτορα της Πολυτεχνικής Σχολής του ΠΚ. Ο καθ΄ ου η αίτηση, προσλήφθηκε στη θέση λέκτορα του Τμήματος ΠΜΜΠ περί το Σεπτέμβριο του έτους 2003, θέση την οποία διατηρεί μέχρι σήμερα. Το Μάιο του έτους 2007, ειδική επιτροπή αξιολόγησης, της οποίας προήδρευε και η οποία συστάθηκε από τη Σύγκλητο του ΠΚ, με σκοπό την εξέταση προαγωγής του καθ΄ ου στη θέση επίκουρου καθηγητή ή ανανέωσης του συμβολαίου εργοδότησης του, αποφάσισε να εισηγηθεί τη μη ανανέωση του συμβολαίου εργοδότησης του καθ΄ ου καθώς και τη μη προαγωγή του στη θέση του επίκουρου καθηγητή. Αυτός, όπως επισημαίνει στην συνέχεια, είναι ο λόγος που διάκειται εχθρικά εναντίον του ο καθ΄ ου και καταφέρεται εναντίον του με ύβρεις και δυσφημιστικά δημοσιεύματα. Μετά την αναφερθείσα εισήγηση της επιτροπής αξιολόγησης, το Εκλεκτορικό Σώμα αποφάσισε να μην προάξει τον καθ΄ ου στη θέση του επίκουρου καθηγητή. Με διευρυμένη, όμως, σύνθεση, αποφάσισε την ανανέωση του συμβολαίου εργοδότησης του, παρά την περί του αντιθέτου σύσταση της επιτροπής. Η δυσφημιστική εκστρατεία, όπως την χαρακτηρίζει ο αιτητής, του καθ΄ ου εναντίον του, άρχισε από τα τέλη του 2007 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Με ηλεκτρονικές επιστολές και μηνύματα (Τεκμήριο 20) τα οποία απέστελλε κατά καιρούς στον Πρύτανη, στο ακαδημαϊκό και διδακτικό προσωπικού του Π.Κ. και αλλού (Τεκμήριο 21) καταφερόταν δυσφημιστικά εναντίον του, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι ήταν αυταρχικός, δεν τηρούσε τους Κανονισμούς, διέπραξε πειθαρχικά και ή ποινικά αδικήματα αλλά, κυρίως, ότι ανελίχθηκε στη θέση του καθηγητή παράτυπα και αναξιοκρατικά. Παρά τις διαμαρτυρίες του, τόσο προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου του ΠΚ όσο και προς τον Πρύτανη (Τεκμήρια 24 και 25, αντίστοιχα), και παρότι καταχώρισε και άλλη αγωγή λιβέλου εναντίον του καθ΄ ου το Μάιο του έτους 2009, δεν μπόρεσε να αναχαιτίσει τη «δυσφημιστική εκστρατεία» που εξαπέλυσε εναντίον του. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, το Φεβρουάριο του έτους 2009, συνέταξε και εισήγαγε στους κεντρικούς εξυπηρετητές (server) του ΠΚ και του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου της Μασαχουσέτης δυσφημιστική επιστολή την οποία απέστειλε μαζί με συνοδευτικά έγγραφα (Τεκμήριο 22), μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στο Ακαδημαϊκό και Διοικητικό Προσωπικό του ΠΚ. Τελευταία πράξη της εκστρατείας του καθ΄ ου για σπίλωση του ονόματος του, όπως αναφέρει στην παράγραφο 19(α) της ένορκης δήλωσης του, αποτελεί το επίδικο δυσφημιστικό δημοσίευμα, το οποίο δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες «Χαραυγή» και «Αλήθεια» στις 13 και 11 Δεκεμβρίου 2009, αντίστοιχα (Τεκμήρια 12 και 13). Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο του επίδικου δημοσιεύματος. Έχει ως ακολούθως: «Περί ελεφάντων και άλλων χορτοφάγων θηλαστικών της πανεπιστημιακής ζούγκλας» του Πέτρου Κωμοδρόμου* Μετά τις πρόσφατες καταγγελίες του κ. Θεμιστοκλέους, από το βήμα της Ολομέλειας της Βουλής στις 19/11/2009, αναφορικά με το Πανεπιστήμιο Κύπρου (ΠΚ), ο Πρύτανης, κ. Σταύρος Ζένιος, δήλωσε στη σύναξη του διοικητικού και ακαδημαϊκού προσωπικού, που έγινε στις 9/12/2009, για να μας ενημερώσει δήθεν για τα «πραγματικά γεγονότα», ότι οι καταγγελίες που είδαν το φως της δημοσιότητας είναι τελείως «ασαφείς και αόριστες» και ότι «είναι δύσκολο να αποδείξεις ότι «δεν είσαι ελέφαντας» όταν γι΄ αυτό περίπου κατηγορείσαι». Ο κ. Θεμιστοκλέους δεν θα μπορούσε να αναφερθεί με απόλυτη λεπτομέρεια σε όσα κατάγγελλε, ούτε και κάτι τέτοιο επιβαλλόταν να γίνει. Ο κ. Θεμιστοκλέους προφανώς δεν κατάγγελλε κάτι που ήταν άγνωστο στις Πρυτανικές Αρχές, αλλά κατάγγελλε γεγονότα που έλαβαν χώρα και ήταν γνωστά στις Πρυτανικές Αρχές. Προφανώς οι καταγγελίες δεν αφορούσαν μόνο τα όσα είχαν συμβεί και συμβαίνουν, αλλά αφορούσαν και την παράλειψη των Πρυτανικών Αρχών να πράξουν οτιδήποτε σε σχέση με αυτά. Εάν ο κ. Ζένιος θεωρεί ότι είναι τελείως «ασαφείς και αόριστες» οι τόσο λεπτομερείς καταγγελίες και τα τεκμηριωμένα στοιχεία που του έχουν εδώ και δύο χρόνια ενυπόγραφα κατατεθεί, αποδεικνύοντας σωρεία παρανομιών και παρατυπιών, αναξιοκρατικές και παράνομες ανελίξεις, συστηματικές καταχρήσεις και υπερβάσεις εξουσίας, μέχρι και διασπαθίσεις δημοσίου χρήματος, τότε ίσως όντως να τίθεται θέμα απόδειξης του ότι δεν είναι «ελέφαντας», γιατί το τελευταίο ενδεχόμενο υποτιμά πολύ λιγότερο τη νοημοσύνη μας από το πρώτο. Κάποιος που θα ενδιαφερόταν για το μέλλον του Πανεπιστημίου δεν θα μπορούσε να χαρακτηρίσει τις καταγγελίες «ασαφείς και αόριστες», αλλά θα έσπευδε να τις διερευνήσει και εάν ακόμα δεν ήταν γνώστης των λεπτομερειών. Αναφορικά με την καταγγελία του κ. Θεμιστοκλέους που αφορούσε αναξιοκρατικές ανελίξεις ακαδημαϊκών κατά παράβαση των Νόμων, Κανόνων και Κανονισμών και του Κώδικα Δεοντολογίας, θα κάνω πιο κάτω ενδεικτική αναφορά σε μια μόνο περίπτωση, αυτή της διαδικασίας ανέλιξης του κ. Πάνου Παπαναστασίου, στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών και Μηχανικών Περιβάλλοντος (ΠΜΜΠ) του ΠΚ, ζητώντας από τον κ. Πρύτανη να απαντήσει στα πιο κάτω ερωτήματα. - Αληθεύει, κ. Πρύτανη, ότι ο κ. Παπαναστασίου προσλήφθηκε στη βαθμίδα του Αναπληρωτή Καθηγητή στο Τμήμα ΠΜΜΠ χωρίς να έχει ούτε μια μέρα πανεπιστημιακής εμπειρίας (μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του) και προτού συμπληρώσει (ούτε καν συνολικά) 4 χρόνια (που κατ΄ ελάχιστον απαιτεί ο Νόμος) σε εκείνη τη βαθμίδα, ξεκίνησε η διαδικασία ανέλιξης του στη βαθμίδα του Καθηγητή, χωρίς ποτέ να υποβληθεί σχετική αίτηση ανέλιξής του στο Συμβούλιο του Τμήματος; - Αληθεύει, κ. Πρύτανη, ότι το Συμβούλιο του Τμήματος ΠΜΜΠ, το οποίο, βάσει του Νόμου, είναι αποκλειστικά αρμόδιο για αυτό, ποτέ δεν συνεδρίασε για να προτείνει τα μέλη της Ειδικής Επιτροπής για την αξιολόγηση του κ. Παπαναστασίου; - Αληθεύει, κ. Πρύτανη, ότι το Συμβούλιο της Πολυτεχνικής Σχολής ποτέ δεν συνεδρίασε για να εγκρίνει (όπως απαιτεί ο Νόμος και οι σχετικοί Κανόνες) την πρόταση του Τμήματος ΠΜΜΠ για τα μέλη της Ειδικής Επιτροπής για την αξιολόγηση του κ. Παπαναστασίου; - Αληθεύει, κ. Πρύτανη, ότι ο κ. Παπαναστασίου ισχυρίστηκε ότι ήταν επιβλέπων ή συνεπιβλέπων δύο επιτυχώς ολοκληρωθεισών διδακτορικών διατριβών (που αποτελεί ένα από τα απαραίτητα ελάχιστα προσόντα για την ανώτατη βαθμίδα του Καθηγητή), ενώ δεν ήταν ούτε επιβλέπων ή συνεπιβλέπων, αλλά ούτε καν μέλος της εξεταστικής ή συμβουλευτικής επιτροπής των συγκεκριμένων διατριβών; - Αληθεύει, κ. Πρύτανη, ότι ο κ. Παπαναστασίου δεν έχει επιβλέψει επιτυχώς ολοκληρωθείσες διδακτορικές διατριβές, ούτε καν επιτυχώς ολοκληρωθείσες μεταπτυχιακές διατριβές (M.Sc.), και ακόμη ούτε και επιτυχώς ολοκληρωθείσες διατριβές προπτυχιακού επιπέδου; - Αληθεύει κ. Πρύτανη, ότι για όλα τα πιο πάνω, παρά το ότι σας έχουν υποβληθεί ενυπόγραφες καταγγελίες και σας έχουν δοθεί λεπτομερέστατα στοιχεία, κρίνατε ότι δεν υπήρχε ούτε καν εκ πρώτης όψεως υπόθεση για διερεύνηση ενδεχόμενων πειθαρχικών παραπτωμάτων; - Αληθεύει κ. Πρύτανη, ότι με σχετική έκθεσή του ο Εσωτερικός Ελεγκτής έχει ήδη δώσει σαφείς απαντήσεις σε κάποια από τα πιο πάνω ερωτήματα; Πιστεύω ότι η πανεπιστημιακή κοινότητα θα σας ευγνωμονούσε εάν απαντούσατε στα πιο πάνω ερωτήματα με σαφή και συγκεκριμένο τρόπο και για τις προθέσεις των Πρυτανικών Αρχών για τη θεραπεία των πιο πάνω. *Ο Πέτρος Κωμοδρόμος είναι Λέκτορας Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών και Μηχανικών Περιβάλλοντος» Τα ερωτήματα τα οποία θέτει ο καθ΄ ου με ειρωνικό, όπως υποστηρίζει, τρόπο αποσκοπούσαν να εκθέσουν προσωπικά τον ίδιο και να πλήξουν την αξιοπρέπεια και υπόληψη του, εν γνώσει για το αναληθές του περιεχομένου τους. Ήταν, όπως υποστηρίζει, γνωστό στον καθ΄ ου πως οι αποφάσεις για την πρόσληψη και την ανέλιξη του λήφθηκαν νόμιμα και αφού ακολουθήθηκαν οι νόμιμες διαδικασίες και πρακτική. Ήταν επίσης γνωστό, από προηγηθείσες καταγγελίες και διερεύνηση τους από τα αρμόδια όργανα του ΠΚ, ότι οι όποιες παρατυπίες παρατηρήθηκαν στη διαδικασία σύστασης της ειδικής επιτροπής δεν έγιναν με δική του υπαιτιότητα. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι έδωσε ανακριβή στοιχεία σε σχέση με την εποπτεία διδακτορικών διατριβών, εξηγεί, παραπέμποντας σε αποσπάσματα πρακτικών από συνεδρίες του Συμβουλίου του ΠΚ (Τεκμήρια 18 και 19) ότι ουδέποτε υποστήριξε πως ήταν επόπτης καθηγητής διδακτορικών φοιτητών, αλλά Συν-Επιβλέπων (Co-Advisor), γεγονός που ευσταθεί. O καθ΄ ου καταχώρισε ένσταση, υποστηριζόμενη από ένορκες δηλώσεις του ιδίου και του κ. Χαράλαμπου Δουμανίδη, καθηγητή στο Τμήμα Μηχανολόγων και Μηχανικών Παραγωγής του ΠΚ. Ο τελευταίος, αναφέρει στην ένορκη του δήλωση, πως ήταν ένα από τα πέντε μέλη του εκλεκτορικού σώματος η οποία συνήλθε και αποφάσισε την ανέλιξη του αιτητή σε καθηγητή το Σεπτέμβριο του έτους
  7. Όπως αναφέρει, είχε επισημάνει τα κωλύματα που υπήρχαν για την ανέλιξη του αιτητή τα οποία αφορούσαν: (α) σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ του αιτητή και ενός ανεξάρτητου αξιολογητή και (β) ότι δεν πληρούσε τη σχετική απαίτηση του Νόμου για «επιτυχή επίβλεψη διδακτορικών διατριβών ή ολοκλήρωση ερευνητικών προγραμμάτων». Αναφέρει, επίσης, πως με βάση την έκθεση του Εσωτερικού Ελεγκτή (Τεκμήριο 3 στην ένορκη του δήλωση) η διαδικασία ανέλιξης του αιτητή άρχισε πρόωρα και έγινε κατά παράκαμψη των αρμοδιοτήτων του Συμβουλίου του Τμήματος ΠΜΜΠ και από αναρμόδια πρόσωπα ή επιτροπές, με πρωθύστερες εσπευσμένες συστάσεις προς τη Σύγκλητο του ΠΚ. Ο ίδιος, καταλήγει, ως πρωτοβάθμιος καθηγητής της Πολυτεχνικής Σχολής, ουδέποτε εισηγήθηκε ή προσυπέγραψε οποιαδήποτε πρόταση προς τη Σύγκλητο σχετικά με την Ειδική Επιτροπή για την αξιολόγηση του αιτητή. Ο καθ΄ ου υποστηρίζει, αφενός, ότι το δημοσίευμα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως δυσφημιστικό ενώ, αφετέρου, επικαλείται την αλήθεια του περιεχομένου του. Σε κάθε περίπτωση, προσθέτει, το δημοσίευμα αφορά καλόπιστη κριτική σε θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος και ως τέτοια, καλύπτεται από το προνόμιο του έντιμου σχολίου. Εξηγεί, περαιτέρω, πως αποφάσισε να συντάξει το επίδικο δημοσίευμα, θέτοντας σειρά από ερωτήματα στον πρύτανη του Πανεπιστημίου, εις απάντηση των δηλώσεων του ότι οι καταγγελίες βουλευτή σε σχέση με το ΠΚ, ήταν «ασαφείς και αόριστες» και ότι «είναι δύσκολο να αποδείξεις ότι δεν είσαι ελέφαντας όταν γι΄ αυτό περίπου κατηγορείσαι». Στη συνέχεια της ένορκης του δήλωσης, πραγματεύεται ένα προς ένα τα ερωτήματα που έθεσε με το επίδικο δημοσίευμα, υποστηρίζοντας πως όλα τα γεγονότα που έχει παραθέσει είναι αληθή. Αρχίζοντας από το πρώτο ερώτημα, παραπέμπει στο βιογραφικό σημείωμα του αιτητή στο οποίο δεν αναφέρεται πανεπιστημιακή εμπειρία, πριν από την πρόσληψη του στη θέση αναπληρωτή καθηγητή. Ως προς την ανέλιξη του στη θέση καθηγητή, παραπέμπει στις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας που απαιτούν τη συμπλήρωση τεσσάρων χρόνων στη θέση Αναπληρωτή Καθηγητή για να μπορεί να υποβληθεί αίτηση για τη θέση του Καθηγητή. Ο αιτητής, όπως υποστηρίζει, δεν συμπλήρωσε 4 χρόνια στη θέση Αν. Καθηγητή αφού η διαδικασία ανέλιξης του άρχισε πριν από τις 27.3.2006, ενώ όπως είναι παραδεκτό, στη θέση Αν. Καθηγητή είχε προσληφθεί την 1.6.
  8. Αυτό, υποδεικνύει, διαπιστώθηκε και από τον εσωτερικό ελεγκτή και καταγράφεται στην έκθεση του (Τεκμήριο 17β). Αναφορικά με το δεύτερο ερώτημα, συνεχίζει, την απάντηση δίδει και πάλι η έκθεση του εσωτερικού ελεγκτή (Τεκμήριο 17β, παράγρ. 7, σελ.3) στην οποία αναφέρεται πως «. δεν υπήρχαν πρακτικά στο αρχείο του Τμήματος ΠΜΜΠ για τη σύσταση της ειδικής επιτροπής .». Το τρίτο ερώτημα, επίσης, απαντάται από την έκθεση του εσωτερικού ελεγκτή η οποία παραπέμπει σε σημείωμα του κοσμήτορα της Πολυτεχνικής Σχολής προς τον Πρύτανη από το οποίο προκύπτει πως ουδέποτε συνεδρίασε το Συμβούλιο της Πολυτεχνικής Σχολής για να εγκρίνει την πρόταση του Τμήματος ΠΜΜΠ για τα μέλη της ειδικής επιτροπής που θα αξιολογούσαν τον αιτητή. Αληθή είναι και τα ερωτήματα 4 και 5 του δημοσιεύματος, όπως εξηγεί στις παραγράφους 28-41 της ένορκης του δήλωσης. Ο αιτητής, όπως υποστηρίζει, δεν επέβλεψε διδακτορικές διατριβές, ή άλλη διατριβή, οποιουδήποτε επιπέδου. Ο καθ΄ ου αναφέρεται στη συνέχεια εκτενώς σε προηγηθείσες διαδικασίες, υποστηρίζοντας ότι έγιναν σωρεία παρατυπιών και παρανομιών εις βάρος της ανέλιξης του, με πρωτοστάτη τον αιτητή, ο οποίος κακόβουλα, όπως υποστηρίζει, υποσκάπτει τη δικαιωματική του εξέλιξη, επιδιώκοντας την αποπομπή του από το ΠΚ. Παραθέτει, στη συνέχεια, στοιχεία και λεπτομέρειες του ακαδημαϊκού, επιστημονικού και ερευνητικού του έργου, με αναφορές σε κολακευτικά σχόλια από καθηγητές και φοιτητές του, στοχεύοντας σε τεκμηρίωση της άδικης πολεμικής την οποία δέχεται από τον αιτητή. Παραθέτει, περαιτέρω, στοιχεία για ισχυριζόμενες παρατυπίες και παραβιάσεις από τον αιτητή και άλλους ακαδημαϊκούς και λειτουργούς του ΠΚ, με αναφορά σε συνεδρίες της Συγκλήτου και της Επιτροπής Πειθαρχικού Ελέγχου, οι οποίες μεθοδεύτηκαν, όπως υποστηρίζει, από τον αιτητή ή/και τον πρύτανη με στόχο τη συγκάλυψη της όλης υπόθεσης. Παρόλα αυτά, καταλήγει, οι καταγγελίες του δεν έχουν πέσει στο κενό, παρά τις προσπάθειες των πρυτανικών αρχών να τις συγκαλύψουν, αφού διορίστηκε ερευνών λειτουργός για να εξετάσει τις καταγγελίες του για πειθαρχικά παραπτώματα του αιτητή, σε σχέση με τη διαδικασία ανέλιξης του. Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 είναι ευρέως γνωστές και δεν κρίνω σκόπιμο να τις επαναλάβω (βλ., μεταξύ άλλων, Odysseos v. Pieris Estates and others

(1982)1 C.L.R. 557, Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201 και Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528). Έχει υποδειχθεί ότι τα Δικαστήρια ασκούν την εξουσία που τους παρέχεται από το άρθρο 32 με φειδώ και αφού κρίνουν ότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος συνιστά δίκαιο και πρόσφορο μέτρο, σταθμίζοντας τα δεδομένα που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Ακόμα πιο φειδωλά είναι τα Δικαστήρια στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων σε σχέση με απαγόρευση δημοσίευσης δυσφημιστικού δημοσιεύματος. Για να εκδώσει τέτοιο διάταγμα το Δικαστήριο πρέπει, επιπρόσθετα, να ικανοποιηθεί ότι: (α) Η δήλωση είναι αναμφίβολα δυσφημιστική, (β) δεν υπάρχουν λόγοι που θα οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι η δήλωση μπορεί να είναι αληθής, (γ) δεν υπάρχει άλλη υπεράσπιση που μπορεί να πετύχει, (δ) υπάρχει μαρτυρία πρόθεσης επανάληψης ή δημοσίευσης της δυσφήμισης. (βλ. Μιχαηλίδης ν. Πουργουρίδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1263, C.T. Tobacco Ltd v. Της Εταιρείας Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 853 και Παναγιώτου ν. Μουλαζίμη
(2007)1 Α.Α.Δ. 78). Όπως βέβαια υποδεικνύεται στις ανωτέρω αυθεντίες, η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου ή του προνομίου υπό επιφύλαξη δεν μπορεί να επιτύχει, όταν κριθεί ότι το δημοσίευμα είναι κακόπιστο. Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν τις διαμετρικά αντίθετες θέσεις τους, παραπέμποντας σε συγγράμματα και νομολογία. Ο συνήγορος του καθ΄ ου αφού ανάλυσε τις προϋποθέσεις για έκδοση διαταγμάτων σε υποθέσεις λιβέλλων, εισηγήθηκε πως ουδεμία από αυτές συντρέχει στην εξεταζόμενη περίπτωση. Υποστήριξε πως δεν εδικαιολογείτο η έκδοση του διατάγματος και κάλεσε το Δικαστήριο να το ακυρώσει για να προστατεύσει το θεμελιακό δικαίωμα του εναγόμενου, της ελευθερίας του λόγου και τις έκφρασης, το οποίο, όπως ανάφερε, είναι το μοναδικό όπλο που κατέχει για να προστατεύσει τα δικαιώματα του. Ο συνήγορος του αιτητή, από την άλλη, υποστήριξε πως συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις και ότι είναι κατάλληλη περίπτωση για έκδοση και διατήρηση του επίδικου διατάγματος. Έχω εξετάσει με την επιβαλλόμενη προσοχή το επίδικο δημοσίευμα, διαβάζοντας και αξιολογώντας το συνολικά. Αντικειμενικά κρινόμενο, εκτιμώ ότι τείνει να μειώσει το κύρος και την υπόληψη του αιτητή ως ακαδημαϊκού. Δεν θα μπορούσε να αποδοθεί άλλη ερμηνεία στα τρία, τουλάχιστον, ερωτήματα του δημοσιεύματος (1ο, 4ο και 5ο). Η αναφορά σε ένα ακαδημαϊκό, πως προσλήφθηκε στη θέση αναπληρωτή καθηγητή χωρίς να έχει ούτε μια μέρα πανεπιστημιακής εμπειρίας, χωρίς αναφορά στον παράγοντα ερευνητικής εμπειρίας, που ήταν ένα από τα διαζευκτικά κριτήρια για την πλήρωση της θέσης, δεν θα μπορούσε να ερμηνευθεί διαφορετικά. Το ίδιο ισχύει και για τα δύο ερωτήματα σε σχέση με την επίβλεψη διδακτορικών διατριβών, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη και η αναφορά για «διατριβές προπτυχιακού επιπέδου». Οι πιο πάνω αναφορές αλλά και τα ερωτήματα (2 και 3), με τον τρόπο που τίθενται, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι υπήρξαν καταγγελίες και έγινε διερεύνηση όλων των θεμάτων που εγείρονται με τα ερωτήματα από τα αρμόδια όργανα του ΠΚ, δημιουργούν, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, την εντύπωση ότι εγείρονται κακόπιστα από τον καθ΄ ου, με στόχο να μειώσουν τον αιτητή, λόγω και της «εχθρικής», όπως την χαρακτηρίζει ο ίδιος, στάσης που έχει τηρήσει στη διαδικασία της δικής του ανέλιξης. Οι ανωτέρω επισημάνσεις είναι πιστεύω ικανές να απαντήσουν στο ερώτημα κατά πόσο ικανοποιούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος που, ως γνωστό, είναι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και πιθανότητας επιτυχίας. Απαντώ, χωρίς δισταγμό, πως ικανοποιούνται. Βρίσκω, επίσης, ότι συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση. Όπως υποδεικνύεται από τη νομολογία, η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός από τον χρηματικό παράγοντα, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια (βλ. Κυρισσάββα κ.α. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245, Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 Α.Α.Δ. 741 κ.α.). Στην κρινόμενη υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη και τα όσα προηγήθηκαν, όπως παρουσιάζονται μέσα από τη μαρτυρία, είναι ορατό το ενδεχόμενο επανάληψης της δυσφήμισης. Αυτό που απομένει είναι να εξεταστεί η προτεινόμενη υπεράσπιση της αλήθειας, που σύμφωνα με τη νομολογία συνιστά αποτρεπτικό παράγοντα για τη διατήρηση του διατάγματος. Είναι πάγια νομολογημένο πως στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς, αποφεύγοντας να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Μιχαηλίδης ν. Παπακυριακού
(2004)1 Α.Α.Δ. 209 κ.α.). Έχω ήδη επισημάνει τον παραπλανητικό τρόπο με τον οποίο εγείρεται το πρώτο ερώτημα, με το οποίο αφήνεται να νοηθεί ότι ο αιτητής δεν είχε τα προσόντα και/ή δεν πληρούσε τα κριτήρια για διορισμό στη θέση αναπληρωτή καθηγητή. Κατά παρόμοιο τρόπο, εκτιμώ, ότι εγείρονται και τα ερωτήματα 4 και 5. Με βάση τη μαρτυρία (βλ. Τεκμήρια 5, 18 και 19). Ο αιτητής δεν ισχυρίστηκε ότι ήταν επιβλέπων και τούτο είχε τεθεί και σχολιαστεί, τόσο σε συνεδρία του Συμβουλίου του ΠΚ όσο και της Συγκλήτου (Τεκμήρια 18 και 19 αντίστοιχα). Τα γεγονότα αυτά ήταν σε γνώση του καθ΄ ου, όπως και το γεγονός ότι η εποπτεία διδακτορικών διατριβών δεν ήταν ανάμεσα στα προαπαιτούμενα για την ανέλιξη του αιτητή στη θέση καθηγητή. Είναι, βέβαια, γεγονός ότι διαπιστώνονται κάποιες παρατυπίες σε σχέση με το χρόνο έναρξης της διαδικασίας ανέλιξης του αιτητή (προτού συμπληρωθούν τα 4 χρόνια που απαιτούνται από το Νόμο) καθώς και με τις διαδικασίες σύστασης των ειδικών επιτροπών. Οι παρατυπίες αυτές διαπιστώθηκαν από τον εσωτερικό ελεγκτή και καταγράφονται στην έκθεση του Τεκμήριο 17β. Tα ζητήματα, όμως, αυτά εξετάστηκαν από τα αρμόδια όργανα του ΠΚ, τα οποία αποφάνθηκαν ότι δεν ευθύνεται ο αιτητής για τις διαπιστωθείσες παρατυπίες (Τεκμήρια 16, 17 α, β και γ, 18, 19). Η επαναφορά των θεμάτων αυτών από τον καθ΄ ου με το επίδικο δημοσίευμα, αφήνοντας να αιωρείται και το ενδεχόμενο διάπραξης πειθαρχικών αδικημάτων από τον αιτητή, δεν μπορεί να είχε άλλο στόχο από του να τον πλήξει προσωπικά. Ας σημειωθεί ότι στην ένορκη του δήλωση ο καθ΄ου υποστηρίζει ότι διορίστηκε ερευνών λειτουργός για να διερευνήσει τις καταγγελίες του για τα πειθαρχικά παραπτώματα του αιτητή στη διαδικασία ανέλιξης του (παράγραφος 117). Γιατί λοιπόν θέτει δημόσια τα ερωτήματα ο καθ΄ ου, εφόσον εξετάζονται από ερευνώντα λειτουργό; Εν όψει των ανωτέρω και αφού στάθμισα όλα τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, εκτιμώ, στο βαθμό που μου επιτρέπεται σ΄ αυτό το στάδιο, ότι οι υπερασπίσεις που προτίθεται να εγείρει ο καθ΄ ου δεν έχουν ορατή προοπτική επιτυχίας. Όπως επεξηγείται πιο πάνω, η υπεράσπιση της αλήθειας δεν παρουσιάζεται ισχυρή, ενώ οι άλλες προτεινόμενες υπερασπίσεις, προσκρούουν στην εκ πρώτης όψεως διαπιστωθείσα κακοπιστία του καθ΄ ου. Ο καθ΄ ου παραπονείται ότι η διατήρηση του διατάγματος, του αποστερεί το αναφαίρετο δικαίωμα ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης που διασφαλίζεται από το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η έκταση του δικαιώματος της ελευθερίας έκφρασης δεν αμφισβητείται από τον καθ΄ ου. Στις περιστάσεις όμως της υπόθεσης, εισηγείται ότι προέχει η προστασία του δικαιώματος της υπόληψης του αιτητή. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Παπαευσταθίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 856, η σύγχρονη τάση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι να περιορίζει το δικαίωμα στη φήμη προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, στο οποίο το Δικαστήριο αναγνωρίζει υψηλή αξία. Εκτός όμως από τη διαπιστωθείσα ανάγκη για προστασία του δικαιώματος της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης (Άρθρο 19 του Συντάγματος και άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) απαιτείται η προστασία και του δικαιώματος της προάσπισης της αξιοπρέπειας και της φήμης του ανθρώπου τα οποία προστατεύονται από το άρθρο 2 της Σύμβασης. Όπως δε υποδεικνύεται στην υπόθεση Ηλίας Ονουφρίου κ.α. ν. Εταιρείας «Κ.Κ. Σύγχρονες Κούρσες Λτδ κ.α.
(2006)1 Α.Α.Δ. 742, το έργο εξισορρόπησης των δυο αυτών δικαιωμάτων είναι δύσκολο και λεπτό. Ειδικότερα για το θέμα αυτό, αναφέρονται τα ακόλουθα: «.Από τη μια το δικαίωμα ελευθερίας του τύπου δίδει ενθάρρυνση στην ελεύθερη συζήτηση πάνω σε δημόσια θέματα, ενώ από την άλλη υπάρχει η αναγκαιότητα να αποκλείονται αναληθείς και δυσφημιστικές δηλώσεις για προστασία του ατόμου και για να βελτιώνεται η ποιότητα της δημοσιογραφίας με το να αποκλείεται κακή πληροφόρηση και να προστατεύεται το δικαίωμα του κοινού να ενημερώνεται ορθά.» Σταθμίζοντας τα δυο δικαιώματα, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, κρίνω ότι προέχει η προστασία του δικαιώματος της φήμης του ενάγοντα και η διατήρηση του προσωρινού διατάγματος. Άλλη εισήγηση του καθ΄ ου είναι πως στην περίπτωση που διατηρηθεί το διάταγμα θα υποστεί σοβαρές ζημιές γιατί δεν θα μπορεί να καταγγέλλει τις μεθοδεύσεις του αιτητή για την αποπομπή του από το ΠΚ. Ούτε αυτή η εισήγηση ευσταθεί. Με το επίδικο διάταγμα δεν απαγορεύεται στον καθ΄ ου να προβαίνει σε όποιες ενέργειες ή διαβήματα κρίνει κατάλληλα για την προάσπιση των δικαιωμάτων του. Τον εμποδίζει να προβαίνει σε δυσφημιστικά δημοσιεύματα σε σχέση με το πρόσωπο και τα επαγγελματικά προσόντα του αιτητή. Υπό τις περιστάσεις, κρίνω ότι η πλάστιγγα κλίνει υπέρ της διατήρησης του διατάγματος. Για όλους τους λόγους που εξήγησα, το προσωρινό διάταγμα οριστικοποιείται, με ισχύ μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής, με έξοδα υπέρ του αιτητή όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) .............. Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.