EUROINVESTMENT FINANCE LTD ν. Σώζου Χουλιώτη, Αγωγή αρ. 610/05, 31.3.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A138 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 610/05 Μεταξύ: EUROINVESTMENT & FINANCE LTD Ενάγουσας - και - Σώζου Χουλιώτη Εναγόμενου Αίτηση ημερ. 6.3.09 της ενάγουσας για παράταση του χρόνου αποκάλυψης εγγράφων Ημερομηνία: 31.3.2010 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα/αιτήτρια: κα Α. Παπαδοπούλου Για εναγόμενο/καθ΄ ου η αίτηση: κ. Χρ. Κληρίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι νομολογημένο (βλ. G.A.P. Navigation Ltd v. Marrittima SRL και Tυλληρή ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 1624 και 2271, αντίστοιχα) ότι η αποκάλυψη εγγράφων που προβλέπεται από τη Δ.28 θ.1 στοχεύει στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που σχετίζονται με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και, επομένως, η σημασία της είναι πρόδηλη. Στην παρούσα περίπτωση αμφότεροι οι διάδικοι έκαμαν χρήση της πιο πάνω δικονομικής δυνατότητας και οι αιτήσεις που καταχώρισαν εξετάσθηκαν στις 2.12.05, οπόταν εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα για εκατέρωθεν ένορκη αποκάλυψη εγγράφων μέσα σε εξήντα
(60)ημέρες. Ωστόσο ουδείς από τους διαδίκους υλοποίησε το διάταγμα που τον αφορούσε, παρόλο που έκτοτε η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε πέντε
(5)φορές μετά από αίτημα του εναγόμενου, μία φορά μετά από κοινό αίτημα και μία μετά από αίτημα της ενάγουσας, ενώ η τελευταία αναβολή ημερ. 13.4.09 οφείλεται στην καταχώριση από την ενάγουσα της υπό κρίση αίτησης για παράταση χρόνου κατάθεσης της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης βάσει της Δ.57 θ.2. Η παράλειψη, προβάλλεται στη συνοδευτική ένορκη δήλωση, οφείλεται σε λάθος των δικηγόρων της ενάγουσας, οι οποίοι ενώ ετοίμασαν τη σχετική ένορκη δήλωση δεν την κατέθεσαν, κάτι που διαπίστωσαν λίγες ημέρες πριν τις 13.4.09 κατά την προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση. Πρόκειται, ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών, για απλό λάθος και η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν θα επιφέρει οποιαδήποτε ζημία στον εναγόμενο, ενώ σε αντίθετη περίπτωση η ενάγουσα θα βρεθεί σε αδυναμία να προωθήσει επαρκώς την υπόθεση της με αποτέλεσμα να μη εξυπηρετηθεί ο σκοπός της πλήρους απονομής δικαιοσύνης. Η αίτηση προσέκρουσε σε πέντε
(5)λόγους ένστασης, οι τρεις από τους οποίους έχουν στο επίκεντρο τους το χρόνο καταχώρισης της αίτησης. Προβάλλεται συναφώς ότι η αίτηση καταχωρήθηκε τρία και πλέον χρόνια μετά το διάταγμα αποκάλυψης χωρίς να δίδεται επαρκής δικαιολογία για την καθυστέρηση και αποδοχή της θα ισοδυναμούσε τόσο με κατάργηση του σχετικού δικονομικού κανονισμού όσο και με περιφρόνηση του εκ συμφώνου εκδοθέντος διατάγματος. Περαιτέρω, η ενάγουσα εμποδίζεται να ζητά παράταση γιατί λόγω του χρόνου που παρήλθε έδωσε την εντύπωση ότι δεν προτίθεται να παρουσιάσει οποιαδήποτε έγγραφα και, τέλος, ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση πρέπει να αγνοηθεί λόγω του ότι ο ενόρκως δηλών δεν αναφέρει από πότε εργοδοτείται από τους δικηγόρους της ενάγουσας. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν τις θέσεις των πελατών τους με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Η αιτούμενη παράταση, εισηγήθηκε η κα Παπαδοπούλου, δεν αποτελεί τροποποίηση του εκ συμφώνου εκδοθέντος διατάγματος, αλλά παράταση χρόνου ώστε η ενάγουσα να συμμορφωθεί στο διάταγμα και να μη βρεθεί ενδεχομένως αντιμέτωπη με τις συνέπειες της Δ.28 θ.3. Παρέπεμψε σχετικά στις υποθέσεις Siebe Gorman & Co Ltd v. Pneupac Ltd
(1982)1 All E.R. 377, Aυξεντίου ν. Σάββα
(2003)1 Α.Α.Δ. 1963, Επίσημος Παραλήπτης ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ (Αρ.2)
(2005)1 Α.Α.Δ.1446 η οποία δεν ακολούθησε την Stavri & Connill Securities Veprocorp Financial Ltd v. Του Φορτίου του Πλοίου «Αθανάσιος Μανιάτης» (αρ.1)
(1995)1 Α.Α.Δ. 204. Το θέμα της παράτασης, τόνισε, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και λαμβανομένου υπόψη ότι έγκριση του αιτήματος δεν θα επιφέρει οποιαδήποτε ζημιά στον εναγόμενο πρέπει να ικανοποιηθεί, διαφορετικά δεν θα εξυπηρετείτο ο σκοπός της Δ.28 θ.1 που δεν είναι η τιμωρία του διαδίκου που παρέλειψε να συμμορφωθεί μέσα στο καθορισμένο χρόνο στο διάταγμα, αλλά η συμμόρφωση. Παρέπεμψε σχετικά στην υπόθεση Husband's of Marchwood Ltd v. Drummond Walker Developments Ltd
(1975)2 All E.R. 30. H Δ.57, αντέτεινε ο κ. Κληρίδης, δίδει δυνατότητα παράτασης χρόνου για τις προθεσμίες που καθορίζονται από τους Κανονισμούς και όχι για το χρόνο που καθόρισε το Δικαστήριο. Επομένως, το αίτημα δεν μπορεί να ικανοποιηθεί και εν πάση περιπτώσει ενόψει του ότι το διάταγμα είναι προστακτικού χαρακτήρα (peremptory order) μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις θα μπορούσε να δοθεί παράταση, που στην υπό κρίση περίπτωση δεν υφίστανται. Περαιτέρω, η αόριστη επίκληση «παραδρομής» ή «απλό λάθος δικηγόρου» δεν συνιστούν επαρκή δικαιολογία για ικανοποίηση του αιτήματος, και αυτό λόγω του χρόνου που παρήλθε και παρέπεμψε στις υποθέσεις Αδελφοί Ιακώβου Κατασκευαί Λτδ ν. Χατζηνικόλα
(1990)1 Α.Α.Δ. 470 και Εvand Promotions Ltd και άλλων v. Frank Rutman (αρ.2)
(1998)1 A.A.Δ. 2123) για να τονίσει τη σημασία που δίδεται από τα Δικαστήρια στην τήρηση των χρονικών πλαισίων, είτε αυτά τίθενται από τους Κανονισμούς είτε πολύ περισσότερο από διατάγματα προστακτικού χαρακτήρα που εκδίδονται από τα Δικαστήρια. Εισηγήθηκε τέλος, ότι ικανοποίηση του αιτήματος θα καθυστερήσει περαιτέρω την εκδίκαση της υπόθεσης γιατί θα πρέπει να ακολουθήσει ανάλογη αίτηση και εκ μέρους του εναγόμενου, ο οποίος δεν ζήτησε παράταση αφού η ενάγουσα έδωσε την εντύπωση ότι δεν επρόκειτο να συμμορφωθεί με το διάταγμα της αποκάλυψης. Διεξήλθα με προσοχή τις εκατέρωθεν εισηγήσεις και το πρώτο ζήτημα που προβάλλει προς εξέταση αφορά την εξουσία του Δικαστηρίου να παρατείνει το χρόνο που το ίδιο έχει καθορίσει σε ένα εκ συμφώνου διάταγμα. Το θέμα εξετάσθηκε στην υπόθεση Stavri & Connill Ltd (ανωτέρω) και όπως αποφασίσθηκε, ναι μεν το Δικαστήριο έχει εγγενή εξουσία να παρατείνει προθεσμία που καθορίζει διάταγμα σε παρεμπίπτουσα αίτηση, αλλά στην περίπτωση που το διάταγμα έχει εκδοθεί εκ συμφώνου μόνο με τη συναίνεση των διαδίκων είναι επιτρεπτή η χορήγηση νέας προθεσμίας. Ωστόσο μεταγενέστερα, στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου (ανωτέρω), υιοθετήθηκε η άποψη του αγγλικού Εφετείου στη Siebe Gorman & Co Ltd (ανωτέρω) ότι το Δικαστήριο διατηρεί την εξουσία του να παρατείνει την προθεσμία και χωρίς συναίνεση. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα του αγγλικού Εφετείου και τι στη συνέχεια παρατηρήθηκε από το κυπριακό Εφετείο:- «We have had a discussion about 'consent orders'. It should be clearly understood by the profession that, when an order is expressed to be made 'by consent', it is ambiguous. There are two meanings to the words 'by consent'. That was observed by Lord Greene MR in Chandless-Chandless v. Nicholson [1942] 2 All E.R. 315 at 317, [1942] 2 KB 321 at
- One meaning is this: the words 'by consent' may evidence a real contract between the parties. In such a case the court will only interfere with such an order on the same grounds as it would with any other contract. The other meaning is this: the words 'by consent' may mean 'the parties hereto not objecting'. In such a case there is no real contract between the parties. The order can be altered or varied by the court in the same circumstances as any other order that is made by the court without the consent of the parties. In every case it is necessary to discover which meaning is used. Does the order evidence a real contract between the parties? Or does it only evidence an order made without obligation?» Το αγγλικό Εφετείο έκρινε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις η εκ συμφώνου έκδοση διατάγματος δεν υποδήλωνε παρά μόνο πως δεν υπήρχε ένσταση, όχι ότι συνήφθη πραγματική σύμβαση. Συμμεριζόμαστε αυτή την άποψη Κρίνουμε πως γενικά η δηλωθείσα διευθέτηση στη βάση της οποίας το Δικαστήριο εκδίδει τέτοιου είδους διατάγματα, έχει την έννοια μόνο της μη ένστασης του προσώπου κατά του οποίου στρέφεται το δικονομικό μέτρο, στη συγκεκριμένη μορφή που το μέτρο προσλαμβάνει με τη διευθέτηση. Δεν έχει την έννοια της σύμβασης με την οποία οριστικά καθορίζονται αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις. Εκδίδοντας τέτοιο διάταγμα, το Δικαστήριο ασκεί την εξουσία του στηριζόμενο στη δήλωση αλλά η εξουσία του για περαιτέρω διαδικαστικές και δικονομικές ρυθμίσεις, ανάλογα με το τι δικαιολογούν οι περιστάσεις, παραμένει ακέραιη. Το Δικαστήριο διατηρούσε εν προκειμένω την εξουσία να εξέταζε το αίτημα, όπως και διακριτική ευχέρεια να το ικανοποιούσε αν θεωρούσε ότι δικαιολογείτο». Σύμφωνα λοιπόν με την πιο πάνω (μεταγενέστερη) απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, την οποία και θα ακολουθήσω, το Δικαστήριο όχι μόνο έχει εξουσία να εξετάζει αιτήματα για παράταση του χρόνου που καθόρισε σε ένα εκ συμφώνου διάταγμα, αλλά και διακριτική ευχέρεια να τα ικανοποιεί αν τα θεωρεί δικαιολογημένα. Επί του προκειμένου παραθέτω και το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Αυξεντίου (ανωτέρω), σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο σε ενδιάμεσες διαδικασίες - όπως η παρούσα - έχει εξουσία βάσει της Δ.57 θ.2 να παρατείνει το χρόνο προκειμένου να λειτουργήσει ως Δικαστήριο δικαίου:- «Η Δ.57 θ.2 δίδει εξουσία στο Δικαστήριο «to enlarge or abridge the time appointed by this rule, or fixed by any order enlarging time.». Αντίστοιχος θεσμός είναι η Αγγλική Ο.64 r.
- Σύμφωνα με την Αγγλική νομολογία, ο κανονισμός αυτός έχει εφαρμογή μόνο όπου ο χρόνος καθορίζεται από νομοθετική ρύθμιση, όπως οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και όχι σε άλλες περιπτώσεις. Επισημαίνεται όμως ότι σε ενδιάμεσες διαδικασίες το Δικαστήριο έχει συμφυή εξουσία να παρατείνει το χρόνο, ανεξάρτητα από οποιουσδήποτε κανονισμούς. Στην υπόθεση Τουβλοποιεία Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Αρ.1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 109 στη σελ. 112 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικα΄με το θέμα της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου: «Η φύση και τα όρια της σύμφυτης δικαιοδοσίας του δικαστηρίου εξετάστηκαν στη Sofocli v. Leonidou
(1988)1 C.L.R. 584. Όπως προκύπτει, σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξής της για τη λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου. Δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου τούτου, ούτε αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητης από το νόμο και τους θεσμούς.» Παρέμεινε προς εξέταση το ουσιαστικό μέρος του αιτήματος, αν δηλαδή το Δικαστήριο σταθμίζοντας τα επιμέρους δεδομένα της υπόθεσης θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς την κατεύθυνση αποδοχής του αιτήματος. Όπως ήδη έχει σημειωθεί οι τρεις από τους πέντε λόγους της ένστασης περιστρέφονται γύρω από την καθυστέρηση υποβολής του αιτήματος. Πράγματι, αντικειμενικά, διαπιστώνεται μεγάλη καθυστέρηση και η δικαιολόγηση της εκ πρώτης όψεως φαίνεται να μην είναι και τόσο ισχυρή. Ωστόσο έχω την άποψη ότι ο παράγοντας της καθυστέρησης δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας, αλλά θα πρέπει να συνεκτιμούνται και άλλοι παράγοντες. Όπως το αν ικανοποίηση του αιτήματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, οι επιπτώσεις στο δικαίωμα των διαδίκων για προσαγωγή των μέσων απόδειξης για προώθηση της υπόθεσης τους στην περίπτωση που το αίτημα δεν γίνει αποδεκτό, καθώς επίσης και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Στην υπό κρίση αίτηση δεν προβλήθηκε κατά τρόπο ξεκάθαρο ότι ικανοποίηση του αιτήματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημία στον εναγόμενο. Ό,τι επί του προκειμένου προωθήθηκε είναι ότι ικανοποίηση του αιτήματος θα επιφέρει περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης γιατί θα ακολουθήσει ανάλογη αίτηση και εκ μέρους του εναγόμενου, ο οποίος δεν ζήτησε παράταση αφού η ενάγουσα έδωσε την εντύπωση ότι δεν επρόκειτο να συμμορφωθεί με το διάταγμα αποκάλυψης. Δεν με βρίσκει σύμφωνο κανένα από τα δύο σκέλη της εισήγησης, αφ΄ ενός μεν γιατί η ήδη παρατηρηθείσα καθυστέρηση οφείλεται κυρίως στα πέντε
(5)αιτήματα αναβολής του εναγόμενου και αφετέρου η προβληθείσα εντύπωση παραβλέπει ότι το διάταγμα δεν καθόρισε ποιος από τους διαδίκους θα προέβαινε πρώτος σε αποκάλυψη. Με διαφορετικά λόγια, ενώ το διάταγμα αφορούσε και τους δύο διαδίκους - κι αυτό για τον σκοπό προετοιμασίας της υπόθεσης τους για ακρόαση - κανένας απ΄ αυτούς δεν συμμορφώθηκε και θεωρώ αδικαιολόγητη την ένσταση του εναγόμενου στο αίτημα του αντιδίκου του να συμμορφωθεί σε διάταγμα που ο ίδιος προκάλεσε την έκδοση του. Όσον δε αφορά την εισήγηση ότι έγκριση του αιτήματος θα οδηγήσει και τον εναγόμενο σε ανάλογη αίτηση, η οποία θα επιφέρει περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης, είναι αρκετό να παρατηρήσω ότι κάτι τέτοιο δεν χρειάζεται να γίνει και στο πρόβλημα αυτό μπορεί να δοθεί - και θα δοθεί - λύση στο πλαίσιο της παρούσας ενδιάμεσης απόφασης. Για όλα τα πιο πάνω η διακριτική εξουσία που έχει το Δικαστήριο επί του θέματος θα ασκηθεί προς την κατεύθυνση έγκρισης του αιτήματος. Η αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται διάταγμα παράτασης του χρόνου καταχώρησης ένορκης αποκάλυψης εγγράφων εκ μέρους της ενάγουσας για 10 ημέρες από σήμερα. Ανάλογη δυνατότητα παραχωρείται και στον εναγόμενο χωρίς να χρειάζεται να καταχωρίσει γραπτή αίτηση. Σ΄ ότι αφορά τα έξοδα, τα οποία όπως είναι γνωστό ανάγονται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, κρίνω ότι τα περιστατικά της υπόθεσης είναι τέτοια που ο κάθε διάδικος πρέπει να επιβαρυνθεί τα δικά του έξοδα και ανάλογη είναι και η διαταγή του Δικαστηρίου. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο