Αθηνάς Ιακωβίδου τέως Σαββίδου ν. Φοίβου Σαββίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 2654/2005, 19 Απριλίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A152 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2654/2005 Μεταξύ: Αθηνάς Ιακωβίδου τέως Σαββίδου Ενάγουσας και
- Φοίβου Σαββίδη
- Σοφίας Σαββίδου Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερ. 18.1.2010 για τροποποίηση της Υπεράσπισης Ημερομηνία: 19 Απριλίου, 2010 Για Αιτητές- Εναγομένους 1 και 2: κ. Μ. Βορκάς Για Καθ' ης η Αίτηση- Ενάγουσα: κ. Μ. Κληρίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση οι Εναγόμενοι 1 και 2 επιζητούν διάταγμα τροποποίησης της Υπεράσπισης με την προσθήκη νέων παραγράφων, λεπτομερειών απάτης και ψευδών παραστάσεων αλλά και Ανταπαίτησης. Η Αίτηση αντιμετώπισε την ένσταση της Ενάγουσας. Συνοπτικά αναφέρω ότι η αγωγή, η οποία καταχωρίστηκε στις 5.4.2005, αφορά απαίτηση για Λ.Κ. 5600 για ζημιές και απώλειες σε σχέση με το ¼ μερίδιο ιδιοκτησίας της Ενάγουσας ενός ακινήτου, διάταγμα για παράδοση του μεριδίου της, και Λ.Κ. 175 το μήνα από 19.3.2005 μέχρι παραδόσεως. Η Έκθεση Υπεράσπισης των Εναγομένων καταχωρίστηκε στις 4.10.2005 και Απάντηση στις 19.10.
- Έκτοτε η αγωγή ορίστηκε κατ' επανάληψη για ακρόαση. Αρκετές αναβολές οφείλονταν στην απουσία της Ενάγουσας, η οποία είναι μόνιμη κάτοικος Καναδά, ενώ άλλες σχετίζονταν με την αντικατάσταση των αρχικών δικηγόρων των Εναγομένων με νέους και τις προσπάθειες εξώδικης διευθέτησης. Στις 23.6.2009 καταχωρίστηκε ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου Εναγομένων από το γραφείο Βορκάς & Μηλιώτου. Η υπό κρίση Αίτηση για τροποποίηση καταχωρίστηκε στις 18.1.
- Η Αίτηση στηρίζεται στις Διαταγές 25 και 48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια τα όσα επιδιώκουν να προσθέσουν στην Υπεράσπισή τους οι Εναγόμενοι, ώστε να καταδειχθεί ευκρινώς η φύση και η έκταση των επιδιωκόμενων τροποποιήσεων: ««Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να τροποποιείται η Υπεράσπιση των Εναγομένων 1 και 2 ως ακολούθως:
- Δια της απάλειψης της υποπαραγράφου 3 (β) της Υπεράσπισης και αντικατάστασης της με νέα υποπαράγραφο ως ακολούθως: «3(β) Οι Εναγόμενοι 1 και 2 παραδέχονται το περιεχόμενο της παραγράφου 2 της Έκθεσης Απαίτησης».
- Δια της προσθήκης μετά την παράγραφο 3 νέας παραγράφου υπ' αρ. 3
(1)που να αναφέρει τα ακόλουθα: (3.1) Είναι ισχυρισμός των Εναγομένων 1 και 2 πως η Ενάγουσα κωλύεται και/ή εμποδίζεται στις διεκδικήσεις της σε βάρος τους ένεκα συμφωνίας της με τους Εναγομένους 1 και 2 και/ή ένεκα της συμπεριφοράς και/ή των λόγων και/ή των υποσχέσεων και/ή των διαβεβαιώσεων της προς την Εναγομένη 2, τον σύζυγο της ως και τον Εναγόμενο 1, ότι δηλαδή η Ενάγουσα ουδέν δικαίωμα θα προέβαλλε και/ή είχε επί της κατοικίας και/ή της κατοχής αυτής, που η Εναγομένη 1 και ο σύζυγος της ανήγειραν στο συνιδιόκτητο ακίνητο με δικά τους έξοδα και επίσης ότι το ¼ μερίδιο της στο εν λόγω ακίνητο και/ή τα δικαιώματα της στην δεύτερη κατοικία που ανηγέρθει σε αυτό θα μεταβιβάζοντο δυνάμει δωρεάς στην εγγονή της, ήτοι στην θυγατέρα της Εναγομένης
- Αποτέλεσμα της ως άνω συμπεριφοράς της Ενάγουσας ήταν η Εναγομένη 2 μετά του συζύγου της ως και ο Εναγόμενος 1 να ενεργήσουν σε βάρος τους και/ή σε βλάβη των συμφερόντων τους αφού η προσωπική εργασία της Εναγομένης 2 προς την Ενάγουσα μέσω του συζύγου της τελευταίας για την ανέγερση της δεύτερης κατοικίας στο ακίνητο ουδέποτε διεκδικήθηκε. (3.2) Άνευ επηρεασμού των ως άνω ισχυρισμών των Εναγομένων 1 και 2, ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται περαιτέρω πως η Ενάγουσα εμποδίζεται και/ή κωλύεται στις σε βάρος του διεκδικήσεις αφού συνεπεία των ως άνω συμφωνηθέντων και/ή της ως άνω συμπεριφοράς της προς τους Εναγομένους 1 και 2 ως και στον σύζυγο της Εναγομένης 2, ο οποίος σε όλους τους ουσιώδεις χρόνους ενεργούσε και δια λογαριασμό της, ο Εναγόμενος 1 δεν προχώρησε μετά την διάσταση τους κατά τον Ιούλιο του 2002 στην διεκδίκηση της συνεισφοράς του στην αύξηση της περιουσίας της Ενάγουσας που επήλθε κατά την διάρκεια του μεταξύ τους γάμου, με αποτέλεσμα το δικαίωμα του αυτό να παραγραφεί και να υποστεί ζημιά ίση με το ¼ του κόστους απόκτησης του ακινήτου στο οποίο ανηγέρθηκαν οι δύο ανωτέρω κατοικίες ως και των εξόδων που ο ίδιος διενήργησε για ανέγερση της δεύτερης κατοικίας σε αυτό. Αποτέλεσμα τούτου ήταν η Ενάγουσα να πλουτίσει αδικαιολόγητα σε βάρος του. (3.3) Ο Εναγόμενος 1 επαναλαμβάνει τους ως άνω ισχυρισμούς του και περαιτέρω και/ή διαζευκτικά ισχυρίζεται πως για την απόκτηση και εγγραφή του ως άνω ακινήτου στα ονόματα των διαδίκων αυτός κατέβαλε περί τις ΛΚ22,000 ποσό το οποίο προήλθε ως υπόλοιπο από την πώληση της κατοικίας του στην Ανθούπολη ως και από δάνειο του στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αγίου Δομετίου. Περαιτέρω για την ανέγερση της δεύτερης κατοικίας στο ως άνω ακίνητο, όπου διέμενε με την Ενάγουσα, αυτός πέραν της προσωπικής εργασίας του ιδίου και του συζύγου της Εναγομένης 2, προέβη στη σύναψη δύο δανείων στον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης που ναι μεν διενεργήθηκαν και στο όνομα της Ενάγουσας πλην όμως εξοφλήθηκαν και/ή πληρώνονται αποκλειστικά από τον ίδιο ως επίσης κατέβαλε και τα ωφελήματα από την εργασία του τόσο κατά την διάρκεια της όσο και κατά την αποχώρηση του από αυτήν. (3.4) Είναι περαιτέρω ισχυρισμός του Εναγομένου 1 ότι αυτός νομιμοποιείται στην διεκδίκηση του ½ των εξόδων στην ανέγερση της δεύτερης ως άνω κατοικίας από την Ενάγουσα που ξεπερνούν τις ΛΚ90,000 (Ευρώ153,774,12). (3.5) Οι Εναγόμενοι 1 και 2 επαναλαμβάνουν τους ως άνω ισχυρισμούς τους και περαιτέρω ισχυρίζονται πως η Ενάγουσα ενεργεί κατά τρόπο αντίθετο με τα συμφωνηθέντα και/ή κατά τρόπο αντίθετο με την εκδηλωθείσα από αυτήν συμπεριφορά και/ή ότι η Ενάγουσα εξαπάτησε τους Εναγόμενους 1 και 2 γεγονός που τους νομιμοποιεί στις σε βάρος της αξιώσεις. λεπτομερειεσ απατησ και/η ψευδων παραστασεων τησ ενάγουσας (α) η Ενάγουσα παρέστησε ψευδώς στους Εναγομένους 1 και 2 ως και στον σύζυγο της Εναγομένης 2 πως ουδέν δικαίωμα θα είχε επί της κατοικίας που η Εναγομένη 2 και ο σύζυγος της ανήγηραν στο συνιδιόκτητο ακίνητο. (β) η Ενάγουσα παρέστησε ψευδώς στους Εναγομένους 1 και 2 ως και στον σύζυγο της Εναγομένης 2 πως το μερίδιο της και/ή τα δικαιώματα της στο ακίνητο ως και στην δεύτερη κατοικία σ' αυτό θα τα μεταβίβαζε μετά του Εναγομένου 1 στην εγγονή της, ήτοι στην θυγατέρα της Εναγομένης 2 δυνάμει δωρεάς πράγμα που παραλείπει και/ή δεν προτίθεται να πράξει. (3.6) Είναι ισχυρισμός του Εναγομένου 1 ότι αυτός εξόφλησε δύο χρέη της Ενάγουσας στην Τράπεζα Κύπρου ύψους περί τις ΛΚ2,800 (Ευρώ4,784) ποσό το οποίο η Ενάγουσα του οφείλει μαζί με όλα τα ανωτέρω δυνάμει και των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
- Δια της προσθήκης Ανταπάντησης μετά το τέλος της παραγράφου 4 της Υπεράσπισης ως ακολούθως: «Ανταπαίτηση.
- Οι Εναγόμενοι 1 και 2 υιοθετούν και επαναλαμβάνουν για τους σκοπούς της Ανταπαίτησής τους του αναφερόμενους στην Υπεράσπιση τους ισχυρισμούς». Για τους πιο πάνω λόγους οι Εναγόμενοι 1 και 2 αξιώνουν Ανταπαιτητικά κατά της Ενάγουσας. (Α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα δια της συμπεριφοράς της και/ή κατόπιν συμφωνίας της με τους Εναγομένους 1 και 2 και/ή την Εναγομένη 2 εμποδίζεται στις σε βάρος των Εναγομένων 1 και/ή 2 διεκδικήσεις της. (Β) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα δια της συμπεριφοράς της και/ή κατόπιν της συμφωνίας της με την Εναγομένη 2 οφείλει να μεταβιβάσει δυνάμει δωρεάς το ¼ μερίδιο της στο ακίνητο υπ' αρ. εγγραφής Β1328, Φ/Σχ XXI/45.W.2, τεμάχιο 1278 στον Άγιο Δομέτιο Λευκωσίας στην εγγονή της και θυγατέρα της Αθηνά Χατζηγεωργίου. (γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου εναντίον της Ενάγουσας δια του οποίου αυτή να διατάσσεται να μεταβιβάσει αμέσως στην εγγονή της Αθηνά Χατζηγεωργίου το ¼ μερίδιο της στο ως άνω ακίνητο υπ' αρ. εγγραφής Β1328, Φ/Σχ XXI/45.W.2 τεμάχιο 1278 στον Άγιο Δομέτιο Λευκωσίας δυνάμει δωρεάς και/ή (Δ) Απόφαση εναντίον της Ενάγουσας και υπέρ του Εναγομένου 1 δια ποσό Ευρώ76,887,06 (ΛΚ45,000). (Ε) Απόφαση εναντίον της Ενάγουσας και υπέρ του Εναγομένου 1 δια ποσό Ευρώ4,784 (ΛΚ2,800) ως η παράγραφος (3.6) ανωτέρω. (στ) Απόφαση εναντίον της Ενάγουσας και υπέρ της Εναγομένης 2 δια ποσό Ευρώ34,172 (ΛΚ20,000). (Ζ) Νόμιμο τόκο. (Η) Έξοδα. »» Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου 1, ο οποίος αναφέρει ότι κατόπιν εξέτασης του περιεχομένου της Υπεράσπισης των Εναγομένων από τους νέους δικηγόρους και συζήτηση των ισχυρισμών τους, κρίθηκε αναγκαίο όπως υποβληθεί αίτημα για τροποποίηση της Υπεράσπισης, η οποία ένεκα αβλεψίας και παραδρομής δεν περιλαμβάνει με πληρότητα την υπεράσπιση που έχει να προβάλει η πλευρά τους. Προσθέτει ότι στο πλαίσιο αυτό προκύπτει και Ανταπαίτηση και ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις διορθώνουν, συμπληρώνουν και προσθέτουν αναγκαίες λεπτομέρειες στους ήδη τεθέντες ισχυρισμούς. Αναφέρει ότι το αίτημα γίνεται καλόπιστα και στα πλαίσια των δικαιωμάτων τους για απρόσκοπτη πρόσβαση και παρουσίαση των θέσεών τους ενώπιον της Δικαιοσύνης. Θεωρεί ότι δεν θα προκληθεί ζημιά στην Ενάγουσα, επειδή η ακρόαση δεν έχει αρχίσει. Τέλος, τονίζει ότι η μη συμπερίληψη των αιτούμενων τροποποιήσεων στην υφιστάμενη Υπεράσπιση οφείλεται σε αβλεψία και παραδρομή τόσο των ιδίων των Εναγομένων όσο και των προηγούμενων δικηγόρων τους, και οι νέοι δικηγόροι θεώρησαν αναγκαίο να γίνει στο παρόν στάδιο. Η Ένσταση καταχωρίστηκε στις 26.1.2010 και ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, οι ακόλουθοι: (α) Η αιτούμενη τροποποίηση είναι ενοχλητική και κακόπιστη και σκοπό έχει να καθυστερήσει και να εκτροχιάσει την υπόθεση από την ορθή πορεία και να ταλαιπωρήσει την Ενάγουσα (β) Οι ισχυρισμοί γεγονότων εγείρουν ζητήματα που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Οικογενειακού Δικαστηρίου (γ) Οι εγειρόμενες αξιώσεις στη σκοπούμενη ανταπαίτηση έχουν ήδη παραγραφεί και δεν μπορούν να αναβιώσουν ως ανταπαίτηση (δ) Τα γεγονότα ήταν ήδη γνωστά στους δικηγόρους και η Αίτηση αποσκοπεί στο να θολώσει τα νερά, καθότι από τη μία δεν εγκαταλείπεται η παράγραφος 2 της Υπεράσπισης, ενώ από την άλλη προβάλλονται ισχυρισμοί που μπορούν να εκδικαστούν από το Οικογενιακό Δικαστήριο. (ε) Όλα τα γεγονότα ήταν γνωστά πριν την καταχώριση της αγωγής και οι Εναγόμενοι είχαν όλο τον χρόνο να τα διεκδικήσουν στο αρμόδιο Δικαστήριο (στ) Η Αίτηση υποβάλλεται σε καθυστερημένο στάδιο χωρίς να δίδεται ικανοποιητική εξήγηση Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας, η οποία αναφέρει ότι είχε αφιχθεί στην Κύπρο για την ακρόαση της αγωγής στις 12.5.2009, οπόταν έγινε προσπάθεια διευθέτησης. Σε συνάντηση στο γραφείο του τότε δικηγόρου των Εναγομένων προβλήθηκαν τα όσα προσπαθούν να επιτύχουν με την αιτούμενη τροποποίηση, με σκοπό να της αποσπάσουν το μερίδιό της στο επίδικο ακίνητο, προσφέροντάς της πολύ χαμηλό ποσό. Με τον διορισμό νέου δικηγόρου, είχαν όλο τον χρόνο να εγείρουν τα γεγονότα τα οποία γνώριζαν από την αρχή εξ ου και η θέση τους από την αρχή ήταν ότι το παρόν Δικαστήριο είναι αναρμόδιο. Αρνείται τους ισχυρισμούς στις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις ως ψευδείς και τονίζει την κακοπιστία των Εναγομένων, εν όψει του ότι η Αίτηση καταχωρίστηκε μόλις μία μέρα πριν την ημερομηνία ακρόασης της αγωγής, χωρίς να ενημερώσουν έγκαιρα τον δικηγόρο της, με αποτέλεσμα να υποστεί τα έξοδα και ταλαιπωρία του ταξιδιού από τον Καναδά. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Η τροποποίηση δικογράφων διέπεται από τη Διαταγή 25 θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την τροποποίηση της δικογραφίας αποτέλεσαν το αντικείμενο πολλών Κυπριακών δικαστικών αποφάσεων. Οι σχετικές αρχές εκτίθενται περιεκτικά στην υπόθεση Ευριπίδου κ.α. ν. Καννάουρου
(1985)1 Α.Α.Δ. 24 και συνοψίστηκαν με μεγάλη σαφήνεια από τον τέως Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαστή τότε) Γ. Πική, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33 ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R. είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd., and Others v. Associated Newspapers Ltd. [1970] 2 All E.R. 754: «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here.» Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Χρίστου ν. Αζά ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στυλιανού Σάββα
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, η θεμελιακή αρχή που προκύπτει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Είναι επιθυμητό όπως όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 λέχθηκε ότι αναμφίβολα η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και όταν η ανάγκη για μια τέτοια τροποποίηση προκύπτει ως αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Βεβαίως το θέμα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560). Κυρίαρχος παράγοντας που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιόν του τις πραγματικές επίδικες διαφορές (βλ. Geto v. M/V Vladimir Vasiliev (Αρ.4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714, 716). Όπως λέχθηκε στην Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd (Αρ.1)
(1996)1 A.A.Δ. 162), σημαντικός παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξή τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο. Ο παράγοντας της καθυστέρησης είναι σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, αλλά δεν είναι καθοριστικός, υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη (βλ. Astor Manufacturing and Exporting Co. Ltd κ.α. v. A & G Leventis κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Εν τούτοις, όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης και το όλο ζήτημα παραμένει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Η σημασία της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από ο,τιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή (SABA & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44). Αναφορικά με τον χρόνο κατά τον οποίο υποβάλλεται το αίτημα για τροποποίηση, σημειώνω ότι το σημαντικό δεν είναι η έκταση του χρόνου που διέρρευσε, αλλά το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης, και ο χρόνος που επέλεξε να δράσει προς αυτή την κατεύθυνση. Μελετώντας την υπό κρίση Αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, σημειώνω ότι δεν έχουν προσδιοριστεί με επάρκεια τα στοιχεία που κατ' ισχυρισμόν επιβάλλουν τις τροποποιήσεις υπ' αρ. Α
(2)και
(4), οι οποίες, όπως φαίνεται στις σελίδες 2 - 5 πιο πάνω, είναι ιδιαίτερα εκτενείς, και δη σε αυτό το προχωρημένο στάδιο. Μοναδική αναφορά στην ένορκη δήλωση είναι ότι κατόπιν εξέτασης της Υπεράσπισης από τους νέους δικηγόρους, κρίθηκε αναγκαίο να υποβληθεί το αίτημα καθότι η υφιστάμενη Υπεράσπιση δεν περιλαμβάνει με πληρότητα την υπεράσπιση των Εναγομένων, λόγω «αβλεψίας και παραδρομής», και ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις διορθώνουν, συμπληρώνουν και προσθέτουν αναγκαίες λεπτομέρειες στους ήδη τεθέντες ισχυρισμούς. Κατ' αρχάς, σπεύδω να διαφωνήσω με τη θέση ότι οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις απλώς συμπληρώνουν και προσθέτουν λεπτομέρειες σε υφιστάμενους ισχυρισμούς. Το αβάσιμο της τοποθέτησης αυτής διαφαίνεται ξεκάθαρα από τη φύση και την έκταση των αιτούμενων τροποποιήσεων υπό Α
(2)και
(4), με τις οποίες επιδιώκεται η προσθήκη ισχυρισμών περί κωλύματος της Ενάγουσας να αξιώνει ως η αγωγή της, λεπτομερειών απάτης και ψευδών παραστάσεων, αλλά και Ανταπαίτησης συνολικού ποσού πέραν των €115.000, σε σχέση με αξιώσεις που ουδόλως αναφέρονται στην υφιστάμενη Υπεράσπιση (π.χ. ισχυρισμός για εξόφληση δύο χρεών, καταβολή Λ.Κ. 22.000 για την απόκτηση του επίδικου ακινήτου, δικαίωμα στο ½ των εξόδων για την ανέγερση της δεύτερης κατοικίας στο επίδικο ακίνητο εκ €153.774 κ.ο.κ.). Επισημαίνω ότι πέραν των οικονομικών αξιώσεων, η προτεινόμενη Ανταπαίτηση συμπεριλαμβάνει και αξίωση για διάταγμα που να διατάσσει την Ενάγουσα να μεταβιβάσει μέρος του επίδικου ακινήτου σε τρίτο πρόσωπο (την εγγονή της) που δεν είναι καν διάδικος. Οι ισχυρισμοί και οι αξιώσεις αυτές των Εναγομένων εκφεύγουν ουσιωδώς από το πλαίσιο της υφιστάμενης Υπεράσπισής τους. Δεν εξειδικεύονται οποιαδήποτε στοιχεία που υποστηρίζουν ή καταδεικνύουν την αναγκαιότητα και ορθότητα της συμπερίληψης των νέων διεκδικήσεων των Εναγομένων στην παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρίστηκε το 2005, στο παρόν στάδιο. Εν όψει της φύσης και έκτασης των σκοπούμενων τροποποιήσεων και διεκδικήσεων, θεωρώ ότι ήταν υποχρέωση των Εναγομένων να επεξηγήσουν και να προσδιορίσουν τους λόγους γιατί θεωρούν επιβεβλημένο στο παρόν στάδιο να συμπεριληφθούν οι ισχυρισμοί και οι αξιώσεις αυτές σε ένα δικόγραφο που συντάχθηκε το 2005 και αφορά γεγονότα που ήταν σε γνώση τους από τότε. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλα τα σχετικά γεγονότα πρέπει να ήταν εν γνώσει των Εναγομένων από τον χρόνο καταχώρισης της Υπεράσπισης το
- Συνεπώς το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση των αιτημάτων και της καθυστέρησης στην υποβολή τους είναι ιδιαίτερα αυξημένο στην προκειμένη περίπτωση. Η αιτιολόγηση που δίδεται από την πλευρά των Εναγομένων για τη διαπιστωθείσα καθυστέρηση είναι απλή αβλεψία και παραδρομή, τόσο των ιδίων των Εναγομένων όσο και των προηγούμενων δικηγόρων τους. Εν τούτοις, είναι αξιοσημείωτο ότι οι Εναγόμενοι παραλείπουν παντελώς να δικαιολογήσουν με οποιονδήποτε τρόπο την καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης, έστω από τον χρόνο που ανέλαβαν οι νέοι δικηγόροι, στους οποίους δεν αποδίδουν καμία παραδρομή και αβλεψία. Υπενθυμίζω ότι Ειδοποίηση Αλλαγής Δικηγόρου καταχωρίστηκε από 23.6.
- Δεν παραγνωρίζω, βεβαίως, την προαναφερθείσα νομολογία σύμφωνα με την οποία μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από ο,τιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Εν τούτοις, προϋπόθεση για την έγκριση είναι η κατάδειξη τόσο ότι η συγκεκριμένη τροποποίηση όντως είναι απολύτως αναγκαία επί της ουσίας ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων, όσο και ότι είναι καλόπιστη. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχει επεξηγηθεί για ποιο λόγο οι Εναγόμενοι επέλεξαν να υποβάλουν την υπό κρίση Αίτηση όχι μόνο 7 μήνες μετά την ανάθεση της υπόθεσης στους νέους δικηγόρους, αλλά και μόλις μία μέρα πριν την ορισθείσα ακρόαση, όταν η Ενάγουσα είχε ήδη προγραμματίσει το ταξίδι της από τον Καναδά ειδικά για τους σκοπούς της ακρόασης. Θεωρώ ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν την καταχώριση της Αίτησης και ειδικότερα η μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρισή της, η φύση και έκταση των αιτούμενων τροποποιήσεων και νέων αξιώσεων υπό μορφή ανταπαίτησης, για γεγονότα που ήταν ήδη γνωστά για πάρα πολλά χρόνια, και το χρονικό σημείο στο οποίο επελέγη να υποβληθεί, καταδεικνύουν ότι σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι πρόκειται για καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης. Η απουσία καλής πίστης εκ μέρους των Εναγομένων στην υποβολή του αιτήματος δυστυχώς είναι πρόδηλη και διάχυτη. Άλλωστε, οι αιτούμενες τροποποιήσεις υπό Α
(2)και
(4)(δεν υπάρχει Α
(3)στην Αίτηση), οι οποίες αφορούν διεκδικήσεις από τον πρώην σύζυγο και τη θυγατέρα της Ενάγουσας σε σχέση με την πρώην συζυγική εστία η οποία ανεγέρθη στην επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία, συμπεριλαμβανομένης και αξίωσης για την έκδοση διατάγματος προς όφελος τρίτου προσώπου, κατά την κρίση μου δεν θα βοηθήσουν στην ορθή και αποτελεσματική απονομή δικαιοσύνης και την επίλυση των επίδικων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων. Αντίθετα, θα συντείνουν στο να περιπλέξουν τα επίδικα θέματα και στον εκτροχιασμό της υπόθεσης από την κανονική της πορεία, με ορατό τον κίνδυνο παραβίασης των Συνταγματικών δικαιωμάτων των διαδίκων για διεξαγωγή της δίκης εντός ευλόγου χρόνου. Ως προς την αιτούμενη υπό Α
(1)τροποποίηση, με την οποία επιχειρείται απλώς να αντικατασταθεί η άρνηση μίας παραγράφου της Έκθεσης Απαίτησης που αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου ακινήτου με παραδοχή της, σημειώνω ότι η παραδοχή αυτού του γεγονότος μπορεί εύκολα να δηλωθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων και να σημειωθεί στα πρακτικά, χωρίς να είναι απαραίτητη η τροποποίηση του δικογράφου αυτού καθ' εαυτού. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς σε σχέση με την αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου και του Οικογενειακού Δικαστηρίου, σημειώνω ότι εφόσον εμπεριέχεται σχετική προδικαστική ένσταση στην υφιστάμενη Υπεράσπιση, δεν είναι θέμα που θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω και κρίνω στα πλαίσια της παρούσας και στο παρόν στάδιο. Παρενθετικά και μόνο, θα αναφέρω ότι είναι άξιον απορίας για ποιο λόγο οι Εναγόμενοι, εφόσον θεωρούν ότι πρόκειται για περιουσιακές διαφορές μεταξύ πρώην συζύγων με αρμόδιο Δικαστήριο το Οικογενειακό, δεν υπέβαλαν τις αξιώσεις τους ενώπιον αυτού και δη έγκαιρα, και επιχειρούν σε αυτό το προχωρημένο στάδιο να τις εισαγάγουν στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση-Ενάγουσας και εναντίον των Αιτητών-Εναγομένων 1 και 2, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Σ.Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο