← Κύπρος

Haig Terzian κ.α. ν. Αmerican Life Insurance Company, Αρ. Αγωγής: 4951/00., 21.4.2010.

Haig Terzian κ.α. ν. Αmerican Life Insurance Company, Αρ. Αγωγής: 4951/00., 21.4.2010. ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A156 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4951/00. METAΞΥ : 1. Haig Terzian 2. Monica Terzian, Εναγόντων - και - Αmerican Life Insurance Company, Eναγομένων, - και - Δημήτρη Χατζησπύρου, Τριτοδιαδίκου. ----------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 21.4.2010. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες : κ. Κ. Χ"Ιωάννου. Για τους Εναγόμενους: κ. Κ. Δημητριάδης, κ. Δ. Αραούζος. Για τον Τριτοδιάδικο : κ. Κυπρίζογλου. ----------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσης αγωγής είναι ισχυριζόμενο ασφαλιστήριο ζωής διά την περίοδο 1.10.98 - 1.10.03 διά ποσό £500.000 και που αφορούσε τον Βαχάν Τερζιάν, ο οποίος απεβίωσε την 4.11.98 υπό συνθήκες που αμφισβητούνται. Η νομιμοποίηση των εναγόντων, αδελφών του αποβιώσαντος, στηρίζεται σε έγγραφο καταπιστεύματος ημερ. 17.9.98, με το οποίο κατονομάζονται ως δικαιούχοι των χρημάτων που θα προκύψουν από το πιο πάνω ασφαλιστήριο έγγραφο. Η εναγόμενη αρνείται σχεδόν τα πάντα. Αρνείται την ύπαρξη ασφαλιστηρίου εγγράφου και ισχυρίζεται ότι δεν εξέδωσε τέτοιο έγγραφο λόγω παράλειψης του αποβιώσαντος να την εφοδιάσει με τις οικονομικές του καταστάσεις (UND 52 & 54) που του ζητήθηκαν. Το φερόμενο ως εκδοθέν υπ΄ αυτής ασφαλιστήριο έγγραφο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, είναι πλαστό που έγινε κατόπιν συνωμοσίας του αποβιώσαντος και τριτοδιαδίκου μέσα σε πλαίσια σχεδίου καταδολίευσης της. Μέσα στα πλαίσια αυτά αποδίδει και τον θάνατο του αποβιώσαντα αρνούμενη την εκδοχή του αυτοκινητιστικού δυστυχήματος. Όπως δικογραφικά το θέτει, κατά τον ουσιώδη χρόνο ο αποβιώσας και εταιρείες του αντιμετώπιζαν πολλά σοβαρά οικονομικά προβλήματα, ενώ παράλληλα πλησίασε διάφορες ασφαλιστικές εταιρείες με σκοπό την εξασφάλιση ασφαλειών προκειμένου να αυξήσει τα ωφελήματα του. Ο τριτοδιάδικος από την άλλη αρνείται τα όσα του αποδίδονται από την εναγόμενη και ισχυρίζεται ότι αυτός ενεργούσε πάντοτε μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του για λογαριασμό της εναγομένης, την οποία αντιπροσώπευε. Αρνείται ειδικά οιανδήποτε συνωμοσία με τον αποβιώσαντα και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι παρέδωσε τις οικονομικές καταστάσεις UND 52 & 54 εις την εναγόμενη με την υπογραφή της αίτησης από τον αποβιώσαντα, όμως η εναγόμενη τις απώλεσε και του ζητήθηκαν εκ νέου, πλην όμως εν τω μεταξύ ο ασφαλισμένος Βαχάν Τερζιάν απεβίωσε. Η ακρόαση της αγωγής ήταν ιδιαίτερα μακρά και ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν, πλην του ενάγοντα 1 και τριτοδιαδίκου, άλλοι 12 μάρτυρες, ενώ κατατέθηκαν συνολικά 63 τεκμήρια. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις αγορεύσεις τους προώθησαν, όπως ήταν φυσικό, τις θέσεις των διαδίκων που εκπροσωπούν. Οι αγορεύσεις τους ήταν τεράστιες. Δεν θα τους ακολουθήσω. Θα προσπαθήσω η απόφαση μου να είναι λιτή και περιεκτική. Θα πρέπει εξ αρχής να λεχθεί ότι η όλη εξέταση υπό του Δικαστηρίου αφορά το ασφαλιστήριο έγγραφο, τεκμήριο 2, ενόψει της δηλώσεως του δικηγόρου των εναγόντων κατά την ακρόαση (20.5.08) ότι περιορίζεται η αξίωση των εναγόντων επί του τεκμηρίου αυτού. ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ ΕΓΕΡΣΗΣ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ Οι ενάγοντες στηρίζουν τη νομιμοποίηση τους διά έγερση της παρούσας αγωγής σε έγγραφο, τιτλοφορούμενο «INSTRUMENT OF TRUST», Τεκμήριο 3. Σύμφωνα με τον ενάγοντα 1, το έγγραφο αυτό του παρεδόθη από τον αποθανόντα αδελφό του Βαχάν Τερζιάν επτά μέρες περίπου πριν τον θάνατο του. Είναι παραδεκτό ότι ο πιο πάνω απεβίωσε την 4.11.98 και συνεπώς ο χρόνος παράδοσης του άνω εγγράφου τοποθετείται γύρω στις 28.10.98. Το περιεχόμενο του εγγράφου (Τεκμήριο 3) έχει ως εξής: «ΙNSTRUMENT OF TRUST I, the undersigned VAHAN TERZIAN of 95 Archbishop Makarios III Avenue, Nicosia T.T. 1071 hereby declare that the Policy of Insurance No. 9894327 issued by AMERICAN LIFE INSURANCE COMPANY of Wilmington Delaware U.S.A. and dated 17/09/98 (hereinafter called the Said Policy) as well as any proceeds which might be collected by my estate in relation to such Policy will be held by the administrators of my will (as the case might
  2. be)as a trustee or trustees upon the following trusts viz: 1. If I die during the continuance of the Said Policy then all moneys or benefits payable under the Said policy shall be collected by the said administrators or executors upon trust for HAIG TETZIAN I.D. No. 505862, brother of the insured, and MONICA TERZIAN I.D. No. 596131, sister of the insured, absolutely and shall be paid to immediately upon collection. 2. If either HAIG TERZIAN or MONICA TERZIAN die before me or before the date of expiry of the Said Policy, then all moneys or benefits shall be held in trust for my surviving heirs absolutely and shall be paid to them immediately upon collection. 3. If upon my death my said HAIG TERZIAN or MONICA TERIAN are not alive, then all moneys or benefits payable under the Said Policy shall be collected by the aforesaid administrators or executors (as the case may
  3. be)on trust for any of my heirs and if more than one in equal shares absolutely, and shall be paid to them immediately upon collection. Limassol, 17th of September, 1988.» Θα πρέπει περαιτέρω να λεχθεί ότι παρόλο που φέρει ημερομηνία 17.9.98, η υπογραφή του διαθέτη (Βαχάν Τερζιάν) πιστοποιήθηκε από πιστοποιών υπάλληλο στις 19.9.08 από ό,τι φαίνεται στο έγγραφο. Επίσης, από την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Ε.2, κ. Γ. Διαμαντή, αυτό κατεχωρήθη εις το Μητρώο Εμπιστευμάτων εις το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων την 23.10.98. Για να δημιουργηθεί εμπίστευμα (Trust) πρέπει να συνυπάρχουν τρία στοιχεία: (α) Βεβαιότητα πρόθεσης δημιουργίας εμπιστεύματος, (β) βεβαιότητα του αντικειμένου του εμπιστεύματος, και (γ) βεβαιότητα του δικαιούχου (beneficiaries) (βλ. The Law of Trust & Equitable Remedies των Hayton & Marshal, 12η Έκδ., σελ. 128). Εις την υπό εξέταση υπόθεση είμαι της γνώμης ότι το έγγραφο, Τεκμήριο 3, συγκεντρώνει τα πιο πάνω χαρακτηριστικά. Απλή ανάγνωση του εγγράφου αυτό καταδεικνύει. Τα όσα προβλήθηκαν από τους δικηγόρους της υπεράσπισης διά αμφισβήτηση της δημιουργίας εμπιστεύματος με το έγγραφο λόγω έλλειψης επιτρόπων συνεπεία μη υπάρξεως εκτελεστών της διαθήκης του αποθανόντος, λόγω ακυρότητος, δεν έχει καμιά σημασία. Η παρ. 1 του Τεκμηρίου 3 που καλύπτει την περίπτωση υπό εξέταση αναφέρεται σε διαχειριστές όσο και εκτελεστές διαζευκτικά και συνεπώς δεν παρουσιάζει πρόβλημα και πολύ περισσότερο δεν επηρεάζει την εγκυρότητα του εμπιστεύματος. Αν κάτι περισσότερο είναι αναγκαίο να λεχθεί, αυτό είναι ότι σε περίπτωση ασφάλειας ζωής (life insurance) δεν παρουσιάζεται καμιά δυσκολία να διατεθεί ελεύθερα το προϊόν της ασφάλειας με εμπίστευμα (βλ. The Law of Insurance, 4η Έκδ., του R. Colinvaux, σε. 170, παρ. 10-16). H διάθεση δε αυτή με τον πιο πάνω τρόπο είναι διαφορετική από την περίπτωση που ασφαλισμένος με το ίδιο ασφαλιστήριο έγγραφο κατονομάζει τρίτο πρόσωπο ως δικαιούχο. Σε τέτοια περίπτωση ασφάλειας (ασφαλιστικού συμβολαίου), ο ασφαλιζόμενος δεν καθίσταται αυτόματα και επίτροπος. Τα δικαιώματα αυτού του τρίτου προσώπου είναι διαφορετικά, όπως και οι σχέσεις των τριών μερών, δηλαδή ασφαλιστού, ασφαλιζόμενου και τρίτου προσώπου (βλ. R. Colinvaux, πιο πάνω, σελ. 339, παρ. 16-83, Re Engelbach´s Estate

(1924)2 Ch. 348, Re Sinclair´s Policy
(1938)Ch. 799). Οι ενάγοντες είναι δικαιούχοι βάσει του εμπιστεύματος, Τεκμήριο 3. Είναι παραδεκτό από τον συνήγορο τους (και πολύ ορθά), ότι σε τέτοιες περιπτώσεις (εμπιστεύματος) αυτοί που ενάγουν ή ενάγονται αναφορικά με περιουσιακά τους στοιχεία είναι οι επίτροποι του (trustees) (βλ. Δ.9 θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Το εμπίστευμα από μόνο του δεν δύναται να ενάγει ή ενάγεται διότι στερείται νομικής προσωπικότητας. Ο συνήγορος των εναγόντων στηριζόμενος στην Αγγλική Διαταγή O.16 r.8, του Annual Practice του 1950, η οποία έχει ως ακολούθως: «Action by Beneficiary without Joinder of Trustees.- The proper plaintiffs are normally the persons in whom the legal right infringed is vested: but an equitable owner, e.g., a beneficiary under a trust, may have such possession (see The Winkfield, [1902] P. 42), as enables him to maintain an action, e.g., in trespass or detinue (see Healey v. Healy, [1915]1 K. B. 938). Where trustees refuse to sue, beneficiaries may sue after request and refusal: but not otherwise (Franklin v. Franklin, [1915] W. N. 342); the trustees must be added as defendants where the legal title is involved. See r. 11 (n.).» εισηγήθηκε ότι οι ενάγοντες νομιμοποιούνται στην έγερση της αγωγής. Επίσης, στηριζόμενος στο Κοινοδίκαιο (βλ. Cullen v. Knowles & Birks
(1998)2 Q.B. 380), όπου άρνηση ενός εκ των δύο δικαιούχων να προχωρήσει με αγωγή, δεν εμποδίζει τον άλλο να προχωρήσει από μόνος του, συνενώνοντας τον πρώτο ως εναγόμενο, και επίσης στηριζόμενος ότι οι ενάγοντες ως δικαιούχοι εμπιστεύματος δικαιούνται να διεκδικήσουν τυχόν περιουσία του εμπιστεύματος από οποιοδήποτε την κατέχει εν γνώσει του ότι είναι περιουσία του εμπιστεύματος, εισηγήθηκε ότι οι ενάγοντες νομιμοποιούνται εις την έγερση της αγωγής. Τα παραδεκτά και αναμφισβήτητα γεγονότα που περιβάλλουν το θέμα υπό εξέταση είναι: (α) Την 22.10.99 απέστειλαν οι ενάγοντες στην εναγόμενη μέσω δικηγόρου επιστολή (Τεκμήριο 13) με την οποία και αξίωναν πληρωμή ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, της επίδικης ασφάλειας. Η επιστολή στάληκε υπό την ιδιότητα τους ως δικαιούχων του ασφαλιστήριου, αλλά και του εγγράφου εμπιστεύματος. (β) Η εναγόμενη με επιστολή της, ημερ. 4.11.99, Τεκμήριο 14, αποποιήθηκε οιασδήποτε ευθύνης. (γ) Την 26.5.00 κατεχωρήθη η παρούσα αγωγή. (δ) Είναι κοινό έδαφος ότι διαχειριστές της περιουσίας του αποθανόντος Βαχάν Τερζιάν διορίσθηκαν το 2004. Καμία μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο ότι οι αναφερόμενοι στο εμπίστευμα επίτροποι παρεκλήθησαν και αρνήθηκαν να καταχωρήσουν αγωγή εναντίον της εναγομένης βάσει του ασφαλιστηρίου ή του εμπιστεύματος. Ασφαλώς δεν μπορούσε να παρουσιασθεί τέτοια μαρτυρία εφόσον μέχρι την ημέρα καταχώρισης της αγωγής δεν είχαν διορισθεί διαχειριστές της περιουσίας του αποθανόντος. Τίθεται ασφαλώς σε τέτοια περίπτωση το ερώτημα πώς προωθούνται τα δικαιώματα των δικαιούχων εναγόντων. Εις το Σύγγραμμα των Hayton & Marshal, άνω, σελ. 546 αναφέρεται: «If the testator failed to appoint trusttes or if the trustees appointed refuse or are unable to act or have ceased to exist the trust does not fail (unless its operation was conditional upon a specific trustee undertaking the trust) nor does it fail if the intended trustees disclaim ownership of shares or land secretly transferred into their names by a settler. The property or the beneficial interest therein remains in the settler or the personal representatives of the testator to be held upon the trusts of the settlement or the will as the case may be.» Εις την Wicks v. Firth
(1983)Α.C. 214, αναφέρθηκε ότι πρόσωπα που κατονομάζονται εις το εμπίστευμα και ευεργετούνται άμεσα ή έμμεσα, αλλά χωρίς πρόθεση να έχουν δικαίωμα εφαρμογής του εμπιστεύματος δεν έχουν logus standi να αποταθούν στο Δικαστήριο. Συνεπώς, σε οιανδήποτε των δύο περιπτώσεων οι ενάγοντες δεν μπορούσαν να προχωρήσουν με τον τρόπο που προχώρησαν. Πέραν τούτου, ήταν δυνατή ενδεχομένως η πρόσβαση στο Δικαστήριο όπου δυνάμει των άρθρων 40 και 55
(1)του Περί Επιτρόπων Εμπιστευμάτων Νόμου, Κεφ. 193, μπορούσαν να ζητήσουν τον διορισμό νέου Επιτρόπου διά προώθηση των σκοπών του εμπιστεύματος, στην προκείμενη περίπτωση στη διεκδίκηση του προϊόντος της ισχυριζόμενης ασφάλειας. Οι ενάγοντες ουδέν έπραξαν περί τούτου. Επίσης, δεν μπορούσε ασφαλώς να τύχει εφαρμογής η επικαλούμενη υπό του συνηγόρου των εναγόντων, αρχή του Κοινοδικαίου, ότι δηλαδή σε περιπτώσεις που ένας εκ των δύο δικαιούχων αρνείται να εγείρει αγωγή, τότε ο άλλος μπορεί να το πράξει συνενώνοντας τον αρνούμενο ως εναγόμενο. (Βλ. Cullen v. Knowles & Birks
(1998)2 Q. B. 380). Εδώ δεν έχουμε άρνηση από ένα εκ των δύο δικαιούχων. Μέχρι την καταχώριση της αγωγής δεν υπήρχαν ούτε καν οι καθορισμένοι Επίτροποι. Συνεπώς δεν θα μπορούσε να εφαρμοσθεί η άνω αρχή. Επίσης, δεν μπορούν να επικαλούνται τις αρχές που εφαρμόζονται σε εμπιστεύματα που δημιουργούνται από τον Νόμο (resulting trusts και constructive trusts) και συνεπώς εφαρμόσιμοι είναι οι κανόνες που εφαρμόζονται σε ρητό καταπίστευμα, συμπεριλαμβανομένων των όρων που αναφέρονται σ΄ αυτό. Το έγγραφο καταπιστεύματος, τεκμήριο 3, καθορίζει ξεκάθαρα ποιοι μπορούν να διεκδικήσουν το προϊόν της ασφάλειας και που δεν είναι ασφαλώς οι ενάγοντες. (βλ. Harmer v. Armstrong
(1934)1 Ch. 65) Είναι κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην έγερση της παρούσας αγωγής. Παρόλο που η κατάληξη αυτή κρίνει και την τύχη της αγωγής, θα προχωρήσω να εξετάσω και τα πιο κάτω θέματα που αφορούν την ουσία της υπόθεσης επί τη βάση των εισηγήσεων του συνηγόρου των εναγόντων. Στην αστική δίκη το βάρος απόδειξης της γνησιότητας εγγράφου το φέρει εκείνος που το προσάγει και που επικαλείται την εγκυρότητα του. (βλ. Cypromix Concetrates Co Ltd v. Vitafor N.V.
(2001)1 A.A.Δ 676, Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ε.Τ. Autospares Enterprises Ltd κλπ
(1998)1 Α.Α.Δ. 843). Εις την παρούσα υπόθεση τόσο οι ενάγοντες, αλλά και οι εναγόμενοι δέχονται οι μεν πρώτοι ότι το ασφαλιστήριο έγγραφο 2 είναι μερικώς γνήσιο, ενώ η εναγόμενη ότι είναι πλαστό στην ολότητά του. Η εισήγηση των εναγόντων, όπως προβάλλεται, είναι ότι από το τεκμήριο 2 οι σελίδες με τα διακριτικά 177/1 ή 22,177/2 (μπρος και πίσω), 176/6, τεκμήριο 27(α) πρώτη και δευτέρα σελίδα, και ιατρική εξέταση που επισυνάπτεται επί του τεκμηρίου 39 αποτελούν το ασφαλιστήριο έγγραφο που δόθηκε στον αποθανόντα. Υπενθυμίζεται ότι το έγγραφο αυτό παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο από τον ενάγοντα 1. Έχω εξετάσει με προσοχή τα έγγραφα ως ανωτέρω, και από την απλή ανάγνωση τους φαίνεται ξεκάθαρα ότι δεν πρόκειται διά ολοκληρωμένο έγγραφο ασφάλισης. Ελλείπουν βασικά στοιχεία, όπως: (α) Η σελίδα «Ειδικών Στοιχείων», που παραπέμπει η πρώτη σελίδα του ισχυριζόμενου εγγράφου, τεκμήριο 2 με Στοιχείο 177/1. (β) Το ίδιο συμβαίνει και με τη σελίδα με τίτλο «ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ» (177/2), παρ. «ΑΠΛΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ», όπου παραπέμπει πάλι σε σελίδα «Ειδικών Στοιχείων» αναφορικά με το πληρωτέο ποσό σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου. Όπως φαίνεται από τα πιο πάνω, στη σελ. «Ειδικών Στοιχείων» θα πρέπει να αναφέρονται τουλάχιστον τα ακόλουθα: (α) Ο ασφαλιζόμενος (τεκμήριο 2, 177/1) (β) Τακτές προθεσμίες καταβολής ασφαλίστρων (τεκμήριο 2, 177/1). (γ) Τυχόν ύπαρξης συμπληρωματικής ασφάλισης, χρόνος πληρωμής ασφαλίστρων (τεκμήριο 2, 177/1). (δ) Οι όροι που αναφέρονται στην άνω σελίδα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του ασφαλιστηρίου (τεκμήριο 2, 177/1). (ε) Η ημερομηνία έκδοσης του ασφαλιστηρίου, όπως παραπέμπει η πρώτη σελίδα του τεκμηρίου 2 (τεκμήριο 2, 177/1). (στ) Πληρωμή ονομαστικού ποσού που καθορίζεται στον Πίνακα Ειδικών Στοιχείων (τεκμήριο 2, 177/2). Είναι ξεκάθαρο πιστεύω ότι ελλείψει των άνω στοιχείων δεν μπορεί κάποιος να ισχυρίζεται βάσιμα ότι υπάρχει εν ισχύ ασφαλιστήριο έγγραφο όπως αυτό που εισηγείται ο συνήγορος των εναγόντων αποτελούμενο από τα μέρη του τεκμηρίου 2, σελ. με στοιχεία 177/1, 177/2, 176/6, τεκμήριο 27(α) και ιατρική εξέταση - μέρος του τεκμηρίου 39. Άλλη εισήγηση του συνηγόρου των εναγόντων είναι ότι υπήρχε σύμβαση μεταξύ του αποθανόντος και εναγομένης βάσει του τεκμηρίου 59, που είναι απόδειξη είσπραξης του πρώτου ασφαλίστρου. Είναι συνεπώς η εισήγηση ότι εφόσον πληρώθηκε το ασφάλιστρο, λαμβάνοντας υπόψη των όσων αναφέρονται στη δήλωση που υπάρχει στη δεύτερη σελίδα της Αίτησης Ασφάλισης (τεκμήριο 27(α)), σε συνάρτηση με τους όρους που αναφέρονται στην Αίτηση διά πληρωμή του ποσού της αποζημίωσης, υπάρχει μια έγκυρη σύμβαση ασφάλισης. Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με την εισήγηση αυτή, την οποία κρίνει μη στέρεη. Η εισήγηση παραγνωρίζει ότι η ίδια δήλωση πάνω στην οποία στηρίζεται ο συνήγορος αναφέρει ρητά: «... Συμφωνώ ότι δεν θα υπάρχει συμβόλαιο ασφάλισης μέχρις ότου η αίτηση αυτή γίνει αποδεκτή από την εταιρεία και μέχρις ότου καταβληθεί το πρώτο πλήρες ασφάλιστρο ενόσω θα βρίσκομαι στη ζωή και σε καλή κατάσταση υγείας..... Σε περίπτωση όμως που θα γίνει, κατά τον χρόνο υπογραφής της αίτησης, οποιαδήποτε πληρωμή και μου επιδοθεί η σχετική προσωπική απόδειξη, θα έχουν ισχύ οι όροι της απόδειξης που γίνονται αποδεκτοί ...» Είναι παραδεκτό ότι δεν επεδόθη εις τον αποθανόντα σχετική προσωπική απόδειξη. Ως εκ τούτου, από τα πιο πάνω φαίνεται ξεκάθαρα πιστεύω ότι διά να υπάρξει συμβόλαιο ασφάλισης έπρεπε να πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις. Αυτές είναι: (α) Η αίτηση να γίνει αποδεκτή από την εταιρεία (εναγόμενη), και (β) Πληρωμή του πρώτου πλήρους ασφαλίστρου, νοουμένου (
  1. i)ότι ευρίσκετο σε ζωή, και (
  2. ii)σε καλή κατάσταση υγείας. Συνεπώς, η εισήγηση όπως υπεβλήθη δεν μπορεί να ευσταθήσει χωρίς την πλήρωση της πρώτης υπό (α) προϋπόθεσης. Εκ του περισσού αναφέρεται ότι δι΄ αυτό τον λόγο αναφέρεται πιο κάτω στη δήλωση η παροχή συγκατάθεσης του αιτούντος στον χρόνο εκείνο διά συγκέντρωση οποιωνδήποτε ιατρικών πληροφοριών που αφορούσαν τον αιτούντα. Διερωτώμαι ποιο θα ήταν το νόημα της συγκέντρωσης υπό της εναγομένης των πληροφοριών αυτών εάν υπήρχε σύμβαση στο στάδιο εκείνο της υπογραφής της δήλωσης, όπως είναι η εισήγηση του συνηγόρου. Αυτό έχει σχέση και με την εκτίμηση του κινδύνου όταν γίνεται η εξέταση της αίτησης προκειμένου να αποφασισθεί κατά πόσο θα γίνει αποδεκτή ή θα απορριφθεί η αίτηση. Η κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι στο στάδιο εκείνο (υποβολή της αίτησης) με τη δήλωση που έχει αναφερθεί και η πληρωμή του ποσού που φαίνεται στην απόδειξη (τεκμήριο 59) δεν συνομολογήθη και δεν υπήρξε σύμβαση ασφάλισης του αποθανόντος. Επίσης, ούτε «κατεβλήθη το πρώτο πλήρες ασφάλιστρο ..». Εις την πρώτη σελίδα αναφέρεται ότι «.. το υπόλοιπο με παραλαβή & ιατρικές εξετάσεις». Αυτό καταδεικνύει ότι δεν πληρώθηκε ολόκληρο «το πρώτο πλήρες ασφάλιστρο», δεδομένου ότι πληρώθηκε «μόνο ένας μήνας». Επίσης, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία και η οποία δεν αντικρούσθη, ήταν η πρακτική της εναγομένης σε τέτοιες περιπτώσεις με την υποβολή της αίτησης να πληρώνονται δύο μηνιαία ασφάλιστρα. Εδώ δεν έγινε κάτι τέτοιο, αλλά πληρώθηκε «μόνο ένας μήνας». Η απαίτηση των εναγόντων με βάση όλα τα πιο πάνω θα πρέπει να απορριφθεί. Θα προχωρήσω όμως να εξετάσω την απαίτηση σύμφωνα με τα δικόγραφα και μαρτυρία που παρουσιάζει. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η απαίτηση των εναγόντων στηρίζεται βασικά σε δύο έγγραφα. Το ισχυριζόμενο ασφαλιστήριο έγγραφο και το ισχυριζόμενο έγγραφο καταπιστεύματος. Ο ενάγοντας 1 καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσίασε και κατατέθησαν ως τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα το ασφαλιστήριο έγγραφο και έγγραφο καταπιστεύματος. Το τεκμήριο 2 φέρει ως ημερομηνία έκδοσης την 1.10.98 (βλ. σελ. 1, τελευταία γραμμή των Ειδικών Στοιχείων). Το τεκμήριο 3 φέρει ημερ. 17.9.98 και πιστοποιείται η υπογραφή του αποθανόντος διαθέτη με ημερομηνία 19.9.98. Αναφορικά με το ασφαλιστήριο (τεκμήριο 2) ο ενάγοντας 1 ισχυρίστηκε ότι του το παρέδωσε ο αδελφός του γύρω στις 28.10.98 μαζί με άλλα έγγραφα ασφαλιστηρίων σε ένα φάκελο τον οποίο φύλαξε σε ερμάρι. Μετά τον θάνατο του αδελφού του (4.11.98), τον Φεβρουάριο 2000, η Αστυνομία, μέσα στα πλαίσια ερευνών της εναντίον του τριτοδιαδίκου, ζήτησε και παρέλαβε τα τεκμήρια 2-12. Την 14.5.04 ζήτησε από την Αστυνομία τα έγγραφα, πλην όμως αυτή απήντησε με επιστολή της ημερ. 16.7.04 (τεκμήριο 15) αρνούμενη το αίτημα. Τελικά του παρέδωσαν τα έγγραφα «πριν μερικούς μήνες» από την ημέρα που κατέθετε, δηλαδή στις 12.12.06. Εν συνεχεία τα παρέδωσε εις τον δικηγόρο του. Το τεκμήριο 2 ο ενάγοντας 1 το παρουσίασε στο Δικαστήριο ως το ασφαλιστήριο επί του οποίου στηρίζεται η απαίτηση των εναγόντων. Σε καμία περίπτωση δεν ισχυρίστηκε ότι τα έγγραφα αυτά ή μέρος τους περιήλθε στην κατοχή ή έλεγχο της εναγομένης ή του τριτοδιαδίκου ή αντιπροσώπων ή προσώπων που ενεργούσαν δι΄ αυτούς ή ότι ακόμη κλάπησαν τα γνήσια και αντικαταστάθησαν. Πουθενά στη μαρτυρία του δεν ισχυρίστηκε, ούτε καν υπαινίχθηκε ότι το τεκμήριο 2 είναι πλαστογραφημένο από την εναγόμενη ή τριτοδιάδικο, αλλά απεναντίας σε υποβολή κατά την αντεξέταση του σχετικά με το τεκμήριο 2, ότι αυτό δηλαδή είναι πλαστό, απήντησε αρνητικά. Ούτε δικογραφικά προβάλλεται ο ισχυρισμός από τους ενάγοντες ότι το τεκμήριο 2 πλαστογραφήθηκε ή αλλοιώθηκε με οιονδήποτε τρόπο. Αντίθετα, η εναγόμενη στην Έκθεση Υπεράσπισης της, παρ. 10, αναφερόμενη εις το ισχυριζόμενο ασφαλιστικό συμβόλαιο με αρ. 9894327, ισχυρίζεται ότι είναι πλαστό και/ή ότι έγινε χωρίς την συγκατάθεση της και/ή έγκριση της κλπ και οι ενάγοντες εις την Απάντηση και Υπεράσπιση εις την Ανταπαίτηση, παρ. 5, αρνούνται ρητά την άνω παρ. 10 της έκθεσης υπεράσπισης. Συνεπώς το ασφαλιστήριο έγγραφο επί του οποίου στηρίζουν την απαίτηση τους οι ενάγοντες είναι το τεκμήριο 2 με νομιμοποίηση τους το έγγραφο εμπιστεύματος, τεκμήριο 3. Τα όσα ανεφέρθησαν διά το τεκμήριο 2 σχετικά με την κατοχή και διακίνηση του ισχύουν και διά το τεκμήριο 3, όπως και διά όλα τα έγγραφα που παρουσίασε ο ενάγοντας 1, τεκμήρια 2-11. Το θέμα συνεπώς που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο το ασφαλιστήριο έγγραφο που παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο, τεκμήριο 2, είναι γνήσιο ή πλαστό όπως ισχυρίζεται η υπεράσπιση. Είναι παραδεκτό από την υπεράσπιση ότι υπεβλήθη αίτηση και εισεπράχθη την 17.9.98 το ποσό των £145,87 ως προκαταβολή ασφαλίστρου (βλ. τεκμήριο 59). Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθησαν δύο αιτήσεις (proposals). Η μία είναι μέρος του τεκμηρίου 2 και φέρει ημερομηνία 1.10.98 και τυπωμένο αριθμό No 07598 στη δεύτερη σελίδα της και η άλλη είναι το τεκμήριο 27(α) με ημερ. 18.9.98 και αριθμό No 07600. Είναι παραδεκτό από την εναγόμενη και τριτοδιάδικο ότι η αίτηση που υπεβλήθη είναι η αίτηση τεκμήριο 27(α) ημερ. 18.9.98. Αυτό ανεγνώρισε και ο συνήγορος των εναγόντων. Ακολούθησαν ιατρικές εξετάσεις από τον Μ.Υ.8, Ιατρό Ανδρέα Καζαντζή, σύμφωνα με την αποδεκτή και αναμφισβήτητη αποδεκτή μαρτυρία του, αλλά όπως εισηγούνται και τα τεκμήρια 38 και 39. Γίνονται συνεπώς τα ανάλογα ευρήματα. Οι εξετάσεις αυτές ολοκληρώθησαν μέχρι την 27.10.98 και απεστάλησαν στη Μ.Υ.6, Βίκη Αυγουστή, στις 13 και 20.10.98 αντίστοιχα (βλ. τεκμήρια 38 και 39). Τα πιο πάνω από μόνα τους καταρρίπτουν και την εισήγηση του συνηγόρου των εναγόντων ότι υπήρχε κάλυψη με την πληρωμή που έγινε την 17.9.98 με το τεκμήριο 59. Η εναγόμενη με την πληρωμή αυτή δεν απεδέχθη τον κίνδυνο γι΄αυτό και ακολούθησαν τα πιο πάνω, ιατρικές εξετάσεις, κλπ, καθότι η αίτηση ήταν υπό εξέταση. Σημαντικά για την ορθή διάγνωση των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης είναι τα έγγραφα, τεκμήρια 6, 7 και 8, που παρουσιάσθηκαν από τον ενάγοντα 1 ως μέρος των εγγράφων που του παρέδωσε ο αποθανών αδελφός του κάτω από τις συνθήκες που έχουν αναφερθεί. Το τεκμήριο 6 αναφέρεται στη βασική ασφάλιση και φέρει ημερομηνία 23.10.98. Το τεκμήριο 7 φέρει ημερομηνία 27.10.98 και τίτλο «Συμπληρωματικά Συμβόλαια». Τέλος το τεκμήριο 8, που είναι και το πιο σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, τιτλοφορείται ως «Βεβαίωση Παραλαβής Ασφαλιστηρίων» και αναφέρονται τα συμβόλαια με αριθμούς 9894327 (επίδικο) και 10483505 και φέρει ημερ. 27.10.98. Τα τεκμήρια 6, 7 και 8 εξετάσθηκαν από τον Μ.Υ.3, Α. Παναγιώτου, εμπειρογνώμονα, βάσει της Κ.Δ.Π. 195/88. Η εμπειρογνωμοσύνη του μάρτυρα δεν αμφισβητήθηκε. Η ειδικότητα του συνίσταται, σύμφωνα με τα όσα ανέφερε, μεταξύ άλλων, στη γραφολογία, χρήση και εκπαίδευση σε εξοπλισμό, όπως φωτοτυπικές, προτζιεκτίνες, ESDA (ειδική συσκευή εξέτασης αποτυπωμάτων γραφής εγγράφου που βρίσκεται γραμμένο κάτω από άλλο), και διάφορα άλλα είδη. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των εξετάσεων του μάρτυρα, τα πιο πάνω τεκμήρια, 6, 7 και 8, παρουσιάζουν τα ακόλουθα (βλ. τεκμήριο 23): Τεκμήριο 6. «15. Το σημειωμένο 16 δική μου αρίθμηση - διακρ.στοιχ. ΘΑ 171/1 είναι έγχρωμη φωτοτυπία περιλαμβανομένης της υπογραφής και σφραγίδας. Πάνω στα χαρτόσημα υπάρχει ημερομηνία η οποία διαβάζεται 27.10.98. Διαπιστώθηκε ότι η αρχική ημερομηνία είναι 01.04.96. Στο ίδιο έγγραφο στο μέρος της σφραγίδας υπάρχει ημερομηνία η οποία διαβάζεται 27.10.98 ενώ η αρχική γραφή της ημερομηνίας είναι 01.10.96». Τεκμήριο 7. «16. Το σημειωμένο 17 δική μου αρίθμηση - διακρ. Στοιχεία ΘΑ 172/1 είναι έγχρωμη φωτοτυπία περιλαμβανομένης της υπογραφής και σφραγίδας εκτός από την ημερομηνία 23.10.98 που είναι αρχική γραφή (original). Στη θέση της ημερομηνίας παρατηρούνται ίχνη προηγούμενης φωτοτυπημένης γραφής.» Τεκμήριο 8 «6.α) Το σημειωμένο 18 (δική μου αρίθμηση) - διακρ.στοιχ.ΘΑ 173/1 είναι έγχρωμη φωτοτυπία εκτός από την υπογραφή στη θέση Ασφαλισμένος/Συμβαλλόμενος και μάρτυρας καθώς επίσης και την ημερομηνία 27/10/98 που είναι πρωτότυπες υπογραφές και γραφή. β) Η αμφισβητούμενη υπογραφή στη θέση μάρτυρας είναι γραφική παράσταση που σχηματίζεται όμως με τεχνική. Σε σύγκριση με τα δείγματα που αποδίδονται στο Δημήτρη Χ"ΣΠΥΡΟΥ παρουσιάζουν ουσιώδεις ομοιότητες μεταξύ τους και κατά τη γνώμη μου όλα ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο.» Να σημειωθεί περαιτέρω ότι και στα τρία έγγραφα, ως ανωτέρω, φαίνεται η υπογραφή της Μ.Υ.6. Συγκεκριμένα, στο τεκμήριο 6 φαίνεται εκεί που αναφέρεται ότι «ελέγχτηκε από» και επίσης εκεί που αναφέρεται ότι «το τέλος χαρτοσήμου έχει πληρωθεί». Εις το τεκμήριο 7,εκεί που αναφέρεται ότι «ελέγχτηκε από» και στο τεκμήριο 8, πάνω από τη λέξη «Έφορος» και κάτω από τη φράση «το τέλος χαρτοσήμου έχει πληρωθεί». Η Μ.Υ.6 αρνήθηκε ότι υπέγραψε οιονδήποτε από τα τρία έγγραφα. Ενώ η Μ.Υ.4, Σωτηρούλα Λαγού αρνήθηκε ότι μονόγραψε στο τεκμήριο 7, εκεί που είναι η φράση «το τέλος χαρτοσήμου έχει πληρωθεί». Η τελευταία, σύμφωνα με την ακλόνητη, θετική, αλλά και αναμφισβήτητη μαρτυρία (βλ. τεκμήριο 32), κατά τον χρόνο που φαίνεται μονογραφής του τεκμηρίου 7 υπ΄ αυτής, ήτοι στις 27.10.98, δεν εργοδοτείτο από την εναγόμενη. Σύμφωνα με την πιο πάνω μαρτυρία, η Μ.Υ.4 από τις 5.12.96 εργάζετο σε άλλη εταιρεία. Εις το σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι τη μαρτυρία του τριτοδιάδικου σ΄ όλα τα σημεία που είναι αντίθετη με τη μαρτυρία την οποία δέχομαι και προέρχεται από άλλους μάρτυρες, την απορρίπτω ως ανειλικρινή, αφύσικη και μη θετική. Ο τριτοδιάδικος εις το σύνολο της μαρτυρίας του ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε, κατά την κρίση μου, εσκεμμένα και ηθελημένα ψευδώς. Συνεχώς απέφευγε να θέσει τα γεγονότα τα οποία έζησε προφασιζόμενος ότι δεν θυμόταν. Περαιτέρω, ουκ ολίγες φορές, και διά το ίδιο θέμα, πρόβαλλε δύο εντελώς διαφορετικές εκδοχές καταστρέφοντας ουσιαστικά οιαδήποτε στοιχεία - μαρτυρία χρήσιμα διά την υπόθεση. Χαρακτηριστικά αναφέρω μερικές: (α) Σε σχέση με τις οικονομικές καταστάσεις UND ανέφερε χαρακτηριστικά ότι ούτε «καν θυμόταν τί ήταν». Μετά ισχυρίστηκε ότι τις έστειλε στην εναγόμενη κατά τον χρόνο που ζητήθηκαν, η εναγόμενη τις έχασε και τις έστειλε αργότερα, την 4.11.98 (αυτό έγινε μετά που υποδείχθηκε στον τριτοδιάδικο το τεκμήριο 41). (β) Διά την απόδειξη (τεκμήριο 9) από τη μια δεχόταν ότι είναι συμπληρωμένη με δικά του γράμματα και φέρει την υπογραφή και από την άλλη ισχυρίζετο ότι «δεν έχει ιδέα πώς έγινε το τεκμήριο αυτό». (γ) Από τα τεκμήρια 19 και 20, που είναι οι κατάθεσεις του στην Αστυνομία, προέβη επιλεκτικά σε αφαίρεση όλων των μερών που κατά τη γνώμη του τον ενοχοποιούσαν. Το ίδιο έπραξε και με την αίτηση, μέρος του τεκμηρίου 2 (με χαρακτηριστικά 176/2, 176/3 και 176/5), ενώ δέχθηκε ότι είναι συμπληρωμένη με δικά του γράμματα και φέρει τις υπογραφές του. Επίσης, για το ίδιο θέμα προφασίσθηκε άγνοια και ότι δεν θυμόταν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συμπλήρωσε την πιο πάνω αίτηση. Το ίδιο έπραξε και σε σχέση με το τεκμήριο 8, όπου ενώ αναγνώρισε την υπογραφή του, δήλωσε παντελή άγνοια διά το έγγραφο αυτό και διά το γεγονός ότι έφερε την υπογραφή του. Επίσης, εξέτασα τους ισχυρισμούς του, όπως προβάλλονται εις τα τεκμήρια 19 και 20, που είναι οι καταθέσεις του στην Αστυνομία και τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου. Αντιπαραβολή των δύο καταδεικνύει πολλές και σημαντικές διαφορές σε ουσιώδη σημεία. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, αλλά και την κακή εντύπωση που δημιούργησα γι΄ αυτόν όταν κατέθετε, δηλαδή την εντύπωση κάποιου που με ψευδή τρόπο και με ψεύδη απέφευγε την αλήθεια με προφάσεις και μισόλογα, απορρίπτω τη μαρτυρία του στο σύνολό της, τόσο αυτή ενώπιον του Δικαστηρίου όσο και τα όσα αναφέρει στα τεκμήρια 19 και 20, πλην αυτών που δέχομαι από άλλους μάρτυρες και ταυτίζονται. Παράλληλα, θα πρέπει να πω ότι δέχομαι από την αποδεκτή μαρτυρία (βλ., μεταξύ άλλων, αυτή της Μ.Υ.6) ότι αυτός κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν αντιπρόσωπος της εναγομένης με εξουσιοδότηση είσπραξης ασφαλίστρων, όπως και συμπλήρωση ορισμένων μερών των αιτήσεων ασφαλειών. Τις Μ.Υ.4 Σωτηρούλα Λαγού, Μ.Υ.5 Γιώτα Χριστοφή και Μ.Υ.6 Βίκη Αυγουστή, τις παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή λαμβάνοντας υπόψη και τους ισχυρισμούς της άλλης πλευράς διά παράνομες και αθέμιτες ενέργειες της εναγομένης, προκειμένου να αποφύγει πληρωμή βάσει του ισχυριζόμενου ασφαλιστικού συμβολαίου. Οι Μ.Υ.4 και Μ.Υ.6 μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρες και πιστεύω έλεγαν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία τους χαρακτηρίζεται από φυσικότητα, θετικότητα και αξιοπιστία. Συνάδει δε με τα τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου και ιδιαίτερα με τα τεκμήρια 37-42. Αυτές αντεξετάσθησαν επί μακρώ από δύο δικηγόρους (εναγόντων και τριτοδιαδίκου) και παρόλα ταύτα η μαρτυρία τους παρέμεινε ακλόνητη και σταθερή. Ορισμένες μικροδιαφορές που παρατηρούνται, όπως η χρονολογία εργοδότησης της Μ.Υ.6 εις την εναγόμενη, αν άνοιξε κάποιο φάκελο η ίδια ή όχι πριν τόσα χρόνια, ουδόλως επηρεάζουν την αξιοπιστία τους. Η μαρτυρία των πιο πάνω εξεταζόμενη στο σύνολό της, αλλά και επιμέρους, υποστηρίζεται και από τη μαρτυρία των Μ.Υ.7-9, τις οποίες επίσης δέχομαι ως ειλικρινείς και αξιόπιστες. Οι τελευταίοι ενώπιον του Δικαστηρίου με θετικότητα και σαφήνεια, όπως επίσης με αναφορές στα σχετικά τεκμήρια, παρουσίασαν τα γεγονότα τα οποία γνώριζαν και ενώ αντεξετάσθησαν η μαρτυρία τους παρέμεινε ακλόνητη. Τα ίδια ισχύουν περίπου και διά την Μ.Υ.5, πλην μερικών σημείων που αφορούν τις οικονομικές καταστάσεις του αποθανόντος, UND 52 και 54, όπως και τις καταστάσεις του test κοπώσεως του αποθανόντος (τεκμήριο 38). Τόσο στο μέρος του τεκμηρίου 42, που είναι εγγραφές του ηλεκτρονικού υπολογιστή του γραφείου όπου εργάζετο κατά τον ουσιώδη χρόνο (υποκατάστημα Α Παπανικολάου) και είναι, όπως ανάφερε, η «μερίδα του υποψηφίου πελάτη», όσο και το τεκμήριο 38 εμφανίζουν ότι το Tεστ Κοπώσεως (εις το τεκμήριο 38 επισυνάπτεται) παρεδόθησαν την 13.10.98. Το ίδιο στο τεκμήριο 39 διά το Τεστ Κοπώσεως αναφέρει ημερ. 17.10.98. Συνεπώς, η μαρτυρία της μάρτυρος επί του θέματος αυτού δεν είναι ορθή. Ο συνήγορος των εναγόντων απέδωσε την αντίφαση αυτή σε σχέδιο δολιότητας της εναγομένης διά αποφυγή πληρωμής της ασφάλειας. Δεν συμφωνώ. Όλα τα στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου δεν καταδεικνύουν κάτι τέτοιο. Διά σκοπούς συζήτησης και μόνο μπορεί κάποιος να πει ότι το έγγραφο του τεκμηρίου 38 ετοιμάσθηκε την 17.10.98 και από λάθος κάποιος υπάλληλος που ετοίμασε την χειρόγραφη σημείωση ή ακόμα και άλλος να τοποθέτησε την σφραγίδα με λανθασμένη ημερομηνία 13.10.98, οπότε λανθασμένα ακολούθησαν και τα σχετικά που αναφέρονται στο τεκμήριο 39, όπως και τεκμήριο 42 που ακολούθησαν. Αυτά λέγονται μόνο για σκοπούς συζήτησης και προκειμένου να καταδειχθεί ότι η εισήγηση του συνηγόρου των εναγόντων άνευ στέρεης και αποδεκτής μαρτυρίας δεν μπορεί να ευσταθήσει. Το σημαντικό στην περίπτωση, κάτι το οποίο δεν αμφισβητείται ούτε από πλευράς εναγόντων, είναι ότι το Τεστ Κοπώσεως ετοιμάσθη την 17.10.98 και ακολούθως προωθήθη προς την Μ.Υ.6, η οποία το έλαβε τουλάχιστον μέχρι την 26.10.98, όπως με ασφάλεια συμπεραίνεται από τη σημείωση της, τεκμήριο 40, ημερ. 26.10.98. Στο σημείωμα της αυτό δεν ζητά το Τεστ Κοπώσεως, και συνεπώς το έλαβε μέχρι τότε. Η μάρτυρας (Μ.Υ.5) δυστυχώς δεν αντεξετάσθη σχετικά με την τρίτη εγγραφή του τεκμηρίου 42, ώστε να διευκρινισθεί κατά πόσο και οι οικονομικές καταστάσεις UND 52 & 54 παρεδόθησαν «ΣΤΟ ΤΜΗΜΑ», όπως το ΤΕΣΤ ΚΟΠΩΣΕΩΣ και οι ιατρικές εξετάσεις. Ενόψει του ότι διά αυτές, δηλαδή τις οικονομικές καταστάσεις, δεν αναφέρει «ΣΤΟ ΤΜΗΜΑ» και ενδεχομένως η αναφορά σε 26.10 να αναφέρεται στην υπενθύμιση του τεκμηρίου 40, ενώ, από την άλλη, δυνατόν να αναφέρεται σε παράδοση τους στο Τμήμα στις 26.10, όπως και η εκδοχή του τριτοδιαδίκου ότι τις παρέδωσε και όπως επιβεβαιούται από την Μ.Υ.5, ότι αυτός θύμωνε όταν του ζήτησαν τις καταστάσεις και αυτός έλεγε ότι τις παρέδωσε και τις έχασαν. Έστω και αν δεχθώ την καλύτερη εκδοχή διά τους ενάγοντες, δηλαδή ότι οι καταστάσεις αυτές παρεδόθησαν διά πρώτη φορά την 26.10.98 εις το Υποκατάστημα Α. Παπανικολάου, και πάλιν δεν οδηγούν πουθενά προς όφελος των εναγόντων. Αυτό συμβαίνει διότι παράλληλα δέχομαι ότι αυτές δεν έφθασαν στη Μ.Υ.6, Βίκη Αυγουστή, στο χρόνο εκείνο, διαφορετικά η τελευταία δεν θα ετοίμαζε το τεκμήριο 40, με το οποίο ζητούσε τις καταστάσεις UND 52 & 54. Πρέπει να τονισθεί επίσης ότι σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου η παράδοση των οικονομικών καταστάσεων UND 52 & 54 δεν ήταν αυτοσκοπός. Η παράδοση τους δεν σήμαινε και αυτόματα την έκδοση του αντίστοιχου ασφαλιστικού συμβολαίου. Αντίθετα, θα εξετάζοντο, όπως και όλα τα σχετικά διά να αποφασισθεί από τον αρμόδιο υπάλληλο της εναγομένης κατά πόσο ο αιτητής (αποθανών), που έκαμε την πρόταση, ήταν ασφαλιστέος ή όχι. Γίνεται κατανοητό ότι δέχομαι ότι τα έγγραφα, τεκμήρια 37-42, έγιναν στον χρόνο που αναφέρουν και όχι σε κατοπινό στάδιο, όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος των εναγόντων. Τέτοια εισήγηση δεν υποστηρίζεται από κανένα ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας προς την κατεύθυνση αυτή. Η εισήγηση αυτή παρέμεινε σε θεωρητικό επίπεδο χωρίς καμία στέρεη βάση. Αναφορικά με την αντίθεση που παρατηρείται εις το τεκμήριο 38 αναφορικά με την ημερομηνία του, σε συνάρτηση με το Τεστ Κοπώσεως, ήδη έχω αναλύσει το θέμα πιο πάνω. Ως αποτέλεσμα δέχομαι από την αποδεκτή και μη αντικρουόμενη μαρτυρία ενώπιον μου ότι οι καταστάσεις UND 52 και 54 δόθησαν τελικά στις 4.11.98 από τον τριτοδιάδικο στο Υποκατάστημα Α. Παπανικολάου και μεταβιβάσθησαν ακολούθως με το σημείωμα ημερ. 6.11.98 προς την εναγόμενη και συγκεκριμένα Μ.Υ.6, Βίκη Αυγουστή (βλ. τεκμήριο 41). Ακόμη και αν δεχόμουν, που δεν δέχομαι, ότι οι καταστάσεις UND 52 και 54 παρελήφθησαν από την εναγόμενη την 26.10.98, τότε πώς δικαιολογείται η έκδοση του εγγράφου 6 με ημερομηνία 23.10.98, ήτοι 3 μέρες νωρίτερα; Το ίδιο ισχύει και για το τεκμήριο 7. Το μόνο ασφαλές συμπέρασμα που εξάγεται από όλα τα πιο πάνω είναι ότι τα τεκμήρια 6 και 7 δεν είναι γνήσια και δεν εξεδόθησαν από την εναγόμενη. Αυτά συμπαρασύρουν και το τεκμήριο 8 διότι εφόσον τα τεκμήρια 6 και 7 δεν είναι γνήσια και με δεδομένη τη θέση των εναγόντων, όπως εξεφράσθη από τον συνήγορο τους, ότι το τεκμήριο 2 δεν είναι γνήσιο, όπως παρουσιάζεται, τότε δεν μπορούσε να παραδοθεί οιονδήποτε γνήσιο ασφαλιστικό συμβόλαιο, όπως αναφέρεται στη βεβαίωση (τεκμήριο 8). Διά το τεκμήριο 2 ήδη έχω αναφερθεί, αυτό θεωρώ ότι στην ολότητα του δεν είναι γνήσιο ασφαλιστικό συμβόλαιο εκδοθέν από την εναγόμενη. Αν κάτι περισσότερο χρειάζεται να λεχθεί είναι ότι σύμφωνα με τη δεκτή, αναμφισβήτητη και αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Υ.3, Ανδρέα Παναγιώτου, και συνεπώς των ευρημάτων που γίνονται ως αποτέλεσμα, αντίστοιχα με τα αποτελέσματα των εξετάσεων του, ως περιγράφονται στο τεκμήριο 23, το τεκμήριο 2 είναι προϊόν πλαστογραφίας και μη εκδοθέν από την εναγόμενη. Η αποδοχή της μαρτυρίας του Μ.Υ.3 γίνεται εφαρμοζομένων των καθιερωμένων κριτηρίων που εφαρμόζονται σε σχέση με πραγματογνώμονες και τα οποία περιγράφονται, μεταξύ άλλων, στο Σύγγραμμα Τάκη Ηλιάδη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», σελ. 138-146. Δέστε επίσης την Davie v. Edinborough Magistrates
(1953)S. C. 34, Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 C.L.R. 1 και Republic v. Chacholiades
(1980)1 C.L.R. 481. Με βάση τα προαναφερόμενα κριτήρια εκτιμώ ότι η μαρτυρία του άνω μάρτυρα είναι απόλυτα αιτιολογημένη και τεκμηριωμένη και ότι με βάση αυτή τη μαρτυρία το Δικαστήριο μπορεί, με άνεση και ασφάλεια, να καταλήξει στη δική του ετυμηγορία, αφού του παρασχέθηκαν όλα τα αναγκαία κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας της μαρτυρίας και των συμπερασμάτων του μάρτυρα αυτού (βλ. Φώτος Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατία
(1998)2 Α.Α.Δ. 104, 115). Ο μάρτυρας, όπως ανέφερε, χρησιμοποίησε την συγκριτική μέθοδο σε σχέση με τη γραφή και ετοίμασε διά την όλη έρευνα του τους σχετικούς πίνακες, τεκμήρια 24-
  1. Από την έρευνα του, την οποία ανέφερε με λεπτομέρεια και δικαιολόγηση, κατέληξε στα συμπεράσματα του που αναφέρονται στην έκθεση του, τεκμήριο
  2. Εξετάζοντας αυτά και ακόμα λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά την αντεξέταση του από τους συνήγορους του ενάγοντα και τριτοδιαδίκου, ουσιαστικά δεν αμφισβητήθησαν τα συμπεράσματα του αλλά διευκρινίσθησαν, και ότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου άλλη μαρτυρία που να αντικρούει τη μαρτυρία του Μ.Υ.3, κρίνω ότι τα συμπεράσματα του μάρτυρα είναι ορθά. Επίσης, κρίνω από την όλη εντύπωση που σχημάτισα γι΄ αυτόν κατά τον χρόνο που κατέθετε όπου απαντούσε με θετικότητα, σαφήνεια και φυσικότητα, ότι είναι και ειλικρινής μάρτυρας. Εκ του περισσού αναφέρεται ότι η απόδειξη (τεκμήριο 9) δεν έχει σχέση με την αίτηση του αποθανόντος διά ασφάλεια ημερ. 18.9.98 και με αρ.
  3. Αυτή η απόδειξη αναφέρεται στην αίτηση με αρ. 07578 και φέρει ημερ. 1.10.
  4. Το ίδιο ισχύει και διά την απόδειξη (τεκμήριο 10) με αριθμό 1899 και ημερ. 1.10.98, ήτοι δεν έχει καμία σχέση με την αίτηση ασφάλισης του αποθανόντος. Παρενθετικά αναφέρεται ότι το τεκμήριο 11, είτε από μόνο του είτε με άλλα έγγραφα που παρουσίασε ο ενάγοντας 1, δεν προσδίδουν τίποτε περισσότερο παρά ότι και αυτό ήταν μέρος του συνόλου των πλαστογραφημένων ή φωτοτυπημένων εγγράφων που δεν εξεδόθησαν από την εναγόμενη και που χρησιμοποιήθησαν χωρίς την έγκριση ή άδεια τους. Σε σχέση με την προβαλλόμενη εις την έκθεση υπεράσπισης αυτοκτονία του αποθανώντος, είναι η κρίση μου ότι ενώπιον του Δικαστηρίου τέθησαν αρκετά στοιχεία, όπως η κακή οικονομική κατάσταση του, η προσπάθεια του εξασφάλισης όσο το δυνατό περισσοτέρων ασφαλειών σε μικρό χρονικό διάστημα διά μεγάλα ποσά και η δεινή ικανότητα οδήγησης του, τα οποία ενδεχομένως να οδηγούν προς την κατεύθυνση αυτή, αλλά ασφαλώς δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα με το υλικό αυτό. Μόνο υποθέσεις μπορούν να γίνουν. Το πόρισμα ημερ. 20.2.01 (τεκμήριο 1) δεν αποκλείει οιανδήποτε άλλη κατάληξη, εάν βεβαίως υπάρχει αξιόπιστη ανάλογη μαρτυρία προς την κατεύθυνση αυτή. Επίσης, θα ήθελα να αναφέρω στο σημείο αυτό ότι οι Μ.Ε.2 και 3 με τη μαρτυρία τους, η οποία βασικά γίνεται αποδεκτή, δεν προσθέτουν οτιδήποτε στην υπόθεση σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Η μαρτυρία τους μπορεί κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί είτε στη μία είτε προς την άλλη κατεύθυνση χωρίς όμως την αναγκαία βεβαιότητα προς ποια κατεύθυνση. Συνεπώς, θα έλεγα ότι η μαρτυρία τους είναι ουδέτερη. Περαιτέρω, θα ήθελα να σημειωθεί σχετικά με την προβαλλόμενη υπεράσπιση μη αποκάλυψης εις την υποβληθείσα αίτηση υπό του αποθανώντος, ότι δεν τίθεται θέμα ενόψει της κρίσης του Δικαστηρίου ότι ουδέποτε εξεδόθη ασφαλιστήριο έγγραφο εφόσον η εναγόμενη ουδέποτε ανέλαβε τον κίνδυνο όπως αυτός υπεβλήθη με την πρόταση ασφάλισης υπό του αποθανώντος (τεκμήριο 27(α)). Διά όλους τους πιο πάνω λόγους η αγωγή απορρίπτεται όπως και η ανταπαίτηση υπό (Α) και (Β), πλην του μέρους που αναφέρεται ότι το έγγραφο καταπιστεύματος (τεκμήριο 3) δεν δεσμεύει την εναγόμενη και επιτυγχάνει ως η παρ. (Γ). Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, η απαίτηση εναντίον του τριτοδιαδίκου απορρίπτεται. Η ανταπαίτηση επιτυγχάνει όπως η παρ. (Β), όπου αναφέρεται ότι το έγγραφο καταπιστεύματος δεν δεσμεύει την εναγόμενη, και επίσης εκδίδεται δήλωση ως η παρ. (Γ) της ανταπαίτησης. Τα έξοδα της αγωγής και ανταπαίτησης να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και να είναι εις βάρος των εναγόντων 1 και 2, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. Λαμβανομένου υπόψη ότι η αγωγή και η ανταπαίτηση συνεκδικάσθησαν αυτά να είναι ένα σετ. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας τριτοδιαδίκου, ουδεμία διαταγή γίνεται, λαμβάνοντας υπόψη τον ύποπτο ρόλο που διαδραμάτισε αυτός στην όλη υπόθεση. [Υπ.] Λ. Παρπαρίνος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.