EMFESZ ELSO MAGYAR FOLDGAZ ES ENERGIAKERESKEDELMI ES SZOLGALTATO KFT ν. MABOFI HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αίτησης: 850/09, 21 Απριλίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A157 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 850/09 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ (EK) 44/2001 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑΣ ΝΟΜΟ (Ν.101/87) ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΑIΤΗΣΙΑ ΜΕΤΑΞΥ EMFESZ ELSŐ MAGYAR FÖLDGÁZ ÉS ENERGIAKERESKEDELMI ÉS SZOLGÁLTATÓ KFT ΚΑΙ MABOFI HOLDINGS LIMITED ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΜΕΤΑΞΥ EMFESZ ELSŐ MAGYAR FÖLDGÁZ ÉS ENERGIAKERESKEDELMI ÉS SZOLGÁLTATÓ KFT ΚΑΙ MABOFI HOLDINGS LIMITED -------------------- Αίτηση για Αντεξέταση ημερ. 11.12.2009 21 Απριλίου, 2010. Για τους Αιτητές: κ. Π. Ιακωβίδης για Μοντάνιος & Μοντάνιος Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Κ. Σταματίου για Α. Νεοκλέους & Σία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Γενεσιουργό αιτία της μεταξύ των μερών διαφοράς αποτέλεσε ισχυριζόμενη παράβαση συμφωνίας δανειοδότησης, με βάση την οποία οι Καθ΄ ων η Αίτηση δάνεισαν χρήματα στους Αιτητές. Ως αποτέλεσμα, καταχωρήθηκε διαδικασία διαιτησίας στο Διαιτητικό Δικαστήριο του Ουγγρικού Επιμελητηρίου Εμπορίου και Βιομηχανίας (Arbitration Court of the Hungarian Chamber of Commerce and Industry), το οποίο εδρεύει στη Βουδαπέστη, κατ΄ επίκληση ρήτρας διαιτησίας που περιέχεται στην προαναφερθείσα συμφωνία δανείου. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση προσέφυγαν στη συνέχεια ενώπιον της Κυπριακής δικαιοσύνης, με ουσιαστικό νομικό υποστήριγμα τον περί Διευθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987, Ν. 101/87, προκειμένου να εξασφαλίσουν ενδιάμεσα διατάγματα προς υποστήριξη της εν λόγω διεθνούς διαιτησίας και διασφάλιση της ουσίας της οποιασδήποτε μελλοντικής απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Ως αποτέλεσμα δε εξέτασης σχετικής μονομερούς Αίτησης (η οποία στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η κυρίως Αίτηση), την οποία καταχώρησαν στις 2.9.2009, εκδόθηκε ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα στις 3.9.2009, απαγορεύον στους παρόντες Αιτητές να αποξενώσουν ποσό USD53.600.000 περίπου από τραπεζικούς λογαριασμούς τους στην Κύπρο, μέχρι πλήρους εκδίκασης της κυρίως Αίτησης και/ή μέχρι πλήρους αποπεράτωσης της διαιτητικής διαδικασίας. Την ένορκη δήλωση, επί της οποίας στηρίχθηκαν οι Καθ΄ ων η Αίτηση, Αιτητές στην κυρίως Αίτηση, προκειμένου να υποστηρίξουν τις αξιούμενες θεραπείες, ορκίζεται ο διευθυντής τους Tamas Gazda, Ούγγρος υπήκοος. Η ένορκη αυτή δήλωση αποτελείται από 99 παραγράφους και καταλαμβάνει έκταση 26 πυκνογραφημένων σελίδων. Συνοδεύεται δε από ένα εκτεταμένο όγκο τεκμηρίων. Η υπό εκδίκαση Αίτηση αφορά ακριβώς αίτημα των Αιτητών για παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου του κ. Gazda και αντεξέτασή του επί αριθμού αναφορών του στην ένορκη δήλωση, οι οποίες και αποτυπώνονται με λεπτομέρεια, σε 17 αριθμημένες παραγράφους, στο σώμα της Αίτησης. Εκτεταμένη ανάλυσή τους θα γίνει από το Δικαστήριο σε κατοπινό, κατάλληλο, στάδιο της ενδιάμεσης αυτής απόφασης. Είναι η θέση των Αιτητών, όπως προβάλλει μέσα από τη συνοδευτική της Αίτησης ένορκη δήλωση δικηγορικής υπαλλήλου του δικηγορικού γραφείου Μοντάνιος & Μοντάνιος, ότι οι προαναφερθείσες αναφορές του κ. Gazda δεν είναι αληθείς, δεν αποκαλύπτουν στο Δικαστήριο την πλήρη εικόνα των ουσιωδών γεγονότων, έχουν γίνει με σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο κατά την εξέταση μονομερώς του αιτήματος για έκδοση διαταγμάτων και ότι οδήγησαν στην έγκριση, κάτω από αυτές τις συνθήκες, του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση επικαλούνται σειρά λόγων για τους οποίους και καλούν το Δικαστήριο να απορρίψει το αίτημα για αντεξέταση. Εισηγούνται, συνοπτικά, ότι η υπό κρίση Αίτηση είναι κακόπιστη, σκοπό έχει να μετατρέψει την παρούσα διαδικασία σε κυρίως δίκη, επιχειρείται προσπάθεια εκμαίευσης μαρτυρίας (fishing for evidence), καλύπτεται από γενικότητα, αοριστία και δεν αποτυπώνει ουσιαστικά λόγο για έκδοση του αιτούμενου για αντεξέταση διατάγματος. Στην πορεία της απόφασης θα αναπτυχθούν και αναλυθούν οι βασικές θέσεις των δύο πλευρών, όπως αυτές αποτυπώνονται μέσα από την Αίτηση και ένσταση και όπως με επάρκεια παρουσιάστηκαν στις εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνήγορων. Το αίτημα για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα καλύπτεται από τη Δ.39, θ.1, των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Προνοεί τα ακόλουθα: «Κατόπιν αιτήσεως, μαρτυρία μπορεί να δοθεί με ένορκο κατάθεση (δήλωση) αλλά το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί, κατόπιν παρακλήσεως οποιουδήποτε των διαδίκων να διατάξει την παρουσία του καταθέτη για αντεξέταση.» Εύκολα εντοπίζεται από το λεκτικό του πιο πάνω θεσμού ότι το όλο θέμα εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση, διαδικασία habeas corpus, Αναφορικά με την Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 ΑΑΔ 1660, λέχθηκαν τα εξής, στη σελ. 1661: «Το ζήτημα της αντεξέτασης ομνύσαντος διέπεται από τον θ.1 της Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών σύμφωνα με το οποίο σε αίτηση μπορεί να δοθεί μαρτυρία με ένορκη δήλωση πλην όμως το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται με παράκληση οποιουδήποτε των διαδίκων να διατάξει όπως ο ομνύσας την ένορκη δήλωση παρουσιαστεί για αντεξέταση. Επομένως το θέμα εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Ορθό είναι να τονιστεί ότι στην πιο πάνω απόφαση το θέμα αντεξέτασης μάρτυρα αντικρίστηκε υπό το πρίσμα της φύσης της διαδικασίας, ήτοι habeas corpus, και οι αυθεντίες που αναφέρονται σχέση έχουν με υποθέσεις αυτής της μορφής. Παρενθετικά σημειώνεται ότι είναι χαρακτηριστικό το γεγονός, όπως εντοπίζεται στην απόφαση R. v. Kent Justices ex parte Smith
(1928)W.N. 137, πως για τα προηγούμενα περίπου εξήντα περίπου χρόνια δεν είχε εκδοθεί ούτε ένα διάταγμα για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα. Στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοίζου, Αίτηση Αρ. 18/2008, ημερ. 14.03.2008, λέχθηκαν τα εξής: «Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ίδιου του καθ΄ ου στην αίτηση εκείνη Κ. Γαβριηλίδη, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39 θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της. (Annual Practice 1958, σελ. 865 και Halsbury's Laws of England 3η Έκδοση, Τόμος 21, σελ. 418-419, παράγρ. 878).» Εντοπίζεται δε, στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 21, σελ. 418-419, παράγρ. 878: "Discretionary power of the Court as to evidence. The Court has a discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay, or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion". Οδηγός για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, προκειμένου να εγκρίνει αίτημα παρουσίας μάρτυρα για αντεξέταση, είναι η στοιχειοθέτηση κάποιου είδους εξαιρετικής περίστασης, ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Μέσα από τις ένορκες δηλώσεις της δικηγορικής υπαλλήλου, οι οποίες κατατέθηκαν προς στήριξη του αιτήματος για αντεξέταση, δεν εντοπίζεται αναφορά σε οποιεσδήποτε εξαιρετικές περιστάσεις, ούτε σε κάποιους συγκεκριμένους λόγους που να δικαιολογούσαν το αίτημα για αντεξέταση, ως απαιτεί η σχετική νομολογία. Επικαλείται, όπως προαναφέρθηκε, γενικά, ότι οι αναφορές του κ. Gazda δεν είναι αληθείς και δεν αποκαλύπτουν την πλήρη εικόνα των ουσιωδών γεγονότων. Επιχείρησε ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Αιτητές να τεκμηριώσει, μέσα από την αγόρευσή του, το βάσιμο του αιτήματος. Αναφέρθηκε σε κάθε σημείο των δεκαεπτά ξεχωριστών περιπτώσεων που περιέχονται στην Αίτηση και επί των οποίων ζητείται η άδεια για αντεξέταση. Εστίασε δε την προσοχή του προκειμένου να τεκμηριώσει τους λόγους που καθιστούν αναγκαία την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στη θέση ότι η αντεξέταση θα συντείνει στην αποκάλυψη της παραπλάνησης του Δικαστηρίου από τον ενόρκως δηλούντα. Είναι αχρείαστη η λεπτομερής ενασχόληση με την κάθε περίπτωση και το κάθε στοιχείο που καλύπτουν οι δεκαεπτά παραγράφοι, όπως αυτές αποτυπώνονται στο σώμα της υπό κρίση Αίτησης και με βάση τις οποίες ζητείται άδεια για αντεξέταση των αντίστοιχων μερών της ένορκης δήλωσης του κ. Gazda. Χάριν οικονομίας του λόγου, αλλά και υπό το φως της ευχέρειας κατηγοριοποίησης των δεκαεπτά αυτών περιπτώσεων, είναι αρκετό, για σκοπούς κατάληξης, να λεχθούν τα ακόλουθα: - Οι Αιτητές, με τις παραγράφους 1 και 2, θέλουν να αντεξετάσουν τον κ. Gazda επί των δηλώσεών του ότι είναι διευθυντής της Αιτήτριας και εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Δεν έχει όμως επεξηγηθεί γιατί είναι απαραίτητη η αντεξέταση επί των σημείων αυτών, υπό το φως των δεδομένων της υπόθεσης και της φύσης της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας. Η αναφορά δε του ευπαίδευτου συνήγορου για τους Αιτητές ότι οι πελάτες του «έχουν λόγους να πιστεύουν ότι ο Δρας Gazda δεν ήταν στην πραγματικότητα εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση..», δεν συνάδει με τις αρχές που καλύπτουν τη διαδικασία ακρόασης αιτήσεων. Καθότι υποχρέωση των Αητητών ήταν να θέσουν τις οποιεσδήποτε θέσεις τους, μέσω των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την ένστασή τους, ενώπιον του Δικαστηρίου. Ανάλογα δε, και σε αντιπαραβολή με αυτές των αντιδίκων τους, να κριθούν, και, αν σε αυτά τα πλαίσια υπήρχε λόγος που να δικαιολογούσε παροχή άδειας για αντεξέταση, να εξεταστεί. - Με την παράγραφο 3 επιζητείται αντεξέταση προκειμένου να διερευνηθεί γιατί θα ήταν μάταιη, κατά τον ενόρκως δηλούντα, η εξασφάλιση οποιασδήποτε απόφασης στη διαιτησία λόγω αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων. Θα ήταν αδόκιμη η παροχή διατάγματος αντεξέτασης στην περίπτωση αυτή. Σειρά άλλων παραγράφων της ενόρκου δηλώσεως του κ. Gazda παρέχει λεπτομέρειες επί του ζητήματος. Νομικά δε, αυτό το οποίο έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η οποιαδήποτε αποξένωση στην ικανοποίηση ενδεχόμενης μελλοντικής απόφασης. Ο κίνδυνος δηλαδή να μην ικανοποιηθεί η απόφαση αυτή (C. Phasarias (automotive centre) Ltd v Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ,
(2001)1Β ΑΑΔ 785). Είναι αυτό ζήτημα το οποίο κρίνεται από το Δικαστήριο και είναι, υπό το φως όλων των δεδομένων της υπόθεσης, αχρείαστη η αντεξέταση επί του προκειμένου. - Με μια σειρά από παραγράφους, τις 4, 5, 6, 7, 9 και 17, ζητείται η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα γύρω από θέματα και διαφορές στις οποίες εμπλέκονται οι διάδικοι και μία τρίτη εταιρεία, η RosGas. Η πιο πάνω εταιρεία δεν είναι διάδικος, ούτε στην παρούσα διαδικασία, ούτε στη διαδικασία διαιτησίας, προς υποβοήθηση της οποίας έχει καταχωρηθεί η παρούσα διαδικασία, αλλά ούτε και είναι συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία δανειοδότησης, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί και τη βάση της διαιτησίας. Το γεγονός ότι ο ενόρκως δηλών, στα πλαίσια της παρουσίασης σφαιρικά όλων των γεγονότων, ενέπλεξε και την πιο πάνω εταιρεία, επεξηγώντας το ιδιοκτησιακό καθεστώς συγκεκριμένων μετοχών, δεν νομιμοποιεί και προσφυγή στο εξεταζόμενο αίτημα για αντεξέταση επί των ζητημάτων αυτών. Οι Αιτητές δεν έχουν τεκμηριώσει οποιοδήποτε λόγο για τον οποίο θα ήταν απαραίτητη η αντεξέταση επί αυτών των παραγράφων, ούτε και υπέδειξαν γιατί οι οποιεσδήποτε διαφορές μεταξύ της RosGas και των διαδίκων στην παρούσα διαδικασία, σχετίζονται με τα επίδικα θέματα στην ανεξάρτητη διαδικασία διαιτησίας, προς υποστήριξη της οποίας καταχωρήθηκε στην Κύπρο η παρούσα διαδικασία. - Με την παράγραφο 8 επιζητείται η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα, προκειμένου να επεξηγήσει με ποιο τρόπο η παγκόσμια οικονομική κρίση επέδρασε στην οικονομική κατάσταση της Καθ΄ ης η Αίτηση και στον τερματισμό του δανείου. Δεν εντοπίζεται η αναγκαιότητα έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης, δεδομένων των επεξηγήσεων που δίδονται ως προς αυτό το ζήτημα, τόσο σε επόμενες παραγράφους της ενόρκου δηλώσεως του κ. Gazda, όσο και στα όσα, ταυτόσημα, αναφέρονται από τον κ. Zoltan Eperjesi, στην ένορκη δήλωσή του, που επίσης συνοδεύει την κυρίως Αίτηση. - Με την παράγραφο 10 επιζητείται η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα σχετικά με δήλωσή του ότι άλλες νομικές διαδικασίες που υφίστανται στο εξωτερικό μεταξύ των ιδίων διαδίκων, δεν είναι σχετικές με την παρούσα, καθότι είναι ανεξάρτητες από τη διαδικασία διαιτησίας. Δεν θα ήταν επιτρεπτή, ούτε και δικαιολογημένη η παροχή άδειας αντεξέτασης και ως προς αυτό το θέμα, δεδομένου ότι μέσα από την ένορκη δήλωση του κ. Gazda δίδονται λεπτομέρειες και επισυνάπτονται σχετικά τεκμήρια των διαδικασιών αυτών. Συνεπώς, ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκονται όλα τα απαραίτητα, προκειμένου να κριθεί, αν τελικά αυτό έχει οποιαδήποτε σημασία, η σχετικότητα ή όχι των διαδικασιών. - Με την παράγραφο 11 επιδιώκεται η λήψη διατάγματος αντεξέτασης ούτως ώστε να διευκρινίσει ο ενόρκως δηλών πού βασίζει πεποίθησή του ότι οι Αιτητές «μετάνοιωσαν» για απόφασή τους να πωλήσουν στη RosGas τις μετοχές που είχαν στην Καθ΄ ης η Αίτηση. Είναι και αυτό ζήτημα για το οποίο ούτε δόθηκε, ούτε και εντοπίζεται, βάσιμος λόγος παροχής άδειας για αντεξέταση. Δεν διαφαίνεται, περαιτέρω, τι ουσιαστική επίδραση έχει το συγκεκριμένο ζήτημα, δεδομένης της φύσης της παρούσας διαδικασίας και των γεγονότων που την περιβάλλουν. - Η παράγραφος 12 στοχεύει στη λήψη διατάγματος για αντεξέταση επί των δηλώσεων του ενόρκως δηλούντα που περιστρέφονται γύρω από την ύπαρξη επείγουσας ανάγκης για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Είναι η θέση των Αιτητών πως τέτοια επείγουσα ανάγκη δεν υπήρχε. Στις ένορκες δηλώσεις των δύο πλευρών καταγράφονται με λεπτομέρεια οι θέσεις τους. Δεν παρουσιάστηκε κανένας λόγος βάσει του οποίου να κρίνεται απαραίτητη η αντεξέταση επί του ζητήματος αυτού. Εναπόκειται δε στο Δικαστήριο, στηριζόμενο στα ενώπιόν του δεδομένα, να κρίνει επί του ζητήματος. - Η παράγραφος 13 αφορά ζήτημα αντεξέτασης στη βάση μη αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων. Ένα γενικό και αόριστο αίτημα. Οι Αιτητές είχαν κάθε ευκαιρία να παρουσιάσουν, μέσα από την ένστασή τους, τους λόγους για τους οποίους θέτουν ότι υπήρξε ουσιαστική απόκρυψη. Τα όσα κατέγραψαν, σε αντιπαραβολή με αυτά του συγκεκριμένου ενόρκως δηλούντα, των τεκμηρίων που συνοδεύουν τις ένορκες δηλώσεις και υπό το φως των συγκεκριμένων παραμέτρων της υπόθεσης, θα συναποτελούσαν το υπόβαθρο επί του οποίου θα στηριζόταν το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει σε τελική κρίση ως προς την απόκρυψη ή μη ουσιαστικών γεγονότων. - Με τις παραγράφους 14 και 15 αξιώνεται η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα για να εξηγήσει πώς δημιουργήθηκε η εντύπωση για πραγματικό κίνδυνο αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων των Αιτητών και για ενέργειές τους αντίθετες προς τα συμφέροντα των πιστωτών τους. Παραβλέπουν οι Αιτητές ότι επεξηγήσεις δίδονται σε σειρά επόμενων παραγράφων της ένορκης δήλωσης, οι οποίες αναφέρονται στην ενότητα υπό τον τίτλο «Η οικονομική κατάσταση της Καθ΄ ης η Αίτηση». Συνεπώς, το αίτημα για αντεξέταση, όπως τίθεται, δεν κρίνεται δικαιολογημένο, αφού επεξηγεί ο κ. Gazda, στην πιο πάνω ενότητα, πού βασίζει τις απόψεις και τους φόβους του. - Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Αιτητές θέτει, τέλος, ότι είναι απαραίτητη η αντεξέταση στην οποία στοχεύει η παράγραφος 16, για να τεκμηριωθεί ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση, σε αντίθεση με τα όσα δηλώνει ο ενόρκως δηλών, δεν είναι ένας υγιής οργανισμός. Στηρίζει τη θέση του στην αναφορά ότι οι πελάτες του έχουν πληροφορίες για πράξεις (των αντιδίκων τους), που δείχνουν ακριβώς το αντίθετο. Διαφεύγει, με όλο το σεβασμό, του ευπαίδευτου συνήγορου ότι οι γενικοί και αόριστοι αυτοί ισχυρισμοί της πλευράς του είναι ασύμβατοι με την όλη φύση της διαδικασίας ακρόασης που διεξάγεται. Καθότι, υποχρέωση της πλευράς του ήταν να καταγράψει, στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση, αναλυτικά τις θέσεις της επί των γεγονότων, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που είχε, αναφέροντας βεβαίως και τις πηγές πληροφόρησης. Έτσι που να αντικρούσει και τις ανάλογες θέσεις της άλλης πλευράς. Η επιδίωξη αντεξέτασης, υπό το φως των πιο πάνω, δεν είναι επιτρεπτή. Προτού το Δικαστήριο καταλήξει, κρίνεται επιβεβλημένο να παρατεθεί ο λόγος ύπαρξης του Νόμου 101/87. Με καθοδήγηση την ανάγκη που οδήγησε στη θέσπισή του και τους σκοπούς που καλύπτει, θα είναι ευκολότερη η κατανόηση της τελικής κρίσης του Δικαστηρίου ως προς το υπό εξέταση ζήτημα. Η φύση και οι σκοποί του Ν.101/87 αναλύθηκαν από τον Δικαστή Νικήτα στην Πολιτική ΄Εφεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας ν. Bank Fur Arbeit und Wirtschaft AG
(1999)1(A) AAΔ.585, 590. Ο Νόμος αντανακλά πιστά τις κεντρικές ιδέες και το σύνολο των προνοιών του κώδικα διαιτησίας τον οποίο υιοθέτησε στις 21.6.1985 η Επιτροπή Διεθνούς Εμπορικού Δικαίου των Ηνωμένων Εθνών. Η διαιτησία ως εναλλακτική διαδικασία επίλυσης διαφορών αποτελεί χαρακτηριστικό συμπλήρωμα κάθε σύγχρονου νομικού συστήματος. Ο θεσμός διαιτησίας επιβιώνει χωρίς ένδικα μέσα, τα οποία μόνο σε καθορισμένες περιπτώσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά της διαιτητικής απόφασης. Η όλη δομή του Νόμου και η φιλοσοφία που τον καλύπτει καταδεικνύουν ότι το Δικαστήριο δεν παρεμβαίνει αχρείαστα στη διαδικασία, αλλά μόνο όπως ο Νόμος ορίζει και κυρίως προς υποστήριξη της διαιτητικής διαδικασίας - όπως στην παρούσα περίπτωση συμβαίνει - με σκοπό πάντοτε να προχωρεί η διαιτησία το ταχύτερο δυνατό, ώστε να διασφαλίζεται η γρήγορη επίλυση της διεθνούς διαφοράς. Το όλο πνεύμα του Νόμου αποτυπώνεται μέσα από το σύνολο των διατάξεών του. Εύκολα εντοπίζεται ότι διαφυλάσσεται ο θεσμός της διαιτησίας ως εναλλακτικής διαδικασίας επίλυσης διαφορών. Η χρήση ένδικων μέτρων επιτρέπεται περιοριστικά και μόνο στις καθορισμένες περιπτώσεις που προβλέπονται. Στην Cetelem SA v. Roust Holdings Ltd [2005] 2 Lloyds Rep. 494, εξετάστηκε η εμβέλεια των άρθρων 44
(3)και 44
(7)του Arbitration Act
- Eπιβεβαιώνονται οι λόγοι για τους οποίους παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο για έκδοση διαταγμάτων εκκρεμούσης διαιτητικής διαδικασίας και καθορίζονται τα όρια επέμβασής του. Αναφέρονται σχετικά: «
- In these circumstances I would hold that the court had jurisdiction to grant the injunction under section 44
(3), even though it did not have the wider discretion which it had been held to have in Hiscox. I would repeat here the point I made earlier that I do not think that this decision in any way usurps the functions or powers of the arbitral tribunal. The whole purpose of giving the court power to make such orders is to assist the arbitral process in cases of urgency before there is an arbitration on foot. Otherwise it is all too easy for a party who is bent on a policy of non-cooperation to frustrate the arbitral process. Of course, in any case where the court is called upon to exercise the power, it must take great care not to usurp the arbitral process and to ensure, by exacting appropriate undertakings from the claimant, that the substantive questions are reserved for the arbitrator or arbitrators.» Δεδομένων των πιο πάνω αρχών και λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας, όπως αυτή αποτυπώνεται τόσο μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την κυρίως Αίτηση και την ένσταση, όσο και μέσα από τoν όγκο των τεκμηρίων τα οποία επισυνάπτονται, το Δικαστήριο κρίνει ότι ενώπιόν του βρίσκεται όλο το απαραίτητο υλικό που του επιτρέπει να χειριστεί την παρούσα υπόθεση και να καταλήξει ως προς τις αξιούμενες με την κυρίως Αίτηση θεραπείες. Δεν χρειάζεται οποιαδήποτε αντεξέταση, ούτε και καταδείχθηκαν οποιεσδήποτε ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για έκδοση ανάλογου διατάγματος αντεξέτασης. Ολοκληρώνω, τονίζοντας ότι είναι καλά εμπεδωμένη αρχή πως δεν υπάρχει κανόνας που να δεσμεύει το Δικαστήριο να αποδεχθεί μαρτυρία για το λόγο και μόνο ότι δεν υπήρξε αντεξέταση επί συγκεκριμένων σημείων της. Η μη αμφισβήτηση γεγονότων της ενόρκου δηλώσεως από την αντίδικη πλευρά, δεν οδηγεί, άνευ ετέρου, σε αποδοχή τους. (Αντωνάκης Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.ά. v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.ά.
(2005)1(Α) ΑΑΔ 491, 496, Marketrends Finance Ltd v. Γιώργου Χριστοδουλίδη κ.ά.
(2007)1(Α) ΑΑΔ 624, 629). Με βάση τα πιο πάνω, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι Αιτητές απέτυχαν να δείξουν καλό λόγο, με βάση τον οποίο θα ήταν δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς την κατεύθυνση της παροχής άδειας για οποιαδήποτε αντεξέταση. Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ........... Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο