Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Σάββα Σόλωνος κ.α., Αρ.Αγωγής: 9529/04, 21.4.10 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A158 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ.Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 9529/04 Μεταξύ: Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και
- Σάββα Σόλωνος
- Νίκου Αγαθοκλέους
- Παόλας Ιωάννου Εναγομένων Αίτηση ημερ. 28.9.09 για παραμερισμό της απόφασης Ημερομηνία: 21.4.10 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον αιτητή: κα Κουλουντή για Στ.Αμερικάνο & Σία Για τους καθ΄ων η αίτηση: κα Μαυρικίου για κ.Χρυσαφίνη και Πολυβίου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση ο εναγόμενος 2 - αιτητής αιτείται την έκδοση Διατάγματος που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την εκδοθείσα στις 7.10.2005 απόφαση στην αγωγή. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.2,3 και 9(η), Δ.17 Θ.10, Θ.13 στα ΄Αρθρα 12 και 30 του Συντάγματος στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και τις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση στηρίζεται στην Ένορκη Δήλωση του Νίκου Αγαθοκλέους ημερομηνίας 28.9.2009, ο οποίος αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Περί το τέλος Αυγούστου, ειδοποιήθηκε από το δικαστικό επιδότη Πέτρο Δημητρίου ότι εκκρεμούσε εναντίον του ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας αναφορικά με απόφαση η οποία εκδόθηκε στην παρούσα αγωγή. Αμέσως αποτάθηκε στους δικηγόρους του οι οποίοι μετά από έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου τον ενημέρωσαν ότι στις 7.10.2005 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του και υπέρ των Εναγόντων. Το κλητήριο ένταλμα του επιδόθηκε περί τον Ιούλιο του
- Επικοινώνησε αμέσως με τον πρωτοφειλέτη ο οποίος τον ενημέρωσε ότι θα διευθετούσε την εξόφληση του οφειλομένου ποσού. Βασιζόμενος στα λόγια του και λόγω άγνοιας των σχετικών διαδικασιών δεν αποτάθηκε στους δικηγόρους του με αποτέλεσμα να μην καταχωρηθεί εμφάνιση και να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Ουδέποτε ήταν πρόθεση του να περιφρονήσει το Δικαστήριο αλλά να εμφανιστεί στη διαδικασία και να αμφισβητήσει την αξίωση του ενάγοντα εναντίον του, καθ΄ότι έχει πολύ καλή υπεράσπιση. Τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης είναι τα ακόλουθα:
(1)Ουδέποτε υπέγραψε/ή έθεσε τα αρχικά του ονόματος του στη συμφωνία εγγύησης προς εξασφάλιση ορίου τρεχούμενου λογαριασμού το οποίο παραχωρήθηκε από τους ενάγοντες στον εναγόμενο 1.
(2)Η συμφωνία εγγύησης την οποία επικαλούνται οι ενάγοντες αποτελείται από 3 σελίδες συνδεδεμένες μεταξύ τους, ενώ στην τελευταία σελίδα υπάρχει η υπογραφή του, στις πρώτες 2 σελίδες φαίνονται τα αρχικά Ν.Α. τα οποία όμως δεν είναι ο δικός του γραφικός χαρακτήρας. Προφανώς κάποιος άλλαξε τις 2 πρώτες σελίδες του εγγράφου και την αντικατέστησε με νέες, πλαστογραφώντας έτσι και τα αρχικά του.
(3)Η μόνη συμφωνία που υπέγραψε ως εγγυητής του εναγόμενου 1 αφορούσε δάνειο ύψους Λ.Κ.1.000 (€1.708,60) και όχι τρεχούμενο λογαριασμό.
(4)Όταν αντιλήφθηκε ότι η συμφωνία την οποία υπέγραψε δεν ήταν αυτή η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο και ότι η συμφωνία είχε πλαστογραφηθεί, αμέσως αποτάθηκε στους ενάγοντες οι οποίοι του ανέφεραν ότι δεν μπορούσαν να τον βοηθήσουν και μάλιστα επισήμαναν ότι ο αρμόδιος τραπεζικός υπάλληλος ο οποίος είχε διεκπεραιώσει τη σχετική συναλλαγή είχε απολυθεί από τους ενάγοντες γιατί είχε εμπλακεί σε σοβαρές ατασθαλίες κατά την διεκπεραίωση των καθηκόντων του.
(5)Επίσης αποτάθηκε στην αστυνομία όπου υπέβαλε σχετικό παράπονο χωρίς όμως μέχρι σήμερα να γίνει οποιαδήποτε διερεύνηση. Αναφέρει επίσης ο ενόρκως δηλών ότι επειδή οι ενάγοντες απέτυχαν να εισπράξουν τα οφειλόμενα σ΄αυτούς από τον εναγόμενο 1 ποσά, προσπαθούν να πετύχουν την είσπραξη τους από τον ίδιο. Τα πιο πάνω αποκαλύπτουν την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, η δε παράλειψη του να εμφανιστεί στο δικαστήριο οφειλόταν αποκλειστικά σε αβλεψία. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Οι λόγοι ένστασης που ουσιαστικά προβάλλουν είναι οι ακόλουθοι: (ι) Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. (
- ii)Η αίτηση βασίζεται σε λανθασμένους θεσμούς. (iii) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων του αντιδίκου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court), εφόσον ο αιτητής επέδειξε μεγάλη αδιαφορία για την παρούσα αγωγή. (
- iv)Ο αιτητής δεν έδωσε οποιοδήποτε ικανοποιητικό λόγο που να εξηγεί και/ή να δικαιολογεί την μη καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης. (
- v)Ο αιτητής απέτυχε να επιδείξει πως έχει εκ πρώτης όψεως καλόπιστη και/ή συζυτήσιμη υπεράσπιση και οι ισχυρισμοί του στην προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι αόριστοι και/ή ατεκμηρίωτοι. (
- vi)Υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση (latches) στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης (5 χρόνια και 2 μήνες από την καταχώριση της αγωγής και/ή 4 χρόνια και 5 μήνες από την επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο και/ή 4 χρόνια και 2 μήνες από την έκδοση της απόφασης εναντίον του εναγομένου) η οποία προσλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης της Δικαστικής Διαδικασίας και των δικαιωμάτων των εναγόντων. (vii) Ο αιτητής δεν έχει καταδείξει οποιοδήποτε σοβαρό και/ή επαρκή λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης ή το αιτητικό της. (viii) Η ακύρωση και/ή παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες/καθ΄ων η αίτηση, παρεμποδίζοντας τους από το να εισπράξουν το λαβείν τους από την προς όφελος τους εκδοθείσα απόφαση και θα πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης. Η ένσταση βασίζεται σε ένορκη δήλωση του κου Χριστοδούλου Παπαλαμπριανού, ημερ. 14.12.09, στην οποία αφού εγείρει θέμα κατάχρησης διαδικασίας υπό την έννοια της υπέρμετρης καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης αναφέρει τα ακόλουθα, μεταξύ άλλων: Η αγωγή σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 13.10.04. Το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στις 12.7.05 στον εναγόμενο προσωπικά, νομότυπα και περιήλθε στη γνώση του εναγομένου εγκαίρως. Ο εναγόμενος παρέλειψε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης εντός 10 ημερών από την επίδοση ή οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία πριν την έκδοση της απόφασης όπως προβλέπεται από τους Θεσμούς. Συνεπώς οι ενάγοντες ορθά προχώρησαν στην καταχώρηση αίτησης για απόφαση εναντίον του εναγόμενου ημερ. 27.9.05 εναντίον του. Ο εναγόμενος ήταν καθ΄όλο τον ουσιώδη χρόνο ενήμερος για τη διαδικασία που εκκρεμούσε εναντίον αλλά δεν επέδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον να υπερασπιστεί τα δικαιώματα του. Οι ενάγοντες ουδέποτε παρέλαβαν ή είχαν στην κατοχή τους σημείωμα εμφάνισης την ημερομηνία κατά την οποία προχώρησαν σε απόδειξη της μονομερούς αίτησης. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε 5 χρόνια και 2 μήνες από την καταχώρηση της αγωγής και/ή 4 χρόνια και 5 μήνες από της επιδόσεως της εν λόγω αγωγής στον εναγόμενο και/ή 4 χρόνια και 2 μήνες από την έκδοση της εν λόγω απόφασης εναντίον του εναγομένου. Η καθυστέρηση στην καταχώρηση της είναι έκδηλη. Ο ενόρκως δηλών απορρίπτει τους ισχυρισμούς στη παρα 1-6 και 7 της ένορκης δήλωσης του αιτητή και ισχυρίζεται ότι δεν προβλήθηκαν πειστικοί λόγοι που να δικαιολογούν τη θέση του και δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε απόδειξη αναφορικά με τους εν λόγω ισχυρισμούς. Ούτε και προβλήθηκαν πειστικοί λόγοι που να δικαιολογούν την καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης. Ο εναγόμενος ήταν αδιάφορος και αδρανής σε βαθμό που να έχει απεμπολίσει οποιοδήποτε δικαίωμα. Ο ενόρκως δηλών απορρίπτει τη θέση ότι ο εναγόμενος 1 έχει καλή υπεράσπιση και ισχυρίζεται ότι οι ισχυρισμοί του στην ένορκη δήλωση του είναι αόριστοι και αβάσιμοι. Απορρίπτει δε τον ισχυρισμό του εναγομένου στις παρα 7
(1)και
(2)της ένορκης δήλωσης του και ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος θεληματικά υπέγραψε και έθεσε τα αρχικά του στο εγγυητήριο έγγραφο ημερ. 1.12.99 με την οποία αποδέχτηκε την εγκυρότητα και τη δεσμευτικότητα των όρων του εν λόγω εγγράφου εγγύησης. Εν πάση περιπτώσει ο εναγόμενος δεν παράθεσε οιαδήποτε στοιχεία και/ή τεκμήρια τα οποία να αποδεικνύουν και/ή να τεκμηριώνουν τον ισχυρισμό του. Απορρίπτει επίσης τους ισχυρισμούς της παρα 8
(3),
(4),
(5)της ένορκης δηλώσεως ως γενικούς, αόριστους και ατεκμηρίωτους. ΄Οσο δε αφορά τον ισχυρισμό της παρα 8
(3)αναφέρει ότι ουδέποτε παραχωρήθηκε δάνειο ύψους £1000 στον εναγόμενο 1 αλλά όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό στις 1.12.99 ύψους £3000 (€5125,80). Είναι την εν λόγω συμφωνία που εγγυήθηκε ο εναγόμενος 2 στις 1.12.99. Ο ενόρκως δηλών επικαλείται τον όρο 2 και 14 του εγγυητηρίου εγγράφου σε σχέση με τις υποχρεώσεις του εναγόμενου ως εγγυητή και ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος κωλύεται από του να ισχυρίζεται ότι δεν έχει οποιαδήποτε υποχρέωση προς τους ενάγοντες. Και οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους ενώ παρέπεμψαν το Δικαστήριο και σε σχετική νομολογία. Έχω θέσει ενώπιον μου όσα ανέφεραν στις αγορεύσεις τους και θα σταθώ σε αυτά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι αρχές που διέπουν τον παραμερισμό μιας απόφασης που εκδόθηκε από πρωτόδικο Δικαστήριο έχουν καθορισθεί στην Αγγλική απόφαση Evans v. Bartlam
(1937)2 All E. R. 646, και έχουν υιοθετηθεί στις Κυπριακές Αποφάσεις Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine and Quarry Services Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ v. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 28 και Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτης
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Δ. Σκάρος v. 1. Π. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 291, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. 1. Ε. Ιακώβου
(2001)1 Α.Α.Δ. 457, Μ. Πατούρη v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ.
- Στην υπόθεση Σκάρος v.
- Π. Χριστοδούλου κ. ά. (ανωτέρω) λέχθηκε ότι: "Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγους για την απόρριψη της αίτησης. (Mine and Quarry Services Ltd v. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτης (ανωτέρω))." Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο να αποφασίζει τον παραμερισμό ή όχι εκδοθείσας απόφασης και βασικό κριτήριο είναι ότι ο αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής. Επίσης θα πρέπει να αποδείξει ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του και ότι δεν υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη λήψη μέτρων ακύρωσης. Όσον αφορά το αν προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. Το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας στο στάδιο αυτό (βλ. Κώστας Φραντζής v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094). Προσθέτω επίσης πως ο αιτητής στο στάδιο αυτό θα πρέπει να παρουσιάσει ικανοποιητικές λεπτομέρειες για να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Καλλής Ξενοφών v. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793, στη σελίδα 799: «Αντλώντας κατεύθυνση από την νομολογία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούσει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από αυτή του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετείται χρήσιμος σκοπός επιλύσεως της διαφοράς των διαδίκων ... Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ΄ αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών.» Παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης Έχω την άποψη ότι ο αιτητής παρέλειψε να προσφέρει μια ικανοποιητική εξήγηση για την παράλειψη του να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή η οποία του επιδόθηκε στις 12.7.05. Ο αιτητής έχει επικαλεστεί την ενημέρωση του από τον πρωτοφειλέτη ότι θα ξοφλούσε το οφειλόμενο ποσό και την άγνοια του «των σχετικών διαδικασιών» για τη μη εμφάνισή του. Εδώ αναφέρω ότι η κάποια απλή εξήγηση γεγονότος δεν συνιστά αφ΄εαυτής και δικαιολόγηση της (Βλ. Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου (πιο πάνω). Κατά την άποψη μου η απλή ενημέρωση του αιτητή ότι ο πρωτοφειλέτης θα ξοφλούσε - χωρίς βέβαια ο χρόνος της εξόφλησης να προσδιορίζεται και ο εφησυχασμός του δεν συνιστούν επαρκή δικαιολόγηση για τη μη εμφάνιση του. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Κάτια Χριστοφόρου (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 86 ο καθησυχασμός από τρίτα πρόσωπα ότι η υπόθεση θα διευθετηθεί δεν είναι λόγος που μπορεί να στοιχειοθετήσει ερείσματα τα οποία θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε. Ούτε ο ισχυρισμός περί άγνοιας των διαδικασιών βοηθά τον αιτητή. Θεωρώ ότι ισχύουν τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Γερολέμου v. Σ.Π.Ε. Κοντέας, Πολ. ΄Εφεση 11118, ημερ. 20.6.02: «Το Δικαστήριο σωστά κατέληξε ότι η δικαιολογία για άγνοια του νόμου (που δε διακρίνεται για την ευρηματικότητα της), δεν αποτελούσε νόμιμη εξήγηση της καθυστέρησης... Επαναβεβαιώνουμε ότι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην ενεργοποίηση ή προβολή δικαιώματος δεν επιτρέπει τη συζήτηση θέματος για την παροχή δικαστικής θεραπείας». Έχω τη γνώμη ότι δεν έχει δοθεί οποιοσδήποτε σοβαρός ή ικανοποιητικός λόγος για την παράλειψη του αιτητή να εμφανιστεί. ΄Αμεσα δε σχετιζόμενο με την αρχική του αδιαφορία είναι ότι κατά τη διάρκεια των τεσσάρων και πλέον ετών μετά την επίδοση της αγωγής δεν έκανε οτιδήποτε για να πληροφορηθεί τι απέγινε η υπόθεση του. Ειδικότερα έχοντας υπόψη τον ισχυρισμό του ότι η οφειλή του προκύπτει από πλαστογραφία της υπογραφής του, γεγονός που θα έπρεπε να τον είχε ανησυχήσει ιδιαίτερα. Εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση Έχω υπόψη μου ότι στο παρών στάδιο δεν γίνεται αξιολόγηση μαρτυρίας η διαπίστωση γεγονότων. Έχω την άποψη ότι ο ισχυρισμός του αιτητή για πλαστογραφία «των 2 πρώτων σελίδων της συμφωνίας εγγύησης» και ότι η μόνη συμφωνία εγγύησης που υπέγραψε αφορούσε δάνειο έχει τεθεί γενικά και αόριστα και δεν συνοδεύεται από οποιαδήποτε στοιχεία τα οποία να ενέχουν το στοιχείο της πειστικότητας. Περαιτέρω, ενώ ο ισχυρισμός του ότι υπέγραψε ως εγγυητής του εναγομένου 1 συμφωνίας δανείου και όχι τρεχούμενου λογαριασμού αμφισβητήθηκε από τους καθ΄ων η αίτηση ο αιτητής παρέλειψε να αντικρούσει τον εν λόγω ισχυρισμό με οποιοδήποτε τρόπο. (Βλ. Irena Knitting κ.α. v. Λαϊκή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολ.Έφεση αρ. 12185, 8.9.96). Παρέλειψε επίσης να αντικρούσει με οποιοδήποτε τρόπο τη θέση των Καθ΄ων η αίτηση ότι υπέγραψε και έθεσε τα αρχικά του στο εγγυητήριο έγγραφο ημερ. 1.12.99. Δεν μπορώ δε να παραβλέψω ότι το πώς και πότε ο εναγόμενος αντιλήφθηκε την κατά τον ισχυρισμό του πλαστογραφία ή το πότε υποβλήθηκε το παράπονο του στην αστυνομία δεν το αναφέρει ο ενάγοντας. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση στην Μιχάλης Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 A.A.Δ. 2118, στη σελίδα 2124: «Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται». Τα πιο πάνω ισχύουν και στην παρούσα περίπτωση. Δεν στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Τέλος, θεωρώ ότι χρήζει σχολιασμού η θέση της συνηγόρου του αιτητή ότι το Δικαστήριο με βάση την υπόθεση Στέλιος Σιαμμάς και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, Πολ.Έφεση αρ. 127/06 θα έπρεπε να εκδικάσει και να αποφασίσει ταυτόχρονα για όλους τους εναγομένους, ότι «δεν έπρεπε το πρωτόδικο Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση εναντίον του αιτητή - εγγυητή του πρωτοφειλέτη» και ότι γι΄αυτό το λόγο και μόνο η απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί. Δεν θεωρώ ότι η υπόθεση Σιαμμάς (πιο πάνω) δημιουργεί οποιαδήποτε υποχρέωση στο Δικαστήριο να παραμερίσει απόφαση που εκδόθηκε πρώτα εναντίον εγγυητή, χωρίς να υπάρχει απόφαση εναντίον του πρωτοφειλέτη. Πέραν τούτου κρίνω σκόπιμο να σημειώσω ότι στην παρούσα υπόθεση το κλητήριο ένταλμα έχει ήδη εκπνεύσει εναντίον του πρωτοφειλέτη γι΄αυτό το ερώτημα ποια υπεράσπιση θα μπορεί να προβάλει ο πρωτοφειλέτης με την καταχώρηση εμφάνισης εκ μέρους του καθίσταται υποθετικό. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου τούτου ασκείται υπέρ της διατήρησης της απόφασης και κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόντων-Καθ΄ων η ατίηση και εις βάρος του Εναγόμενου-αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) ............... Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο