Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ, Αγωγή αρ. 5906/2008, 22 Απριλίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A159 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 5906/2008 Μεταξύ: Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Ενάγοντας και Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ Εναγομένων 22 Απριλίου,
- Για τους εναγομένους - αιτητές, εμφανίζεται ο κ. Γ. Παπαδόπουλος για κ.κ. Ηλιάδης και Συνέταιροι. Για τον ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση, εμφανίζεται ο κ. Π. Παπαγεωργίου για κ.κ. Π. Παπαγεωργίου και Σία. Απόφαση για την αίτηση ημερ. 2.6.09 (αίτημα για την προδικαστική εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται δια της υπεράσπισης) ------------------------------------------------------------------ Δια κλητηρίου ειδικώς οπισθογραφημένου, το οποίο κατεχώρισε στις 16.10.08, ο ενάγων - καθ' ου η αίτηση διεκδικεί το ποσόν των €77.331,30, ως την χρηματική επιβάρυνση που επεβλήθηκε στους εναγομένους - αιτητές ένεκα παράβασης κοινοτικής νομοθεσίας. Στην έκθεση απαίτησης δίδεται η ακόλουθη εκδοχή γεγονότων: Το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού («το Υπουργείο»), αρμόδιο να ελέγχει την εφαρμογή του Κοινοτικού Κανονισμού αρ. 60/2004 (όπως αυτός τροποποιήθηκε δια του Κοινοτικού Κανονισμού αρ. 651/2005), ζήτησε από τους εναγομένους - αιτητές, μια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ασχολουμένη και με την εισαγωγή ειδών διατροφής, συμπεριλαμβανομένης και της ζάχαρης, να το πληροφορήσουν για ζητήματα σχετικά με τα αποθέματα ζάχαρης που διέθεταν. Οι εναγόμενοι - αιτητές παρέλειψαν να ανταποκριθούν, με αποτέλεσμα το Υπουργείο να προβεί σε δική του έρευνα και να καταλήξει πως αυτοί διέθεταν πλεονάζουσα ποσότητα ζάχαρης ίση με 140.816,67 kg. Το Υπουργείο κάλεσε τους εναγομένους - αιτητές να απομακρύνουν την πλεονάζουσα ποσότητα ζάχαρης εντός τακτής προθεσμίας. Μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής, και επειδή οι εναγόμενοι - αιτητές παρέλειψαν να παρουσιάσουν στο Υπουργείο αποδείξεις για το γεγονός ότι συνεμορφώθηκαν με την υποχρέωσή τους και απεμάκρυναν την πλεονάζουσα ζάχαρη, επεβλήθηκε σε αυτούς η αντίστοιχη χρηματική επιβάρυνση ύψους €77.331,
- Η σχετική διοικητική απόφαση κοινοποιήθηκε δι' επιστολής ημερ. 21.8.
- Έως και σήμερα η επίδικη χρηματική επιβάρυνση παραμένει οφειλομένη. Δια της υπεράσπισής τους, κατεχωρισθείσας στις 27.4.09, οι εναγόμενοι - αιτητές προβάλλουν και τις ακόλουθες τρεις
(3)προδικαστικές ενστάσεις:
(1)Η επίδικη αξίωση προκύπτει από εκτελεστή διοικητική απόφαση η οποία ούτε οριστική είναι ούτε τελεσίδικη εφ' όσον το κύρος της προσεβλήθηκε δια της προσφυγής αρ. 1249/2005. Η εκδίκαση της προσφυγής αυτής εκκρεμεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Έτσι, η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή είναι πρόωρη, καταχρηστική και αδικαιολόγητη (παρα. 2 στην υπεράσπιση).
(2)Εφ' όσον εκκρεμεί η προαναφερθείσα προσφυγή, το παρόν Δικαστήριο στερείται καθ' ύλην αρμοδιότητας να εκδικάσει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή (παρα. 3 της υπεράσπισης).
(3)Η καταχώριση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής είναι καταχρηστική γιατί σκοπό έχει να στερήσει τους εναγομένους - αιτητές από το δικαίωμα που κατοχυρώνει το Άρθρο 30 του Συντάγματος (παρα. 4 στην υπεράσπιση). Δεν καταχωρίστηκε απάντηση. Στις 2.6.09 κατεχωρίστηκε η υπό συζήτησιν αίτηση δια της οποίας επιδιώκεται η προδικαστική εκδίκαση των πιο πάνω νομικών σημείων («η αίτηση»). Ως νομικό υπόβαθρο της αίτησης καταγράφονται η Δ.27 θ.θ. 1, 2 και 3 και η Δ.48 θ.θ. 1 έως και 4 και 8
(1)
(0)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, τα Άρθρα 35 και 146 του Συντάγματος καθώς και η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Η αίτηση δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση περί τα γεγονότα. Αντ' αυτού, καταγράφονται στο σώμα της τα εξής: «Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου και στην δικογραφία και αφορούν στην αποκλειστική κατά το Σύνταγμα αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου...». Η αίτηση αντιμετωπίζει την γραπτή ένσταση των καθ' ων η αίτηση. Οι λόγοι της είναι πολυάριθμοι και αφορούν τόσον στις προϋποθέσεις έκδοσης διαταγής για προδικαστική εκδίκαση νομικών σημείων όσον και στην βασιμότητα των σημείων των οποίων επιδιώκεται η προδικαστική εκδίκαση. Η δεύτερη περίπτωση δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω. Θα περιορισθώ να εξετάσω τους λόγους ένστασης που άπτονται των προϋποθέσεων για την έκδοση διαταγής για την προδικαστική εκδίκαση νομικών σημείων. Αυτοί συνοψίζονται ως εξής:
(1)Η αίτηση δεν βασίζεται στις ορθές νομοθετικές διατάξεις.
(2)Η προδικαστική εκδίκαση των σημείων που εγείρονται δια των παρα. 2, 3 και 4 της υπεράσπισης δεν μπορεί να κρίνει ούτε ολόκληρη την αγωγή ούτε ουσιώδες μέρος της.
(3)Η Δ.27 θ.3 είναι άσχετη με το υπό συζήτησιν αίτημα.
(4)Δεν υπάρχουν παραδεκτά γεγονότα.
(5)Η εξουσία προδικαστικής εκδίκασης ασκείται με φειδώ, και αφορά μόνον σε αμιγώς νομικά ζητήματα εφ' όσον η υπόθεση είναι εξαιρετικά απλή και καθαρή. Οι προϋποθέσεις αυτές δεν συντρέχουν στην προκείμενη περίπτωση. Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση της Μαρίας - Ιωάννας Θεοδότου, Λειτουργού Εμπορίου και Βιομηχανίας, στο Υπουργείο, η οποία υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης όπως αυτοί καταγράφονται στο σώμα της ένστασης. Μεταξύ άλλων, η Μαρία - Ιωάννα Θεοδότου δηλώνει και τα εξής: «10). Όπως είναι ξεκάθαρο και παραδεκτό και από τους Εναγομένους - Αιτητές, η αγωγή και αξίωση ή/και το αγώγιμο δικαίωμα στηρίζεται σε διοικητική απόφαση που αμφισβητήθηκε από αυτούς με την Προσφυγή 1249/2005 στα πλαίσια του Άρθρου 146 του Συντάγματος με βάση το οποίο το Ανώτατο Δικαστήριο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία τελικής κρίσης της νομιμότητας της διοικητικής πράξης και/ή απόφασης. Η εν λόγω Προσφυγή εκκρεμεί ενώπιον του Ανωτάτου, αναμένεται όμως να κριθεί τελεσίδικα από την Ολομέλεια τον προσεχή Μάρτιο». Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε με τις εκατέρωθεν αγορεύσεις. Έχω εξετάσει τα ενώπιόν μου ζητήματα υπό το πρίσμα και όσων ο καθ' ου η αίτηση προβάλλει ενιστάμενος στην αίτηση. Σημειώνω δε και καταλήγω στα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από την ίδια την αίτηση και όπως διευκρινίσθηκε δια της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου των αιτητών, ό,τι εν προκειμένω επιδιώκεται είναι μόνον η προδικαστική εκδίκαση των ζητημάτων που εγείρονται δια των παρα. 2, 3 και 4 της υπεράσπισης. Συνεπώς, ορθά η αίτηση βασίζεται επί των θ.θ. 1 και 2 της Δ.27. Οι αιτητές δεν επιδιώκουν, στο παρόν στάδιο, διαγραφή του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Άρα, ο θ. 3 της ίδιας Διαταγής είναι άσχετος. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδικάσει προδικαστικώς νομικά σημεία, τα οποία εγείρονται δια των εγγράφων προτάσεων (Δ.27 θ.θ. 1 και 2), είναι διακριτική και ασκείται εντός καθορισμένου, από τη νομολογία, πλαισίου. Διαταγή για προδικαστική εκδίκαση δυνατόν να εκδοθεί εφ' όσον:
(1)Η σχετική αίτηση καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο.
(2)Η σχετική αίτηση υποβάλλεται εγκαίρως, όταν συμπληρώνονται τα δικόγραφα ή λίγο μετά από τη συμπλήρωση αυτών.
(3)Το νομικό σημείο άπτεται σοβαρού νομικού θέματος το οποίο, εάν αποφασισθεί υπέρ του αιτητή, θα κρίνει την τύχη όλης της υπόθεσης ή ενός ουσιώδους μέρους αυτής.
(4)Το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο είτε είναι παραδεκτό είτε δεν αμφισβητείται. Εν πάση περιπτώσει, διαταγή για προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου εκδίδεται με φειδώ και σε περιπτώσεις απλές και καθαρές [Λανίτη Λτδ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, 229, Χ¨ Οικονόμου ν. Ελληνικής Τραπέζης Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 949, 956-7]. Κάθε αίτηση για προδικαστική εκδίκαση νομικών σημείων, ως εδραζομένη επί των θ.θ. 1 και 2 της Δ.27, οφείλει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση περί τα γεγονότα. Αυτό επιβάλλεται, κατ' αρχάς και εξ αντιδιαστολής, από τη Δ.48 θ.
- Περαιτέρω, αυτό επιβάλλεται από τη λογική του ζητήματος εφ' όσον για την άσκηση της σχετικής δικαστικής εξουσίας απαιτείται, μεταξύ άλλων, ένα αδιαμφισβήτητο πραγματικό υπόβαθρο [Χ¨ Οικονόμου ν. Ελληνικής Τραπέζης Λτδ (ανωτέρω)]. Εν προκειμένω, η αίτηση δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση περί τα γεγονότα τα οποία είναι κρίσιμα για την προδικαστική εκδίκαση των συγκεκριμένων νομικών σημείων. Ούτε στο σώμα της αίτησης δηλώνονται τέτοια γεγονότα. Απλώς εκεί αναφέρεται πως «Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου και στην δικογραφία και αφορούν στην αποκλειστική κατά το Σύνταγμα αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου...». Ανατρέχοντας στην υπεράσπιση διαπιστώνω πως κρίσιμο πραγματικό υπόβαθρο αποτελεί ο ισχυρισμός πως η διοικητική απόφαση, δια της οποίας επεβλήθηκε στους αιτητές η επίδικη χρηματική επιβάρυνση ύψους €77.331,30, προσεβλήθηκε με την προσφυγή αρ. 1249/
- Η προσφυγή αυτή εκκρεμεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Περαιτέρω, ανατρέχοντας στην ένορκη δήλωση της Μαρίας - Ιωάννας Θεοδότου, που υποστηρίζει την ένσταση, διαπιστώνω πως αυτός ο ισχυρισμός δεν αμφισβητείται. Μάλιστα, η ενόρκως δηλούσα χαρακτηρίζει τον ισχυρισμό αυτό «ξεκάθαρο και παραδεκτό». Παραπέμπω σχετικώς στην παρα. 10 της ένορκη δήλωση της Μαρίας - Ιωάννας Θεοδότου, το πλήρες κείμενο της οποίας παρατίθεται πιο πάνω. Συνεπώς, διαπιστώνω ότι, εν τέλει, υπάρχει ενώπιόν μου το απαιτούμενο αδιαμφισβήτητο πραγματικό υπόβαθρο. Με αυτό το δεδομένο θεωρώ πως η απουσία ένορκης δήλωσης περί τα γεγονότα υποστηρίζουσας την αίτηση συνιστά απλή παρατυπία, δυνάμενη να θεραπευθεί εφ' όσον αυτή δεν επηρέασε δυσμενώς τον καθ' ου η αίτηση [Wonderlich ν. Παναγιώτου
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 336]. Λαμβανομένων υπ' όψιν των πολυάριθμων λόγων ένστασης, των όσων η Μαρία - Ιωάννα Θεοδότου ρητώς δηλώνει στην παρα. 10 της γραπτής ένορκης δήλωσής της καθώς και της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση είμαι βέβαιη πως ο καθ' ου η αίτηση γνωρίζει πολύ καλά το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης και δεν το αμφισβητεί. Εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου η παρατυπία της αίτησης, η οποία συνίσταται στην απουσία ένορκης δήλωσης περί τα γεγονότα, θεραπεύεται. Επιπλέον της τυπικής της ορθότητας, η αίτηση είναι και βάσιμη στην ουσία της. Συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας υπέρ της έκδοσης διαταγής για την προδικαστική εκδίκαση των τριών
(3)νομικών σημείων που εγείρονται δια της υπεράσπισης. Συγκεκριμένα:
(1)Η αίτηση καθορίζει τα σημεία αυτά, τα οποία είναι αμιγώς νομικά.
(2)Η αίτηση υπεβλήθηκε εγκαίρως, σχεδόν αμέσως μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων.
(3)Τα επίδικα νομικά σημεία είναι σοβαρά εφ' όσον αφορούν στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την αγωγή. Εάν τα νομικά σημεία κριθούν υπέρ των αιτητών τότε θα κριθεί και η τύχη της αγωγής. Σχετικώς σημειώνω τη νομολογημένη αρχή σύμφωνα με την οποίαν «Θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό. Είναι αντινομικό το δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητάς του» [Λανίτη Λτδ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω) 228].
(4)Το κρίσιμο πραγματικό υπόβαθρο (το οποίο συνίσταται στην εκκρεμότητα της προσφυγής αρ. 1249/2005 που προσβάλλει το κύρος της διοικητικής απόφασης δια της οποίας επεβλήθηκε στους αιτητές η επίδικη χρηματική επιβάρυνση) είναι αδιαμφισβήτητο. Παρενθετικά σημειώνω το αυτονόητο: Η έγκριση αίτησης για την προδικαστική εκδίκαση νομικών σημείων δεν συνιστά αποδοχή και της βασιμότητας των σημείων αυτών. Με βάση όλα τα πιο άνω, εκδίδεται διαταγή για την προδικαστική εκδίκαση των νομικών σημείων που εγείρονται δια των παρα. 2, 3 και 4 της υπεράσπισης. Τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων - αιτητών και εναντίον του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση. Να καταβληθούν δε στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο