Alpha Bank Cyprus Ltd ν. V ORG COMMERCIAL MANAGEMENT SERVICES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2818/09, 23 Απριλίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A161 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2818/09 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Εναγόντων και
- V. ORG. COMMERCIAL MANAGEMENT SERVICES LTD
- Αντώνη Βούρου
- Μαρία Βούρου Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 9.9.2009 για συνοπτική απόφαση Ημερομηνία: 23 Απριλίου, 2010 Για Αιτητές-Ενάγοντες: κα Λιβέρα για κα Ξ. Κόκκινου Για Καθ΄ ων η Αίτηση - Εναγομένους 1, 2 και 3: κα Z. Χαραλάμπους ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι Αιτητές ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον όλων των Εναγομένων. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η αξίωση είναι για €24.807,12, πλέον τόκους προς 15,50% από 9.4.2009, πλέον «συσσωρεμένους τόκους» ύψους €1035,28 από 1.1.2009 μέχρι 8.4.2009, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές τον χρόνο, ως υπόλοιπο λογαριασμού δυνάμει συμφωνίας δανείων-ορίου τρεχούμενου λογαριασμού και συμφωνιών εγγύησης ημερομηνίας 27.03.
- Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν Σημείωμα Εμφάνισης στις 28.05.2009 και οι Ενάγοντες καταχώρισαν την υπό εξέταση Αίτηση εναντίον τους στις 9.9.
- Την Αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του κ. Άδωνη Σάββα, ο οποίος μεταξύ άλλων αναφέρει ότι είναι υπάλληλος των Εναγόντων στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών, έχει θετική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, κατέχει και φυλάττει όλα τα σχετικά έγγραφα, παρακολουθεί τη διακίνηση του σχετικού λογαριασμού και ετοίμασε την κατάσταση του επίδικου λογαριασμού, την οποία και προσυπογράφει μαζί με τον διευθυντή του. Ακολούθως πιστοποιεί τα οφειλόμενα ποσά και επισυνάπτει όλα τα σχετικά έγγραφα, τα οποία αναφέρονται στην ένορκη δήλωσή του, καθώς και επιστολές προς τους Εναγομένους. Αναφέρει ότι το χρέος υφίσταται και εξακολουθεί να παραμένει απαιτητό, ότι οι Εναγόμενοι κλήθηκαν γραπτώς να το εξοφλήσουν και ότι δεν έχουν υπεράσπιση. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν ένσταση στις 4.3.2010 και προβάλλουν, όπως συνοψίζω πιο κάτω, τους ακόλουθους λόγους:
- Οι Εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή επειδή: 1.
- Δεν υπέγραψαν συμφωνία και/ή υπέγραψαν υπό ψυχική πίεση. 1.
- Παραπλανήθηκαν και/ή δεν ενημερώθηκαν για όρους που υπήρχαν στη συμφωνία. 1.
- Δεν ενημερώθηκαν για το ύψος και τον τρόπο χρέωσης του επιτοκίου του δανείου. 1.
- Ουδέποτε έλαβαν κατάσταση λογαριασμού ή άλλη ενημέρωση σε σχέση με το επιτόκιο. 1.
- Οι Ενάγοντες δεν ενημέρωσαν του Εναγομένους για άλλες χρεώσεις και έξοδα. 1.
- Οι Ενάγοντες ζητούν τόκο πέραν του νόμιμου και/ή συμπεφωνημένου. 1.
- Δεν λήφθηκαν οι επίδικες επιστολές και δεν τερματίστηκε η λειτουργία του λογαριασμού. 1.
- Οι Εναγόμενοι δεν ενημερώθηκαν με επιστολή για το ποσό του δανείου, τα επιτόκια και άλλους όρους. 1.
- Οι Εναγόμενοι δεν ενημερώθηκαν με επιστολή για το ποσό της κάθε δόσης και οποιαδήποτε προθεσμία καταβολής της. 1.
- Οι Εναγόμενοι δεν ενημερώθηκαν με επιστολή για το ποσοστό του τόκου που χρεωνόταν δυνάμει της συμφωνίας δανείου σε περίπτωση υπερημερίας του πρωτοφειλέτη στην αποπληρωμή του δανείου. 1.
- Οι Εναγόμενοι δεν ενημερώθηκαν με επιστολή για τα ονόματα τυχόν συνεγγυητών και τις υποχρεώσεις τους. 1.
- Οι Εναγόμενοι δεν ενημερώθηκαν με επιστολή η οποία να περιέχει γραπτή δήλωση του πρωτοφειλέτη σχετικά με τα περιουσιακά του στοιχεία. 1.
- Οι Εναγόμενοι δεν ενημερώθηκαν γραπτώς για κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών δόσεων ή αθέτησης από τον πρωτοφειλέτη οποιασδήποτε υποχρέωσής του δυνάμει της συμφωνίας δανείου. 1.
- Οι Εναγόμενοι δεν ενοχλήθηκαν με επιστολή η οποία να καλούσε τον πρωτοφειλέτη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του δυνάμει της συμφωνίας δανείου. 1.
- Οι Ενάγοντες δεν κάνουν αναφορά περί πληρωμής έναντι του χρέους και δεν αναφέρουν ότι έκαναν συμψηφισμό του δανείου με λογαριασμό των Εναγομένων και ζητούν τη διαφορά των τόκων η οποία αμφισβητείται.
- Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική.
- Οι Ενάγοντες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, ενήργησαν με κακή πίστη, απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα.
- Τα Τεκμήρια που κατέθεσαν οι Ενάγοντες είναι ελλιπή με σκοπό την παραπλάνηση ή εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Βούρου, Εναγομένης 3, η οποία αναφέρει ότι τόσο η ίδια όσο και ο Εναγόμενος 2 εγκρίθηκαν από τους Ενάγοντες για όριο τρεχούμενου λογαριασμού εκ Λ.Κ. 150.000 ως προσωπική εγγύηση της Εναγομένης 1 εταιρείας σε σχέση με νέα δέσμευση κατάθεσης λογαριασμού προθεσμίας 22 μηνών για Λ.Κ. 260.
- Η Εναγομένη 3 δηλώνει ότι στις 27.3.2007 υπέγραψαν τις σχετικές συμφωνίες με τους Ενάγοντες κάτω από ψυχική πίεση και παραπλάνηση από τους Ενάγοντες ότι τους είχαν επεξηγηθεί όλοι οι όροι. Επειδή είχαν άμεση ανάγκη του δανείου, τους επηρέασαν οι Ενάγοντες να υπογράψουν αμέσως και συνεπώς δεν διαπραγματεύτηκαν τα έγγραφα που τους παρουσιάστηκαν. Ισχυρίζεται δε ότι τους μόνους όρους της συμφωνίας δανείου που γνώριζαν ήταν το ύψος του δανείου, τον χρόνο αποπληρωμής και τη μηνιαία δόση. Αναφέρει ότι δεν τους επιστήθηκε η προσοχή σε ουσιώδεις όρους των συμφωνιών και υπέγραψαν χωρίς ενημέρωση λόγω της δυσανάλογης θέσης ισχύος των Εναγόντων τους οποίους εμπιστεύτηκαν. Δεν έτυχαν ενημέρωσης για το ύψος του επιτοκίου και τον τρόπο υπολογισμού του και συνεπώς δεν μπορούσαν να γνωρίζουν κατά πόσο οι τόκοι που αναφέρονται στην αγωγή είναι ορθοί, ούτε και έλαβαν καταστάσεις λογαριασμού. Η ενόρκως δηλούσα επαναλαμβάνει όλους τους λόγους ένστασης σε σχέση με την παράλειψη των Εναγόντων να τους ενημερώσουν για τις διάφορες υποχρεώσεις - όρους τους βάσει της συμφωνίας (βλέπε λόγους ένστασης 1.2 - 1.15), γεγονός το οποίο παρέβλαψε τα δικαιώματά τους. Επισημαίνει επιπλέον την παράλειψη των Εναγόντων να αναφέρουν πληρωμές έναντι του χρέους και τον συμψηφισμό με άλλο λογαριασμό και ότι οι Ενάγοντες έλαβαν τα μετρητά που υπήρχαν δεσμευμένα προς εξασφάλιση του δανείου χωρίς να ενημερώσουν τους Εναγομένους, και προχώρησαν στην εξόφληση του δανείου και στην καταχώριση της παρούσας αγωγής απαιτώντας εκκρεμείς τόκους. Ισχυρίζεται επίσης ότι η αίτηση αλλά και η αγωγή είναι παράτυπες και αντικανονικές, επειδή οι Εναγόμενοι ουδέποτε ενημερώθηκαν για τον τερματισμό του λογαριασμού και προσθέτει ότι τα τεκμήρια που έχουν επισυνάψει οι Ενάγοντες είναι ελλιπή εφόσον ουδέποτε απεστάλησαν οι εν λόγω επιστολές ή έγινε οποιαδήποτε ενημέρωση. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Οι πρόνοιες της Δ.18, θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση για συνοπτική απόφαση, αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα υποθέσεων και η σχετική νομολογία είναι διαχρονικά πάγια [1] . Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σε καθαρές υποθέσεις και αφού ικανοποιηθούν τα κριτήρια της Δ.18 θ.1(α), τα οποία είναι τα ακόλουθα:
(1)Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο βάσει της Δ.2 θ.6
(2)Ο εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρίσει εμφάνιση στην αγωγή
(3)Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να προέρχεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά αναφορικά με τα γεγονότα, επαληθεύοντας τη βάση της αγωγής και το απαιτούμενο ποσό, και να δηλώνει ρητά ότι απ' ό,τι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των προϋποθέσεων αυτών σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η δε μη ικανοποίησή τους στερεί το Δικαστήριο από τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Ακολούθως, εάν ο ενάγων ικανοποιήσει τα κριτήρια αυτά, το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στον εναγόμενο, ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι:
(1)έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή
(2)αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Σκοπός της Δ.18 είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να επιτύχει συνοπτική απόφαση χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης αν μπορεί να αποδείξει την υπόθεσή του και αν ο εναγόμενος δεν μπορέσει να προβάλει μια καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει ζήτημα κατά της απαίτησης, το οποίο πρέπει να δικαστεί. Απόφαση δυνάμει της Δ.18 πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις που θέτει η Διαταγή αυτή και μόνο σε περιπτώσεις όπου προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο εναγόμενος στερείται υπεράσπισης. Η όλη δικαιοδοσία πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή ώστε να μην αφαιρεί από διάδικο το δικαίωμα να εγείρει υπεράσπιση. Άδεια για υπεράσπιση πρέπει να παρέχεται στον εναγόμενο ακόμα και όταν διαφαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Γενικές αρνήσεις και αόριστοι, ατεκμηρίωτοι ή γενικοί ισχυρισμοί του εναγομένου στην ένορκη δήλωσή του, όμως, δεν είναι ικανοποιητικοί. Η ένσταση πρέπει να περιέχει λεπτομερώς τις θέσεις του (βλ. Hermes Insurance, ανωτέρω, και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Χ''Νέστορος
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 204). Είναι απαραίτητο να παρέχονται λεπτομέρειες σε λογική έκταση, διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε κάθε σχεδόν περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς (Ν.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1912). Περαιτέρω, σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, η συζήτηση του κατά πόσο υπάρχει ή όχι υπεράσπιση γίνεται σε επίπεδο ισχυρισμών μόνο και το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αξιολόγηση μαρτυρίας. Στην παρούσα υπόθεση η αγωγή καταχωρίστηκε με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο (Δ.2, θ.6) στις 12.5.2009 και Σημείωμα Εμφάνισης για τους Εναγομένους καταχωρίστηκε στις 28.5.2009. Συνεπώς οι πρώτες δύο προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1(α) ικανοποιούνται. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, πρέπει να λεχθεί ότι η νομολογία έχει προσαρμόσει με τέτοιο τρόπο την ερμηνεία του όρου «θετική γνώση» ώστε να ανταποκρίνεται ρεαλιστικά προς τα σημερινά δεδομένα. Σε περιπτώσεις εταιρειών είναι αναγκαίο να ορκίζεται φυσικό πρόσωπο και έτσι στον όρο «θετική γνώση» πρέπει να δίδεται τέτοια ερμηνεία που να είναι λογική υπό τις περιστάσεις και όχι αυστηρή σε βαθμό που να δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες και να οδηγεί σε τυχόν παράλογα αποτελέσματα (Pathe Freres Cinema Ltd v. United Electric Theatres
(1914)3 K.B. 1253, Marketrends Financial Services v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1Α Α.Α.Δ. 223 στη σελ. 3). Το ζήτημα του κατά πόσο ένα άτομο μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης - πολύ σημαντικό ρόλο παίζει και η φύση της απαίτησης (βλ. Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, πιο πάνω). Στην περίπτωση που ο ενάγων-αιτητής είναι εταιρεία, κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της. Ανάλογα με τα καθήκοντά του, είναι φυσικό ο κάθε αξιωματούχος ή υπάλληλος μιας εταιρείας να αποκτά θετική γνώση για τα γεγονότα και από τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του στα πλαίσια της διεκπεραίωσης των επαγγελματικών καθηκόντων του. Στην παρούσα υπόθεση, ο ενόρκως δηλών είναι υπάλληλος των Αιτητών, που είναι τραπεζικός οργανισμός, στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών. Αναφέρει ότι έχει θετική γνώση των γεγονότων που αφορούν την αγωγή, ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στην ένορκη δήλωση, ότι σε κάθε σημαντικό για την αγωγή χρόνο ήταν ένας εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και τον έλεγχο του λογαριασμού των Εναγομένων και έχει στην κατοχή και φύλαξή του όλα τα σχετικά έγγραφα. Αναφέρει επιπλέον ότι ετοίμασε την κατάσταση του λογαριασμού την οποία και προσυπογράφει μαζί με τον διευθυντή του (Τεκμήριο Θ). Στην υπόθεση Θεοδώρου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 915, στην οποία το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης ήταν παρόμοιο με την παρούσα, κρίθηκε ότι ήταν ικανοποιητική για σκοπούς της Δ.18 θ.1 ( βλ. ακόμα Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 274 και Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ, πιο πάνω). Ο αιτητής οφείλει να επιβεβαιώσει την απαίτησή του με αναφορά στα θέματα που εμπεριέχονται στην αγωγή του και ότι οι καθ' ων εξακολουθούν να οφείλουν το ποσό, και ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση (βλ. Annual Practice του 1958, σελ. 258-60). Ο κ. Σάββα με την ένορκη δήλωσή του εκ μέρους των Αιτητών εκτελεί όλα αυτά παραθέτοντας και τα σχετικά έγγραφα. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, είμαι ικανοποιημένη ότι ο ενόρκως δηλών είναι σε θέση να επαληθεύσει και να επιβεβαιώσει θετικά το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος και το ποσό της ισχυριζόμενης οφειλής, όπως και έπραξε στην ένορκη δήλωσή του. Στην παράγραφο 3 αναφέρει ότι το χρέος υφίσταται και εξακολουθεί να είναι απαιτητό και στην παράγραφο 5 δηλώνει ρητά την πίστη του ότι οι Εναγόμενοι καμία απολύτως υπεράσπιση έχουν στην αγωγή. Συνεπώς ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18 θ. 1 (α). Κατ' επέκταση απορρίπτονται οι λόγοι ένστασης που σχετίζονται με την παρατυπία της αίτησης αλλά και με τη θέση ότι τα επισυναπτόμενα τεκμήρια είναι ελλιπή. Ως εκ τούτου μετατοπίζεται το βάρος στους Εναγομένους να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψουν τέτοια γεγονότα που να τους δίδει το δικαίωμα για υπεράσπιση. Βάσει της σχετικής νομολογίας, οι Εναγόμενοι θα πρέπει να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο τις αναγκαίες εκείνες λεπτομέρειες που οδηγούν στη διαπίστωση καλόπιστης υπεράσπισης ή δικάσιμου θέματος. Μελετώντας τη θέση των Εναγομένων ότι έχουν καλή υπεράσπιση, όπως προκύπτει από τον πρώτο λόγο ένστασης, κρίνω ότι τόσο η ένσταση όσο και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει προβάλλει ισχυρισμούς και θέσεις οι οποίες καταδεικνύουν ότι υπάρχουν θέματα προς εκδίκαση. Ειδικότερα, σημειώνω τους ισχυρισμούς περί υπογραφής των επίδικων συμφωνιών κάτω από ψυχική πίεση και παραπλάνηση σε σχέση με τους πραγματικούς όρους, περί μη τερματισμού του επίδικου λογαριασμού και των συμφωνιών, καθώς και περί μη συμμόρφωσης των Εναγόντων με τις υποχρεώσεις τους βάσει της σχετικής νομοθεσίας (Νόμος 197(Ι)/2003) πριν την υπογραφή των συμφωνιών εγγύησης. Συναφώς, παραπέμπω στις παραγράφους 6-11 και 14-22 της ένορκης δήλωσης της Εναγομένης 3, στην οποία δίδει λεπτομέρειες σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι παραβλάφθηκαν τα δικαιώματα των Εναγομένων και παραβιάστηκαν όροι των συμφωνιών. Επιπλέον, σημειώνω τους ισχυρισμούς ότι η απαίτηση αποτελεί χρέωση τόκων μετά τον συμψηφισμό με άλλο λογαριασμό και την εξόφληση του δανείου από δεσμευμένα ποσά που υπήρχαν προς εξασφάλιση του δανείου, και την ισχυριζόμενη αδυναμία των Εναγομένων να βεβαιωθούν κατά πόσο τα αξιούμενα ποσά είναι ορθά. Δεν κρίνω σκόπιμο όπως επαναλάβω τα όσα δηλώνει η Εναγομένη 3 στις παραγράφους αυτές της ένορκης δήλωσής της, αρκεί όμως να επισημάνω ότι κρίνω πως οι ισχυρισμοί αυτοί θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής ακροαματικής διαδικασίας. Εφόσον οι Εναγόμενοι προβάλλουν συγκεκριμένους ισχυρισμούς και αρνήσεις, δεν μπορεί να λεχθεί στο παρόν στάδιο ότι η απαίτηση είναι ξεκάθαρη και ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε συζητήσιμο θέμα. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, η υπό εξέταση υπόθεση δεν είναι από τις περιπτώσεις όπου είναι αναμφίβολο ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή. Προκύπτει η ύπαρξη ζητήματος προς εκδίκαση, αφού οι Εναγόμενοι αποκαλύπτουν τέτοια γεγονότα που τους δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν την αγωγή. Υπενθυμίζω τη σχετική νομολογία βάσει της οποίας άδεια για υπεράσπιση πρέπει να παρέχεται στον εναγόμενο ακόμα και όταν φαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Με βάση όλα τα πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται. Δίδεται άδεια στους Εναγομένους 1, 2 και 3 να καταχωρίσουν Υπεράσπιση εντός 21 ημερών από σήμερα. Δεν υπάρχει λόγος τα έξοδα να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και έτσι επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση 1,2 και 3 και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .................. Σ.Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] βλ. μεταξύ άλλων Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, CY.E.M.S. Co. v. Central Co-Operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading Ltd v. Tlais
(1991)Α.Α.Δ. 239, Αυγουστή κ.α. ν. Πίριλλου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 5, Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 22, Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 817, Μεττή κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 417, Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1051, Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1968, Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408, Νεάρχου κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο