Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ. ν. GSC Fourprint Typografiki Ltd. κ.α., Αρ. Αγωγής: 1147/09, 28 Απριλίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A167 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1147/09 Μεταξύ: Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ. Ενάγουσας Και
- GSC Fourprint Typografiki Ltd.
- Γιασουμής Αντωνίου
- Στυλιανός Κεραυνός
- Γεώργιος Παναγιώτου Εναγόμενων . . . . . . . Ημερομηνία: 28 Απριλίου 2010 Αίτηση για την έκδοση συνοπτικής απόφασης ημερομηνίας 20 Μαΐου 2009 Εμφανίσεις: κα. Λιβέρα για την ενάγουσα. κα. Χ' Ιωάννου για τον εναγόμενο
- κ. Αλ. Πατσαλίδης για τον εναγόμενο
- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση της ενάγουσας αφορά υπόλοιπο δανείου ύψους 5603.35 πλέον τόκους και έξοδα δυνάμει τρεχούμενου λογαριασμού. Η εναγόμενη 1 ήταν πρωτοφειλέτρια και οι εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 με συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 30.10.
- Η αίτηση για την έκδοση συνοπτικής απόφασης επαληθεύεται από τον Χριστόδουλο Παπαλαμπριανού υπάλληλος της ενάγουσας στο τμήμα των προβληματικών λογαριασμών. Αυτός παρακολουθούσε τον λογαριασμό και είχε στην κατοχή του το φάκελο που αφορά την υπόθεση. Επισύναψε τα ακόλουθα έγγραφα στην ένορκη του δήλωση:
- Πρωτότυπη συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού για το ποσό των ΛΚ3000.
- Πρωτότυπη συμφωνία συνεχής εγγύησης για το ποσό των ΛΚ3600.00 πλέον τόκο.
- Τέσσερεις επιστολές όπου οι εγγυητές πληροφορήθηκαν ότι τερματίστηκε η λειτουργία του λογαριασμού και κλήθηκαν να πληρώσουν το ποσό της απαίτησης. Επίσης πληροφορήθηκαν ότι τόκος θα συνέχιζε να λογίζεται επί του οφειλόμενου ποσού ως προνοείται στο εγγυητήριο έγγραφο.
- Κατάσταση λογαριασμό που δείχνει πως προκύπτει το ολικό οφειλόμενο ποσό. Η εναγόμενη 2 ισχυρίζεται ότι δεν θα πρέπει να εκδοθεί συνοπτική απόφαση επειδή υπέγραψε εγγύηση χωρίς να τις εξηγηθούν οι συνέπειες της υπογραφής της επί του εγγυητήριου εγγράφου. Με αόριστο και γενικό τρόπο ισχυρίζεται ότι έχουν παραβιαστεί οι πρόνοιες του περί Εγγυητών Νόμου. Η μόνη υπεράσπιση που επικαλείται ο εναγόμενος 3 είναι ότι έχει καταχωρήσει αίτηση διάλυσης εναντίον της εναγόμενης για κακοδιαχείριση και εκμετάλλευση των μετόχων μειοψηφίας. Η ενάγουσα περιόρισε την απαίτηση της και ζητεί από τους εναγόμενους 2 και 3 τόκο μόνο 9% ο οποίος είναι τόκος που προνοείται από το εγγυητήριο έγγραφο. Όμως στην κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτεται στην αίτηση προκύπτει ότι η ενάγουσα χρέωνε τόκο 9.75% από τις 9.1.2009 και ότι αυτός ο τόκος προστέθηκε επί του κεφαλαίου και ζητείται από την ενάγουσα ως μέρος της απαίτησης της. Σημειώνεται επίσης ότι κατά τον τερματισμό της συμφωνίας οι εγγυητές πληροφορήθηκαν ότι ο τόκος θα συνέχιζε να λογίζεται ως προνοούσε το εγγυητήριο έγγραφο. Ο σκοπός της συνοπτικής διαδικασίας είναι η γρήγορη επίλυση της αγωγής όταν δεν υφίσταται οποιοδήποτε επίδικο θέμα προς εκδίκαση για το οποίο θα πρέπει να ληφθεί μαρτυρία από το Δικαστήριο. Ο καθοριστικός παράγοντας που θα πρέπει να καθοδηγεί την κρίση του Δικαστηρίου όταν αποφασίζει κατά πόσο θα εκδώσει απόφαση στη συνοπτική διαδικασία είναι κατά πόσο υπάρχει έστω και ένα επίδικο θέμα που θα πρέπει εκδικασθεί για να μπορέσει το Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα επί των γεγονότων για την επίλυση της αγωγής. Εάν το Δικαστήριο εντοπίσει έστω και ένα θέμα που θα πρέπει να εκδικασθεί για την δίκαια επίλυση της αγωγής δεν πρέπει να εκδώσει απόφαση στην αγωγή. Οι προκαταρτικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται για την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου με βάση την Δ.18 θ.1 (α) είναι ως ακολούθως:
- Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.26 θ.
- Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση.
- Πρέπει να υπάρχει ένορκη δήλωση του ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται, και δηλώνει ότι πιστεύει πως δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Αφού ο ενάγοντας ικανοποιήσει το Δικαστήριο για τα πιο πάνω, το βάρος αποδείξεως μετατοπίζεται στον εναγόμενο ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση και ότι αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που να υποδηλούν ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση και γι' αυτό το λόγο θα πρέπει να του επιτραπεί να καταχωρήσει υπεράσπιση στην αγωγή. (Βλ. Kyprianides v Ioannou
(1961)1 CLR 265, Cyems Co. Ltd. v Central Co-Operative Industries Co. Ltd
(1982)1 CLR 897, Hermes Insurance Co. Ltd. v Theodorides
(1983)1 CLR 333. Στην παρούσα περίπτωση οι πρώτες δύο προϋποθέσεις έχουν πληρωθεί. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση σημειώνεται ότι η ένορκη δήλωση έγινε από υπάλληλο της εταιρείας ο οποίος είχε στην κατοχή του το φάκελο της υπόθεσης, παρακολουθούσε την υπόθεση και ήταν ενήμερος για όλες τις εξελίξεις της υπόθεσης. Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι έχει θετική γνώση των ουσιωδών γεγονότων που στοιχειοθετούν την απαίτηση της ενάγουσας. Στην περίπτωση που το βάρος έχει μετατοπισθεί στον εναγόμενο να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση η ένορκη δήλωση του θα πρέπει να περιέχει επαρκή γεγονότα και στοιχεία για την ύπαρξη υπεράσπισης. Η απλή αναφορά σε αόριστους και ασαφής ισχυρισμούς δεν μπορεί να μετατοπίσει αυτό το βάρος επειδή τέτοιοι ισχυρισμοί δεν μπορούν να εξετασθούν και να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο διά να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι υπάρχει καλή υπεράσπιση. (Βλ. Hermes Insurance Co. Ltd. ανωτέρω.) Η αναφορά σε αόριστους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν είναι εμπεδωμένοι με γεγονότα και/ή στοιχεία δεν μπορούν να θεμελιώσουν το απαιτούμενο υπόβαθρο αναγκαίο για τη διαπίστωση καλής υπεράσπισης. Η ένορκη δήλωση πρέπει να έχει τις απαιτούμενες λεπτομέρειες από τις οποίες να προκύπτει ότι υπάρχει καλόπιστη υπεράσπιση (bona fide defence). Εάν η ένορκη δήλωση του εναγόμενου αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα τότε πρέπει να δοθεί ανεπιφύλακτα άδεια στον εναγόμενο να καταχωρήσει υπεράσπιση στην αγωγή. Είναι ανώφελο όπως έχει λεχθεί και στο Annual Practice του 1958 σελ. 248 ο ενάγοντας να προσκρούσει τα γεγονότα που έχει προβάλει ο εναγόμενος με πρόσθετα γεγονότα διότι η ανάγκη του ενάγοντα να προσθέσει και άλλα γεγονότα προς υποστήριξη της αιτήσεως του υποδηλοί ότι πρέπει να εκδικασθεί η αγωγή και να ακουστεί μαρτυρία. Εάν εκδοθεί απόφαση κατόπιν ακρόασης συνοπτικής αιτήσεως ο εναγόμενος στερείται το δικαίωμα της δίκης επομένως είναι ένα εξαιρετικό μέτρο που πρέπει να λαμβάνεται μόνο στην απουσία επίδικου θέματος προς εκδίκαση. Στην υπόθεση Trans Middle East Trading (TMET) Ltd. v Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239 τονίστηκε και πάλι ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης με την πιο κάτω αναφορά στις σελ. 243-244: "Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και από τις Αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση και ουσιαστική υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε θα πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση...Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο." Το Εφετείο επεξήγησε στην απόφαση N.V. Caterchef Ltd. v P.C.P. Electronics/Πολιτική Έφεση 10419, ημ. 18 Νοεμβρίου 1999, ότι η υπεράσπιση του εναγόμενου πρέπει να εκθέτει με σαφήνεια συγκεκριμένα γεγονότα με τρόπο που να εκφράζεται μία καλόπιστη και ολοκληρωμένη υπεράσπιση. 'Είναι αρκετό για εναγόμενο, για την εξασφάλιση του δικαιώματος υπεράσπισης χωρίς όρους, να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει. Όμως το κριτήριο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση. Η υποχρέωση του ενάγοντα να καταχωρήσει ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα το οποίο να επαληθεύεται με ένορκη δήλωση στα πλαίσια της αίτησης γίνεται διά να διαπιστώσει το Δικαστήριο με βάση τα γεγονότα του κλητήριου ότι ο ενάγοντας έχει νόμιμη αξίωση εναντίον του ενάγοντα. Σύμφωνα με το Annual Practice Book 1953 η αντίστοιχη αγγλική διάταξη της Δ.18 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών είναι το O.14 r.1. Στη σελίδα 174 αναφέρεται ότι ο ενάγοντας δεν δικαιούται συνοπτική απόφαση εάν υπάρχει ελάττωμα στο κλητήριο ένταλμα ή στην έκθεση απαίτησης όπου στοιχειοθετείται η απαίτηση του ενάγοντα. Εάν το ελάττωμα ή παράλειψη είναι ουσιαστική τότε η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, εάν το ελάττωμα ή παράλειψη είναι τυπική τότε μπορεί να δοθεί άδεια στον ενάγοντα να προβεί σε τροποποίηση του κλητήριου εντάλματος. "If a special indorsement is defective the defect cannot be made good by affidavit evidence .The meaning of those cases is that where the defect in the indorsement is one of form and not of substance it may be remedied by amendment but not by affidavit in support. Where however, the defect is one of substance the application for summary judgment will be dismissed." Στην αγγλική απόφαση Ryley v Master Sheba Gold Mining Co.
(1892)4 Q.B.D. 674 αποφασίσθηκε ότι εφόσον δεν υπήρχε αναφορά στο κλητήριο ένταλμα πάνω σε ποια βάση δικαιούτο ο ενάγοντας να χρεώσει τόκο αυτό ήταν ουσιαστική παράλειψη στο κλητήριο ένταλμα με αποτέλεσμα να απορριφθεί η αίτηση για συνοπτική απόφαση. "It is important that a man, who is to be proceeded against summarily for judgment, should know exactly how much he has to pay if he wishes to stay the action and should not be called upon to take the risks of calculation." Όπως λέχθηκε από τον έντιμο Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Νικήτα στην απόφαση Δημητρίου ν Τράπεζα Κύπρου ΑΑΔ
(1997)(Ι) 61,66 η Δ.18 πρέπει να εφαρμόζεται μόνο σε ξεκάθαρες και αδιαμφισβήτητες υποθέσεις. Αυτό σημαίνει ότι ο ενάγοντας πρέπει ξεκάθαρα να αποδείξει την απαίτηση του. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι θα πρέπει να προβεί σε αχρείαστη παράθεση όλων των γεγονότων της έκθεσης απαιτήσεως στην αίτηση για συνοπτική απόφαση. Αυτά τα γεγονότα πρέπει με την αίτηση να επαληθεύονται. Όμως εάν με βάση το κλητήριο ένταλμα ή την έκθεση απαίτησης δεν εκτίθενται τέτοια γεγονότα ώστε να προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο ενάγοντας δικαιούται στην απαίτηση του τότε δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1. Στην παρούσα περίπτωση υπάρχει το εξής ελάττωμα στην έκθεση απαιτήσεως. Με βάση τον Ν.160
(1)/99 οι ενάγοντες είχαν την υποχρέωση να ενημερώσουν τους εναγόμενους για την αύξηση του επιτοκίου από 9% σε 15% ετησίως. Η εγγυητές όμως ουδέποτε ενημερώθηκαν για την αύξηση του επιτοκίου. Η ενάγουσα ήρθε και περιόρισε το ποσό της απαίτησης και ζητεί τόκο μόνο 9% επί του οφειλόμενου ποσού. Επισύναψε κατάσταση λογαριασμού στην οποία φαίνεται ότι ενσωματώθηκε τόκος 9.75% στο οφειλόμενο ποσό που ζητείται, ήτοι το ποσό των 5603.35 ευρώ. Το Δικαστήριο δεν γνωρίζει κατά πόσο οι εναγόμενοι ενημερώθηκαν στον ημερήσιο τύπο ή με γραπτή επιστολή γι' αυτή την αύξηση. Οι εγγυητές πήραν επιστολή με την οποία πληροφορήθηκαν ότι ο τόκος θα συνέχιζε να χρεώνεται ως προνοούσε το εγγυητήριο συμβόλαιο. Ως εκ τούτου δημιουργείται αμφιβολία κατά πόσο οι εγγυητές ειδοποιήθηκαν για την αύξηση του επιτοκίου σε 9.75%. Η ενάγουσα δεν έχει επαληθεύσει δεόντως πως έχει προκύψει το ολικό οφειλόμενο ποσό. Ούτε υπάρχουν γεγονότα που να αποδεικνύουν κατά πόσο η ενάγουσα είχε το δικαίωμα να χρεώνει τόκο 9.75%. Η ενάγουσα περιόρισε το ποσό της απαίτησης αλλά από την κατάσταση λογαριασμού που επισύναψε για να επαληθεύσει το χρέος προκύπτει ότι ενσωματώθηκε τόκος 9.75% επί του κεφαλαίου. Δεν έχουν τηρηθεί οι αυστηρές προϋποθέσεις της Δ.18 διά να δικαιούται η ενάγουσα στην έκδοση συνοπτικής απόφασης. Εν όψει των πιο πάνω καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν έχω ενώπιον μου ξεκάθαρη απαίτηση. Δεν δικαιούται η ενάγουσα στην έκδοση συνοπτικής απόφασης. Δεν θεωρώ ότι είναι αναγκαίο κάτω από τις συνθήκες να εξετάσω την υπεράσπιση που έχουν προβάλει οι εναγόμενοι 2 και 3 καθότι οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης δεν έχουν ικανοποιηθεί. Η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα αίτησης επιδικάζονται εναντίον των εναγόντων όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Πιστό Αντίγραφο Επαρχιακός Δικαστής Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο