← Κύπρος

LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC COMPANY LTD ν. Δημήτρη Λεωνίδου κ.α., Αγωγή Αρ. : 9383/2004, 28 Απριλίου 2010

LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC COMPANY LTD ν. Δημήτρη Λεωνίδου κ.α., Αγωγή Αρ. : 9383/2004, 28 Απριλίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A168 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. : 9383/2004 Μεταξύ: LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC COMPANY LTD Ενάγουσας και

  1. Δημήτρη Λεωνίδου,
  2. Αντώνη Λεωνίδου,
  3. Λεωνίδα Στασινού,
  4. Στέλλας Λεωνίδου, Εναγομένων ΚΑΙ ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 9/4/2009 Μεταξύ: ASPIS LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC COMPANY LTD Ενάγουσας και
  5. Δημήτρη Λεωνίδου
  6. Αντώνη Λεωνίδου
  7. Λεωνίδα Στασινού
  8. Στέλλας Λεωνίδου Εναγομένων -------------------------------------- Ημερομηνία: 28 Απριλίου 2010 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα: κ. Γ. Γεωργίου για Γ. Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες Για τους εναγόμενους 1, 3 και 4: κ. Κυπρίζογλου για Ρ. Ν. Ερωτοκρίτου & Σία Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή, που καταχωρήθηκε στις 7.10.2004, η ενάγουσα απαιτεί από τους εναγόμενους αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά το ποσό των £11.238,56, πλέον τόκο προς 9% και/ή νόμιμο τόκο και έξοδα, συνεπεία παράβασης συμφωνίας συνεργασίας και συμφωνίας ασφαλιστικού αντιπροσώπου, που συνήφθησαν μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1 υπό την εγγύηση των λοιπών εναγομένων. Σε σχέση με τον εναγόμενο 2 το κλητήριο ένταλμα εξέπνευσε και η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη αναφορικά με τους εναγόμενους 1, 3 και 4 (στο εξής «οι εναγόμενοι»), για τους οποίους είχε καταχωρηθεί εμφάνιση στις 29.10.
  9. Μεγάλο μέρος της έκθεσης απαίτησης του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, κατέστη παραδεκτό εκ μέρους των εναγομένων κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Συγκεκριμένα είναι παραδεκτά τα ακόλουθα: Ο εναγόμενος 1, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ήταν αδειούχος εγγεγραμμένος αντιπρόσωπος ασφαλειών, δυνάμει πιστοποιητικού εγγραφής με αρ. 1321, που εκδόθηκε από τον Έφορο Ασφαλειών. Κατά ή περί τις 11.9.1998 ο εναγόμενος 1 συνήψε με την ενάγουσα συμφωνία συνεργασίας και συμφωνία αντιπροσώπου, σύμφωνα με τις οποίες ο εναγόμενος 1 διορίστηκε ασφαλιστικός αντιπρόσωπος και/ή συνεργάτης και/ή Αναπληρωτής Διευθυντής Υποκαταστήματος με αντάλλαγμα συμφωνηθέν ποσοστό προμηθειών επί των πράγματι εισπραττομένων καθαρών ασφαλίστρων εκ των ασφαλιστικών συμβολαίων που ο εναγόμενος 1 θα επετύγχανε με την μεσολάβηση του να συναφθούν μεταξύ της ενάγουσας και τρίτων προσώπων. Σύμφωνα με την πιο πάνω αναφερόμενη σύμβαση και/ή συμφωνία, συμφωνήθηκε μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1 όπως η ενάγουσα παραχωρεί στον εναγόμενο 1 δάνειο και/ή χρηματοδότηση και/ή οικονομική ενίσχυση που ο εναγόμενος 1 θα εισέπραττε έναντι προμηθειών και/ή ωφελημάτων που ο εναγόμενος 1 θα εδικαιούτο στη βάση του συμφωνηθέντος ποσοστού επί των καθαρών ασφαλίστρων και/ή ασφαλιστικής παραγωγής που είχε υποχρέωση και/ή συμφώνησε να παράγει, το δε χρεωστικό υπόλοιπο εις βάρος του εναγόμενου 1 εκ της πιο πάνω χρηματοδότησης και/ή δανείου θα επιβαρύνετο με επιτόκιο ίσο προς το εκάστοτε δανειστικό τραπεζικό επιτόκιο, που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν 7%. Συμφωνήθηκε ρητά με τις πιο πάνω συμφωνίες ότι η ενάγουσα είχε το δικαίωμα να προβεί σε συμψηφισμό οποιασδήποτε αμοιβής που οφειλόταν στον εναγόμενο 1 και να παρακρατήσει από αυτήν οποιαδήποτε οφειλή του εναγόμενου 1 προς την ενάγουσα που προέκυπτε από οποιασδήποτε φύσης συναλλαγή ή από τις συμφωνίες που πιο πάνω αναφέρονται. Ήταν ρητός όρος της συμφωνίας αντιπροσώπου ότι αυτή ελύετο μόλις ήθελε λάβει χώρα οποιοδήποτε γεγονός από τα προβλεπόμενα στο Κεφάλαιο Β άρθρο 6 της σύμβασης και/ή εφόσον ο εναγόμενος 1 επεδείκνυε συμπεριφορά που μεταξύ άλλων ζημίωνε τα νόμιμα συμφέροντα της ενάγουσας ή προέβαινε σε οικειοποίηση χρημάτων της. Ρητά επίσης προβλέπετο ότι η σύμβαση τερματιζόταν οποτεδήποτε με έγγραφη καταγγελία ενός από τους συμβαλλομένους με την οποία δίδετο προειδοποίηση 30 ημερών για τον τερματισμό και ότι σε περίπτωση τερματισμού της σύμβασης με οποιοδήποτε τρόπο ο εναγόμενος 1 υποχρεούτο μεταξύ άλλων να επιστρέψει στην ενάγουσα χρήματα που είχε στην κατοχή του και που ανήκαν σ' αυτήν. Παρεμβάλλεται σ' αυτό το σημείο ότι, η σχετική παράγραφος της έκθεσης απαίτησης έγινε παραδεκτή από τους εναγόμενους υπό την επιφύλαξη των ισχυρισμών τους στην παράγραφο 6 της υπεράσπισης τους, ότι δηλαδή η καταγγελία της σύμβασης θα έπρεπε, σύμφωνα με τη συμφωνία, να αποσταλεί με συστημένη επιστολή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του συμβαλλόμενου μέρους προς το οποίο γίνεται η καταγγελία και η προθεσμία των 30 ημερών άρχιζε από την ημερομηνία παράδοσης της συστημένης επιστολής στο ταχυδρομείο καθώς και ότι ο τερματισμός θα είχε ισχύ μετά την παρέλευση των 30 ημερών, στο δε μεσοδιάστημα τα συμβαλλόμενα μέρη θα έπρεπε να συνεχίσουν να τηρούν τους όρους της συμφωνίας εκτός και αν ήθελαν συμφωνήσει μεταξύ τους διαφορετικά και ο εναγόμενος θα έπρεπε να συνεργαστεί με την ενάγουσα για την καλύτερη εξυπηρέτηση των πελατών της. Με τις πιο πάνω συμφωνίες συμφωνήθηκε ότι η διάρκεια της ισχύος τους ήταν για πέντε χρόνια και ότι ο εναγόμενος 1 και/ή δια των συνεργατών του θα πραγματοποιούσε ασφαλιστική παραγωγή που σε ασφάλιστρα θα αντιστοιχούσε σε: Α) £45.000 - για το 1ο έτος, Β) £50.000 - για το 2ο έτος, Γ) £65.000 - για το 3ο έτος, Δ) £80.000 - για το 4ο έτος, Ε) £90.000 - για το 5ο έτος. Σύμφωνα με την συμφωνία αντιπροσώπου και/ή συνεργασίας συμφωνήθηκε η καταβολή στον εναγόμενο 1 και/ή κατεβλήθη σ' αυτόν με την υπογραφή των πιο πάνω συμφωνιών ποσό £5.000, ως εφάπαξ χρηματοδότηση που ο εναγόμενος 1 όφειλε να επιστρέψει και/ή συμφώνησε να επιστρέψει στην ενάγουσα και/ή το οποίο ο εναγόμενος 1 εισέπραξε και/ή συμφώνησε να εισπράξει υπό την προϋπόθεση και νοουμένου ότι θα πραγματοποιούσε ο εναγόμενος 1 και/ή δια των συνεργατών του καθαρή ασφαλιστική παραγωγή πέραν του 80% των συμφωνηθέντων στόχων παραγωγής της πρώτης τριετίας. Με βάση ρητό όρο της συμφωνίας συνεργασίας συμφωνήθηκε μεταξύ της ενάγουσας και εναγόμενου 1 ότι ο εναγόμενος 1 θα δικαιούτο ως ειδικό επίδομα ποσοστό 5% επί της συνολικής καθαρής παραγωγής ατομικών συμβολαίων για την περίοδο από 1.9.98 μέχρι 31.7.02, το οποίο ήταν πληρωτέο στο τέλος κάθε 12μηνης περιόδου, υπό τον όρο ότι ο εναγόμενος 1 θα επετύγχανε ελάχιστη καθαρή ασφαλιστική παραγωγή ατομικών συμβολαίων ύψους £15.000 κατ' έτος. Ο εναγόμενος 1 υπόσχετο και διαβεβαίωνε την ενάγουσα ότι θα παρήγε ελάχιστη ασφαλιστική παραγωγή ατομικών συμβολαίων και/ή ζήτησε και/ή παρακάλεσε την ενάγουσα όπως η ενάγουσα προκαταβάλει στον εναγόμενο 1 το ειδικό επίδομα και/ή όπως η ενάγουσα δανείσει στον εναγόμενο 1 το συμφωνηθέν ποσοστό έναντι του ειδικού επιδόματος. Πράγματι η ενάγουσα κατέβαλε στον εναγόμενο 1 ειδικό επίδομα, έναντι του επιδόματος στο οποίο ο εναγόμενος 1 θα δικαιούτο εάν πραγμάτωνε τα συμφωνηθέντα. Το εν λόγω επίδομα που η ενάγουσα κατέβαλε στον εναγόμενο 1 ανήλθε στο ποσό των £6.908, που χρεώθηκε στο λογαριασμό του εναγόμενου
  10. Κατά ή περί τις 5.10.00 συνήφθη μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1 συμφωνία για πώληση στον εναγόμενο 1 ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή μάρκας INTERSYS PENTIUM 700 MHZ & HP DESKJET 840C PRINTER, συμφωνηθείσας αξίας £654,50, που ο εναγόμενος 1 συμφώνησε να εξοφλήσει σε 12 μηνιαίες δόσεις από £56,85 έκαστη, της πρώτης πληρωτέας με την παράδοση του ηλεκτρονικού υπολογιστή το δε υπόλοιπο δόσεων την 15η ημέρα εκάστου επόμενου μηνός. Κατά ή περί τις 5.10.00 η ενάγουσα παρέδωσε στον εναγόμενο 1 τον πιο πάνω ηλεκτρονικό υπολογιστή, τον οποίο εξακολουθεί να έχει αυτός στην κατοχή του. Κατά ή περί την προαναφερθείσα περίοδο ο λογαριασμός του εναγόμενου 1 πιστώθηκε με τα ακόλουθα ποσά: 1) £30.818,18, προμήθειες στις οποίες δικαιούτο, 2) £1.638,73, πληρωμή υπό του εναγόμενου 1, 3) £1.600, επίδομα, 4) £40, επίδομα διαφημιστικού αντικειμένου, 5) £240, έξοδα κινήσεως έτους 1999, 6) £1.044, που αντιστοιχούσε με αξία κερδηθέντος ταξιδιού στην Αμερική από τον εναγόμενο 1 και αυτός αντάλλαξε με οδηγίες για πίστωση στο λογαριασμό του αντί πραγματοποίησης του ταξιδιού και 7) £401,24, persistency bonus (φιλοδώρημα). Παρεμβάλλεται και εδώ ότι η σχετική με τα πιο πάνω ποσά που πιστώθηκαν παράγραφος της έκθεσης απαίτησης έγινε παραδεκτή από τους εναγόμενους υπό την επιφύλαξη των ισχυρισμών της παραγράφου 17 της υπεράσπισης τους, όπου αναφέρεται ότι ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι τα πιο πάνω πιστωθέντα στο λογαριασμό του ποσά καταδεικνύουν την πολύ καλή ασφαλιστική παραγωγή που είχε ο ίδιος και/ή οι συνεργάτες του, διότι με βάση την συναφθείσα συμφωνία ο εναγόμενος 1 δεν θα δικαιούτο τα εν λόγω ωφελήματα αν στερείτο κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του με την ενάγουσα καλής ασφαλιστικής παραγωγής. Όσον αφορά το ποσό των £1.638,73, αυτό πληρώθηκε προς αυτόν από τους ενάγοντες μετά την παράνομη εκ μέρους τους αποστέρηση του δικαιώματος του να κατέχει αριθμό μετοχών της ενάγουσας (περί τις 5.000 μετοχές), τις οποίες αγόρασε καταβάλλοντας ως τίμημα το εν λόγω ποσό και ήταν δικαίωμα που του δόθηκε λόγω της πολύ καλής ασφαλιστικής παραγωγής του κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του με την ενάγουσα, αναφέροντας ότι θα αξιώσει ανταπαιτητικά αποζημιώσεις για την απώλεια του δικαιώματος του αυτού συνεπεία της συμπεριφοράς και/ή της τηρηθείσας στάσης της ενάγουσας, αξιώνοντας εν τέλει ανταπαιτητικά από την ενάγουσα το ποσό αυτό ως αποζημίωση για την απώλεια του συνεπεία της πώλησης των μετοχών του αυτών εκ μέρους της ενάγουσας. Οι εναγόμενοι 2 και/ή 3 και/ή 4 εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά με τον εναγόμενο 1 την τήρηση των συμφωνηθέντων υπό του εναγόμενου 1 με τις συμφωνίες αντιπροσώπου και/ή συνεργασίας και/ή εγγυήθηκαν την οφειλή του εναγόμενου 1 προς την ενάγουσα και/ή την εξόφληση της. Μετά την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής, κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου που εκδόθηκε εκ συμφώνου κατά την ακροαματική διαδικασία, φαίνεται ότι η ενάγουσα μετονομάστηκε σε ASPIS LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC COMPANY LTD ενώ αρχικά η επωνυμία της ήταν LIBERTY LIFE INSURANCE LTD. Από τους λοιπούς ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης της ενάγουσας παρέμειναν προς εκδίκαση και εξαγωγή ευρημάτων του Δικαστηρίου οι ακόλουθοι: Ότι η ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και εξακολουθεί να είναι δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (στο εξής «ΧΑΚ»), νόμιμα εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα τη Λευκωσία και ασκεί ασφαλιστικές εργασίες στον κλάδο ζωής και παρεμφερών κλάδων. Ότι προς υλοποίηση των όρων των συμφωνιών ετηρείτο από την ενάγουσα χρεωπιστωτικός λογαριασμός, ο οποίος σε τακτά χρονικά διαστήματα ελέγχετο από τον εναγόμενο 1, που συμφωνούσε με αυτόν. Ότι ο εναγόμενος 1 και/ή δια των συνεργατών του απέτυχε να υλοποιήσει τα πιο πάνω συμφωνηθέντα και/ή τους συμφωνηθέντες στόχους και ως εκ τούτου οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των £5.000, ως εφάπαξ χρηματοδότηση στη βάση των συμφωνιών και/ή ως αποζημίωση για παράβαση τους και/ή ως χρήματα καταβληθέντα αχρεωστήτως και/ή άνευ ανταλλάγματος και/ή στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ότι ο εναγόμενος 1 εισέπραξε από την ενάγουσα και/ή προκαταβλήθηκε στον εναγόμενο 1 από την ενάγουσα σταδιακά ως χρηματοδότηση και/ή δάνειο ποσό £33.606,13, που λογίζετο έναντι των προμηθειών στις οποίες ο εναγόμενος 1 θα δικαιούτο στη βάση ασφαλιστικής παραγωγής που υποχρεούτο να παράξει. Ότι οι όροι και προϋποθέσεις για την καταβολή ειδικού επιδόματος δεν τηρήθηκαν από τον εναγόμενο και έτσι αυτός αχρεωστήτως και άνευ ανταλλάγματος εισέπραξε το ποσό των £6.908, που οφείλει να επιστρέψει στην ενάγουσα. Ότι κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του εναγόμενου 1 μέχρι και τη διακοπή της από αυτόν, κατά ή περί τις 9.8.02 ο εναγόμενος 1 παρήγαγε καθαρή ασφαλιστική παραγωγή ύψους £32.132, που αντιστοιχεί μόλις στο 25,6% των συμφωνηθέντων. Ότι ο εναγόμενος 1 οφείλει τα ακόλουθα ποσά, για τα οποία συμφώνησε και παραδέχθηκε ότι οφείλει και/ή χρεώθηκαν στο λογαριασμό του: α) £476,28, ασφάλιστρα από τη συμμετοχή του στο ομαδικό συνταξιοδοτικό σχέδιο των ασφαλιστικών αντιπροσώπων της ενάγουσας, β) £8,19, ασφάλιστρα που εισέπραξε από τους ασφαλισμένους της ενάγουσας που ανήκαν σ' αυτήν και παράνομα ο εναγόμενος 1 κατακράτησε και εξακολουθεί να κατακρατεί, γ) £74,75, ποσό που καταβλήθηκε σε εισπράκτορες για σκοπούς είσπραξης ασφαλίστρων που ο εναγόμενος 1 όφειλε να εισπράξει, δ) £507,68, οφειλόμενα ασφάλιστρα από τη συμφωνία συμμετοχής και/ή συμμετοχή του εναγόμενου 1 σε ομαδική ασφάλιση συνεργατών της ενάγουσας στη βάση ασφαλιστηρίου συμβολαίου που εξέδωσε η ενάγουσα, ε) £6, επαγγελματικές κάρτες της επιχείρησης και/ή εργασιών του εναγόμενου 1 που η ενάγουσα εκπλήρωσε, ζ) £6,43, σφραγίδες για την επιχείρηση και/ή τις εργασίες του εναγόμενου 1 που η ενάγουσα εκπλήρωσε και η) £57, αξία διαφημιστικών ημερολογίων που ο εναγόμενος 1 προμηθεύτηκε και/ή αγόρασε από την ενάγουσα για προώθηση των εργασιών του. Περαιτέρω, ότι ο εναγόμενος 1 κατέβαλε για τις δόσεις του αγορασθέντος ηλεκτρονικού υπολογιστή ποσό £284,25 και παραμένει ως υπόλοιπο οφειλόμενο από αυτόν προς την ενάγουσα ποσό £370,
  11. Επίσης, ότι κατά τον χρόνο διακοπής της συνεργασίας του εναγόμενου 1 με την ενάγουσα, από τον συμψηφισμό των ποσών που έγινε, παρέμεινε και εξακολουθεί να παραμένει ως υπόλοιπο οφειλόμενο από τον εναγόμενο 1 στην ενάγουσα, το ποσό των £11.238,
  12. Και ότι ο εναγόμενος 1, κατά ή περί τον Αύγουστο του 2002, παράνομα και/ή αυθαίρετα και/ή αντισυμβατικά διέκοψε τη συνεργασία του με την ενάγουσα, η οποία με επιστολή της ημερομηνίας 9.8.02, που επέδωσε στον εναγόμενο 1, σημείωνε την υπ' αυτού διακοπή της συνεργασίας και/ή την αντισυμβατική και/ή παράνομη συμπεριφορά του. Τέλος, ότι ο εναγόμενος 1 για το έτος που προηγήθηκε της διακοπής της συνεργασίας του με την ενάγουσα δεν είχε καθόλου προσωπική παραγωγή και/ή δεν προώθησε τα συμφέροντα της ενάγουσας, πλήττοντας με αυτό τον τρόπο τα νόμιμα και οικονομικά συμφέροντα της. Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας επίσης, ο συνήγορος των εναγομένων δήλωσε ότι δεν θα προωθήσει την προδικαστική ένσταση που περιλαμβάνεται στην υπεράσπιση τους. Ενόψει δε των παραδεκτών γεγονότων που προαναφέρθηκαν, οι λοιποί ισχυρισμοί των εναγομένων, πέραν των επιφυλάξεων τους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, σύμφωνα με την υπεράσπιση τους είναι οι ακόλουθοι: Ως προς τον χρεωπιστωτικό λογαριασμό ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι δεν γινόταν έλεγχος από αυτόν διότι δεν ενέπιπτε στην αρμοδιότητα του να πράξει τούτο, αλλά από τους ελεγκτές και/ή λογιστές που εργοδοτούσε η ενάγουσα και/ή με τους οποίους αυτή συνεργαζόταν για τέτοια εργασία. Ο εναγόμενος 1 αρνείται και απορρίπτει τη θέση ότι οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των £5.000 καθώς και το ποσό των £6.908 στη βάση των όσων αυτή ισχυρίζεται, και υποστηρίζει ότι κατά τη χρονική περίοδο 2000-2001 βραβεύτηκε από την ενάγουσα ως ο πρώτος σε ασφαλιστική παραγωγή αναπληρωτής διευθυντής και/ή ασφαλιστικός αντιπρόσωπος αφού η εν λόγω παραγωγή τόσο του ίδιου όσο και των συνεργατών του κατά την περίοδο εκείνη, που ήταν το τρίτο έτος συνεργασίας του με την ενάγουσα, υπερέβαινε τις £90.000, ενόσω η επίδικη συμφωνία προνοούσε ασφαλιστική παραγωγή της τάξεως των £65.000 για το τρίτο έτος. Αρνείται, καθότι αγνοεί, ότι εισέπραξε το ποσό των £33.606,
  13. Αρνείται ακόμη και απορρίπτει τη θέση της ενάγουσας ότι κατά τις 9.8.02 παρήξε ασφαλιστική παραγωγή ύψους £32.132, υποστηρίζοντας ότι η καθαρή ασφαλιστική παραγωγή δεν θα έπρεπε να υπολογιστεί βάσει της δικής του μόνο ασφαλιστικής παραγωγής αλλά βάσει της καθαρής συνολικής ασφαλιστικής παραγωγής του ίδιου και/ή των συνεργατών του από τις 11.9.98 μέχρι τις 9.8.02 προς το σκοπό εξαγωγής αληθούς και ασφαλούς αποτελέσματος. Αρνείται επίσης ότι οφείλει τα ποσά που αναφέρθηκαν υπό στοιχεία α-η πιο πάνω, με τον ισχυρισμό ότι αυτά αποκόπτονταν από τα εισοδήματα που λάμβανε από την ενάγουσα σε μηνιαία βάση και/ή του παρείχοντο δωρεάν από την ενάγουσα όταν αυτό ήταν δυνατό, ειδικότερα δε για το ποσό υπό στοιχείο ζ αναφέρει ότι οι σφραγίδες που χρησιμοποιούσε για την εργασία του ανήκαν στην ενάγουσα, που είχε υποχρέωση να του τις παρέχει προς το σκοπό ορθής εκτέλεσης των καθηκόντων του και ο ίδιος δεν είχε καμία υποχρέωση να τις αγοράσει και/ή να προμηθευτεί. Αναφορικά με το απαιτούμενο υπόλοιπο για την αγορά του ηλεκτρονικού υπολογιστή, ο εναγόμενος 1 αρνείται ότι το οφείλει στην ενάγουσα και ισχυρίζεται ότι εξόφλησε το συνολικό ποσό των £654,50 κατόπιν των μηνιαίων αποκοπών για τις 12 δόσεις που γίνοντο από τα εισοδήματα του εκ μέρους της ενάγουσας. Αρνείται επίσης ότι παραμένει οφειλόμενο υπόλοιπο από αυτόν προς την ενάγουσα μετά τον ισχυριζόμενο από αυτήν συμψηφισμό των ποσών και την σχετική αξίωση της καθώς και τη θέση της ότι αυτός διέκοψε παράνομα και/ή αυθαίρετα και/ή αντισυμβατικά τη συνεργασία τους, αναφέροντας ότι η ενάγουσα δεν ακολούθησε την συμφωνηθείσα διαδικασία τερματισμού των υπηρεσιών του και τον απέλυσε παράνομα και εν αγνοία του από τα καθήκοντα του, ο ίδιος δε έμαθε τυχαία από φίλο του περί τον Οκτώβριο του 2002 το γεγονός της απόλυσης του. Παρόλο που ο εναγόμενος 1 αναφέρεται σε μεγάλη οικονομική ζημιά του της τάξεως των £50.000 για απώλεια καριέρας ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος και/ή για απώλεια απολαβών και ωφελημάτων από τις 9.8.02 και μετέπειτα συνεπεία της κατά τον ισχυρισμό του παράνομης απόλυσης του, αξιώνοντας ανταπαιτητικά αποζημιώσεις, δεν προώθησε την ανταπαίτηση του ως προς το μέρος αυτό κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Αρνείται τέλος τους ισχυρισμούς της ενάγουσας ότι έπληξε τα νόμιμα και οικονομικά συμφέροντα της και ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα είχε πολύ μειωμένη ασφαλιστική παραγωγή κατά τον επίδικο χρόνο λόγω της δυσφήμησης και της απώλειας πελατείας της συνεπεία της πορείας της εξαγορασθείσας από αυτήν ασφαλιστικής εταιρείας Marketrends. Στην απάντηση της στην υπεράσπιση των εναγομένων και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση του εναγόμενου 1, η ενάγουσα εμμένει στις θέσεις της απορρίπτοντας τις αντίθετες θέσεις των εναγομένων και ζητώντας την απόρριψη της ανταπαίτησης του εναγόμενου
  14. Προσθέτει ότι περί τον Οκτώβριο του 2000 ο Διευθυντής Υποστήριξης Πωλήσεων της απέστειλε εσωτερικό σημείωμα προς την Διεύθυνση της, όπου γίνεται καθαρή αναφορά στη σημαντική απόκλιση που είχε η παραγωγή του εναγόμενου 1 από τους στόχους που ανέλαβε μέσω των συμβατικών του υποχρεώσεων ενώ ο Περιφερειακός Διευθυντής της με εσωτερικό σημείωμα ημερομηνίας 10.7.02 ανέφερε ότι ο εναγόμενος 1 βρισκόταν επαγγελματικά σε αδράνεια. Αναφέρει επίσης ότι δυνάμει συμφωνητικού εγγράφου ενεχυρίασης τίτλων ημερομηνίας 31.12.01, ο εναγόμενος 1 ενεχυρίασε υπέρ της ενάγουσας 4.727 δικαιώματα παραχώρησης μετοχών (share options) της ενάγουσας, τα οποία η ενάγουσα κατείχε ως εξασφάλιση πληρωμής του χρέους του εναγόμενου 1 προς αυτήν που θα προέκυπτε δυνάμει της συμφωνίας συνεργασίας τους. Σύμφωνα με τους όρους του εν λόγω συμφωνητικού εγγράφου και αφού ο εναγόμενος 1, ασκώντας τα δικαιώματα του, αγόρασε τις 4.727 μετοχές της ενάγουσας, λόγω παράλειψης του εναγόμενου 1 να πληρώσει το προς αυτήν χρέος του μετά που αυτό του ζητήθηκε στις 29.4.02, η ενάγουσα πώλησε, ως είχε δικαίωμα, τις μετοχές του εναγόμενου 1 και απεκόμισε το ποσό των £1.638,73, το οποίο πιστώθηκε έναντι του υπολοίπου του εναγόμενου 1 στο λογαριασμό δανείου του με αρ.
  15. Κατά την ακροαματική διαδικασία, εκ μέρους της ενάγουσας προσφέρθηκε η μαρτυρία του Αντώνη Αντωνίου (ΜΕ1) και του Χρίστου Αντωνιάδη (ΜΕ2) και εκ μέρους των εναγομένων δόθηκε η μαρτυρία του εναγόμενου 1 (ΜΥ1) και του Κυριάκου Κυριάκου (ΜΥ2). Ο ΜΕ1 στη γραπτή του δήλωση, που κατατέθηκε ως Έγγραφο Α ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέφερε ότι κατά την περίοδο από 1.10.94 μέχρι 31.12.99 και από 1.3.03 μέχρι 31.7.05 ήταν στην υπηρεσία της ενάγουσας ως υπεύθυνος Λογιστηρίου και Οικονομικός Διευθυντής και από 1.8.05 μέχρι σήμερα κατέχει την θέση του Οικονομικού Διευθυντή του Ομίλου ΑΣΠΙΣ HOLDINGS PLC. Ως Οικονομικός Διευθυντής είχε καθήκον να ελέγχει και να εποπτεύει τους λογαριασμούς τόσο των πελατών όσο και των ασφαλιστικών αντιπροσώπων-συνεργατών της ενάγουσας. Κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα πρωτότυπα έγγραφα της συμφωνίας συνεργασίας ημερομηνίας 11.9.1998, της συμφωνίας αντιπροσώπου ημερομηνίας 11.9.1998, της συμφωνίας αγοράς ηλεκτρονικού υπολογιστή ημερομηνίας (5.10.2000) 11.1.2001 και αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 12.2.1999, ως Τεκμήρια 2, 3, 4 και 5 αντίστοιχα. Όπως είπε, οι καταστάσεις λογαριασμών όλων των ασφαλιστικών αντιπροσώπων της ενάγουσας τηρούνται και φυλάσσονται σε ηλεκτρονική μορφή και εξήγησε τον τρόπο λειτουργίας του λογισμικού και λογιστικού συστήματος της ενάγουσας. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 6, αναλυτική κατάσταση λογαριασμού του εναγόμενου 1 με αριθμό 12121166, ημερομηνίας 21.11.2003 που έχει εκτυπωθεί από το σύστημα ηλεκτρονικών υπολογιστών της ενάγουσας και παρουσιάζει όλες τις χρεώσεις και πιστώσεις που καταχωρήθηκαν από τις 30.4.2001 μέχρι και τις 30.4.2003, όπου καταγράφηκε η τελευταία πράξη σχετικά με τον εναγόμενο
  16. Επεξήγησε αναλυτικά το προηγούμενο λογισμικό δηλαδή το «λογιστικό πρόγραμμα» που χρησιμοποιούσε η ενάγουσα πριν την 1.1.2000 και ανέφερε ότι λόγω της μετάβασης από το παλαιό στο καινούργιο αναλυτικό λογισμικό πρόγραμμα, όλες οι χρεώσεις και πιστώσεις που καταχωρήθηκαν από τις 30.9.1998 μέχρι και τις 30.4.2001 παρουσιάζονται στην κατάσταση λογαριασμού του εναγόμενου 1 (βλ. Τεκμήριο 6) ως συνολικό ποσό με ημερομηνία καταχώρισης 30.4.2001, ως αρχική καταχώριση από μεταφορά στο καινούργιο αναλυτικό λογισμικό πρόγραμμα («brought forward - opening balance»). Τα ποσά της περιόδου από 30.9.1998 μέχρι 30.9.2003 παρουσιάζονται αναλυτικά στην αναλυτική κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 3.11.2003, η οποία εκτυπώθηκε την ίδια ημέρα από το σύστημα ηλεκτρονικών υπολογιστών της ενάγουσας, δηλαδή από το σύστημα του λογιστικού προγράμματος (το οποίο εξακολουθεί μέχρι σήμερα να βρίσκεται εγκατεστημένο στα κεντρικά γραφεία της ενάγουσας, υπό την αποκλειστική φύλαξη και έλεγχο των αντιπροσώπων αυτής και αποτελεί μέρος του κεντρικού αρχείου της ενάγουσας) και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  17. Περαιτέρω, ο ΜΕ1 επεξήγησε τον τρόπο υπολογισμού και πως προκύπτει η αρχική καταχώρηση από την μεταφορά στο νέο σύστημα καθώς επίσης και τον διαχωρισμό σε στήλες κάθε λογαριασμού και τι αποτελεί και συμπεριλαμβάνει η κάθε στήλη σε κάθε λογαριασμό στα Τεκμήρια 6 και 7 καθώς και το νόημα των διαφόρων κωδικών που παρουσιάζονται στους εν λόγω λογαριασμούς. Μετά τον τερματισμό της συνεργασίας του εναγόμενου 1 με την ενάγουσα, δηλαδή τον Αύγουστο του 2002, ο λογαριασμός με αριθμό 12121166 (βλ. Τεκμήριο 6) έκλεισε και το χρεωστικό υπόλοιπο ύψους £7.932,64 μεταφέρθηκε στις 31.12.2002 στον λογαριασμό με αριθμό
  18. Επίσης στις 30.4.2003 μεταφέρθηκε στον εν λόγω λογαριασμό το χρεωστικό υπόλοιπο ύψους £117,67 από τον λογαριασμό με αριθμό 12121166, Τεκμήριο
  19. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, ο εναγόμενος 1 έχει επ' ονόματι του και δεύτερο χρεωπιστωτικό λογαριασμό με αριθμό 12124016, ο οποίος ανοίχθηκε εν γνώσει του σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας συνεργασίας (βλ. Τεκμήριο 2) και αποτελεί συμπληρωματικό μέρος του κυρίως λογαριασμού, κατατέθηκε δε ως Τεκμήριο
  20. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της εν λόγω συμφωνίας, θα δινόταν στον εναγόμενο 1 εφάπαξ ποσό χρηματοδότησης £5.000 με την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας νοουμένου ότι ο εναγόμενος 1 θα πραγματοποιούσε καθαρή ασφαλιστική παραγωγή πέραν του 80% των συμφωνηθέντων στόχων παραγωγής της πρώτης τριετίας. Ο εν λόγω λογαριασμός θα πιστωνόταν αντίστοιχα με τα ωφελήματα που θα κέρδιζε ο εναγόμενος 1 και το χρεωστικό του υπόλοιπο θα επιβαρύνετο με τόκο ίσο με το εκάστοτε τραπεζικό επιτόκιο, δηλαδή με 7%. Ως εκ τούτου, ως εμφαίνεται και στο Τεκμήριο 9, ο δεύτερος λογαριασμός του εναγόμενου 1 χρεώθηκε με το ποσό των £5.000, πιστώθηκε δε με το ποσό των £1.638,73 την 1.12.
  21. Στις 27.10.2005 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους £3.361,
  22. Αντίγραφο κάθε λογαριασμού αποστέλλεται στον ασφαλιστή για έλεγχο και ενημέρωση ενώ πρωτότυπα και αντίγραφα των καταστάσεων λογαριασμών σε ηλεκτρονική μορφή, τηρούνται στα λογισμικά συστήματα της ενάγουσας. Η διαδικασία αυτή αποτελεί μέρος της πρακτικής λειτουργίας της ενάγουσας και επαναλαμβάνεται στο τέλος κάθε μήνα ώστε ο κάθε ασφαλιστής να λαμβάνει την τελευταία κατάσταση του λογαριασμού του από την ενάγουσα. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 ουδέποτε αμφισβήτησε τις πιο πάνω καταχωρήσεις ούτε και εξέφρασε ποτέ οποιοδήποτε παράπονο αναφορικά με την ορθότητα της κατάστασης του λογαριασμού που λάμβανε, επιβεβαιώνεται και από ότι δεν υπάρχει πουθενά στο αρχείο του λογιστηρίου ή στο κεντρικό αρχείο της ενάγουσας οτιδήποτε που να επιμαρτυρεί την οποιαδήποτε αμφισβήτηση, σχόλιο ή παράπονο του εναγόμενου 1 σε σχέση με την κατάσταση λογαριασμού του. Περαιτέρω ο ΜΕ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 10 συγκεντρωτική κατάσταση λογαριασμού του εναγόμενου 1 για την επίδικη χρονική περίοδο από 1.9.1998 μέχρι 31.8.2003, την οποία συνέταξε και έλεγξε προσωπικά την 1.9.2004 και την επεξήγησε στο Δικαστήριο, αναφερόμενος περαιτέρω στον υπολογισμό του τόκου για την περίοδο από 31.12.2003 μέχρι σήμερα. Ανέφερε, επίσης, ότι στον εναγόμενο 1 είχαν παραχωρηθεί σύμφωνα με το ένταλμα εξάσκησης δικαιωμάτων παραχώρησης μετοχών ημερομηνίας 31.12.2001, υπογεγραμμένο από τον εναγόμενο 1 (βλ. Τεκμήριο 11), 4.727 συνήθεις μετοχές της ενάγουσας εταιρείας, των οποίων η συνολική αξία κατά την ημερομηνία παραχώρησης τους στον εναγόμενο 1 ανερχόταν σε £1.418,
  23. Ο εναγόμενος 1 στη συνέχεια υπέγραψε με την ενάγουσα συμφωνία ενεχυρίασης τίτλων ημερομηνίας 31.12.2001, Τεκμήριο 12, δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος 1 ενεχυρίασε τις πιο πάνω μετοχές προς όφελος της ενάγουσας. Παρεμβάλλεται εδώ ότι με τη συμφωνία αυτή δίδεται, με ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα από τον εναγόμενο 1 προς την ενάγουσα, το δικαίωμα κατά την απόλυτη κρίση της να πωλήσει τις ενεχυριασθείσες μετοχές και να κρατήσει το προϊόν πώλησης τους έναντι της οφειλής του εναγόμενου 1 προς αυτήν συνεπεία της συμφωνίας συνεργασίας. Με βάση τις πρόνοιες της εν λόγω συμφωνίας (Τεκμήριο 12), η ενάγουσα πώλησε τις μετοχές του εναγόμενου 1 μέσω της χρηματιστηριακής εταιρείας Marketrends Capital Market Ltd και το συνολικό ποσό που προήλθε από την πώληση των μετοχών προς όφελος του εναγόμενου 1 ήταν £1.638,
  24. Όπως υποστήριξε καταληκτικά ο ΜΕ1, από όσα γνωρίζει και από τον έλεγχο των λογαριασμών και όλων των στοιχείων που βρίσκονται στο λογιστήριο της ενάγουσας, κανένα ποσό δεν έχει καταβληθεί από τους εναγόμενους 1, 3 και 4 προς την ενάγουσα μέχρι σήμερα για την εξόφληση του απαιτούμενου ποσού. Τέλος, ως Τεκμήριο 13 κατέθεσε πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, όπως τροποποιήθηκε, υπογραμμένο από τον Γιάννο Χριστοφή, Διευθύνοντα Σύμβουλο και Γενικό Διευθυντή της ενάγουσας. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ1 υποστήριξε ότι κάθε μήνα αποστέλλετο στον κάθε συνεργάτη αντίγραφο του λογαριασμό του και ό,τι αφορούσε τα υπόλοιπα του και αν ο συνεργάτης διαφωνούσε με την κατάσταση λογαριασμού που έπαιρνε μπορούσε να ζητήσει επεξήγηση επί των λογαριασμών και να στείλει πίσω τις παρατηρήσεις του. Κάθε μήνα ο συνεργάτης έπαιρνε από το Λογιστήριο την επιταγή ως χρηματοδότηση που ζητούσε και ταυτόχρονα έπαιρνε και την κατάσταση λογαριασμού του. Αναφορικά με την ερμηνεία των όρων της συμφωνίας συνεργασίας υπεύθυνος είναι ο Διευθυντής Πωλήσεων. Οι προμήθειες πιστώνονταν αυτόματα από το λογιστικό σύστημα στο λογαριασμό κάθε συνεργάτη αλλά για το θέμα καταβολής των bonus (φιλοδωρημάτων) υπεύθυνο ήταν το Τμήμα Πωλήσεων της ενάγουσας. Σε σχέση με το περιεχόμενο και την ετοιμασία των καταστάσεων λογαριασμών, Τεκμήρια 6-10, ανέφερε ότι όλα τα στοιχεία που αφορούν τον ασφαλιστή καταγράφονται στο αναλυτικό καθολικό, το οποίο ελέγχεται από την υπηρεσία Οικονομικής Διεύθυνσης της ενάγουσας. Κατά την επανεξέταση του ο ΜΕ1 διευκρίνισε ότι συνέταξε και υπέγραψε το Τεκμήριο 10 αφού ήλεγξε όλες τις καταχωρήσεις που έγιναν στον λογαριασμό του εναγόμενου 1 και κατά την περίοδο που ο ίδιος έλειπε από την ενάγουσα και δεν βρήκε οποιαδήποτε λάθη. Ο ΜΕ2, στη γραπτή του δήλωση που κατατέθηκε ως Έγγραφο Β ενώπιον του Δικαστηρίου, υιοθετώντας την έκθεση απαίτησης ανέφερε ότι βρίσκεται στην υπηρεσία της ενάγουσας από το 2000, αρχικά ως Διευθυντής Υποκαταστήματος και από το 2002 ως Περιφερειακός Διευθυντής Λεμεσού και Πάφου, ενώ από το 2004 μέχρι σήμερα κατέχει τη θέση του Διευθυντή Πωλήσεων. Επεσήμανε ότι η ενάγουσα ως ασφαλιστική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εισηγμένη στο ΧΑΚ, βρίσκεται δια νόμου υπό τον αυστηρό έλεγχο και εποπτεία του Εφόρου Ασφαλιστικών Εταιρειών, του ΧΑΚ και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και για σκοπούς του εν λόγω ελέγχου, οι οικονομικές δραστηριότητες της ενάγουσας και/ή τα λογιστικά της αρχεία ελέγχονται δια νόμου από ανεξάρτητους ελεγκτικούς οίκους, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες ασφαλιστικές εταιρείες που είναι εγγεγραμμένες στην Κύπρο, οι οποίες ελέγχονται μόνο από τον Έφορο Ασφαλιστικών Εταιρειών επειδή δεν είναι δημόσιες. Περαιτέρω ανέφερε ότι το Τμήμα Πωλήσεων της ενάγουσας διατηρεί αρχείο με αντίγραφα όλων των συμβολαίων που υπογράφονται μεταξύ της ενάγουσας και όλων των ασφαλιστικών αντιπροσώπων/συνεργατών της. O εναγόμενος 1 ήταν ένας εκ των ασφαλιστών της εταιρείας βάσει των συμφωνιών αντιπροσώπου και συνεργασίας (βλ. Τεκμήρια 3 και 2), ως είναι η πάγια πρακτική της ενάγουσας με όλους τους ασφαλιστικούς της αντιπροσώπους, σύμφωνα με τις οποίες διορίστηκε ασφαλιστικός αντιπρόσωπος της ενάγουσας με αντάλλαγμα συμφωνηθέν ποσοστό προμηθειών επί των πράγματι εισπραττομένων καθαρών ασφαλίστρων εκ των ασφαλιστικών συμβολαίων που ο εναγόμενος 1 θα επετύγχανε με τη μεσολάβησή του να συναφθούν μεταξύ της ενάγουσας και τρίτων προσώπων. Και οι δυο συμφωνίες φέρουν τη μονογραφή του εναγόμενου 1 σε κάθε σελίδα και την υπογραφή του στην τελευταία, ως αναφέρεται δε στην παράγραφο Α του Τεκμηρίου 2, η συμφωνία συνεργασίας (Τεκμήριο 2) είναι συμπληρωματική της συμφωνίας αντιπροσώπου (Τεκμήριο 3) και διαβάζονται μαζί ως ενιαίο κείμενο. Σύμφωνα με τις παραγράφους Α4 του Τεκμηρίου 3 και ΣΤ

(1)του Τεκμηρίου 2, οι εν λόγω συμφωνίες δεν δημιουργούν σχέση εργοδότησης μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1 αλλά σχέση αντιπροσωπείας. Διευκρίνισε ότι ο εναγόμενος 1, σύμφωνα με την παράγραφο Β της συμφωνίας συνεργασίας, είχε διοριστεί στην θέση του «Αναπληρωτή Διευθυντή Υποκαταστήματος» και σύμφωνα με την παράγραφο Γ της ίδιας συμφωνίας ανέλαβε συγκεκριμένους στόχους παραγωγής και στρατολόγησης για περίοδο 5 χρόνων, με αντάλλαγμα συμφωνηθέν ποσοστό προμηθειών, υπερπρομηθειών, φιλοδωρήματος και επιδομάτων, σύμφωνα με τον όρο Δ αυτής. Ο εναγόμενος 1, δηλαδή, πέραν των προμηθειών και των ωφελημάτων τα οποία θα λάμβανε από την προσωπική παραγωγή του ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος της ενάγουσας, θα είχε και περαιτέρω οφέλη και θα αποζημιωνόταν επιπλέον, αν και εφόσον επετύγχανε τους προοδευτικούς στόχους που είχαν καθοριστεί με την συμφωνία συνεργασίας σύμφωνα με την παράγραφο Γ αυτής, τόσο στη βάση της δικής του προσωπικής παραγωγής όσο και βάσει της παραγωγής των ασφαλιστικών αντιπροσώπων-συνεργατών της ενάγουσας που θα ανήκαν στην ομάδα του. Ο ΜΕ2 αναφέρθηκε, σύμφωνα με τον όρο Γ της συμφωνίας συνεργασίας, αναλυτικά στους στόχους παραγωγής σε ετησιοποιημένα ασφάλιστρα της ομάδας, της οποίας θα ηγείτο ο εναγόμενος 1 για κάθε έτος προοδευτικά για περίοδο 5 ετών. Επίσης, επεξήγησε αναλυτικά τον τρόπο λειτουργίας του επαγγέλματος του ασφαλιστικού αντιπροσώπου, αναφέροντας ότι η διάρκεια ισχύος των συμφωνιών ασφαλιστικού αντιπροσώπου και συνεργασίας ήταν για 5 χρόνια για να διαφυλαχθούν τα συμφέροντα της ενάγουσας και για να αποφευχθεί η εγκατάλειψη της συνεργασίας τους από τον εναγόμενο 1, προτού η ενάγουσα αποκομίσει κάποιο ουσιαστικό όφελος από την μεταξύ τους συνεργασία. Επεσήμανε ότι οι ασφαλιστικοί αντιπρόσωποι-συνεργάτες της ενάγουσας δεν λαμβάνουν μισθό από την ενάγουσα για τις υπηρεσίες και το έργο που παράγουν για λογαριασμό της αφού δεν είναι εργοδοτούμενοι της. Τα οικονομικά τους οφέλη απορρέουν αποκλειστικά από τις προμήθειες, τις υπερπρομήθειες, τα επιδόματα, τα φιλοδωρήματα και την αποζημίωση που δικαιούνται να λαμβάνουν, σύμφωνα με τις συμφωνίες συνεργασίας και ασφαλιστικού αντιπροσώπου που συνάπτουν με την ενάγουσα, νοουμένου ότι εξασφαλίζουν τους στόχους που είχαν αναλάβει με αυτές. Η ενάγουσα παρέχει στους ασφαλιστικούς αντιπροσώπους οικονομική στήριξη, πληρώνοντας τους προκαταβολικά υπό μορφή χρηματοδότησης, τις ετησιοποιημένες προμήθειες και υπερπρομήθειες της καθαρής παραγωγής που δικαιούνται να πληρωθούν με βάση την υποβληθείσα μηνιαία παραγωγή τους, μέχρις ότου δημιουργήσουν προσωπικό χαρτοφυλάκιο που θα τους αποφέρει μηνιαίες απολαβές στο ύψος ενός κανονικού μισθού. Αυτό συμφωνήθηκε και μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1 δυνάμει των όρων Β1 του Τεκμηρίου 3 και Ε του Τεκμηρίου
  1. Συμφωνήθηκε, επίσης, μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1 ότι τυχόν χρεωστικό υπόλοιπο εις βάρος του εναγόμενου 1 που προέκυπτε από τη χρηματοδότηση, θα επιβαρύνετο με κόστος απασχόλησης κεφαλαίου στο ίδιο ποσοστό με το εκάστοτε ισχύον ανώτατο δανειστικό τραπεζικό επιτόκιο και ότι θα κατεβάλλετο στον εναγόμενο 1 μηνιαία χρηματοδότηση που δεν θα υπερέβαινε το 80% των ετησιοποιημένων προμηθειών της μηνιαίας καθαρής παραγωγής έναντι προμηθειών με ανώτατο όριο £1.
  2. Σύμφωνα με τον ΜΕ2, η ενάγουσα άνοιξε επ' ονόματι του εναγόμενου 1 χρεωπιστωτικό λογαριασμό, ο οποίος τηρείται και φυλάσσεται σε ηλεκτρονική μορφή σε σύστημα ηλεκτρονικών υπολογιστών, εξηγώντας τη λειτουργία του εν λόγω συστήματος. Αναφέρθηκε στην παραχώρηση μετοχών της στον εναγόμενο 1, την αξία κατά την ημερομηνία παραχώρησης τους (βλ. Τεκμήριο 11), την ενεχυρίαση των εν λόγω μετοχών από τον εναγόμενο 1 προς την ενάγουσα (βλ. Τεκμήριο 12), την πώληση των μετοχών και το κέρδος που απεκόμισε ο εναγόμενος 1 από την πώληση. Επεξηγώντας τους όρους των συμφωνιών ανέφερε ότι δυνάμει του όρου Δ της συμφωνίας-Τεκμηρίου 2 θα κατεβάλλετο στον εναγόμενο 1 προμήθεια με βάση τους στόχους παραγωγής και εφόσον αυτοί θα καλύπτοντο προοδευτικά κατά ποσοστό τουλάχιστον 80%, θα γινόταν πίστωση 22,5%, εκτός εάν βάσει κλίμακας παραγωγής εξασφαλίζετο ψηλότερο ποσοστό οπότε θα πιστώνετο το ποσοστό αυτό. Φιλοδώρημα παραγωγής θα κατεβάλλετο με βάση την κλίμακα προμηθειών και διατηρησιμότητας, δηλαδή της σχέσης μεταξύ των βασικών ατομικών συμβολαίων ζωής σε ισχύ προς το σύνολο των εκδοθέντων αντίστοιχων συμβολαίων, που είναι συνημμένη στο τέλος της συμφωνίας αντιπροσώπου-Τεκμηρίου
  3. Δυνάμει του όρου Ε2 του Τεκμηρίου 2, επιπρόσθετο εφάπαξ ποσό χρηματοδότησης £5.000 θα κατεβάλλετο στον εναγόμενο 1 με την υπογραφή της συμφωνίας-Τεκμηρίου 2, το οποίο αναμένετο να εξοφληθεί από το επίδομα επιτυχούς κάλυψης στόχων τριετίας σύμφωνα με τον όρο Δ.5 της συμφωνίας αυτής, αν δηλαδή ο εναγόμενος 1 πραγματοποιούσε καθαρή παραγωγή πέραν του 80% των συμφωνηθέντων στόχων παραγωγής της πρώτης τριετίας. Περαιτέρω, η συμφωνία-Τεκμήριο 2 προνοούσε ότι σε περίπτωση που οι στόχοι παραγωγής καλύπτοντο σε επίπεδο πέραν του 80% και η διατηρησιμότητα των συμβολαίων ήταν πέραν του 85%, όλα τα επιδόματα θα συνέχιζαν να καταβάλλονται στο συμφωνηθέν επίπεδο, ενώ σε αντίθετη περίπτωση θα γινόταν αναλογική αναπροσαρμογή. Σε περίπτωση που οι στόχοι παραγωγής επιτυγχάνοντο κάτω από 60% ή η διατηρησιμότητα ήταν κάτω από 80%, η ενάγουσα θα είχε το δικαίωμα να διακόψει τα επιδόματα και να ζητήσει άμεση εξόφληση ολόκληρου του ποσού εφάπαξ χρηματοδότησης και του χρεωστικού υπολοίπου μηνιαίας χρηματοδότησης, σύμφωνα με τον όρο ΣΤ4 της ίδιας συμφωνίας. Παρεμβάλλεται εδώ ότι κατά την κυρίως εξέταση του ο ΜΕ2 κατέθεσε ως Τεκμήρια και τα ακόλουθα έγγραφα, το οποία ετοιμάστηκαν και ελέγχθηκαν από τον ίδιο: συγκεντρωτική κατάσταση παραγωγής του εναγόμενου 1 και της ομάδας του για την περίοδο από 11.9.1998 μέχρι 9.8.2002 ως Τεκμήριο 16, αναλυτική κατάσταση του χαρτοφυλακίου του εναγόμενου 1 για την περίοδο από 11.9.1998 μέχρι 9.8.2002 ως Τεκμήριο 17, αναλυτική κατάσταση του χαρτοφυλακίου του εναγόμενου 1 για την περίοδο από 11.9.1998 μέχρι 31.7.2001 ως Τεκμήριο 18, αναλυτική κατάσταση χαρτοφυλακίου του Φάνου Θεοφάνους για την περίοδο από 11.9.1998 μέχρι 9.8.2002 ως Τεκμήριο 19, αναλυτική κατάσταση χαρτοφυλακίου του Κωνσταντίνου Κουτσούδη για την περίοδο από 11.9.1998 μέχρι 9.8.2002 ως Τεκμήριο 20, αναλυτική κατάσταση χαρτοφυλακίου του Γεώργιου Γεωργίου για την περίοδο από 11.9.1998 μέχρι 9.8.2002 ως Τεκμήριο 21 και αναλυτική κατάσταση χαρτοφυλακίου του Παναγιώτη Στυλιανού για την περίοδο από 11.9.1998 μέχρι 9.8.2002 ως Τεκμήριο
  4. Ο ΜΕ2 επεξήγησε τα εν λόγω έγγραφα αναλύοντας το περιεχόμενο τους και τι αντιπροσωπεύει ο κάθε κωδικός που εμφανίζεται σ' αυτά, κάνοντας επίσης συσχετισμό των εν λόγω καταστάσεων χαρτοφυλακίου με τη συμφωνία-Τεκμήριο 2 και επισημαίνοντας ότι βάσει των ποσοστών που βγαίνουν από το σύνολο τόσο της προσωπικής παραγωγής όσο και της παραγωγής της ομάδας του εναγόμενου 1 δεν έχουν επιτευχθεί οι συμφωνηθέντες στόχοι παραγωγής, δεν διατηρήθηκε η διατηρησιμότητα στο 80% και δεν τηρήθηκαν τα κριτήρια που διέπουν την παραχώρηση των επιδομάτων που έλαβε ο εναγόμενος 1 από την ενάγουσα. Σύμφωνα πάντα με τον ΜΕ2, κατά τις 12.2.1999 αποστάληκε για λογαριασμό της ενάγουσας επιστολή στον εναγόμενο 1, με την οποία του κοινοποιήθηκε ο νέος κανονισμός που αφορά το μηνιαίο επίδομα «Μισθού» Διευθυντών Υποκαταστημάτων και Μονάδων μαζί με τους σχετικούς Πίνακες και ενημερώνετο ότι η ενάγουσα αποφάσισε για το Α' εξάμηνο (1.1.1999-30.6.1999) να εντάξει τον εναγόμενο 1 στη κλίμακα παραγωγής 42.000-59.999, οπότε το επίδομα της πιο πάνω περιόδου θα ανερχόταν σε £
  5. Ο εναγόμενος 1 παρέλαβε την εν λόγω επιστολή, την προσυπέγραψε και επέστρεψε το ένα αντίγραφο ως ένδειξη συμφωνίας με αυτή την τροποποίηση (βλ. Τεκμήριο 5). Σύμφωνα με τον ΜΕ2, ο εναγόμενος 1 περί τον Αύγουστο του 2002 παράτυπα μονομερώς και χωρίς προειδοποίηση διέκοψε τη συνεργασία του με την ενάγουσα μη έχοντας εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε δυνάμει των επίδικων συμφωνιών με τη μακρά αδικαιολόγητη απουσία του από το γραφείο και έχοντας αποτύχει να υλοποιήσει τους συμφωνηθέντες στόχους παραγωγής που δεσμεύτηκε με την υπογραφή του να παράγει, το Νομικό Τμήμα της ενάγουσας απέστειλε για λογαριασμό της επιστολή στον εναγόμενο 1 ημερομηνίας 9.8.2002, με την οποία σημείωνε την λύση των μεταξύ τους συμφωνιών (Τεκμήριο 14). Το Νομικό Τμήμα της ενάγουσας ενημέρωσε και το γραφείο Εφόρου Ασφαλιστικών Εταιρειών για τον τερματισμό της συνεργασίας με τον εναγόμενο 1 λόγω της αποχώρησης του καθώς και ότι εκκρεμούσε χρεωστικό υπόλοιπο εναντίον του εναγόμενου 1 ύψους £11.238,56 και ο Έφορος Ασφαλιστικών Εταιρειών με επιστολές του ημερομηνίας 30.7.2004 ενημέρωσε τον εναγόμενο 1 ότι η εγγραφή του ως αντιπροσώπου ασφαλειών της ενάγουσας ακυρώνεται (βλ. Τεκμήρια 15Α και 15 Β). Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι λόγω της θέσης που κατείχε και κατέχει από το 2000 είναι σε θέση να γνωρίζει την λειτουργία του Τμήματος Πωλήσεων της ενάγουσας και να έχει πρόσβαση και έλεγχο στην παραγωγή και στην κατάσταση του χαρτοφυλακίου τόσο του εναγόμενου 1 όσο και της ομάδας του. Διευκρίνισε δε ότι η επιστολή τερματισμού (Τεκμήριο 14) στάληκε και παραδόθηκε στον εναγόμενο 1 με επιδότη. Ο εναγόμενος 1 με τη γραπτή του δήλωση, που κατατέθηκε ως Έγγραφο Γ ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστήριξε τις θέσεις του όπως πιο πάνω καταγράφηκαν ως ισχυρισμοί της υπεράσπισης των εναγομένων, λέγοντας ότι ουδέποτε του επιδόθηκε η επιστολή ημερομηνίας 9.8.2002 (Τεκμήριο 14) και τυχαία τον Οκτώβριο του ίδιου έτους έμαθε από πελάτη της ενάγουσας ότι είχε απολυθεί. Καταθέτοντας ως Τεκμήριο 23 έγγραφο αποκαλούμενο «Δελτίο αξιολόγησης και ελέγχου χρηματοδοτήσεων (από 1.12.2000 έως 31.12.2000)» υποστήριξε ότι από αυτό προκύπτει ότι το άθροισμα της προσωπικής του παραγωγής και του ποσού που έλαβε από την υπερκάλυψη των στόχων παραγωγής της μονάδας του ανέρχεται σε £77.212,92, που πιστώνεται σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας συνεργασίας στην προσωπική του παραγωγή, με αποτέλεσμα αυτή να υπερβαίνει κατά πολύ το 80% του προκαθορισμένου στόχου τριετίας, δηλαδή το ποσό των £64.
  6. Θεωρεί ως εκ τούτου λανθασμένη τη θέση της ενάγουσας ότι τον απέλυσαν λόγω δήθεν της χαμηλής του παραγωγικότητας. Καταθέτοντας ως Τεκμήριο 24 κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 9.1.2002, η οποία, όπως εξήγησε, είναι κατάσταση λογαριασμού που αποστέλλετο κατά τακτά χρονικά διαστήματα, υποστήριξε ότι δεν οφείλει τα διεκδικούμενα από την ενάγουσα ποσά. Ανέφερε ακόμη ότι δεν οικειοποιήθηκε οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο της ενάγουσας κατά την αποχώρηση του από την υπηρεσία της και εξόφλησε τον ηλεκτρονικό υπολογιστή στις 30.11.2001, όπως φαίνεται από την σχετική καταχώρηση στο Τεκμήριο
  7. Η ενάγουσα δε δεν δικαιούτο να πωλήσει τις μετοχές του υπό τα πιο πάνω δεδομένα και αξιώνει από αυτήν ανταπαιτητικά το ποσό των £1.638,
  8. Κατά την αντεξέταση του ο εναγόμενος 1, αν και υποστήριξε ότι είχε διαβάσει τη συμφωνία-Τεκμήριο 2 όταν του ζητήθηκε να διαβάσει την παράγραφο ΣΤ και ρωτήθηκε κατά πόσο συμφωνεί ότι δεν υπήρχε σχέση εργοδότησης με την ενάγουσα, απάντησε ότι δεν αντιλαμβάνεται αυτόν τον όρο. Ανέφερε ότι πήγαινε καθημερινά στο γραφείο που διατηρούσε στο υποκατάστημα της ενάγουσας αλλά δεν ενημερώθηκε για τον τερματισμό της συνεργασίας μέχρι τον Οκτώβριο του 2002 και συνέχιζε, όπως ισχυρίστηκε, να συμμετέχει στις καθημερινές και εβδομαδιαίες συναντήσεις. Εργάστηκε ως ασφαλιστικός πράκτορας για 17 χρόνια αλλά δεν θυμόταν πλέον όλες τις ορολογίες. Συμφώνησε ότι το Τεκμήριο 17 είναι το προσωπικό του χαρτοφυλάκιο αλλά δεν ήξερε τι σημαίνουν οι διάφοροι κωδικοί που εμφαίνονται σ' αυτό. Συμφώνησε επίσης ότι το Τεκμήριο 23 αναφέρεται σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο λέγοντας ότι αφορά την παραγωγή του Δεκεμβρίου 2000 και το χαρτοφυλάκιο του μέχρι τον ίδιο μήνα και υποστήριξε ότι βάσει αυτού δεν μπορεί να εξαχθεί το ποσοστό διατηρησιμότητας. Δεν συμφώνησε δε στις υποβολές ότι το ποσοστό διατηρησιμότητας δεν ήταν αυτό που έπρεπε να έχει σύμφωνα με την συμφωνία συνεργασίας και ότι μειώθηκε η παραγωγή του από δική του ευθύνη. Ο ΜΥ2, στη γραπτή του δήλωση που κατατέθηκε ως Έγγραφο Δ ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέφερε ότι εργαζόταν στην υπηρεσία της ενάγουσας από τον Οκτώβριο του 1994 μέχρι τον Ιανουάριο του 2002 και κατά τον ουσιώδη σε σχέση με την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής και Διευθυντής Υποστήριξης Πωλήσεων. Στα πλαίσια των καθηκόντων του ήταν και η ετοιμασία των συμφωνιών συνεργασίας και αντιπροσώπου μεταξύ της ενάγουσας και των συνεργατών της, είχε δε ετοιμάσει και συνυπογράψει εκ μέρους της ενάγουσας και τις επίδικες συμφωνίες. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 23, που υπέγραψε υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής Υποστήριξης Πωλήσεων, επεξηγώντας το προσωπικό χαρτοφυλάκιο του εναγόμενου 1 και το χαρτοφυλάκιο της μονάδας του με τον ίδιο τρόπο που εισηγήθηκε και ο εναγόμενος 1, κατέληξε ότι ο εναγόμενος 1 είχε επιτύχει τους στόχους τριετίας ενόσω η διατηρησιμότητα των ασφαλιστηρίων συμβολαίων ξεπερνούσε το 85%, θέσεις που υποστήριξε και κατά την προφορική του μαρτυρία στο Δικαστήριο. Κατά συνέπεια ο εναγόμενος 1 δικαιούτο να λάβει τα επιδόματα που πράγματι έλαβε και που δεν μπορούν να ζητηθούν πίσω αλλά και η ενάγουσα δεν είχε δικαίωμα να πωλήσει τις μετοχές του. Από το Τεκμήριο 24 φαίνεται ότι είχε εξοφληθεί ο ηλεκτρονικός υπολογιστής που ο εναγόμενος 1 αγόρασε από την ενάγουσα ενώ δεν είναι πρακτικά δυνατό να οφείλει ο εναγόμενος 1 τα ποσά που απαιτεί η ενάγουσα, εφόσον αποκόπτοντο από τις απολαβές του οι διάφορες οφειλές του και του δίδετο το υπόλοιπο αυτών. Ως προς τα Τεκμήρια 17-22 υποστήριξε ότι δεν έχουν σχέση με τις παραγωγές που εμφαίνονται στο Τεκμήριο 23 και δεν συμφωνούν με αυτό. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΥ2 δέχθηκε ότι έλαβε την επιστολή ημερομηνίας 20.3.2001 (Τεκμήριο 26) διαφωνώντας ότι τερματίστηκε από τα τέλη Μαρτίου του 2001 η εργοδότηση του στην ενάγουσα και εμμένοντας ότι εργοδοτείτο από αυτήν μέχρι τον Ιανουάριο του
  9. Παρόλο που ανεγνώρισε την υπογραφή του σε επιστολές που είχε αποστείλει ο ίδιος στις 24 και 26 Σεπτεμβρίου 2001 προς τον Διευθυντή του Ομίλου Marketrends (Τεκμήρια 27 και 28 αντίστοιχα) και η επιστολή του τελευταίου ημερομηνίας 10.10.2001, όπου αναγράφεται ότι ο πλήρης τερματισμός των υπηρεσιών του από τον όμιλο ήταν από 1.10.2001 (βλ. Τεκμήριο 29), απευθύνετο προς τον ίδιο, υποστήριξε ότι πήγαινε στην εργασία του μέχρι τις αρχές του 2002 και πληρωνόταν από την ενάγουσα. Οι όροι της συμφωνίας συνεργασίας είναι δεσμευτικοί, όπως είπε και αν ο συνεργάτης δεν καλύψει τους στόχους ή τα συμφωνηθέντα, τα ωφελήματα του είναι επιστρεπτέα. Όταν ρωτήθηκε αν είναι δυνατόν ένας υπεύθυνος ομάδας να απολυθεί και να μην το γνωρίζει απάντησε αρνητικά. Εξήγησε ότι ο τερματισμός συμβολαίου ασφαλιστή γινόταν με γραπτή επιστολή, η οποία αποστέλλετο συστημένη στην τελευταία γνωστή διεύθυνση ή στο υποκατάστημα που απασχολείτο ο συνεργάτης. Δεν θυμόταν ποια παραγωγή είχε ανά έτος ο εναγόμενος 1 και ποιοι αποτελούσαν την ομάδα του ούτε και την παραγωγή τους. Υποστήριξε ότι αν η παραγωγή του εναγόμενου 1 ήταν στα επίπεδα του Τεκμηρίου 16 θα έπρεπε να είχε τερματιστεί η συνεργασία του με την ενάγουσα από το
  10. Συμφώνησε ότι κατά το 2002 δεν ήταν ο ίδιος στην εταιρεία και δεν γνωρίζει την παραγωγή του εναγόμενου
  11. Εξήγησε ότι για να πετύχει τους στόχους του ένας συνεργάτης πρέπει να εισπραχθούν τα ασφάλιστρα. Σε σχέση με το Τεκμήριο 23 ανέφερε ότι αφορά την περίοδο από 1.12.2000 μέχρι 31.12.2000 και ότι το έντυπο αυτό είναι για ένα συγκεκριμένο μήνα για να αξιολογηθεί ο εναγόμενος 1 για την χρηματοδότηση που θα λάμβανε για το μήνα Δεκέμβριο του
  12. Συμφώνησε δε ότι αν μεταγενέστερα ακυρώνονταν όλα τα συμβόλαια τότε το χαρτοφυλάκιο θα ήταν μηδέν. Αναφορικά με την πώληση των μετοχών είπε ότι δεν γνώριζε πότε πωλήθηκαν ούτε αν είχε κέρδος επί της πωλήσεως ο εναγόμενος
  13. Για το ειδικό επίδομα των £6.908 δεν γνώριζε πότε καταβλήθηκε και δεν θυμόταν αν προπληρώθηκε. Αγορεύοντας οι συνήγοροι με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα. Οι συνήγοροι της ενάγουσας εισηγήθηκαν ότι η ενάγουσα απέδειξε με θετική μαρτυρία την υπόθεσή της και σε συνάρτηση με το ότι η μαρτυρία των εναγομένων είναι αμφιλεγόμενης αξίας και αξιοπιστίας, θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση υπέρ της και εναντίον των εναγομένων ως η αξίωση, είτε ως υπόλοιπο είτε ως αποζημιώσεις δυνάμει των επίδικων συμφωνιών. Ενόψει δε του ότι δεν παρουσιάστηκε ικανοποιητική και επαρκής μαρτυρία προς απόδειξη της ανταπαίτησης του εναγόμενου 1, αυτή θα πρέπει να απορριφθεί. Αντίθετα ο συνήγορος των εναγομένων εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία που προσφέρθηκε εκ μέρους τους είναι αληθινή και ανατρέπει την εκδοχή που υποστήριξαν οι μάρτυρες της ενάγουσας αλλά και δεν αποδείχθηκε ο τερματισμός των συμφωνιών ώστε να δικαιούται η ενάγουσα τα διεκδικούμενα ποσά. Επιπρόσθετα η αοριστία και ασάφεια της μαρτυρίας της ενάγουσας δεν αποδεικνύει την ισχυρισθείσα μειωμένη ασφαλιστική παραγωγή του εναγόμενου 1, του οποίου η ανταπαίτηση θα πρέπει να επιτύχει λόγω της παράνομης και αντισυμβατικής πώλησης των μετοχών του εκ μέρους της. Από την παράθεση των παραδεκτών γεγονότων και των αμφισβητούμενων ισχυρισμών των διαδίκων προβάλλουν και τα επίδικα θέματα της υπόθεσης, για τα οποία και θα γίνει η αξιολόγηση της προσαχθείσας εκατέρωθεν μαρτυρίας. Επισημαίνεται δε ότι είναι αναμφισβήτητη η σύναψη όλων των επίδικων συμφωνιών που κατατέθηκαν εκ μέρους της ενάγουσας ως Τεκμήρια 2, 3, 4 και 12 ενώπιον του Δικαστηρίου. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων ( Bauer v. Hροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Αξιολογώντας την προσαχθείσα εκ μέρους της ενάγουσας μαρτυρία, έχοντας κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας της υπόθεσης, πρέπει να λεχθεί αρχικά ότι τόσο ο ΜΕ1 όσο και ο ΜΕ2 μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση από την εν γένει εικόνα τους ως μάρτυρες και την επάρκεια, θετικότητα, σταθερότητα, συνέπεια και σαφήνεια τους, απαντώντας στις ερωτήσεις που τους υποβάλλοντο. Ειδικότερα ο ΜΕ1 αναφέροντας ότι έχει συγκρίνει τις καταστάσεις λογαριασμών του εναγόμενου 1 με τις καταχωρήσεις που έγιναν κατά καιρούς στους λογαριασμούς του όπως αυτές παρουσιάζονται στο σύστημα ηλεκτρονικών υπολογιστών της ενάγουσας, το οποίο λειτουργεί χωρίς κανένα πρόβλημα, και διαπιστώνοντας ότι οι καταστάσεις που εκτύπωσε είναι ορθές, δεν μου άφησε αμφιβολία για την ορθότητα των κατατεθέντων καταστάσεων λογαριασμών. Οι ερωτήσεις που έγιναν προς αυτόν κατά την αντεξέταση εξάλλου δεν αμφισβητούσαν την ορθότητα των λογαριασμών αλλά ήταν περισσότερο επεξηγηματικές ως προς το περιεχόμενο και την ετοιμασία τους. Ο ΜΕ1 εξήγησε με λεπτομέρεια στις παραγράφους 13-17 της γραπτής του δήλωσης, (Έγγραφο Α), τι αφορούν και από πού πηγάζουν οι χρεώσεις και οι πιστώσεις που εμφανίζονται στις κατατεθείσες από αυτόν καταστάσεις λογαριασμών, Τεκμήρια 6-
  1. Η θετική γνώση του ΜΕ1 επί των γεγονότων δεν ανετράπη κατά την αντεξέταση του και σε συνάρτηση με το πιστοποιητικό που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 13, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι οι καταστάσεις λογαριασμών, Τεκμήρια 6-10, αντικατοπτρίζουν την εικόνα των λογαριασμών του εναγόμενου 1 που τηρούντο στα αρχεία της ενάγουσας με βάση τις επίδικες και αναμφισβήτητες συμφωνίες, Τεκμήρια 2 και
  2. Θα ήταν παράλειψη μου να μην επισημάνω ότι, αντιπαραβάλλοντας τα παραδεκτά και αμφισβητούμενα γεγονότα, που παρατέθηκαν πιο πάνω, από τη μια με το Τεκμήριο 10 από την άλλη, προκύπτει ότι οι εναγόμενοι έχουν δεχθεί ως παραδεκτά γεγονότα όλες τις πιστώσεις στους λογαριασμούς του εναγόμενου 1 που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 10, το οποίο ετοίμασε ο ΜΕ1, ενώ αμφισβητούν όλα τα υπόλοιπα ποσά της ίδιας κατάστασης λογαριασμού που αποτελούν τις χρεώσεις. Αυτή η στάση των εναγομένων φανερώνει ότι δεν είναι γνήσια η αμφισβήτηση των καταστάσεων λογαριασμών του εναγόμενου 1 αλλά οφείλεται σε ευνόητους λόγους. Παρόμοια είναι η αντίληψη μου και για τον ΜΕ2, ο οποίος κατέθεσε ως υπεύθυνος του Τμήματος της ενάγουσας που ήταν αρμόδιο να ελέγχει και να εποπτεύει κατά πόσο οι ασφαλιστές-αντιπρόσωποι της ενάγουσας συμμορφώνονταν με τις υποχρεώσεις που ανελάμβαναν έναντι της με την υπογραφή των προαναφερθέντων συμφωνιών. Επισημαίνεται ότι κατά την αντεξέταση του, πέραν των γενικών τοποθετήσεων ότι τα στοιχεία που παρουσίασε προέρχονται από το ηλεκτρονικό σύστημα της ενάγουσας, δεν του τέθηκε το Τεκμήριο 23 που κατατέθηκε μεταγενέστερα από τον εναγόμενο 1, ώστε να σχολιασθεί το περιεχόμενο του από τον ΜΕ2, δεδομένου ότι η μαρτυρία του αφορούσε κατά κύριο λόγο την παραγωγή του εναγόμενου 1 και της ομάδας του. Έχοντας κατά νου όσα ο ΜΕ2 ανέφερε δεν έχω αμφιβολία για την αλήθεια τους και οι αναφορές του στις πρόνοιες των επίδικων συμφωνιών όπως εφαρμόζονται στα γεγονότα της υπόθεσης με βρίσκουν απόλυτα σύμφωνη. Όπως ορθά τέθηκε από τους συνηγόρους της ενάγουσας, οι μαρτυρίες των ΜΕ1 και ΜΕ2 υποστηρίζουν και αλληλοσυμπληρώνουν η μία την άλλη, προσφέρουν δε την ίδια εξήγηση αναφορικά με τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν από την ενάγουσα, επεξηγούν με τον ίδιο τρόπο την έννοια της «υποβληθείσας παραγωγής» και υποδεικνύουν τη μέθοδο αξιολόγησης των συνεργατών και υπολογισμού της προμήθειάς τους. Αξιολογώντας στη συνέχεια τη μαρτυρία του εναγόμενου 1 είναι φανερή, κατά την αντίληψη μου, η προσπάθεια του να αποφύγει τις οφειλές του προς την ενάγουσα, οι οποίες όπως ήδη αναλύθηκε πιο πάνω ανταποκρίνονται στην πραγματική κατάσταση. Η προβληθείσα άρνηση του ότι λάμβανε τις καταστάσεις του λογαριασμού του διαφάνηκε ότι είναι αναληθής, εφόσον παρουσίασε ο ίδιος και κατέθεσε στο Δικαστήριο το Τεκμήριο 24, που αποτελεί κατάσταση του λογαριασμού του για τρεις μήνες, συγκρινόμενο δε με το Τεκμήριο 6 είναι ταυτόσημο με τις καταχωρήσεις μέρους της δεύτερης σελίδας της κατάστασης αυτής. Συνάγεται ότι ο εναγόμενος 1 ήταν ενήμερος των χρεώσεων και πιστώσεων στους λογαριασμούς του και επιβεβαιώνεται η σχετική θέση του ΜΕ1 για τη γνώση του εναγόμενου 1 για τις οφειλές του αλλά και την έλλειψη διαφωνίας εκ μέρους του για τα επί μέρους υπόλοιπα στον λογαριασμό του. Όσον αφορά δε τα επιδόματα, όπως ο ίδιος ανέφερε είχε πληροφορηθεί στις αρχές του 2001 κατόπιν διευκρινίσεων που ζήτησε από την ενάγουσα, ότι δεν είχε κερδίσει τα επιδόματα. Ως προς το θέμα του τερματισμού της απασχόλησης του στην ενάγουσα, φαίνεται εκτός πραγματικότητας η θέση του εναγόμενου 1 ότι συμμετείχε στις καθημερινές και εβδομαδιαίες συναντήσεις της εταιρείας μετά τον τερματισμό της συνεργασίας του με την ενάγουσα, δηλαδή μετά τις 09.08.
  3. Είναι επίσης παράξενο να μη γνωρίζει τους κωδικούς, τις ορολογίες και τους όρους των επίδικων συμφωνιών αν και ασκούσε το επάγγελμα του ασφαλιστή για 17 χρόνια, όπως ισχυρίστηκε. Ως προς το Τεκμήριο 23 δέχθηκε ότι αφορά συγκεκριμένη περίοδο περίπου 1 ½ έτους πριν τον τερματισμό της συνεργασίας με αποτέλεσμα η εικόνα που παρουσιάζει να είναι περιοδική και προφανώς μεταβλήθηκε μέχρι την ημερομηνία τερματισμού, σύμφωνα με τη μαρτυρία της ενάγουσας. Από τη μαρτυρία του εναγόμενου 1 δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί της υπεράσπισης αναφορικά με το ότι η ασφαλιστική του παραγωγή υπερέβαινε τις £90.000 ενώ αντίθετα διαφάνηκε ότι μετά την εικόνα που παρουσιάζεται στο Τεκμήριο 23, η κατάσταση του χαρτοφυλακίου τόσο του ιδίου προσωπικά όσο και της ομάδας του είχε αλλάξει και μειώθηκε σύμφωνα με τα Τεκμήρια 16-22 που κατατέθηκαν από τον ΜΕ
  4. Ούτε και ο ΜΥ2 έπεισε το Δικαστήριο ότι η εικόνα του εναγόμενου 1 από άποψη ασφαλιστικής παραγωγής ήταν διαφορετική από αυτή που παρουσιάστηκε στη μαρτυρία της ενάγουσας. Η προσπάθεια του να φανεί ενήμερος της κατάστασης έπεσε στο κενό αν ληφθεί υπόψη ότι, σύμφωνα με τα Τεκμήρια 26-29, δεν ήταν αλήθεια ότι εργαζόταν στην ενάγουσα μέχρι τον Ιανουάριο του 2002, όπως υποστήριξε αρχικά. Ακόμη και στο βιογραφικό του σημείωμα (Τεκμήριο 25), που ο ίδιος κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, φαίνεται ότι από τον Δεκέμβριο του 2001 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2008 εργαζόταν σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία, παρόλο βέβαια που στο ίδιο σημείωμα αναφέρεται ότι μέχρι τον Ιανουάριο του 2002 εργαζόταν στην ενάγουσα. Δεν μου διαφεύγει επίσης ότι δεν θυμόταν ποιοι αποτελούσαν την ομάδα του εναγόμενου 1, πόσους συνεργάτες αυτός στρατολόγησε αλλά ούτε και γνώριζε την παραγωγή του εναγόμενου 1 και της ομάδας του, ιδιαίτερα κατά το έτος 2002 που ο ίδιος δεν εργαζόταν στην ενάγουσα εταιρεία. Ως προς δε το ειδικό επίδομα των £6.908 δεν γνώριζε πότε καταβλήθηκε και δεν θυμόταν αν προπληρώθηκε. Τα συμπεράσματα του, που βασίζονται στο Τεκμήριο 23, δεν είναι πειστικά ώστε να διαφοροποιήσουν την εικόνα που παρουσιάζεται από το σύνολο της μαρτυρίας της ενάγουσας για την παραγωγή του εναγόμενου 1 και της ομάδας του κατά τον ουσιώδη χρόνο, από την οποία προβάλλει ότι δεν επιτεύχθηκαν οι δεσμευτικοί στόχοι που είχαν συμφωνηθεί βάσει των επίδικων συμφωνιών. Έχω την αντίληψη ότι ο ΜΥ2 κατέθεσε στο Δικαστήριο αποκλειστικά και μόνο για να υποστηρίξει, για δικούς του λόγους, την εκδοχή των εναγομένων, η οποία ωστόσο όπως αναλύθηκε πιο πάνω δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Έχει ήδη σχολιασθεί πιο πάνω και ορθά εισηγήθηκαν οι συνήγοροι της ενάγουσας, ότι αρκετοί ισχυρισμοί του εναγόμενου 1 και του ΜΥ2 επί ουσιαστικών ζητημάτων και ειδικότερα οι αναφορές τους για τα Τεκμήρια 23 και 24, τα οποία δεν τέθηκαν στους μάρτυρες της ενάγουσας για σχολιασμό, ουδόλως υποβλήθηκαν στους ΜΕ1 και ΜΕ2 ούτε και τους τέθηκαν οποιεσδήποτε ερωτήσεις αναφορικά με τα ποσά που φαίνονται στο Τεκμήριο 23 για την παραγωγή του εναγόμενου 1 και της ομάδας του την συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Δεν τέθηκε ακόμη στους μάρτυρες της ενάγουσας η θέση του εναγόμενου 1 ότι εξοφλήθηκε ο ηλεκτρονικός υπολογιστής με βάση κάποια καταχώρηση στο Τεκμήριο 24, ώστε να εξηγηθεί από αυτούς στο Δικαστήριο τι σημαίνει η σχετική καταχώρηση. Επισημαίνεται δε επί του θέματος αυτού ότι, όπως υποβλήθηκε στον ΜΥ2, παρόλο που αναφέρεται στην κατάσταση λογαριασμού εξόφληση του ηλεκτρονικού υπολογιστή, από το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμού και το υπόλοιπο του χρεωπιστωτικού λογαριασμού προκύπτει ότι οι διεκδικούμενες δόσεις για την αγορά του οφείλονται από τον εναγόμενο 1 προς την ενάγουσα. Στην υπόθεση Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v. Acuac Inc.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1527, η παράλειψη αντεξέτασης αναφορικά με συγκεκριμένη πτυχή της υπεράσπισης ήταν, σύμφωνα με το Δικαστήριο, καθοριστική και σήμαινε το τέλος του ζητήματος. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση αυτή: «Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στο Δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξεταστεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα.» Όπως διαφάνηκε από τα πιο πάνω αναφερθέντα, στην παρούσα υπόθεση η θέση των μαρτύρων υπεράσπισης είναι μονόπλευρη και ασύμβατη με το δικαίωμα της άλλης πλευράς να έχει την ευκαιρία σχολιασμού και να παρουσιάσει την υπόθεση της επί των προαναφερθέντων ζητημάτων (βλ. και Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 785). Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα της έκθεσης απαίτησης, που έχουν αποσαφηνισθεί προηγουμένως, εξάγονται από τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, όπως καταγράφηκε πιο πάνω και είναι καθ' ολοκληρίαν αποδεκτή, ενόσω οι ισχυρισμοί των εναγομένων δεν γίνονται δεκτοί. Όντας παραδεκτοί οι στόχοι πενταετίας και ως αναφέρονται στον όρο Γ της συμφωνίας συνεργασίας-Τεκμήριο 2, από τη μαρτυρία του ΜΕ2 και τα Τεκμήρια 16-22 προκύπτει ότι το ποσοστό επίτευξης βάσει της προσωπικής παραγωγής του εναγόμενου 1 ήταν 20,46% και της ομάδας του 43,3%, με το ολικό να ανέρχεται στο ποσοστό επίτευξης 34,03%, που υπολείπεται του απαιτουμένου για την καταβολή του επιδόματος των £5.000 που προκαταβλήθηκε εφόσον το ποσοστό δεν ήταν πέραν του 80%, δηλαδή των £64.000, των στόχων τριετίας που ήταν £80.000, αλλά και δεν επιτεύχθηκε ποτέ η ελάχιστη 12μηνη παραγωγή των £15.000 για την χορήγηση του ειδικού επιδόματος. Όντας το εν λόγω ποσοστό χαμηλότερο του 60%, η ενάγουσα δικαιούτο να αξιώσει εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού του εναγόμενου 1 συμπεριλαμβανομένων των εφ' άπαξ ποσών χρηματοδότησης, σύμφωνα με τον όρο ΣΤ4 της εν λόγω συμφωνίας. Συνάγεται κατ' επέκταση ότι κατά το τέλος της συνεργασίας του εναγόμενου 1 με την ενάγουσα το χρεωστικό υπόλοιπο των λογαριασμών του εναγόμενου 1 που τηρούντο από την ενάγουσα με βάση τις επίδικες συμφωνίες είναι ορθό και οφείλεται προς αυτήν. Η υπόθεση Ασπίς Πρόνοια Αν. Ασφ. Ετ. Ζωής ν. Γρηγορίου κ.α.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1357, την οποία επικαλέστηκε ο συνήγορος των εναγομένων, διακρίνεται από την παρούσα εφόσον τα δεδομένα είναι διαφορετικά και όπως αναλύθηκε πιο πάνω, στην παρούσα υπόθεση ουδεμία ασάφεια ή αοριστία έχει διαφανεί στη μαρτυρία της ενάγουσας που να δημιουργεί αμφιβολίες για την ορθότητα της εκδοχής της. Περαιτέρω πρέπει να λεχθεί ότι σε σχέση με τον λόγο τερματισμού των συμφωνιών, η μαρτυρία του ΜΕ2 είναι πλήρως αποδεκτή. Διαφωνία υπήρξε εκ μέρους του εναγόμενου 1 ως προς τον χρόνο τερματισμού εφόσον όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε έμαθε τυχαία ότι τερματίστηκε η συνεργασία του με την ενάγουσα κατά τον Οκτώβριο του
  1. Δεν μου διαφεύγει ότι ο ΜΥ2 υποστήριξε, ως ήταν η θέση της ενάγουσας, ότι ο τερματισμός γινόταν με γραπτή επιστολή, η οποία αποστέλλετο στην τελευταία γνωστή διεύθυνση ή στο υποκατάστημα που απασχολείτο ο συνεργάτης. Ουσιώδες είναι ότι ουδέποτε αμφισβητήθηκε το γεγονός του τερματισμού της συνεργασίας αλλά η ημερομηνία, οι συνέπειες δε του τερματισμού εφόσον η μαρτυρία της ενάγουσας ως προς τον λόγο του τερματισμού έγινε αποδεκτή, καθορίζονται στις συμφωνίες. Ως προς τη νομική πτυχή που αφορά τη βάση της απαίτησης της ενάγουσας δεν υπήρξε επιχειρηματολογία εκ μέρους των εναγομένων. Η απαίτηση της ενάγουσας είναι βασικά απαίτηση για πληρωμή χρεωστικού ποσού, το οποίο προκύπτει δυνάμει των δύο επίδικων συμφωνιών και πηγάζει από τις πρόνοιες τους, όπως υποδείχθηκε από τον ΜΕ2 και παρατέθηκε πιο πάνω (βλ. CHITTY ON CONTRACTS, 30th Edition, Volume 1, para 26-009, page 1603). Συνοπτικά μπορεί να λεχθεί ότι ο εναγόμενος 1 δεν τήρησε τον όρο Γ της συμφωνίας συνεργασίας (Τεκμήριο 2) ενώ η ενάγουσα σύμφωνα με τους όρους Ε της ίδιας συμφωνίας και του όρου Β1 της συμφωνίας αντιπροσώπου (Τεκμήριο 3) προέβη σε χρηματοδοτήσεις έναντι απολαβών και ωφελημάτων προς τον εναγόμενο 1, τηρώντας χρεωπιστωτικό λογαριασμό στο όνομα του, το αποτέλεσμα του οποίου προέρχεται από τον συμψηφισμό αμοιβών και υποχρεώσεων βάσει του όρου Β5 του Τεκμηρίου
  2. Η ενάγουσα κατέβαλε στον εναγόμενο 1 τις απολαβές και τα ωφελήματα σύμφωνα με τον όρο Δ του Τεκμηρίου 2 καθώς και το επίδομα σύμφωνα με τον όρο Ε2 της ίδιας συμφωνίας, διαπιστώνοντας δε στη συνέχεια ότι δεν πληρούντο οι προϋποθέσεις χορήγησης των επιδομάτων σύμφωνα με τον όρο Δ συνεπεία μη επίτευξης των στόχων παραγωγής από τον εναγόμενο 1, αξιώνει το ποσό της αγωγής από τον εναγόμενο 1 και τους εγγυητές του, κατ' εφαρμογήν του όρου ΣΤ4 της εν λόγω συμφωνίας που της δίδει το δικαίωμα να ζητήσει την εξόφληση ολόκληρου ή μέρους των εφάπαξ ποσών χρηματοδότησης και του τυχόν χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού μηνιαίας χρηματοδότησης. Στην υπόθεση Θεοδούλου ν. Ασπίς Πρόνοια Ασφαλ. Ετ. Ζωής
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1551, τα γεγονότα της οποίας είναι παρόμοια με αυτά της παρούσας υπόθεσης, λέχθηκε ότι η διατήρηση της παραγωγής σε καθορισμένα επίπεδα, η μείωση ή η αύξηση της παραγωγής είναι παράγοντες σχετικοί με την διακύμανση του ύψους των παροχών προς τον ασφαλιστή, με τον οποίο δεν υπάρχει σχέση εργοδότη-εργοδοτουμένου, τη συνέχιση ή τη διακοπή τους καθώς και την επιστροφή μέρους των παροχών που έλαβε ο ασφαλιστής ανάλογα με την περίπτωση, όπως ρητά καθορίζεται στη σύμβαση και τα παραρτήματα της. Στην περίπτωση εκείνη, όπως και στην παρούσα, η καταβολή από την ασφαλιστική εταιρεία του αξιωθέντος ποσού στα πλαίσια των προβλεπομένων οικονομικών παροχών προς τον ασφαλιστή συναποτελούν ένα ευρύτερο σύστημα παροχών συνηρτημένο άμεσα και καθοριστικά με το βαθμό παραγωγικότητας του ασφαλιστή και των ασφαλιστών που μετείχαν στην ομάδα του, τους οποίους αυτός ήλεγχε. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, με την επιστολή ημερομηνίας 9.8.2002 προς τον εναγόμενο 1 που του γνωστοποιήθηκε με επιδότη (Τεκμήριο 14), η ενάγουσα προέβη στον τερματισμό των επίδικων συμφωνιών, δυνάμει των όρων Γ1
(2)και Β6
(4)της συμφωνίας αντιπροσώπου-Τεκμήριο 3, λόγω της παράβασης τους εκ μέρους του εναγόμενου 1 εφόσον η παραγωγή του κατέστη μηδενική, συνεπεία της απόφασης του να αποχωρήσει και να διακόψει τη συνεργασία τους, παραβαίνοντας συνάμα και τον όρο ΣΤ5 της συμφωνίας συνεργασίας-Τεκμήριο 2. Σύμφωνα δε με τον όρο ΣΤ9 της ίδιας συμφωνίας το υπόλοιπο του χρεωπιστωτικού λογαριασμού του εναγόμενου 1 κατέστη τοκοφόρο με τόκο προς 7% ετησίως (βλ. και Νικολάου ν. Commercial Union Assur. Ltd
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 167). Κατά συνέπεια η αξίωση της ενάγουσας κρίνεται βάσιμη συνεπεία της παράβασης των επίδικων συμφωνιών εκ μέρους του εναγόμενου
  1. Όσον αφορά την ανταπαίτηση του εναγόμενου 1 για την καταβολή αποζημίωσης ύψους £50.000 ως απώλεια απολαβών και/ή διαφόρων ωφελημάτων από την εργασία του ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος της ενάγουσας και/ή απώλεια καριέρας για την χρονική περίοδο 09.08.2002 μέχρι σήμερα, ο εναγόμενος 1, κατά την ακροαματική διαδικασία, δεν προώθησε την απαίτηση του για αποζημιώσεις για απώλεια καριέρας με συγκεκριμένα ποσά ούτε και αν δικαιούται σε τέτοιου είδους αποζημίωση ενόψει της συμβατικής σχέσης που είχε με την ενάγουσα. Περαιτέρω δεν απέδειξε τον ισχυρισμό του ούτε προσκόμισε μαρτυρία για την απώλεια χρηματικού ποσού από την πώληση των μετοχών της ενάγουσας που κατείχε και το οποίο επίσης απαιτεί ανταπαιτητικά. Σύμφωνα δε με την μαρτυρία του ΜΕ1, ο εναγόμενος 1 από την πώληση των εν λόγω μετοχών απεκόμισε κέρδος ύψους £220,
  2. Κατά συνέπεια κρίνεται ότι δεν αποδείχθηκε η ανταπαίτηση του εναγόμενου 1 έναντι της ενάγουσας. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει την υπόθεση της, στο πλαίσιο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1, 3 και 4 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά για το ποσό των €19.202,21 (αντίστοιχο του ποσού των £11.238,56), πλέον νόμιμο τόκο. Τα έξοδα της αγωγής, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1, 3 και
  3. Η ανταπαίτηση του εναγόμενου 1 απορρίπτεται, χωρίς ιδιαίτερη διαταγή για έξοδα εφόσον συνεκδικάστηκε με την αγωγή. (Υπ.) ......... Λ. Καουτζάνη. Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.