DOROGA CJSC κ.α. ν. BANWORAD HOLDINGS LIMITED κ.α., Αρ. Aγωγής: 468/10, 29 Απριλίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A170 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Aγωγής: 468/10 Μεταξύ:
- DOROGA CJSC
- SEVERNIY FORPOST CJSC
- MAXIM NIKOLAEVICH YAKOVLEV Εναγόντων και
- BANWORAD HOLDINGS LIMITED
- RMG HOLDING LIMITED
- FUTUREQUEST LIMITED
- GEORGI PETROVICH SEMENENKO Εναγομένων ----------------------- Αίτηση ημερ. 21.1.2010 29 Απριλίου,
- Για τους Αιτητές: κα Μ. Αγαθοκλέους Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1, 3, 4: κ. Ν. Γεωργιάδης Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση 2: κα Χρ. Κότσαπα για κ. Γ. Τριανταφυλλίδη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η εταιρεία ανοικτού μετοχικού κεφαλαίου Kirovskiy Zavod (Open Joint-Stock Company Kirovskiy Zavod), η οποία στη συνέχεια θα αναφέρεται ως ΟJSC KZ, είναι μεγάλη Ρωσική εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα παραγωγής εξοπλισμού και τρακτέρ. Οι Αιτήτριες 1 και 2 είναι επενδυτικές εταιρείες, οι οποίες επενδύουν σε μετοχές και επιχειρήσεις διαφόρων Ρωσικών εταιρειών. Ο Αιτητής 3 είναι Ρώσος πολίτης, ιδιοκτήτης και Γενικός Διευθυντής σειράς επιχειρήσεων στη χώρα του και μέτοχος σε αριθμό Ρωσικών εταιρειών. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1, 2 και 3 εταιρείες είναι εγγεγραμμένες στην Κύπρο. Ο Καθ΄ ου η Αίτηση 4 είναι Γενικός Διευθυντής και μέτοχος της OJSC KZ. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι οι Αιτητές είναι μέτοχοι του 4.9% των μετοχών της OJSC KZ. Το παράπονό τους είναι ότι οι μετοχές της εταιρείας αυτής είχαν μεταβιβαστεί παράνομα και δόλια, το 2005, σε άλλες Ρωσικές εταιρείες και ακολούθως, το 2009, μέσω διαφόρων, αλληλοσυνδεδεμένων, εταιρειών και μίας πολύπλοκης διαδρομής, στις Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και
- Προβάλλεται δε από τους Αιτητές ως πυρήνας των ισχυρισμών τους, ότι η μεταβίβαση αυτή ήταν αποτέλεσμα συνομωσίας, της οποίας βασικός εμπνευστής υπήρξε ο Καθ΄ ου η Αίτηση 4, ο οποίος καταχράστηκε τη διευθυντική του θέση στην OJSC KZ, προκειμένου να υλοποιήσει την παράνομη και δόλια μεταβίβαση των μετοχών εντός και εκτός της Ρωσίας. Παρουσιάζεται ακόμη το πρόσωπο αυτό να ελέγχει τις Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και
- Η Καθ΄ ης η Αίτηση 3 φέρεται από τους Αιτητές ως μητρική εταιρεία, η οποία, μέσω θυγατρικών της εταιρειών, είχε τον έλεγχο των υπό αναφορά μετοχών, προτού αυτές μεταβιβαστούν στις Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και
- Η αξίωση των εναγόντων, όπως αποτυπώνεται μέσα από το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο, έχει ως εξής: «Α. Γενικές αποζημιώσεις για συνομωσία και/ή δόλο και/ή απάτη που διέπραξαν οι Εναγόμενοι σε βάρος των Εναγόντων. Β. Ποσό εκ Ρωσικών Ρουβλίων 435,000,000 και/ή Ευρώ 10.320.449,96, ως ειδικές αποζημιώσεις για συνομωσία και/ή δόλο και/ή απάτη και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή άλλως πως. Γ. Νόμιμο τόκο. Δ. Δήλωση και/ή διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι η μεταβίβαση των μετοχών της Εταιρείας Kirovskiy Zavod (Open Joint-Stock Company Kirovskiy Zavod) (OJSC KZ) προς τους Εναγόμενους 1 και 2 είναι παράνομη και/ή άκυρη. Ε. Δήλωση και/ή διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι συνωμότησαν μεταξύ τους με σκοπό την παράνομη μεταβίβαση των μετοχών της Εταιρείας Kirovskiy Zavod (Open Joint-Stock Company Kirovskiy Zavod) (OJSC KZ) προς τους Εναγόμενους 1 και
- Στ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει τους Εναγόμενους 1 και 2 να επιστρέψουν και/ή μεταβιβάσουν τις μετοχές της Εταιρείας Kirovskiy Zavod (Open Joint-Stock Company Kirovskiy Zavod) (OJSC KZ) που παράνομα μεταβιβάστηκαν επ' ονόματι τους στους αρχικούς και/ή νόμιμους και/ή πραγματικούς δικαιούχους αυτών ως ακολούθως: (α) 12.4% των μετοχών να επιστραφεί και/ή μεταβιβαστεί στην Εταιρεία OJSC TETRAMET, (β) 14.99% των μετοχών να επιστραφεί και/ή μεταβιβαστεί στην Εταιρεία CJSC ΜΖ PETROSTAL η οποία αποτελεί την πλειοψηφία κατά 96% των μετόχων του αρχικού κατόχου των μετοχών ήτοι την Εταιρεία IFK PETROSTAL-INVEST CJSC η οποία έχει τεθεί υπό εκκαθάριση, (γ) 7.5% των μετοχών να επιστραφεί και/ή μεταβιβαστεί στην Εταιρεία CJSC ΡΤΖ η οποία αποτελεί την πλειοψηφία κατά 96% των μετόχων του αρχικού κατόχου των μετοχών ήτοι την Εταιρεία IFK PTZ-INVEST CJSC η οποία έχει τεθεί υπό εκκαθάριση. Ζ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει τους Εναγόμενους 1 και 2 όπως προβούν σε όλες τις διαδικασίες και/ή ενέργειες και/ή υπογράψουν κάθε αναγκαίο έγγραφο με σκοπό την επιστροφή και/ή μεταβίβαση των μετοχών που περιγράφονται στην παράγραφο Στ ανωτέρω, στους αρχικούς και/ή νόμιμους και/ή πραγματικούς δικαιούχους αυτών.» Αντικείμενο της παρούσας Ενδιάμεσης Απόφασης είναι το ακόλουθο προσωρινό διάταγμα, το οποίο εξέδωσε το Δικαστήριο στις 25.1.2010, ως αποτέλεσμα μονομερούς Αίτησης των εναγόντων ημερ. 21.1.2010: «ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ ΚΑΙ ΕΜΠΟΔΙΖΕΙ τους Εναγόμενους δια των Διευθυντών και/ή αξιωματούχων και/ή αντιπροσώπων τους από του να μεταφέρουν εκτός Κύπρου ή με άλλο τρόπο διαθέσουν ή διαπραγματευθούν ή διασπαθίσουν ή μειώσουν την αξία οποιωνδήποτε μετοχών που κατέχουν στην εγγεγραμμένη στην Ρωσία Εταιρεία Kirovskiy Zavod (Open Joint-Stock Company Kirovskiy Zavod) (OJSC KZ), συμπεριλαμβανομένης της μεταβίβασης και/ή αποξένωσης των μετοχών που οι Εναγόμενοι κατέχουν στην OJSC ΚΖ σε οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο, θυγατρική ή άλλη εταιρεία είτε εγγεγραμμένη στην Κύπρο ή άλλου, και ειδικότερα και όχι περιοριστικά να μεταβιβάσουν και/ή αποξενώσουν το 27.88% των μετοχών της OJSC ΚΖ που κατέχουν οι Εναγόμενοι 1 και το 6.96% των μετοχών της OJSC ΚΖ που κατέχουν οι Εναγόμενοι 2 και/ή να τους εμποδίζει να εξασκούν οποιαδήποτε δικαιώματα σε σχέση με τις πιο πάνω μετοχές, μέχρι την τελική εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Το φάσμα των γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση, και με βάση τα οποία εκδόθηκε το πιο πάνω προσωρινό διάταγμα, τίθεται μέσα από την ογκώδη ένορκη δήλωση και τα επισυνημμένα σε αυτή τεκμήρια της Ρωσίδας νομικού και εκπροσώπου των συμφερόντων των Αιτητών στα Δικαστήρια της χώρας της, κας Τατιάνας Καρατσέβτσεβα. Όπως θα διαφανεί στη συνέχεια της Ενδιάμεσης Απόφασης του Δικαστηρίου, καθίσταται χωρίς ουσιαστική σημασία η λεπτομερής καταγραφή των όσων αποτυπώνονται στην ένορκη αυτή δήλωση. Είναι αρκετή, για σκοπούς κατάληξης, αναφορά των απαραίτητων γεγονότων και μόνο σε κατοπινό στάδιο της απόφασης. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση προχώρησαν στην καταχώρηση ενστάσεων. Επικαλούνται σειρά θέσεων, οι οποίες και υποστηρίζονται από συνοδευτικές ένορκες δηλώσεις. Θέτουν, μεταξύ άλλων, για λόγους οι οποίοι με την απαραίτητη λεπτομέρεια θα εκτεθούν σε μεταγενέστερο στάδιο, παράλειψη των Αιτητών να αποκαλύψουν όλα τα ουσιαστικά για την υπόθεση γεγονότα. Ζήτημα που επιβάλλεται να εξεταστεί κατά προτεραιότητα. Η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο, καθότι παρέχεται κατά παρέκκλιση ενός από τους βασικούς κανόνες φυσικής δικαιοσύνης: του αποκλεισμού παροχής θεραπείας στην απουσία της άλλη πλευράς, στερώντας της έτσι την ευκαιρία να ακουστεί. Κανόνας προαιώνιος και αξία διαχρονική, η οποία βρήκε τον απόλυτο ορισμό της τον 6ο π.Χ. αιώνα στην αναφορά του γνωμικού ποιητή Φωκυλίδη «Μήδε δίκην δικάσης πριν αν αμφοίν μύθον ακούσης» και αποτυπώθηκε λακωνικά στο λατινικό αξίωμα «Audi alteram partem», ήτοι, «άκου και την άλλη πλευρά - άκου και τις δύο πλευρές». Η ύψιστη πίστη που καλύπτει κάθε μονομερή αίτηση επιβάλλει στους αιτητές να παρουσιάσουν κατά τρόπο ξεκάθαρο το όλο φάσμα των γεγονότων. Και εδώ ακριβώς υπεισέρχεται το θέμα της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Είναι θεμελιωμένο ότι το Δικαστήριο μπορεί χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος να το ακυρώσει αν εντοπισθεί ότι έχει γίνει απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του, τέτοιας μορφής που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο. H διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος και ο όλος μηχανισμός που την διέπει έχουν βαθιές τις ρίζες τους στο Δίκαιο της Επιείκειας. Οι παράμετροι προσέγγισης του όλου ζητήματος από τα Δικαστήρια έχουν τεθεί από τον Ralph Gibson L.J. σε επτά αριθμημένες παραγράφους στην κλασική επί του θέματος υπόθεση Brink´s Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 1 WLR 1350, 1356-1357 [
(1988)3 All E.R. 188]: "In considering whether there has been relevant non-disclosure and what consequence the court should attach to any failure to comply with the duty to make full and frank disclosure, the principles relevant to the issues in these appeals appear to me to include the following.
(1)The duty of the applicant is to make "a full and fair disclousure of all the material facts:" see Rex v. Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 514 per Scrutton L.J.
(2)The material facts are those which it is material for the judge to know in dealing with the application as made: materiality is to be decided by the court and not by the assessment of the applicant or his legal advisers: see Rex v. Kensington Income Tax Commissioners, per Lord Cozens-Hardy M.R., at p. 504, citing Dalglish v. Jarvie
(1850)2 Mac. & G. 231, 238, and Browne-Wilkinson J. In Thermax Ltd v. Schott Industrial Glass Ltd. [1981] F.S.R. 289, 295.
(3)The applicant must make proper inquiries before making the application: see Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87. The duty of disclosure therefore applies not only to material facts known to the applicant but also to any additional facts which he would have known if he had made such inquiries.
(4)The extent of the inquiries which will be held to be proper, and therefore necessary, must depend on all the circumstances of the case including (
- a)the nature of the case which the applicant is making when he makes the application; and (
- b)the order for which application is made and the probable effect of the order of the defendant: see, for example, the examination by Scott J. of the possible effect of an Anton Piller order in Columbia Picture Industries Inc. v. Robinson [1987] Ch. 38; And (
- c)the degree of legitimate urgency and the time available for the making of inquires: see per Slade L.J. in Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87, 92-93.
(5)If material non-disclosure is established the court will be "astute to ensure that a plaintiff who obtains [an ex parte injunction] without full disclosure . is deprived of any advantage he may have derived by that breach of duty:" see per Donaldson L.J. in Bank Mellat v. Nikpour, at p. 91, citing Warrington L.J. in the Kensington Income Tax Commissioners' case [1917] 1 K.B. 486, 509.
(6)Whether the fact not disclosed is of sufficient materiality to justify or require immediate discharge of the order without examination of the merits depends on the importance of the fact to the issues which were to be decided by the judge on the application. The answer to the question whether the non-disclosure was innocent, in the sense that the fact was not known to the applicant or that its relevance was not perceived, is an important consideration but not decisive by reason of the duty on the applicant to make all proper inquiries and to give careful consideration to the case being presented.
(7)Finally, it "is not for every omission that the injunction will be automatically discharged. A locus poenitentiae may sometimes be afforded:" per Lord Denning M.R. in Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87, 90. The court has a discretion, notwithstanding proof of material non-disclosure which justifies or requires the immediate discharge of the ex parte order, nevertheless to continue the order, or to make a new order on terms. "when the whole of the facts, including that of the original non-disclosure, are before [the court, it] may well grant . a second injunction if the original non-disclosure was innocent and if an injunction could properly be granted even had the facts been disclosed:" per Glidewell L.J. in Lloyds Bowmaker Ltd. V. Britannia Arrow Holdings Plc., ante, pp. 1343H -1344 A.» Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστοφόρου κ.ά. [1995] 1 ΑΑΔ, 248, 265-266, τονίζεται η φύση της διαδικασίας μονομερούς αίτησης και το καθήκον που δημιουργείται στον αιτητή, ακριβώς λόγω του στοιχείου της υψίστης πίστεως που καλύπτει αιτήσεις αυτής της μορφής, για αποκάλυψη όλων των ουσιαστικών γεγονότων. Σημειώνεται δε ότι παράλειψη παρουσίασης τέτοιων γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου σε μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Η αποκάλυψη συναρτάται λοιπόν με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Το στοιχείο δε της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. (Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου [1998] 1 ΑΑΔ, 598). Εύκολα εντοπίζεται από τα πιο πάνω ότι η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη (full and fair). Συνακόλουθα η εξεταζόμενη αρχή τυγχάνει εφαρμογής όχι μόνο στις περιπτώσεις που ένας αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα, αλλά και όπου αυτά εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλειπής ή παραπλανητικός, ανεξάρτητα αν αυτό γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Προς συμπλήρωση της νομικής πτυχής του εξεταζόμενου ζητήματος, παραθέτω πως στην απόφαση Harvardskiy Prumyslovy Holdings A.S. v. Daventree Resources Limited κ.ά.
(2008)1 ΑΑΔ 801, 806-810, κωδικοποιούνται οι σχετικές αρχές οι οποίες διέπουν το όλο φάσμα της απόκρυψης γεγονότων. Είναι επιβεβλημένη η αναφορά στα περιστατικά της υπόθεσης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν οι Αιτητές κάλυψαν το καθήκον που έχουν για πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων. Η υφή της υπόθεσης, σε συνάρτηση με τα επιζητούμενα διατάγματα, συνιστούν την ουσιαστική οριοθέτηση της έκτασης του καθήκοντος αυτού. Η όλη υπόθεση των εναγόντων-Αιτητών, όπως αποτυπώνεται στις δικογραφημένες τους θέσεις, περιστρέφεται γύρω από ισχυριζόμενη συνομωσία για παράνομη και δόλια μεταβίβαση των μετοχών της OJSC KZ. Το παράνομο της μεταβίβασης καλείται το Δικαστήριο να το κρίνει με βάση τη Ρωσική νομοθεσία. Αυτή ήταν η γραμμή πλεύσης των Αιτητών, όπως προβάλλεται μέσα από την ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση. Τίθεται συγκεκριμένα, στην παράγρ. 15 της πιο πάνω ενόρκου δηλώσεως: «..το παράνομο της μεταβίβασης των Μετοχών πρέπει να αποδειχθεί βάσει της ρωσικής νομοθεσίας και σε σχέση με αυτό η θέση των Αιτητών είναι τεκμηριωμένη, κάτι το οποίο υποστηρίζεται από την Νομικής Γνωμάτευσης σε θέματα εφαρμογής της ρωσικής νομοθεσίας στις συναλλαγές μεταβίβασης των Μετοχών στην Κύπρο (Τεκμήριο 2)». Στη δε παράγρ. 49: «Η απαίτηση των Αιτητών όπως η μεταβίβαση των Μετοχών στις εταιρείες Banworad και RMG κριθεί παράνομη στηρίζεται στις πρόνοιες της ρωσικής νομοθεσίας, λεπτομέρειες των οποίων παρουσιάζονται στη νομική έκθεση του γραφείου της Αγίας Πετρούπολης της εταιρείας DLA Piper Russia Limited στο Τεκμήριο 2». Τίθεται λοιπόν ως ουσιαστική παράμετρος κορυφαίας σημασίας η νομική αντίκριση της υπόθεσης υπό το πρίσμα των Ρωσικών νομικών δεδομένων. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός ότι οι Αιτητές, μέσα από την ένορκο δήλωσή τους, κατ΄ επανάλειψη επικαλέστηκαν δικαστικές διαδικασίες που έλαβαν χώρα στη Ρωσία και επικεντρώθηκαν ιδιαίτερα στο αποτέλεσμα συγκεκριμένης απόφασης, ημερ. 11.11.2009, αφήνοντας ξεκάθαρα την εικόνα ότι στη Ρωσία κρίθηκε ήδη το παράνομο της μεταβίβασης των μετοχών κατ΄ εφαρμογή των νόμων της χώρας αυτής. Τα πιο πάνω δεδομένα, αντικριζόμενα υπό το πρίσμα της όλης υφής της υπόθεσης, στην οποία κυρίαρχο στοιχείο καθίσταται το παράνομο και δόλιο της μεταβίβασης των μετοχών, οδηγούν αναπόδραστα στην κατάληξη ότι οι αναφορές στη Ρωσική νομοθεσία, και ακόμη περισσότερο το αποτέλεσμα οποιωνδήποτε δικαστικών διαδικασιών που έλαβαν χώρα στη Ρωσία, και οι οποίες αφορούσαν το νόμιμο ή μη της μεταβίβασης των μετοχών, συνιστούσαν ουσιαστικά γεγονότα. Οι Αιτητές έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, προς υποστήριξη των θέσεών τους, την απόφαση του Νοεμβρίου του
- Προκειμένου δε να δώσουν περαιτέρω επίρρωση στη βασική προσέγγισή τους ότι οι μεταβιβάσεις των μετοχών καλύπτονται από παρανομία, επικαλέστηκαν και νομική γνωμάτευση, το Τεκμ.
- Γνωμάτευση η οποία στηρίχθηκε και στο σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης. Παραμένει χωρίς αμφισβήτηση ότι το σύστημα των Δικαστηρίων Διαιτησίας στη Ρωσική Ομοσπονδία έχει τέσσερα επίπεδα: (α) Το Δικαστήριο Διαιτησίας. (β) το Εφετικό Δικαστήριο Διαιτησίας, (γ) το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο Διαιτησίας μιας περιοχής, και (δ) το Ανώτερο Δικαστήριο Διαιτησίας. Το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο Διαιτησίας είναι το τρίτο επίπεδο και προσφυγή στο τελευταίο επίπεδο, Ανώτερο Δικαστήριο Διαιτησίας, γίνεται αποδεκτή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Προτού εξεταστεί μονομερώς η υπό κρίση Αίτηση, πέραν της απόφασης του Νοεμβρίου του 2009, είχε εκδοθεί από το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο Διαιτησίας, στις 15.1.2010, άλλη απόφαση, στην οποία εμπλεκόμενοι ήταν οι Αιτητές 1 και 2, οι οποίοι αξίωναν και ενώπιον των Ρωσικών Δικαστηρίων ότι οι μεταβιβάσεις των επίδικων μετοχών θα έπρεπε να ακυρωθούν για τους ίδιους λόγους που επικαλούνται και σήμερα. Το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο, στην απόφασή του, Τεκμ. 2 επί της ενόρκου δηλώσεως η οποία συνοδεύει την ένσταση των Καθ΄ ων η Αίτηση 1, 3, 4, απέρριψε τις αξιώσεις των Αιτητών ερμηνεύοντας εις βάρος τους τις σχετικές διατάξεις του Ρωσικού νόμου. Παρούσα κατά τη διαδικασία αυτή, εκ μέρους των Αιτητών, ήταν και η ενόρκως δηλούσα Τατιάνα Καρατσέβτσεβα. Παρά τη σημασία της απόφασης αυτής, τίποτε σχετικό δεν καταγράφεται στην ένορκο δήλωση επί της οποίας στηρίχθηκαν οι Αιτητές για εξασφάλιση μονομερώς του διατάγματος. Οι αόριστες αναφορές περί ύπαρξης διαφόρων δικαστικών διαδικασιών στη Ρωσία, δεν είναι αρκετές. Με τον τρόπο που επέλεξαν οι Αιτητές να διατυπώσουν τις θέσεις τους σχετικά με αυτό το ζήτημα, προβάλλει ξεκάθαρα η έλλειψη ειλικρινούς διάθεσής τους και η παράλειψη έκφρασης με ανάλογο καθαρό λόγο όταν παρέθεταν μονομερώς τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου. Η παράλειψη, συνεπώς, παράθεσης, ως ήταν καθήκον τους (Α. Εργατίδης v. G. Georgalletos Enterprises Ltd κ.ά.
(2000)1 ΑΑΔ 995), με την απαραίτητη διαύγεια, όλων των σχετικών γεγονότων που κάλυπταν τις ενώπιον των Ρωσικών Δικαστηρίων διαδικασίες, οδηγούσε σε παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Καθότι το Δικαστήριο θα έπρεπε να γνωρίζει, όταν εξέταζε μονομερώς το αίτημα, το πλήρες φάσμα των σχέσεων των διαδίκων και όλων των δικαστικών διαδικασιών οι οποίες ήταν σχετικές με τις μεταξύ τους διαφορές, ούτως ώστε να αξιολογήσει τις ορθές τους διαστάσεις υπό το φως των αρχών άσκησης της εξουσίας του για έκδοση ή μη διατάγματος. Συνιστά αξίωμα του δικαίου που διέπει την έκδοση διαταγμάτων ότι αιτητής ο οποίος μονομερώς απευθύνεται στο Δικαστήριο, βρίσκεται κάτω από το καθήκον να αποκαλύψει πλήρως όλα τα ουσιαστικά γεγονότα, συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε υπεράσπισης την οποία αναμένεται να προβάλει η άλλη πλευρά. Τίθεται ως εξής, νομολογιακά, το ζήτημα στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου Lloyds Bowmaker Ltd v. Brittania Arrow Holdins plc
(1988)3 All ER 178: "An applicant who applies ex parte for a Mareva injunction is under a duty to the court to make the fullest disclosure of all material facts, including any defence he has reason to anticipate may be advanced. If he does not comply with that duty he will normally be deprived of the benefits of the order without consideration of the merits and irrespective of whether the non-disclosure was innocent or deliberate or whether he would have obtained the order if he had made full disclosure". Στο σύγγραμμα Commercial Injunctions, Steven Gee, 5th Edition, στις σελ. 240-241, αναφέρονται τα εξής, σε σχέση με το καθήκον πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης: "Therefore, the applicant is permitted to apply without notice only on the basis that he has complied with this duty, which has been described as being governed by the same principles which require an applicant for insurance to act in the utmost degree of good faith. The duty extends to placing before the court all matters which are relevant to the court's assessment of the application, and it is no answer to a complaint of non-disclosure that if the relevant matters had been placed before the court, the decision would have been the same. The test as to materiality is an objective one, and it is not for the applicant or his advisers to decide the question; hence it is no excuse for the applicant subsequently to say that he was genuinely unaware, or did not believe, that the facts were relevant or important. All matters which are relevant to the "weighing operation" that the court has to make in deciding whether or not to grant the order must be disclosed. This includes disclosure to the court of matters which are or may be adverse to the applicant. .. The applicant has a duty to make sure as far as he can that the full story is before the court; this includes asking witnesses to produce all the relevant documents which they have, so as to ensure that the court is not misled. It has been held that even if the applicant has forgotten the matters in question, nevertheless this does not justify failure to disclose them". Όπως έχει προαναφερθεί, οι Αιτητές γνώριζαν, στις 21.1.2010, όταν μονομερώς προσήλθαν στο Δικαστήριο, την απόφαση του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου Διαιτησίας. Είχαν βασική υποχρέωση να την αποκαλύψουν στο Δικαστήριο και να εξηγήσουν τους λόγους για τους οποίους δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη και γιατί το Κυπριακό Δικαστήριο θα έπρεπε να ακολουθήσει την προσέγγισή τους ως προς την ερμηνεία που έδιναν στο Ρωσικό νόμο, παραβλέποντας την αυθεντική ερμηνεία και την όλη προσέγγιση του Ομόσπονδου Διαιτητικού Δικαστηρίου - ενός Δικαστηρίου τρίτου επιπέδου - επί θεμάτων άμεσα σχετικών με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η αποστασιοποίηση των Αιτητών από το επίπεδο της ύψιστης καλής πίστης, που απαιτείται σε διαδικασίες μονομερών αιτήσεων, δεν εξαντλήθηκε στα πιο πάνω. Επεκτάθηκε σε όλη την πορεία της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας. Συγκεκριμένα: Ενώ οι Αιτητές προχώρησαν σε καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, μετά από σχετική άδεια του Δικαστηρίου, απέφυγαν την οποιαδήποτε ουσιαστική αναφορά στην ύπαρξη της πιο πάνω απόφασης και στην κατάθεση της δικής τους θέσης προς αντίκρουση των όσων οι Καθ΄ ων η Αίτηση παρέθεσαν. Και όχι μόνο αυτό. Λίγο μετά την προσφυγή τους μονομερώς στο παρόν Δικαστήριο, Ρωσικό Ομοσπονδιακό Δικαστήριο Διαιτησίας (Τεκμ. 1 στην ένορκη δήλωση των Καθ΄ ων η Αίτηση 1, 3, 4), παραμέρισε, στις 19.2.2010, την απόφαση του Νοεμβρίου του 2009, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, αποτέλεσε βασικό πυλώνα στήριξης των θέσεων των Αιτητών προς εξασφάλιση του υπό κρίση διατάγματος. Παρά ταύτα, καμία αναφορά γίνεται στο ζήτημα αυτό στη συμπληρωματική ένορκο δήλωση των Αιτητών. Το καθήκον αιτητή ο οποίος ζητά μονομερώς θεραπεία να ενεργεί με καλή πίστη προς το Δικαστήριο δεν εξαντλείται στο στάδιο και στο χρόνο έκδοσης του διατάγματος. Στο σύγγραμμα Commercial Injunctions (ανωτέρω), στις σελ. 257-258, υπό τον τίτλο "Effect of new developments after the ex parte application, including fresh information", αναφέρονται τα ακόλουθα: "Thus, when the court grants ex parte relief of this nature, it is in effect entrusting the applicant with its order, at least for the period immediately following the application, on the basis that the applicant will be using the order to forward the interests of justice. It is not for the applicant to act as judge in his own cause and decide what effect, if any, new developments are to have on the ex parte relief. Thus the general principle on the ex parte application is that an applicant may not select the material to be placed before the court. This applies with equal force in relation to new developments in the case, at least while the defendant is under a continuing disability in relation to protecting his own interests". Στην υπόθεση Πανευρωπαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ V Black Sea Shipping Co και άλλων,
(1996)1 ΑΑΔ 625, 628, οι ενάγοντες εξασφάλισαν, εκκρεμούσης της αγωγής, παρεμπίπτον διάταγμα απαγορεύον εξαγωγή εμπορευματοκιβωτίου. Σε μεταγενέστερο στάδιο το διάταγμα ακυρώθηκε καθότι διαπιστώθηκε ότι εξασφαλίστηκε σε ανύπαρκτη βάση. Λέχθηκαν τα εξής σχετικά από τον Κωνσταντινίδη, Δ.: "θα ανέμενα πως οι ενάγοντες μαζί με την απολογία τους για την καλόπιστη έστω παραπλάνηση του Δικαστηρίου [στην παρούσα υπόθεση η παραπλάνηση του Δικαστηρίου κάθε άλλο παρά καλόπιστη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί] θα ζητούσαν οι ίδιοι την ακύρωση του διατάγματος. Δε νομίζω όμως πως το Δικαστήριο είναι ανίσχυρο μπροστά στην απροθυμία των εναγόντων να προβούν στο αυτονόητο και πως είναι υποχρεωμένο να παρακολουθήσει απαθές τις εξελίξεις που θα προμήνυε η διατήρηση του διατάγματος. Το Δικαστήριο έχει εξουσία εκ του Νόμου (βλ. Άρθρο 32
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60)και συναφώς τον Καν. 211 των Κανονισμών Ναυτοδικείου) ή συμφυή προς ακύρωση του διατάγματος και, κάτω από τις περιστάσεις, οφείλει να ακυρώσει το παρεμπίπτον διάταγμα που εκδόθηκε σ' αυτό το στάδιο. Αποκαλύπτεται θεμελιακός λόγος για την ακύρωση του ενώ ταυτόχρονα μόνο με την άμεση ακύρωση του διατάγματος θα διαφυλασσόταν το κύρος του Δικαστηρίου και η αξιοπιστία της δικαστικής διαδικασίας." Στην παρούσα περίπτωση το εξεταζόμενο διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς στις 25.1.
- Ως αποτέλεσμα δε καθυστέρησης στην επίδοσή του, εξασφάλισης διαταγμάτων για εμφάνιση υπό διαμαρτυρία, αλλά και της ίδιας της πολυπλοκότητας των επίδικων θεμάτων, η ένσταση των Καθ΄ ων η Αίτηση καταχωρήθηκε το Μάρτιο του
- Εν τω μεταξύ, σημαντικά γεγονότα, που αφορούσαν τις δικαστικές διαδικασίες που λάμβαναν χώρα στη Ρωσική Ομοσπονδία, είχαν διαφοροποιηθεί, όπως λεπτομερώς αναφέρεται στα προηγούμενα στάδια της απόφασης. Ήταν γεγονότα και διαδικασίες επί των οποίων, όπως επεξηγήθηκε, στηρίχθηκαν σε ουσιαστικό βαθμό οι Αιτητές, προκειμένου να εξασφαλίσουν μονομερώς προς όφελός τους διάταγμα. Είχαν, συνεπώς. υποχρέωση, πολύ περισσότερο λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας της αντίδικης πλευράς να ενεργήσει εγκαίρως και να προστατεύσει τα δικαιώματά της, να ενημερώσουν το Δικαστήριο σχετικά. Απέφυγαν όμως να το πράξουν, παραβιάζοντας ταυτόχρονα το καθήκον τους για επίδειξη καλής πίστης και εντιμότητας. Η επίδικη λοιπόν διαφορά και τα όσα κάλυπταν τις επικαλούμενες συνθήκες δόλιας και παράνομης μεταβίβασης των μετοχών της OJSC KZ, διαδραμάτιζαν τον κεντρικό πυρήνα των ουσιαστικών για την υπόθεση γεγονότων. Οι παράμετροι που τα πλαισίωναν, θα έπρεπε, ως εκ τούτου, να τεθούν κατά τρόπο ξεκάθαρο και δίκαιο ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το στάδιο της μονομερούς εξέτασης της Αίτησης. Επικαλέστηκαν οι Καθ΄ ων η Αίτηση ότι αυτό δεν έγινε. Ορθά, για τους λόγους που έχουν αναλυθεί στα προηγούμενα στάδια της ενδιάμεσης απόφασης. Η δε βάση στήριξης των αντίθετων προσεγγίσεων της ευπαίδευτου συνήγορου για τους Αιτητές, αντιβαίνει, για τους λόγους που ήδη αποτυπώθηκαν, τις θεμελιώδεις αρχές που καλύπτουν Αιτήσεις αυτής της μορφής. Με τα όσα καταγράφονται δεν εξετάζεται βεβαίως σε αυτό το στάδιο η ουσία της υπόθεσης, το κατά πόσο δηλαδή και κάτω από ποιες προϋποθέσεις εντοπίζεται παρανομία ή δόλος στη μεταβίβαση των επίδικων μετοχών. Ούτε το Δικαστήριο υπεισέρχεται, στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, στην ουσία της μεταξύ των μερών διαφοράς. Οι αναφορές έγιναν προκειμένου να καταδειχθεί το ουσιαστικό των γεγονότων, τα οποία δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, εξεταζόμενο υπό το πρίσμα των δεδομένων της υπόθεσης. Η υποχρέωση, συνοπτικά, που είχε η πλευρά των Αιτητών να θέσει το όλο φάσμα αυτών των γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά το χρόνο προσφυγής της μονομερώς, για να αξιολογηθεί η σημασία τους και να σταθμιστεί η επίδρασή τους στην κρίση για έκδοση ή μη, στην απουσία της άλλης πλευράς, των αιτούμενων διαταγμάτων. Είναι, ως απόρροια των ανωτέρω, κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι Αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη στοιχεία και γεγονότα στο στάδιο της εξέτασης μονομερώς της Αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Γεγονότα τα οποία γνώριζαν ή, το ελάχιστο, θα μπορούσαν να εξακριβώσουν με απλή εύλογη έρευνα. Η μη αποκάλυψή τους στέρησε το Δικαστήριο από τη δυνατότητα σφαιρικής εκτίμησης της υπόθεσης τους, κάτω από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και των αρχών που διέπουν το ζήτημα έκδοσης μονομερώς διαταγμάτων. Περαιτέρω, η όλη συμπεριφορά των Αιτητών δεν συνάδει, για τους λόγους που ήδη αναλύθηκαν, με το επίπεδο καλής πίστης και εντιμότητας που και αναμένεται και επιβάλλεται σε διαδικασίες οι οποίες στηρίζονται στο Δίκαιο της Επιείκειας. Ως αποτέλεσμα της εκτροπής αυτής η απόρριψη της Αίτησης και η ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος είναι αναπόφευκτη. Το προσωρινό διάταγμα ημερ. 25.1.2010 ακυρώνεται στην ολότητά του. Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση-εναγομένων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ............ Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο