Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ ν. Αντώνης Αντωνίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 10231/2004, 30 Απριλίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A172 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 10231/2004 Μεταξύ: Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ Ενάγοντες και
- Αντώνης Αντωνίου
- Άννα Αντωνίου
- Νίκος Παύλου
- Κωνσταντίνος Τσίκκου Εναγόμενοι --------------------- Αίτηση ημερ. 4.8.2009 για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία: 30 Απριλίου, 2010 Ο Αιτητής- Εναγόμενος 1 εμφανίζεται προσωπικά Για Καθ΄ ων η Αίτηση - Ενάγοντες: κα Α. Μακρή ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες καταχώρισαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στις 1.11.2004, με την οποία αξίωναν απόφαση εναντίον των Εναγομένων για Λ.Κ. 262,35 πλέον τόκους ως υπόλοιπο δυνάμει γραμματίου. Η αγωγή επιδόθηκε στους Εναγομένους 1 και 2 στις 21.01.2005 και στον Εναγόμενο 3 στις 09.12.2004, αυτοί δεν καταχώρισαν Σημείωμα Εμφάνισης και οι Ενάγοντες υπέβαλαν αίτηση για απόφαση βάσει της Διαταγής 17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε στις 10.2.2005 απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για Λ.Κ. 209,35 πλέον τόκο προς 9% από 28.10.2004 (εφόσον είχαν καταβληθεί Λ.Κ. 53 μετά την καταχώριση της αγωγής) πλέον έξοδα. Το κλητήριο ένταλμα όσον αφορά τον Εναγόμενο 4 εξέπνευσε στις 31.10.
- Στις 1.06.2009 ο Εναγόμενος 1 καταχώρισε αίτηση για «ακύρωση όλων των δικαστικών αποφάσεων», την οποία απέσυρε στις 17.09.2009, εφόσον στο μεταξύ καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά, υπό (Α), την «ακύρωση και/ή παραμερισμό (set aside) όλων των αποφάσεων» που εκδόθηκαν εναντίον όλων των Εναγομένων στην παρούσα αγωγή, καθώς και άδεια να υπερασπιστεί την εναντίον του αγωγή. Αιτείται περαιτέρω, υπό (Β), την επαναφορά (reinstatement) της αγωγής. Η αίτηση στηρίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.16 θ.9, Δ.17 θ.3, Δ.26 θ.14, Δ.31, Δ.33 θ.1 και 5, Δ.40 θ1, 7, 11 και 19, Δ.41 θ.1-3, Δ.42Α θ.3 και 9, Δ.44 θ.11 και 12, Δ.48 θ. 1 - 3, 8
(1),
(2),
(3),
(4), 9 (h), Δ.57 θ.2 και τη Δ.64 θ.1 και 2, επί των άρθρων 29, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή - Εναγομένου 1, ο οποίος αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένος από όλους τους Εναγομένους να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Η θέση του Αιτητή είναι ότι κατά τον χρόνο της επίδοσης της αγωγής βρισκόταν στο εξωτερικό για λόγους υγείας και οι Ενάγοντες εκ του πονηρού και δίνοντας λανθασμένες πληροφορίες στο Δικαστήριο εξασφάλισαν δικαστικές αποφάσεις, αφαιρώντας του το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Θεωρεί ότι η αγωγή είναι ανυπόστατη και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθότι μέχρι τις 30.04.2000 είχε καταβληθεί το ποσό των Λ.Κ.1697 έναντι της οφειλής και είχε παραμείνει προς εξόφληση το ποσό των Λ.Κ.211. Λόγω πρόωρης αφυπηρέτησής του από την Αστυνομική Δύναμη για λόγους υγείας, οι Ενάγοντες παραχώρησαν στον Εναγόμενο 1, χρόνο προς διευθέτηση του εν λόγω υπολοίπου χωρίς καμία επιβάρυνση. Ακολούθως, κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.167 και παρέμειναν προς εξόφληση μόνο Λ.Κ.45, τις οποίες προσπάθησε να καταβάλει, πλην όμως οι Ενάγοντες αρνήθηκαν να τις παραλάβουν. Επισυνάπτει δε καταστάσεις του λογαριασμού του με χειρόγραφες σημειώσεις με τις πληρωμές που έγιναν και αποδείξεις των κατά καιρούς πληρωμών, και επαναλαμβάνει ότι το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται σε Λ.Κ.45 χωρίς άλλη υποχρέωση. Στις 17.12.2009, κατόπιν μονομερούς αίτησης της Hellenic Bank Public Co Ltd, η εν λόγω τράπεζα, λόγω απόκτησης των εργασιών των Εναγόντων, εξασφάλισε άδεια, δυνάμει της Διαταγής 40 θ. 8 και 12 θ. 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και του άρθρου 3
(1)του περί της Μεταβίβασης Τραπεζικών Εργασιών και Εξασφαλίσεων Νόμου 64(Ι)/1997 [1], να προχωρήσει εναντίον των Εναγομένων με μέτρα εκτέλεσης. Οι Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρισαν ένσταση στην αίτηση στις 21.01.2010, στην οποία επικαλούνται τους εξής λόγους ένστασης, ως συνοψίζω πιο κάτω: (α) Ο Αιτητής δεν καταδεικνύει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. (β) Ο Αιτητής δεν δεικνύει σοβαρή δικαιολογία γιατί δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και εκδόθηκε απόφαση εναντίον του. (γ) Ο Αιτητής επέδειξε αδιαφορία η οποία ισοδυναμεί με μορφή καταφρόνησης της διαδικασίας. (δ) Ο Αιτητής κάνει κατάχρηση των θεσμών για ακύρωση της απόφασης χωρίς να υπάρχει πραγματικός λόγος, καταχώρισε δε την αίτηση με σκοπό την αποφυγή ή καθυστέρηση των Εναγόντων στην είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους. (ε) Τα γεγονότα της υπόθεσης δείχνουν ότι ορθά και νόμιμα εκδόθηκε η απόφαση. Η ένσταση πλαισιώνεται από ένορκη δήλωση του Μιχαλάκη Σάββα Κωνσταντίνου, υπαλλήλου των Εναγόντων στο λογιστήριο, ο οποίος αναφέρει ότι η αγωγή, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του επιδότη (Τεκμήριο 1), επιδόθηκε στη σύζυγο του Εναγομένου 1 (Εναγόμενη 2) με την οποία αυτός συγκατοικούσε. Συνεπώς έλαβε γνώση της αγωγής και είχε κάθε ευκαιρία να καταχωρίσει εμφάνιση και υπεράσπιση, και ο ισχυρισμός του ότι βρισκόταν στο εξωτερικό για λόγους υγείας ουδόλως τεκμηριώνεται. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει επιπλέον ότι ο Εναγόμενος 1 έλαβε επιστολές από τους Ενάγοντες πριν την καταχώριση της αγωγής, στις οποίες ουδέποτε αντέδρασε, όπως δεν αντέδρασε και μετά την επίδοση της αγωγής. Μετά την έκδοση της απόφασης το 2005, οι Ενάγοντες έλαβαν διάφορα μέτρα εκτέλεσης, τα οποία καταγράφει στην εν λόγω ένορκη δήλωση και στα οποία οι Εναγόμενοι ουδέποτε αντέδρασαν (εντάλματα κινητών, ειδοποίηση πτώχευσης κλπ). Ο ενόρκως δηλών θεωρεί ότι ο Εναγόμενος 1 καταχώρισε την παρούσα αίτηση ενδεχομένως εν όψει της διαδικασίας πτώχευσης που εκκρεμεί εναντίον του, αλλά και με σκοπό να αποφύγει - καθυστερήσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του βάσει της απόφασης. Αρνείται τους ισχυρισμούς του Εναγομένου 1 σχετικά με το αναφερόμενο υπόλοιπο, το οποίο επιμένει ότι είναι ως η απόφαση και θεωρεί ότι η αδιαφορία του Αιτητή και η καταχώριση της παρούσας αίτησης μετά από τέσσερα χρόνια αποτελεί καταφρόνηση της Δικαστικής διαδικασίας. Ο Αιτητής-Εναγόμενος 1, με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 01.03.2010 που καταχωρίστηκε μετά από άδεια του Δικαστηρίου, αναφέρει ότι οι Ενάγοντες κωλύονται να προχωρήσουν, ότι έχουν επιβεβαιώσει ότι το ποσό που παρέμεινε προς εξόφληση είναι Λ.Κ.45, κάτι το οποίο ο ίδιος αρνείται, εφόσον θεωρεί ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Προσθέτει ότι αρχές Ιανουαρίου του 2005 παρουσιάστηκε στους Ενάγοντες για εξόφληση του λογαριασμού χωρίς θετική κατάληξη, καθότι οι Ενάγοντες διεκδικούσαν υπερβολικό ποσό χωρίς να τον ενημερώσουν εκ των προτέρων, προσθέτοντας ότι δεν πίστευε ότι οι Ενάγοντες είχαν καταχωρίσει αγωγή για τόσο ασήμαντο ποσό και ότι οι ίδιοι γνώριζαν ότι διέμενε μόνιμα στο χωριό Λινού και όχι στη διεύθυνση που αναγράφεται στην αγωγή και ότι θα αναχωρούσε για θεραπεία στο εξωτερικό. Έδωσαν λανθασμένη πληροφόρηση στους δικηγόρους τους με σκοπό να επιδώσουν και να ξεγελάσουν την Εναγόμενη 2 - σύζυγό του, ώστε να εκδοθεί απόφαση ερήμην του. Η σύζυγός του τον πληροφόρησε τον Απρίλιο του 2005 ότι της είχε επιδοθεί κάποιο δικαστικό έγγραφο, αλλά δεν κράτησε το έγγραφο γιατί πίστευε ότι το θέμα είχε διευθετηθεί προτού αναχωρήσει ο Εναγόμενος 1 για το εξωτερικό. Ισχυρίζεται δε ότι κατά τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής βρισκόταν σε διάσταση με τη σύζυγό του και οι Ενάγοντες απέκρυψαν εσκεμμένα το γεγονός ότι διέμενε στη Λινού. Κατατέθηκε πιστοποίηση του Κοινοτάρχη Λινούς ημερ. 11.2.2010 ότι ο Εναγόμενος 1 διατηρεί κατοικία στο χωριό. Ο Εναγόμενος 1 προσθέτει ότι θεωρεί ότι η επίδοση της αγωγής δεν είναι καλή, καθότι η αγωγή δεν περιήλθε εις γνώσιν του και πληροφορήθηκε για πρώτη φορά για την αγωγή και την έκδοση απόφασης στις 03/08/2006 από δικαστικό επιδότη, φίλο του, ο οποίος τον προέτρεψε να προβεί σε διακανονισμό με τους Ενάγοντες, οι οποίοι όμως ήταν αρνητικοί. Προβάλλει το γεγονός ότι η ένσταση υποβλήθηκε από την Hellenic Bank Public Company Ltd, η οποία έχει ήδη καταχωρίσει memo στην περιουσία του, και ότι το διάταγμα ημερομηνίας 17.12.2009 δεν επαρκεί για να της δίνει δικαίωμα να υποκαταστήσει τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ, εφόσον έπρεπε να είχε γίνει τροποποίηση του τίτλου της αγωγής. Τέλος, ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες οφείλουν να του επιστρέψουν Λ.Κ. 97 πλέον τόκους από 07.05.2003, καθώς και Λ.Κ.166 πλέον τόκους από 16.12.2003, καθότι πλήρωσε ΛΚ2005,83 μέχρι 07.05.2003, ενώ αναφέρεται στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης ότι το χρέος μέχρι 07.05.2003 ήταν ΛΚ1908 συμπεριλαμβανομένων των τόκων. Ο κ. Κωνσταντίνου καταχώρισε δύο συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, καθότι αφενός στην αίτηση που επιδόθηκε στους Ενάγοντες δεν είχαν επισυναφθεί τα τεκμήρια (καταστάσεις λογαριασμού) με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να στερηθούν της ευκαιρίας να απαντήσουν/τοποθετηθούν επ' αυτών, και αφετέρου σε απάντηση στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Εναγομένου
- Στην πρώτη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή του, ο κ. Κωνσταντίνου αναφέρει ότι στις καταστάσεις λογαριασμού, που επισυνάπτει ο Αιτητής στη δική του ένορκη δήλωση, δεν είχαν χρεωθεί οι οφειλόμενοι τόκοι, ενώ η απαίτηση των Εναγόντων στην παρούσα αγωγή συμπεριλαμβάνει τόκους μέχρι 27.10.
- Αναφέρει επιπλέον ότι οι πληρωμές που έγιναν πριν την καταχώριση της αγωγής λήφθηκαν υπόψη, όπως φαίνεται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης, ενώ οι πληρωμές, που έγιναν μετά την καταχώριση της αγωγής στις 16.12.2004 και που αναφέρει ο Αιτητής, αφαιρέθηκαν από το ποσό της απαίτησης ως φαίνεται στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 10.2.2005 που καταχωρίστηκε προς απόδειξη της υπόθεσης. Στη δεύτερη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή του, ο κ. Κωνσταντίνου επισημαίνει ότι η βεβαίωση του Κοινοτάρχη αναφέρει μόνο ότι ο Αιτητής κατέχει κατοικία στη Λινού από το 1994 και όχι ότι διαμένει μόνιμα εκεί από τότε, εξ ου και όταν υπεγράφη το επίδικο Γραμμάτιο το 2000, η διεύθυνση που έδωσαν οι Εναγόμενοι 1 και 2 ήταν στη Λευκωσία και ουδέποτε ενημέρωσαν τους Ενάγοντες ότι άλλαξαν διεύθυνση ή ότι ο Εναγόμενος 1 κατοικεί στη Λινού. Τονίζει δε ότι στις 3.8.2006 οι Ενάγοντες καταχώρισαν ριτ κινητών εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 στη διεύθυνσή τους στη Λευκωσία, το οποίο ο δικαστικός επιδότης επέστρεψε ανεκτέλεστο λόγω μη ύπαρξης περιουσίας προς κατάσχεση εκεί και όχι λόγω λανθασμένης διεύθυνσης. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν. Ο Αιτητής κατά τη σύντομη αγόρευσή του παρέπεμψε το Δικαστήριο στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεών του και ζήτησε την ακύρωση της απόφασης. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση με τη δική της εμπεριστατωμένη αγόρευση υποστήριξε τις δικές τις θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Σημειώνω ότι το αίτημα υπό (Β) για επαναφορά της αγωγής δεν προωθήθηκε από τον Αιτητή. Η Διαταγή 33 θ. 1, στην οποία προφανώς βασίζεται το εν λόγω αίτημα, προνοεί ότι το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει επαναφορά της αγωγής, εάν κάτι τέτοιο κριθεί δίκαιο, σε περιπτώσεις όπου η αγωγή απορρίφθηκε λόγω παράλειψης των διαδίκων να εμφανιστούν στην ακρόαση, κάτι που δεν ισχύει στην υπό κρίση περίπτωση. Όσον αφορά το αίτημα υπό (Α) με το οποίο ο Αιτητής ζητά τον παραμερισμό όλων των αποφάσεων που εκδόθηκαν εναντίον όλων των Eναγομένων, τονίζω ότι δεν δικαιούται να εκπροσωπεί τους υπόλοιπους Eναγομένους, οι οποίοι εν πάση περιπτώσει δεν έχουν καταχωρίσει αίτηση παραμερισμού. Συνεπώς η αίτηση θα εξεταστεί αναφορικά με τον Αιτητή-Εναγόμενο 1 και την απόφαση ημερ. 10.2.2005 στον βαθμό που αφορά τον ίδιο και μόνο. Η Διαταγή 17 θ. 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία βασίζεται η παρούσα αίτηση για παραμερισμό απόφασης (εφόσον το υπόλοιπο της νομικής βάσης της αίτησης αποτελείται κυρίως από Διαταγές που δεν αφορούν το αίτημα του Εναγομένου 1), προνοεί ότι όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τη Διαταγή 17, δηλαδή λόγω παράλειψης του εναγομένου να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει την απόφαση με όρους που ήθελαν φανεί δίκαιοι. Παρόμοιες είναι και οι πρόνοιες της Διαταγής 26 θ.
- Συνεπώς, η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με βάση καλά καθιερωμένες από τη νομολογία αρχές [2] . Το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει την εξισορρόπηση της ανάγκης να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν, με την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής δικαιοσύνης και της τελεσιδικίας των Δικαστικών αποφάσεων. Ο αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή. Το Δικαστήριο βεβαίως δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης και δεν προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας στο στάδιο αυτό, αλλά ο αιτητής θα πρέπει να παρουσιάσει ικανοποιητικές λεπτομέρειες για να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής διαφορετικής από αυτή του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας, ώστε να μην ασκείται επί ματαίω η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα, όμως, ο αιτητής οφείλει να καταδείξει σοβαρή και εύλογη αιτιολογία για την απουσία του με συνέπεια την έκδοση απόφασης εναντίον του. Αίτηση για παραμερισμό πρέπει να υποβάλλεται έγκαιρα. Σε αντίθετη περίπτωση, ο αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί προς παραμερισμό της απόφασης. Όπως λέχθηκε στη Steven Bush κ.α v. Γιαννάκης Γιαννή,
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342: «Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας για επαναφορά, την οποία παρέχει το Δικαστήριο η Δ.17, Θ.10, εξουσίας η οποία, όπως υποδείχθηκε στην Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, δεν εντάσσεται σε οποιαδήποτε στεγανά, το Δικαστήριο κατευθύνει την προσοχή του σε δύο κυρίως παράγοντες. Ο ένας αφορά το κατά πόσο έχει εξηγηθεί καθυστέρηση στην καταχώριση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό, με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι η επαναφορά δεν αντιστρατεύεται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σε αυτό λαμβάνεται υπόψη τόσο η στάση του αιτητή όσο και η αναγκαιότητα οριστικής λήξης της αντιδικίας αφού interest republicae ut sit finis litium. Ο άλλος παράγοντας αναφέρεται στο κατά πόσο καταδείχθηκε εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση.» Έχοντας σκιαγραφήσει τις πιο πάνω αρχές, τονίζω ότι έχουν εφαρμογή μόνο εφόσον η απόφαση έχει εκδοθεί νομότυπα. Οι προϋποθέσεις για να υπάρξει εξουσία έκδοσης απόφασης ερήμην δυνάμει της Δ.17 είναι η καλή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον εναγόμενο, εκπνοή της προθεσμίας για καταχώριση σημειώματος εμφάνισης και παράλειψή του να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης. Εάν οι προϋποθέσεις αυτές υπάρχουν, τότε το θέμα παραμερισμού εξετάζεται με βάση τις αρχές που έχουν εκτεθεί πιο πάνω. Εάν όμως αποδειχθεί ότι η απόφαση εκδόθηκε χωρίς να έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.17, τότε ο εναγόμενος δικαιούται σε παραμερισμό της χωρίς να τίθεται θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και χωρίς να υπάρχει δυνατότητα να τεθούν όροι από το Δικαστήριο σε σχέση με τον παραμερισμό. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου (Ττόμη)
(1997)1 Α.Α.Δ. 247, 250, όπου ακυρώθηκε το μέρος της πρωτόδικης απόφασης για παραμερισμό που αφορούσε την επιβολή όρου: «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή., το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. Άρθρο 30.3 (α) και (β) του Συντάγματος). » Παρομοίως, όπως αναφέρεται στο The Supreme Court Practice 1982, Volume 1, Centenary edition, στη σελίδα 157, παρ. 13/9/4: «Where a judgment is obtained irregularly the defendant is entitled ex debito justistiae to have it set aside. When setting aside an irregular judgment, the Court should impose no terms whatever on the defendant, not even contingent terms, such as that the costs should be costs in cause.» Ως εκ τούτου, εφόσον ο Αιτητής-Εναγόμενος 1 προβάλλει ισχυρισμό περί κακής επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος, θα πρέπει πρώτα να εξεταστεί το θέμα αυτό. Σχετική είναι η Διαταγή 5 θ. 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί τα ακόλουθα (σε μετάφραση): «2
(1)Η επίδοση πρέπει, όποτε είναι πρακτικό, να γίνεται δια της αφέσεως του αντιγράφου στο πρόσωπο στο οποίο θα γίνει η επίδοση, αλλά αν δεν βρεθεί στο σπίτι του ή στον συνήθη τόπο εργασίας του, η επίδοση θα θεωρείται ότι έγινε αν το αντίγραφο αφεθεί: (
- i)Σε ένα μέλος της οικογένειάς του, που να φαίνεται ότι είναι 16 ετών και άνω, και βρίσκεται στην πόλη ή το χωριό του ή εντός της περιοχής του, ή (
- ii)Σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιας ηλικίας και που να είναι υπεύθυνο του τόπου εργασίας του, ή (iii) Στον αφέντη του, στην περίπτωση υπηρέτη που διαμένει με τον αφέντη του Όταν γίνει η επίδοση δια της αφέσεως του αντιγράφου σε πρόσωπο εκτός από τον ίδιο προσωπικά, η ένορκη δήλωση επιδόσεως πρέπει να αναφέρει (εάν έτσι έχουν τα πράγματα) ότι το πρόσωπο στο οποίο έπρεπε να γίνει η επίδοση δεν βρέθηκε στο σπίτι του ή στον συνήθη τόπο εργασίας του (Τύπος 5). » Εξετάζοντας λοιπόν το θέμα της επίδοσης, παρατηρώ από το ενώπιόν μου υλικό ότι ο ιδιώτης επιδότης Βάσος Χριστοφόρου προέβη σε ένορκη δήλωση ημερ. 25.1.2005, όπου αναφέρει ότι στις 21.1.2005 επέδωσε επίσημο αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος στην Εναγόμενη 2 Άννα Αντωνίου έναντι της υπογραφής της, τόσο προσωπικά όσο και για τον Εναγόμενο 1 Αντώνη Αντωνίου, τον οποίο δεν βρήκε στο σπίτι ή στον τόπο εργασίας του, και ότι η εν λόγω κυρία είναι σύζυγος του Εναγομένου 1 και συγκατοικούν. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, η αγωγή επιδόθηκε στην Άννα Αντωνίου, η οποία υπέγραψε ως σύζυγος του Εναγομένου 1. Ο Εναγόμενος 1 παραδέχεται ότι πράγματι πρόκειται για τη σύζυγό του, και ότι μάλιστα τον είχε πληροφορήσει τον Απρίλιο 2005 ότι τον Ιανουάριο είχε παραλάβει κάποια δικαστικά έγγραφα, τα οποία όμως δεν κράτησε. Ισχυρίζεται, όμως, ότι βρισκόταν σε διάσταση με τη σύζυγό του, ότι διέμενε μόνιμα στο χωριό Λινού και ότι κατά τον χρόνο επίδοσης βρισκόταν στο εξωτερικό για λόγους υγείας. Εν τούτοις, οι ισχυρισμοί αυτοί, τους οποίους αρνούνται οι Ενάγοντες, παρέμειναν παντελώς ατεκμηρίωτοι και μετέωροι και δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Κατ' αρχάς, σημειώνω ότι το γεγονός ότι ενδεχομένως να απουσίαζε προσωρινά στο εξωτερικό για λόγους υγείας (για το οποίο δεν προσκομίστηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να του προσδίδει κάποια βαρύτητα) ουδόλως επηρεάζει την εγκυρότητα της επίδοσης στη σύζυγό του για λογαριασμό του. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς περί διάστασης και μόνιμης κατοικίας στη Λινού από το 1994, επισημαίνω ότι η βεβαίωση του Κοινοτάρχη ημερομηνίας 11.2.2010 ότι ο Εναγόμενος 1 έχει κάποια κατοικία στο χωριό από το 1994, δεν εξυπακούει χωρίς άλλο ότι αυτή ήταν και η μόνιμη κατοικία του κατά τον επίδικο χρόνο. Στο Γραμμάτιο που δέχεται ότι υπέγραψε ο Εναγόμενος 1 στις 7.2.2000, βάσει του οποίου εκδόθηκε η απόφαση, ο Εναγόμενος 1 αναφέρει ρητά ότι η διεύθυνσή του είναι στην οδό Αιγέως 11Α στη Λευκωσία και δεν ειδοποίησε τους Ενάγοντες για οποιαδήποτε αλλαγή. Εάν ήταν μόνιμος κάτοικος Λινούς από το 1994 ως ισχυρίζεται σήμερα, τότε για ποιο λόγο έδωσε στους Ενάγοντες το 2000 διεύθυνση στη Λευκωσία; Το δε αντίγραφο δεύτερης βεβαίωσης ότι ο Εναγόμενος 1 είναι μόνιμος κάτοικος του χωριού δεν φέρει ημερομηνία και αφορά το Σχέδιο Αγροτικής Ανάπτυξης 2004-2006 και την παροχή εξισωτικών πληρωμών σε μειονεκτικές περιοχές. Εξάλλου, η επίδοση επιτεύχθηκε στη νόμιμη σύζυγό του (στον χώρο εργασίας της απ' ό,τι αναφέρει ο ίδιος ο Εναγόμενος 1) με την οποία δεν έχει υποστηριχθεί επαρκώς ότι δεν είχε επικοινωνία ή ότι έχει χωρίσει με την έκδοση διαζυγίου. Η ουσία της Διαταγής 5 θ. 2 είναι ότι με την επίδοση του κλητηρίου σε μέλος της οικογένειας του ενδιαφερομένου, θα ενημερωθεί δεόντως, εφόσον νοείται ότι υπάρχει επικοινωνία μεταξύ των μελών μιας οικογένειας. Στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολις Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 43, όπου κρίθηκε ότι ορθά παραμερίστηκε η απόφαση εφόσον δεν προηγήθηκε έγκυρη επίδοση, λέχθηκε ότι η καλή επίδοση «συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίου εγκαλείται στο Δικαστήριο» ως Συνταγματικό δικαίωμά του. Το θεωρώ δεδομένο, ως θέμα κοινής λογικής, ότι «μέλος της οικογένειας» εντός της έννοιας της Διαταγής 5 θ. 2
(1)περιλαμβάνει τουλάχιστον τέκνα άνω των 16 ετών, πατέρα, μητέρα και σύζυγο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κατά τον επίδικο χρόνο η Άννα Αντωνίου ήταν η νόμιμη σύζυγος του Εναγομένου 1 και δεν έχει καταδειχθεί επαρκώς ότι πράγματι βρίσκονταν σε διάσταση και δεν είχαν καμία επικοινωνία. Αντίθετα, από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσής του φαίνεται ότι είχαν επικοινωνία. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η επίδοση έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 5 θ. 2 σε «μέλος της οικογένειας» του Εναγομένου 1 και συνεπώς η απόφαση εκδόθηκε νομότυπα εφόσον οι προϋποθέσεις που θέτει η Διαταγή 17 πληρούνταν. Ως εκ τούτου, προχωρώ να εξετάσω το θέμα του παραμερισμού με βάση της αρχές που έχουν εκτεθεί στις σελίδες 7-9 πιο πάνω. Εξετάζοντας το θέμα της παράλειψης του Αιτητή - Εναγομένου 1 να καταχωρίσει Σημείωμα Εμφάνισης, θεωρώ ότι ισχύουν τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω σε σχέση με το νομότυπο της επίδοσης στη σύζυγό του. Ο Αιτητής δεν έχει παραθέσει κανένα στοιχείο ώστε να τεκμηριώσει/θεμελιώσει τον ισχυρισμό του ότι απουσίαζε προσωρινά στο εξωτερικό για λόγους υγείας και για ποια ακριβώς περίοδο απουσίαζε, ούτε και έχει καταδείξει ότι δεν είχε επικοινωνία με τη σύζυγό του, ώστε να μην ήταν σε θέση να δώσει οδηγίες για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων προς αποφυγή έκδοσης της απόφασης. Οι παραλείψεις του αυτές αφήνουν τους ισχυρισμούς και τα παράπονά του για τη συμπεριφορά των Εναγόντων μετέωρα και χωρίς ιδιαίτερη αξία. Όσον αφορά την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, σημειώνω ότι ο Εναγόμενος 1 δεν έχει δικαιολογήσει ή εξηγήσει ικανοποιητικά την πολυετή αδράνειά του. Ακόμη και αν γινόταν αποδεκτός ο ισχυρισμός του ότι πληροφορήθηκε για πρώτη φορά την ύπαρξη της αγωγής και της απόφασης στις 3.8.2006 μετά από τηλεφώνημα του δικαστικού επιδότη σε σχέση με το ένταλμα κινητών (βλ. παράγραφο 8 της συμπλ. ένορκης δήλωσης ημερ. 1.3.2010), είναι αξιοσημείωτο ότι δεν δίνει κανένα λόγο γιατί δεν ενήργησε αμέσως για τον παραμερισμό της απόφασης. Εφόσον, όπως αναφέρει, οι Ενάγοντες ήταν αρνητικοί το 2006 για διακανονισμό και επέμειναν στην εκτέλεση της απόφασης, η υπέρμετρη καθυστέρηση ή αμέλεια του Εναγομένου 1 μέχρι το 2009 να υποβάλει το αίτημά του ενώπιον του Δικαστηρίου παραμένει ανεξήγητη αλλά και απαράδεκτη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί προς παραμερισμό της απόφασης. Παρά την πιο πάνω κατάληξή μου, για σκοπούς πληρότητας θα προχωρήσω να εξετάσω και το κατά πόσο αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή. Ένας από τους ισχυρισμούς του Εναγομένου 1 είναι ότι, εφόσον το ποσό του Γραμματίου ήταν Λ.Κ. 1908 και καταβλήθηκαν Λ.Κ. 2005, δεν υπάρχει οφειλόμενο υπόλοιπο. Αυτή η θέση, όμως, παραγνωρίζει παντελώς τις πρόνοιες του εν λόγω Γραμματίου για τη χρέωση τόκου 9% επί του εκάστοτε υπολοίπου. Όπως αναφέρει ο κ. Κωνσταντίνου στην ένορκη δήλωσή του ημερ. 4.2.2010, δεν είχαν χρεωθεί οι οφειλόμενοι τόκοι στις καταστάσεις λογαριασμού που παρουσίασε ο Εναγόμενος
- Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 1 δηλώνει ρητά και απερίφραστα στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση ότι εξακολουθεί να οφείλει το ποσό των Λ.Κ. 45 και επισυνάπτει κατάσταση με τις εκάστοτε πληρωμές του έναντι της αρχικής οφειλής. Εν τούτοις, με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή του προβάλλει ένα νέο ισχυρισμό - ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Αναφέρει επιπλέον ότι οι Ενάγοντες έχουν επιβεβαιώσει ότι οφείλει μόνο Λ.Κ.
- Ακολούθως, ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες οφείλουν να του επιστρέψουν συγκεκριμένα ποσά. Κατά την κρίση μου, οι συγκεχυμένοι, ατεκμηρίωτοι και αλληλοσυγκρουόμενοι ισχυρισμοί του αφήνουν κενά που δεν επιτρέπουν τη θεμελίωση υπεράσπισης. Ενδεχομένως η προφανής αγανάκτηση του Εναγομένου 1 να πηγάζει από το γεγονός ότι οι Ενάγοντες επέμειναν με τη χρέωση του συμπεφωνημένου επιτοκίου και έλαβαν δικαστικά μέτρα εναντίον του για πολύ μικρό ποσό τόκων, παρά το ότι το αρχικό ποσό του Γραμματίου είχε στην ουσία καταβληθεί. Εν τούτοις, τα όσα προβάλλει δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να θεωρηθούν ότι αποκαλύπτουν καλή ή έστω συζητήσιμη υπεράσπιση επί της ουσίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην απαίτηση. Ζυγίζοντας αφενός την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί, και αφετέρου την ανάγκη για ταχεία διεκπεραίωση της δικαστικής διαδικασίας και την ανάγκη για τελεσιδικία, θεωρώ ότι η περίπτωση δεν είναι κατάλληλη ώστε να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Εναγομένου 1 - Αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Σ. Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το άρθρο 6 του εν λόγω Νόμου προνοεί, στα μέρη που είναι σχετικά με την παρούσα περίπτωση, ότι οποιαδήποτε αγωγή ή διαδικασία που κατά τον χρόνο μεταβίβασης των εργασιών από μία τράπεζα σε άλλη εκκρεμεί ή υφίσταται υπό της εξαγορασθείσας τράπεζας δεν θα τερματίζεται ή διακόπτεται ούτε θα επηρεάζεται δυσμενώς λόγω των προνοιών του Νόμου και θα μπορεί να συνεχίζεται ή να εκτελείται από την αποκτώσα τράπεζα με τον τρόπο που ίσχυε για την εξαγορασθείσα τράπεζα πριν από τη μεταβίβαση. [2] Βλ. Evans v. Bartlam [1937] 2 All ER 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Mine & Quarry Services Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1.Α.Α.Δ. 26, , Vica Pica Disco Ltd κ.α. v. Happy Street Disco Ltd,
(1997)1(A) A.A.D. 28, Αντρέας Ιωάννου v. Το Σκάφος "VERONICA"
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 437, Λαική Κυπριακή Τράπεζα (Χρημ.) Λτδ v. Ιακώβου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 457, ΚΕΑΝ SOFT DRINKS LTD v. Safmarine Container Lines N.V.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1784, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρυσάνθου Κούρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941, Γιάννη Ευάνθη ν. Κωνσταντίνου Δημάδη,
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1822, Μιχάλης Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118, Πίττας ν. Unigoods Trading Company Ltd,
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 176 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο