← Κύπρος

ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΛΑΙΧΩΡΙΟΥ ΛΤΔ ν. ΓΕΩΡΓΙΑΣ Τ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 10474/01, 30 Απριλίου 2010

ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΛΑΙΧΩΡΙΟΥ ΛΤΔ ν. ΓΕΩΡΓΙΑΣ Τ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 10474/01, 30 Απριλίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A173 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 10474/01 Μεταξύ: ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΛΑΙΧΩΡΙΟΥ ΛΤΔ Ενάγουσας και ΓΕΩΡΓΙΑΣ Τ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Εναγομένης ----- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Απριλίου 2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ. Α. Γεωργίου Για την Εναγόμενη: κ. Θ. Ανδρέου Α Π Ο Φ Α Σ Η ΙΣΤΟΡΙΚΟ Οι διαφορές των διαδίκων ανάγονται στα έτη 2000-2001, σχετιζόμενες με υποστατικό της εναγόμενης που βρίσκεται στην οδό Ελευθερίας αρ. 5 στο Παλαιχώρι («το επίδικο κατάστημα»). Η εναγόμενη ενοικίασε στην ενάγουσα εταιρεία το ανωτέρω υποστατικό της, αποτελούμενο από ισόγεια και υπόγεια οικοδομή, δυνάμει γραπτής συμφωνίας μίσθωσης ημερ. 31.5.1992, για χρονική περίοδο 10 ετών με προοπτική ανανέωσης της ενοικίασης (Τεκμήριο 3). Η ενάγουσα λειτουργούσε το μίσθιο ως παντοπωλείο. Στις 2.11.2000, ο διευθυντής της Ευστάθιος Ηρακλέους (Μ.Ε.1) παρέδωσε στην εναγόμενη χειρόγραφη επιστολή της ενάγουσας (Τεκμήριο 4), με την οποία την ενημέρωσε ότι θα τερμάτιζε την ενοικίαση περί το τέλος Δεκεμβρίου. Η επιστολή έχει ως ακολούθως: «Με την παρούσα σας προειδοποιούμεν ότι θα τερματίσωμεν την ενοικίαση του καταστήματος σας ουχί αργότερο του τέλος του χρόνου (31.12.00).» Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό πως η ενάγουσα διατηρούσε το δικαίωμα, με βάση το ενοικιαστήριο έγγραφο (όρος 15 του Τεκμηρίου 3), να τερματίσει την ενοικίαση, δίδοντας γραπτή ειδοποίηση δύο, τουλάχιστον, μηνών. Η ενάγουσα είχε, στο μεταξύ, ενοικιάσει άλλο υποστατικό στο Παλαιχώρι και άρχισε να διεξάγει εκεί τις εργασίες της. Υποστήριξε, ωστόσο, ότι λειτουργούσε παράλληλα το παντοπωλείο της και στο επίδικο υποστατικό. Με την επιφύλαξη αυτή, τα υπόλοιπα γεγονότα δεν τελούν υπό αμφισβήτηση. Παραδεκτό είναι και το γεγονός της αυτόβουλης ανάληψης κατοχής του ενοικιαζόμενου καταστήματος από την εναγόμενη. Ότι δηλαδή στις 24.1.2001, ο σύζυγος της εναγόμενης (Μ.Υ.1) εισήλθε στο κατάστημα με τη συνοδεία του κοινοτάρχη και κάποιου τρίτου προσώπου, χρησιμοποιώντας κλειδί που είχε στην κατοχή της η εναγομένη. Η ουσιαστική διάσταση εστιάζεται στο κατά πόσο: (α) Η εναγόμενη είχε την εξουσιοδότηση της ενάγουσας ή ενομιμοποιείτο να εισέλθει στο κατάστημα και (β) Υπήρχαν εμπορεύματα στο κατάστημα την ημέρα εκείνη και ποια η αξία τους. Η εναγόμενη υποστήριξε ότι υπήρχαν άχρηστα, ληγμένα και εγκαταλελειμμένα προϊόντα, τα οποία αφού κατέγραψε στην παρουσία του κοινοτάρχη τα μετέφερε στο ισόγειο του καταστήματος και κάλεσε, επανειλημμένα, το διευθυντή της ενάγουσας να τα παραλάβει, χωρίς να ανταποκριθεί. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπήρχαν χρήσιμα και εμπορεύσιμα προϊόντα, συνολικής αξίας £14.413,99 τα οποία η εναγόμενη κατακράτησε παράνομα. Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα διεκδικεί την αξία των εμπορευμάτων καθώς και αποζημιώσεις για άλλες ζημιές και απώλειες που ισχυρίζεται ότι υπόστηκε από την παράνομη, όπως υποστηρίζει, επέμβαση της εναγόμενης στο ενοικιαζόμενο κατάστημα της. Θα πρέπει όμως να αναφερθεί ότι η αξίωση της περιορίστηκε, εν τέλει, σε αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση αφού, όπως θα επεξηγηθεί στη συνέχεια, δεν προσκομίστηκε μαρτυρία προς απόδειξη της αξίας των εμπορευμάτων. Είναι, επίσης, παραδεκτό ότι η ενάγουσα είχε καταχωρίσει άλλη αγωγή (με αρ. 1145/01, Τεκμήριο 10) αμέσως μετά που διαπίστωσε την αναφερθείσα ανάληψη κατοχής του υποστατικού από την εναγόμενη. Στα πλαίσια μάλιστα εκείνης της αγωγής αποτάθηκε μονομερώς και εξασφάλισε, στις 2.2.2001, προσωρινό διάταγμα άρσης της παράνομης επέμβασης και ανάκτησης κατοχής του υποστατικού (Τεκμήριο 6). Η εναγόμενη, συμμορφούμενη με το διάταγμα, παρέδωσε, στις 6.2.2001, τα κλειδιά του υποστατικού στην ενάγουσα (Τεκμήριο 20). Το προσωρινό διάταγμα ακυρώθηκε από το Δικαστήριο στις 20.2.2001 (Τεκμήριο 10 β) και η εναγόμενη επανέκτησε την κατοχή του υποστατικού από την ημέρα εκείνη. Όπως προέκυψε από αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, η εναγόμενη ενοικίασε το επίδικο υποστατικό στην Τράπεζα Κύπρου από την 1.2.2001, με βάση ενοικιαστήριο έγγραφο ημερ. 5.2.2001 (Τεκμήριο 18). Για να συμπληρωθεί το ιστορικό της υπόθεσης, σημειώνω ότι η παρούσα αγωγή επανεκδικάζεται μετά από σχετική διαταγή του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Εμπορική Εταιρεία Παλαιχωρίου Λτδ κ.α. ν. Στυλιανού κ.α.

(2008)1 Α.Α.Δ. 349). Το Εφετείο ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχαν επιδικαστεί ονομαστικές μόνο αποζημιώσεις στην ενάγουσα, γιατί έκρινε εσφαλμένη την απόφαση του να μην εγκρίνει αίτημα αναβολής που είχε υποβληθεί από την ενάγουσα, προκειμένου να τις εδίδετο η δυνατότητα να εκπροσωπηθεί από άλλο δικηγόρο. Δεν περιορίστηκε όμως στη διαταγή για επανεκδίκαση. Έκρινε ότι μπορούσε να επιλύσει και το ζήτημα της κατάχρησης της διαδικασίας, το οποίο είχε εγείρει η εναγομένη, λόγω της παράλληλης προώθησης της αγωγής 1145/
  1. Για τους λόγους που εξηγεί στην απόφαση του, το Εφετείο έκρινε ορθή την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του εγειρόμενου ζητήματος. Ότι δηλαδή η διαπιστωθείσα, αρχικά, κατάχρηση, λόγω της παράλληλης προώθησης των δύο διαδικασιών, είχε αρθεί μετά από την απόσυρση της πρώτης αγωγής. Παρά την αναφερθείσα απόφαση του Εφετείου, ο συνήγορος της εναγομένης επανέφερε το θέμα προς συζήτηση στα πλαίσια επανεκδίκασης της παρούσας αγωγής. Δεν θα απασχολήσει ξανά αυτό το θέμα, γιατί εκτιμώ ότι έχει επιλυθεί τελεσίδικα από την απόφαση του Εφετείου, η οποία δεσμεύει το Δικαστήριο μου. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για την πλευρά της ενάγουσας κατάθεσαν δύο μάρτυρες. Ο διευθυντής της Ευστάθιος Ηρακλέους (Μ.Ε.1) και ο δικηγόρος Αριστοτέλης Βρυωνίδης (Μ.Ε.2). Μοναδικός μάρτυρας της εναγομένης ήταν ο σύζυγος της Αναστάσιος Στυλιανού. Η μαρτυρία θα μπορούσε να συνοψιστεί στα ακόλουθα: Ο Μ.Ε.1 αναφέρθηκε, αρχικά, στη συμφωνία ενοικίασης του επίδικου υποστατικού, αποδεχόμενος ότι παρέδωσε στην εναγόμενη τη χειρόγραφη προειδοποίηση για τερματισμό της ενοικίασης το τέλος του έτους 2000 (Τεκμήριο 4). Ο λόγος, εξήγησε, ήταν η απόφαση της ενάγουσας για μεταφορά των εργασιών της σε παραπλήσιο κατάστημα το οποίο ενοικίασε περί τις αρχές Νοεμβρίου
  2. Δεν πρόλαβαν όμως να μεταφέρουν όλα τα εμπορεύματα στο νέο κατάστημα, γι΄ αυτό και δεν παρέδωσαν το επίδικο στις 31.12.
  3. Από το Νοέμβριο, διευκρίνισε, η επιχείρηση της ενάγουσας (παντοπωλείο) λειτουργούσε και στα δύο καταστήματα. Στο νέο κατάστημα υπήρχε ένας υπάλληλος και πωλούσαν είδη πρώτης ανάγκης και στο παλιό δύο υπάλληλοι με όλα τα άλλα προϊόντα. Η ταμειακή μηχανή βρισκόταν, όπως ανάφερε, στο παλιό - επίδικο - κατάστημα. Μέχρι την ημέρα που έγινε η παράνομη είσοδος από την εναγόμενη, λειτουργούσαν και τα δύο καταστήματα. Μετά την επέμβαση, συνέχισε, η ενάγουσα καταχώρισε την υπ΄ αρ. 1145/01 αγωγή και εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα ανάκτησης κατοχής του καταστήματος. Αμέσως μετά την επίδοση του διατάγματος στην εναγόμενη, του παραδόθηκαν τα κλειδιά και στις 16.2.2001, επισκέφθηκε το κατάστημα μαζί με το δικηγόρο και τη λογίστρια της ενάγουσας. Αφού διαπίστωσαν ότι όλα τα εμπορεύματα και ο εξοπλισμός που υπήρχε στο κατάστημα μεταφέρθηκαν στο υπόγειο - αποθήκη - άρχισαν να τα καταμετρούν και να τα καταγράφουν. Δεν πρόλαβαν, όμως, να τα καταγράψουν όλα και να τα μεταφέρουν γιατί ήταν στοιβαγμένα («κούλου μάκα» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε) και απαιτείτο πολύς χρόνος για να τα διαχωρίσουν και να εκτιμηθεί η αξία τους. Στις 20.2.2001, συνέχισε, συμφώνησαν να αποσύρουν το διάταγμα και να τους επιτραπεί να παραλάβουν τα εμπορεύματα και εξοπλισμό αλλά τελικά η εναγομένη υπαναχώρησε και δεν τους επέτρεψε να τα παραλάβουν. Με βάση κατάλογο που ετοίμασε η εναγόμενη και του παραδόθηκε (Τεκμήριο 12) και τις σημειώσεις που πήρε η λογίστρια της ενάγουσας κατά την επίσκεψη τους στην αποθήκη στις 16.2.2001, η λογίστρια ετοίμασε κατάλογο των αντικειμένων και του εξοπλισμού (Τεκμήριο 5) η συνολική αξία των οποίων ανέρχεται στις £14.413,
  4. Παρά τις συνεχείς οχλήσεις και προσπάθειες του να παραλάβει τα εμπορεύματα, κατέληξε, η εναγόμενη δεν του επέτρεψε να εισέλθει στο κατάστημα για να τα μεταφέρει. O M.E.2 επιβεβαίωσε ότι στις 16.2.2001, είχε μεταβεί με το Μ.Ε.1 και τη λογίστρια της ενάγουσας στο Παλαιχώρι για να καταγράψουν τα εμπορεύματα. Διαπίστωσαν, είπε, ότι όλα τα εμπορεύματα είχαν ριχθεί στο υπόγειο και στην παρουσία του η λογίστρια κατέγραψε αναλυτικά τα εμπορεύματα. Επρόκειτο, πρόσθεσε, για εμπορεύσιμα προϊόντα, διαφωνώντας με υποβολή του συνηγόρου της εναγομένης ότι ήταν άχρηστα και ληγμένα. Ο λόγος που δεν παραλήφθηκαν τα εμπορεύματα από την ενάγουσα ή δεν μεταφέρθηκαν σε άλλο χώρο ήταν, όπως εξήγησε, γιατί η ενάγουσα δεν είχε πρόθεση να παραδώσει το κατάστημα. Γι΄ αυτό, πρόσθεσε, κινήθηκε η πρώτη αγωγή η οποία αφορούσε παράνομη επέμβαση και αποσκοπούσε στην επανάκτηση της κατοχής του καταστήματος από την ενάγουσα. Στις 20.2.2001, ανέφερε, συμφώνησε με το συνήγορο της εναγόμενης να αποσυρθεί το προσωρινό διάταγμα, μετά από διαβουλεύσεις που είχαν και αφού κατέληξαν σε διευθέτηση για την παραλαβή των εμπορευμάτων από την ενάγουσα. Επρόκειτο, είπε για «gentlemen's agreement» με το συνήγορο της εναγόμενης, την οποία τελικά η εναγόμενη δεν τήρησε, αρνούμενη να επιτρέψει στους πελάτες του να παραλάβουν τα εμπορεύματα. Αναγνώρισε πως επρόκειτο για δικό του λάθος το οποίο απέδωσε στην εμπιστοσύνη που είχε επιδείξει στο συνάδελφο του, αφού στο πρακτικό απόσυρσης της αίτησης και ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος, δεν καταγράφεται τέτοια συμφωνία. Ο Μ.Υ.1 αναφέρθηκε, αρχικά, στη γραπτή ειδοποίηση που του παρέδωσε ο Μ.Ε.1 με την οποία πληροφορούσε τη σύζυγο του ότι θα τερμάτιζε την ενοικίαση το τέλος του έτους
  5. Βασιζόμενος, ανάφερε, στο Τεκμήριο 4, συμφώνησαν με τη σύζυγο του να ενοικιάσουν το κατάστημα στην Τράπεζα Κύπρου από 1.2.
  6. Επειδή περνούσε ο καιρός και δεν τους παρέδιδε το κατάστημα, προέβηκε προσωπικά σε παραστάσεις προς το Μ.Ε.1, ο οποίος τον διαβεβαίωσε, αρχικά, ότι θα τους παρέδιδε το κατάστημα το τέλος Δεκεμβρίου. Όταν πλησίασαν οι μέρες, ανέφερε, αφού είχε διαπιστώσει ότι η ενάγουσα εγκατέλειψε ουσιαστικά το επίδικο κατάστημα και λειτουργούσε το παντοπωλείο της σε άλλο που είχε ενοικιάσει σε κοντινή απόσταση από το επίδικο, επισκέφθηκε τον Μ.Ε.1 και του ζήτησε εξηγήσεις. Του υποσχέθηκε και πάλι ότι θα τους παρέδιδε το κατάστημα το τέλος του χρόνου. Στη συνέχεια, πρόσθεσε, ο Μ.Ε.1 απέφευγε να του μιλήσει, ενώ το υποστατικό είχε εγκαταλειφθεί και αφέθηκε σε άθλια κατάσταση. Συνάντησε ξανά το Μ.Ε.1 στις 23.1.2001 και του ζήτησε και πάλι εξηγήσεις, αναφέροντας του πως ήταν πρόθυμος να τον βοηθήσει στη μεταφορά των εμπορευμάτων, εάν υπήρχαν στο κατάστημα. Ο Μ.Ε.1 του απάντησε πως δεν ενδιαφερόταν γιατί τα εμπορεύματα που παρέμειναν στο κατάστημα ήταν άχρηστα, αρνούμενος όμως να του παραδώσει τα κλειδιά. Αφού, συνέχισε, πήρε νομική συμβουλή, εισήλθε την επομένη στο κατάστημα και στην παρουσία του κοινοτάρχη Παλαιχωρίου κατέγραψαν τα εμπορεύματα που υπήρχαν (Τεκμήριο 12). Προτού τα καταγράψουν φωτογράφισε τα εμπορεύματα και το εσωτερικό του καταστήματος, όπως ήταν, προτού αγγίξουν οτιδήποτε (Τεκμήριο 19). Στη συνέχεια μετέφεραν τα εμπορεύματα στην αποθήκη του υποστατικού και ενημέρωσε το Μ.Ε.1, παραδίδοντας του αντίγραφο της κατάστασης. Παρά τις επανειλημμένες επαφές και οχλήσεις του προς το Μ.Ε.1, δεν ενδιαφέρθηκε να παραλάβει τα εμπορεύματα. Ο Μ.Ε.1, είπε, είχε πάρα πολλές ευκαιρίες να παραλάβει, εάν ήθελε, τα εμπορεύματα αλλά δεν το έπραξε γιατί ήταν άχρηστα. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο γεγονός ότι του παρέδωσαν τα κλειδιά του καταστήματος στις 6.2.2001,αμέσως μετά που επιδόθηκε στη σύζυγο του το προσωρινό διάταγμα και είχαν κάθε ευκαιρία να μεταφέρουν τα εμπορεύματα από την αποθήκη μέχρι και τις 20.2.2001 που ήρθη το διάταγμα και ανέκτησαν και πάλι την κατοχή του καταστήματος. Ακόμη και μετά την άρση του διατάγματος κάλεσε πολλές φορές το Μ.Ε.1 να παραλάβει τα εμπορεύματα και με τη διπλοσυστημένη επιστολή ημερ. 21.2.2001 (Τεκμήριο 8α), χωρίς οποιαδήποτε ανταπόκριση. Στο τέλος, κατέληξε, υποχρεώθηκε να τα μεταφέρει στα σκουπίδια αφού διαμαρτυρήθηκαν οι νέοι ενοικιαστές και οι Υπηρεσίες Δημόσιας Υγείας, λόγω της δυσοσμίας που αναδυόταν από την αποθήκη (Τεκμήρια 21 και 22, αντίστοιχα). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Η μαρτυρία του Μ.Ε.1 χαρακτηρίζεται από υπερβολές με εμφανή προσπάθεια διόγκωσης της ισχυριζόμενης ζημιάς της ενάγουσας. Έδωσε την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι προσπάθησε να εκμεταλλευθεί το γεγονός ότι η εναγόμενη εισήλθε στο κατάστημα χωρίς τη συγκατάθεση της ενάγουσας για να προσποριστεί η ενάγουσα όφελος από ζημιές που δεν υπόστηκε στην πραγματικότητα. Στην προσπάθεια του αυτή δεν δίστασε να καταφύγει σε υπερβολές, επιχειρώντας να αποκρύψει τα αληθή γεγονότα. Υποστήριξε, για παράδειγμα, ότι μέχρι την ημέρα που εισήλθε η εναγόμενη στο κατάστημα, χωρίς τη συγκατάθεση της ενάγουσας, λειτουργούσε το κατάστημα με δύο υπαλλήλους. Ουδέν αναληθέστερο. Διαψεύδεται τόσο από τις φωτογραφίες (Τεκμήριο 19) από τις οποίες προκύπτει, σαφώς, ότι το κατάστημα ήταν εγκαταλελειμμένο κατά το χρόνο εκείνο, όσο και από το σύνολο των δεδομένων της υπόθεσης. Είναι δε άξιον απορίας γιατί δεν βρισκόταν ο υπάλληλος στο κατάστημα, εάν όντως λειτουργούσε, όταν εισήλθε ο Μ.Υ.1 με τον κοινοτάρχη για να φωτογραφίσουν και καταγράψουν τα εμπορεύματα. Όπως και να αντικριστεί η εκδοχή του Μ.Ε.1, ότι κατά το χρόνο εκείνο, λειτουργούσε και το επίδικο κατάστημα, δεν πείθει. Δεν είναι δυνατό να δεχθώ ότι σε ένα χωριό μια επιχείρηση λειτουργούσε δύο παντοπωλεία την ίδια χρονική στιγμή. Από το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι ολοφάνερο, ότι κατά τον επίδικο χρόνο λειτουργούσε μόνο το νέο κατάστημα της ενάγουσας. Εξετάζοντας, περαιτέρω, τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 προκύπτουν εύλογα ερωτηματικά ως προς τη γνησιότητα των προθέσεων του. Εάν η πρόθεση του, όπως ο ίδιος υποστήριξε, ήταν να παραλάβει τα εμπορεύματα και να τα μεταφέρει στο νέο κατάστημα, γιατί δεν το έπραξε κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της 6ης και 20ης Φεβρουαρίου 2001 που ήταν σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα και είχε την κατοχή του καταστήματος; Δεν έδωσε πειστικές απαντήσεις, ούτε για την παράλειψη αυτή, αλλά ούτε και για τη μετέπειτα παράλειψη του να μεταφέρει τα εμπορεύματα, παρότι ειδοποιήθηκε γραπτώς από την εναγόμενη και είχε το χρόνο και τις ευκαιρίες να το πράξει. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι το επίδικο κατάστημα βρισκόταν στο ίδιο χωριό, σε πολύ κοντινή απόσταση από το νέο κατάστημα της ενάγουσας. Τα ανωτέρω, σε συνάρτηση και με το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η ενάγουσα καθυστερούσε την πληρωμή ενοικίων (βλ. Τεκμήρια 16 και 17) τείνουν να υποστηρίξουν την εκδοχή της εναγομένης. Ότι δηλαδή ο Μ.Ε.1 πληροφορήθηκε για την ενοικίαση του καταστήματος στην Τράπεζα Κύπρου και προσπαθούσε να προκαλέσει προβλήματα, αφενός, με την παράλειψη του να παραδώσει έγκαιρα την κατοχή του καταστήματος, όπως είχε υποσχεθεί με το Τεκμήριο 4 και αφετέρου, με την παράλειψη του να παραλάβει τα εμπορεύματα που βρίσκονταν στο κατάστημα, προφασιζόμενος ότι λειτουργούσε. Για τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ως αναξιόπιστη. Οφείλω, ταυτόχρονα, να ομολογήσω πως δεν εντυπωσιάστηκα από την όλη εικόνα του Μ.Υ.1, η μαρτυρία του οποίου παρουσιάζει κενά και διακρίνεται από υπερβολή. Ειδικότερα: (α) Υποστήριξε πως ο Μ.Ε.1 του ανέφερε στις 21.1.2001 ότι τα εμπορεύματα που υπήρχαν στο κατάστημα ήταν άχρηστα και ληγμένα. Η μαρτυρία αυτή παρουσιάζεται αντιφατική με την εκδηλωθείσα, στη συνέχεια, άρνηση του Μ.Ε.1 να του δώσει τα κλειδιά του καταστήματος. Εάν του έλεγε, όντως, ότι τα προϊόντα δεν ήταν χρήσιμα για την ενάγουσα δεν θα υπήρχε λόγος να επιμένει στην κατοχή του καταστήματος προς ζημία της ενάγουσας. (β) Ανέφερε πως τα εμπορεύματα ήταν όλα άχρηστα και ληγμένα. Προκύπτει όμως από την κατάσταση που ο ίδιος ετοίμασε και παρουσίασε ως τεκμήριο, με πιστοποίηση, μάλιστα, του κοινοτάρχη (Τεκμήριο 12) ότι υπήρχαν αρκετά προϊόντα που δεν μπορούσε να ήταν ληγμένα ή μη εμπορεύσιμα. Όπως για παράδειγμα: τριπόδι, ρολά, τέλλες, ράμματα, σόλες, σπάγγοι, ποτήρια, ψαλιδάκια, βαλίτσες, μέτρα, «μοτοράκια σούβλας», χαλάκια, σιγατσάκια, μαχαιροπήρουνα και πολλά άλλα. Είναι, συνεπώς, φανερό πως υπήρχαν εμπορεύσιμα προϊόντα, γεγονός που ήταν στη γνώση του Μ.Υ.1, αφού τα είχε δει και τα κατέγραψε αλλά αρνήθηκε, για ευνόητους λόγους, να το παραδεχθεί. Επί του προκειμένου αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, ο οποίος ανάφερε εμφαντικά ότι τα εμπορεύματα ήταν εμπορεύσιμα αφού τα είδε και σχημάτισε την εντύπωση πως επρόκειτο για προϊόντα «ζωντανού καταστήματος». Για το Μ.Ε.2 σχημάτισα θετική εντύπωση και αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως προς το αμφισβητούμενο γεγονός της εμπορευσιμότητας των προϊόντων. Κατά τα άλλα, η μαρτυρία του δεν είναι βοηθητική. Δέχθηκε με ειλικρίνεια ότι απέσυρε το προσωρινό διάταγμα, χωρίς επιφυλάξεις, γεγονός εξάλλου που αποτυπώνεται στο πρακτικό Τεκμήριο 10β, στηριζόμενος σε «συμφωνία κυρίων» που είχε κάνει με το συνήγορο της εναγομένης η οποία τελικά δεν υλοποιήθηκε. Ο λόγος, βέβαια, που δεν υλοποιήθηκε η συμφωνία δεν μπορούσε να ήταν στην προσωπική του γνώση αφού δεν είχε μεταβεί ξανά στο Παλαιχώρι. Τα όσα, συνεπώς, κατάθεσε για την άρνηση της εναγομένης και του συζύγου της να επιτρέψουν στον πελάτη του να παραλάβει τα εμπορεύματα, προέρχονται από πληροφόρηση που είχε από το Μ.Ε.
  7. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και αφού έλαβα υπόψη τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα:
  8. Η ενάγουσα κατά τους επίδικους χρόνους λειτουργούσε παντοπωλείο. Με βάση ενοικιαστήριο έγγραφο Τεκμήριο 3, ενοικίασε το επίδικο κατάστημα από την εναγόμενη για 10 έτη, ήτοι, από 1.7.1992 μέχρι 30.6.
  9. Στις 2.11.2000 ειδοποίησε γραπτώς την εναγόμενη ότι θα τερμάτιζε την ενοικίαση στις 31.12.2000 (Τεκμήριο 4).
  10. Η ενάγουσα, αθετώντας την υπόσχεση της, παρέλειψε να εκκενώσει και παραδώσει το κατάστημα στην εναγόμενη, η οποία, στηριζόμενη στην υπόσχεση της ενάγουσας, ενοικίασε το κατάστημα στην Τράπεζα Κύπρου από 1.2.2001, με βάση το ενοικιαστήριο έγγραφο, Τεκμήριο
  11. Στις 24.1.2001, ο σύζυγος της εναγόμενης, χρησιμοποιώντας κλειδί που είχε η σύζυγος του (εναγόμενη) εισήλθε στο κατάστημα και έλαβε κατοχή.
  12. Κατά την ημέρα εκείνη η ενάγουσα δεν λειτουργούσε το επίδικο κατάστημα. Είχε ενοικιάσει άλλο υποστατικό σε κοντινή απόσταση και διεξήγε εκεί τις εργασίες της. Στο επίδικο κατάστημα είχε αφήσει τα εμπορεύματα και αντικείμενα που περιγράφονται στο Τεκμήριο
  13. Όταν εισήλθε ο Μ.Ε.1, το επίδικο κατάστημα παρουσίαζε την εικόνα που απεικονίζεται στις φωτογραφίες Τεκμήριο
  14. Ήταν εγκαταλελειμμένο αλλά υπήρχαν στο πάτωμα και σε ράφια τα εμπορεύματα και αντικείμενα που απεικονίζονται στις φωτογραφίες, τα οποία κατέγραψε ο Μ.Ε.1 στην παρουσία του κοινοτάρχη Παλαιχωρίου, ο οποίος βεβαίωσε την καταγραφή τους (Τεκμήριο 12). Ακολούθως, μετέφερε όλα τα εμπορεύματα στην αποθήκη που βρισκόταν στο υπόγειο του υποστατικού.
  15. Η ενάγουσα ενημερώθηκε για την είσοδο της εναγόμενης στο κατάστημα, μέσω του διευθυντή της (Μ.Ε.1), στον οποίο παραδόθηκε αντίγραφο του Τεκμηρίου 12 και στις 2.2.2001 καταχώρισε την αγωγή 1145/01 στα πλαίσια της οποίας εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα για άρση της επέμβασης και ανάκτηση κατοχής του καταστήματος.
  16. Στις 6.2.2001, η εναγόμενη παρέδωσε, μέσω του συζύγου της (Μ.Υ.1), τα κλειδιά του καταστήματος στο διευθυντή της ενάγουσας, Μ.Ε.1 και έτσι η ενάγουσα επανέκτησε κατοχή του καταστήματος, το οποίο παρέμεινε υπό τον έλεγχο της μέχρι τις 20.2.
  17. Την ημέρα εκείνη, κατόπιν συνάντησης του δικηγόρου της με το δικηγόρο της εναγόμενης, αποσύρθηκε και απορρίφθηκε η αίτηση και ακυρώθηκε το προσωρινό διάταγμα. Στο διάστημα που μεσολάβησε, είχε επισκεφθεί το κατάστημα λογίστρια της ενάγουσας μαζί με το δικηγόρο της (Μ.Ε.2) και το Μ.Ε.1 και έγινε καταγραφή των εμπορευμάτων, τα οποία είχαν μεταφερθεί από το σύζυγο της εναγόμενης στην αποθήκη που βρισκόταν στον υπόγειο χώρο του καταστήματος, όπως αναφέρθηκε πιο πριν.
  18. Η ενάγουσα ουδέποτε παρέλαβε τα αναφερθέντα εμπορεύματα και αντικείμενα. Τα πέταξε ο σύζυγος της εναγομένης στα σκουπίδια, τον Ιούλιο του 2004, επειδή είχε οχληθεί από τους νέους ενοικιαστές και τις Υγειονομικές Υπηρεσίες για τη δυσοσμία και οχληρία που προκαλούσαν (Τεκμήρια 21 και 22). 10.Η αξία των αναφερθέντων αντικειμένων παρέμεινε άγνωστη. Εκτός από την κατάσταση Τεκμήριο 5, που ετοίμασε η λογίστρια της ενάγουσας και την κατάσταση που ετοίμασε ο Μ.Υ.1 (Τεκμήριο 12), δεν προσκομίστηκε άλλη μαρτυρία σε σχέση με την αξία τους. Ας σημειωθεί, ότι η λογίστρια δεν παρουσιάστηκε για να δώσει μαρτυρία. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι είχε ζητηθεί δύο φορές αναβολή από την ενάγουσα για να μπορέσει να προσκομίσει τη λογίστρια. Της δόθηκε μια ευκαιρία από το Δικαστήριο, αναβάλλοντας την ακρόαση αλλά το αίτημα επαναλήφθηκε κατά την επόμενη δικάσιμο, χωρίς να τύχει της έγκρισης του Δικαστηρίου, για τους λόγους που αναφέρονται στην ενδιάμεση απόφαση του. Η μαρτυρία του Μ.Ε.1, ως προς την αξία των εμπορευμάτων ήταν γενική και αόριστη. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας, αναγνωρίζοντας το κενό που δημιουργήθηκε, εγκατέλειψε την αξίωση για την αξία των εμπορευμάτων και περιόρισε την υπόθεση σε αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το μόνο ζήτημα που παραμένει προς επίλυση αφορά την αξίωση για αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση. Με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως διαπιστώθηκαν από το Δικαστήριο, η εναγόμενη εισήλθε στο επίδικο κατάστημα, χωρίς τη συγκατάθεση της ενάγουσας, χρησιμοποιώντας κλειδί που είχε στην κατοχή της. Η ενάγουσα, παρότι είχε τερματίσει την ενοικίαση, παρέλειψε να παραδώσει το υποστατικό στην ιδιοκτήτρια και συνέχισε να το κατέχει αντισυμβατικά. Να σημειωθεί πως το επίδικο ακίνητο δεν καλύπτεται από τον περί Ενοικιοστασίου Νόμο. Έχει νομολογηθεί ότι υπέρβαση των δικαιωμάτων κατοχής ακινήτου δεν παρέχει δικαίωμα στον ιδιοκτήτη να αποκτήσει με τη βία την κατοχή του. Ο Νόμος αναγνωρίζει στον κάτοχο κατάλοιπα δικαιώματος κατοχής και ο ιδιοκτήτης οφείλει να αποταθεί στο Δικαστήριο για την έξωση του (βλ. Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 A.A.Δ. 400, Thanos Hotels Ltd κ.α. ν. Iωακείμ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1166, κ.α.). Η αυτόβουλη, συνεπώς, απόκτηση κατοχής από την εναγόμενη, με τον τρόπο που αναφέρθηκε νωρίτερα, παραβίασε τα δικαιώματα της ενάγουσας. Απομένει να αποφασιστεί το ορθό μέτρο αποζημίωσης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας εισηγήθηκε πως οι περιστάσεις της υπόθεσης δικαιολογούν επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων, δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι η εναγόμενη αποσκοπούσε στην αποκόμιση οφέλους από την παράνομη είσοδο, λόγω της ενοικίασης του καταστήματος στην Τράπεζα Κύπρου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης εισηγήθηκε, με τη σειρά του, πως δεν δικαιολογείται να επιδικαστούν παραδειγματικές ή άλλες αποζημιώσεις γιατί το υποστατικό ήταν εγκαταλελειμμένο και δεν μπορεί να θεωρηθεί βίαιη η είσοδος από την εναγόμενη. Υπόδειξε, περαιτέρω, την απροθυμία της ενάγουσας να παραλάβει τα εμπορεύματα από το κατάστημα, παρά τις συνεχείς προτροπές της εναγόμενης. Για το θέμα των παραδειγματικών αποζημιώσεων υπάρχει πλούσια νομολογία (βλ., μεταξύ άλλων, Papakokkinou and others v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65, Kennedy Hotels v. Indjirdjian, Thanos Hotels Ltd κ.α. ν. Ιωακείμ (ανωτέρω), Χάμπου κ.α. ν. Christoforou & Avraam (Catering Services) Ltd
(2008)1 Α.Α.Δ. 524). Να σημειωθεί ότι στην τελευταία υπόθεση (Χάμπου κ.α. ν. Christoforou & Avraam (Catering Services) Ltd) το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε την ανάγκη δικογράφησης των παραδειγματικών αποζημιώσεων, εκτός εάν τα γεγονότα είναι τέτοια που δικαιολογούν την απόδοση της θεραπείας. Όπως προκύπτει από την αναφερθείσα νομολογία, δικαιολογείται επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η συμπεριφορά των εναγομένων είναι τόσο αξιόμεμπτη, ώστε να αρμόζει επιβολή τιμωρίας από πολιτικό Δικαστήριο. Στην παρούσα υπόθεση δεν διαπιστώθηκε υπέρμετρη βία κατά την είσοδο ούτε άλλες περιστάσεις που να δικαιολογούν επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων. Οι περιστάσεις της υπόθεσης διακρίνονται, σαφώς, από τα γεγονότα της υπόθεσης Kennedy Hotels Ltd στην οποία υπήρχαν έντονα στοιχεία αλαζονείας και θρασύτητας από τους εναγόμενους. Με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ο σύζυγος της εναγόμενης εισήλθε στο κατάστημα από την κύρια είσοδο, χρησιμοποιώντας κλειδιά που είχε στην κατοχή της η εναγόμενη. Προτού μετακινήσει τα εμπορεύματα, τα φωτογράφισε με προφανή σκοπό να τα διαφυλάξει και τα μετέφερε στο υπόγειο, ενημερώνοντας την ενάγουσα και δίδοντας της κάθε δυνατή ευκαιρία να τα παραλάβει. Εκτιμώ πως η περίπτωση δεν είναι κατάλληλη για να επιδικαστούν παραδειγματικές αποζημιώσεις. Η ενάγουσα δικαιούται συνεπώς μόνο σε ονομαστικές αποζημιώσεις για την παραβίαση του δικαιώματος κατοχής του επίδικου υποστατικού που διαπιστώθηκε από το Δικαστήριο, εφόσον δεν έχει αποδείξει οποιαδήποτε άλλη ζημιά. Καθορίζω τις αποζημιώσεις στο ποσό των €50. Όπως επεξηγήθηκε νωρίτερα, η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει οποιαδήποτε άλλη ζημιά, αφού δεν προσκόμισε αποδεκτή μαρτυρία για την αξία των εμπορευμάτων. Η αξίωση της για τα εμπορεύματα που απωλέστηκαν δεν θα μπορούσε να επιτύχει, έστω και αν υπήρχε μαρτυρία για την αξία τους, αφού της είχε δοθεί κάθε λογική ευκαιρία να τα παραλάβει αλλά για δικούς της λόγους παρέλειψε να τα μετακινήσει. Για τους πιο πάνω λόγους εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας για το ποσό των €50 χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα, εφόσον η ενάγουσα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιτυχούσα διάδικος για να δικαιούται σε έξοδα (βλ. Παπαϊωάννου ν. Κωνσταντίνου
(2008)1 Α.Α.Δ. 1083). (Υπ.) ................. Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.