Hellenic Bank Public Company Limited ν. Παναγιώτη Ιωάννου, Αρ. Αγωγής: 13725/02, 30 Απριλίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A174 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ι. Ιωαννίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 13725/02 Μεταξύ: Hellenic Bank Public Company Limited Εναγόντων και Παναγιώτη Ιωάννου Εναγομένου ΚΑΙ ΔΙ' ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ Μεταξύ: Παναγιώτη Ιωάννου Ενάγοντα και 1. Hellenic Bank Public Company Ltd 2. Ελληνική Τράπεζα Επενδύσεις Λτδ Εναγομένων Ημερομηνία: 30 Απριλίου, 2010. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες και για εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένους: κα Μαρία Κωνσταντίνου για Α. Πασχαλίδη και Αλ. Μαρκίδη (κα Α. Πασχαλίδου για να ακούσει απόφαση). Για Εναγόμενο: κ. Σ. Φασουλιώτης για Χρήστο Πουργουρίδη και Σία (κα Ζήνα Χαραλάμπους για να ακούσει απόφαση). Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 15.2.2000 ο Εναγόμενος υπέβαλε αίτηση στην Ελληνική Τράπεζα Λτδ (που στη συνέχεια μετονομάστηκε σε Hellenic Bank Public Company Limited) για συμμετοχή στο σχέδιο Investor Account, η οποία και ενεκρίθη. Κατά την πιο πάνω ημερομηνία ο Εναγόμενος υπέγραψε Πληρεξούσιο Έγγραφο με το οποίο διόριζε την Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για να διενεργεί τις ακόλουθες πράξεις: «1. Να αγοράζει, πωλεί, μεταβιβάζει, αποδέχεται μεταβίβαση οποιωνδήποτε μετοχών, χρεογράφων ή άλλων αξιών των εταιρειών εκείνων που είναι εγγεγραμμένες στο Χρηματιστήριο υπό την αιγίδα του ΚΕΒΕ και/ή στο Χρηματιστήριο της Κύπρου όταν τεθεί σε ισχύ ο σχετικός νόμος. 2. Να ενεργεί ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος μου/μας αναφορικά με οποιοδήποτε θέμα σχετίζεται με μετοχές, χρεόγραφα και άλλες αξίες που θα αποκτώνται μετά την ημερομηνία του παρόντος εγγράφου, στο όνομα μου/μας, σύμφωνα με το περιεχόμενο της παραγράφου 1 ανωτέρω. 3. Να υπογράφει οποιοδήποτε αναγκαίο έγγραφο/α ενεχυρίασης των πιο πάνω μετοχών/δικαιωμάτων (rights)/share warrants/χρεογράφων και άλλων αξιών προς όφελος της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ. προς εξασφάλιση των οποιωνδήποτε υποχρεώσεων μου που απορρέουν από τη συμμετοχή μου στο Σχέδιο, καθώς και οιεσδήποτε συναφείς πληρεξουσιοδοτήσεις. 4. Προς το σκοπό συμμετοχής μου στο Σχέδιο να ανοίγει τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα μου στην Ελληνική Τράπεζα Λτδ. και να χειρίζεται τούτο μέσα στα πλαίσια των όρων του Σχεδίου και να εκδίδει, υπογράφει, οπισθογραφεί, αποδέχεται επιταγές ή οποιαδήποτε έγγραφα συναφή με τη λειτουργία του λογαριασμού, να δίδει οδηγίες αναφορικά με οποιοδήποτε θέμα σχετικό με τη λειτουργία του λογαριασμού. 5. Για τους σκοπούς των πιο πάνω και γενικά της συμμετοχής μου στο Σχέδιο να υπογράφει εκ μέρους και για λογαριασμό μου/μας όλες τις αναγκαίες συμφωνίες, έγγραφα μεταβιβάσεως, ενεχυριάσεις και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα οποιασδήποτε μορφής.» Την ίδια ημέρα υπεγράφη επίσης μεταξύ της Ελληνικής Τράπεζας (Επενδύσεις) Λτδ και του Εναγόμενου Παναγιώτη Ιωάννου συμφωνία βάσει της οποίας ο Εναγόμενος υποχρεούτο να καταβάλλει στην Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ προμήθειες και δικαιώματα διαχείρισης σε σχέση με χρηματιστηριακές πράξεις που η τελευταία θα διενεργούσε για λογαριασμό του δυνάμει του πιο πάνω Πληρεξούσιου Εγγράφου. Τέλος, ο Εναγόμενος υπέγραψε Έγγραφο Ενεχυρίασης Μετοχών κ.λ.π., προς εξασφάλιση της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ για τις πιστωτικές διευκολύνσεις που αυτή του παρείχε σε σχέση με τον επενδυτικό του λογαριασμό (investor account). Για τα πιο πάνω αδιαμφισβήτητα γεγονότα παραπέμπω στα κατατεθέντα τεκμήρια 1-4. Η Hellenic Bank Public Company Limited, κατέθεσε στις 20 Δεκεμβρίου 2002 την παρούσα αγωγή. Ο Εναγόμενος καταχώρισε τροποποιημένο δικόγραφο στις 22 Δεκεμβρίου 2008. Στις 7.1.2009 καταχωρίστηκαν τροποποιημένα δικόγραφα εκ μέρους των Τραπεζών. Η Ενάγουσα Τράπεζα αξιώνει εναντίον του Εναγομένου τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Ποσό εκ Λ.Κ.100.759.19 πλέον τόκο προς 10,50% ετησίως επί του ποσού Λ.Κ.98.009,97 από 1.10.02 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές κατ' έτος, ήτοι την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Β. Διάταγμα διατάττον την πώληση των εις την παράγραφο 16 αναφερομένων μετοχών και δικαιωμάτων αγοράς μετοχών (warrants).» Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης (παρατίθενται αυτολεξεί οι παράγραφοι 2, 3, 5, 8): «2. Κατόπιν αιτήσεως του Εναγομένου κατά ή περί της 15.2.00 και/ή κατόπιν αιτήσεως του Εναγομένου κατά ή περί της 15.2.00 δια μέσου της Ελληνικής Τράπεζας Επενδύσεις Λτδ προς τους Ενάγοντες για συμμετοχή στο σχέδιο investor account (σχέδιο επενδυτικού λογαριασμού) των Εναγόντων, η οποία έγινε αποδεκτή, οι διάδικοι δυνάμει συμφωνίας γενόμενης στη Λευκωσία, η οποία καταμαρτυρείται εγγράφως στην σύμβαση ημερ. 15.2.00 συμφώνησαν όπως ο Εναγόμενος συμμετάσχει στο «Σχέδιο Επενδυτικού λογαριασμού» των Εναγόντων και προς το σκοπό τούτο άνοιξαν επ' ονόματι του τρεχούμενο χρεωστικό λογαριασμό υπ' αρ: 241-01 -001023-75, ήτοι ο επενδυτικός λογαριασμός, με πιστωτικό όριο μέχρι και ΛΚ30.000, υπό όρους οι οποίοι λεπτομερώς αναγράφονται κατωτέρω: 3. Σύμφωνα με την σύμβαση που πιο πάνω περιγράφεται οι Ενάγοντες εξουσιοδοτούντο όπως παράσχουν στον Εναγόμενο δάνειο και/ή δάνεια και/η πιστώσεις οποιασδήποτε μορφής και/ή οποιεσδήποτε άλλες Τραπεζικές ή πιστωτικές διευκολύνσεις μέσα στα πλαίσια συμμετοχής του στο σχέδιο ((Investor". Τα δάνεια και/ή πιστώσεις και/ή οι οιεσδήποτε τραπεζικές ή πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρούνται από τους Ενάγοντες στον Εναγόμενο σε σχέση με το εν λόγω «Σχέδιο Επενδυτικού λογαριασμού» υπέκειντο στην απόλυτη κρίση των Εναγόντων. Συμφώνως προς τη σύμβαση που πιο πάνω περιγράφεται ο εν λόγω τρεχούμενος. 5. Σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης που αναφέρεται στην παράγραφο 2 ανωτέρω οι Ενάγοντες δικαιούνται να τερματίσουν οποτεδήποτε θελήσουν και χωρίς προειδοποίηση προς τον Εναγόμενον την λειτουργία του ως άνω αναφερόμενου λογαριασμού και να καταστήσουν απαιτητό και να αξιώσουν αμέσως από τον Εναγόμενο την πληρωμήν όλου του οφειλομένου ποσού. Συμφώνως περαιτέρω του όρου 7 της ρηθείσας συμβάσεως ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του Εναγομένου θα καθίσταται αμέσως οφειλόμενο και πληρωτέο σε περίπτωση πτώχευσης ή θανάτου του Εναγομένου η εάν κατά την κρίση των Εναγόντων υπάρχει παράβαση υπό του Εναγομένου οποιουδήποτε όρου της εν λόγω συμφωνίας. 8. Κατά ή περί της 15.2.00 ο Εναγόμενος υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο (Power of Attorney) σε αντάλλαγμα για τη συμμετοχή του στο ως άνω εις την παράγραφο 2 αναφερόμενο Σχέδιο Επενδυτικού Λογαριασμού «Investor Account" δυνάμει του οποίου διόρισε την Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του, όπως εξ' ονόματος του και για λογαριασμό του διενεργεί τα ακόλουθα: α) Αγοράζει, πωλεί, μεταβιβάζει αποδέχεται μεταβίβαση οποιωνδήποτε μετοχών χρεογράφων ή άλλων αξιών των εταιρειών εκείνων που είναι εγγεγραμμένες στο χρηματιστήριο υπό την αιγίδα του ΚΕΒΕ και/ή στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. β) Ενεργεί ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Εναγομένου αναφορικά με οποιοδήποτε θέμα σχετίζεται με μετοχές , χρεόγραφα και άλλες αξίες που θα αποκτούνται μετά της 15.2.00 στο όνομα του. γ) Υπογράφει οποιοδήποτε αναγκαίο έγγραφο/α ενεχυρίασης μετοχών/δικαιωμάτων (rights)/share warrants/ χρεογράφων και άλλων αξιών, προς όφελος των Εναγόντων προς εξασφάλιση των οποιωνδήποτε υποχρεώσεων του Εναγομένου που απορρέουν από την συμμετοχή του στο εν λόγω Σχέδιο Επενδυτικού Λογαριασμού καθώς και οιεσδήποτε συναφείς πληρεξουσιοδοτήσεις. δ) Προς το σκοπό συμμετοχής του στο εν λόγω Σχέδιο Επενδυτικού Λογαριασμού, ανοίγει Τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα του με τους Ενάγοντες και χειρίζεται τούτον μέσα στα πλαίσια των όρων του Σχεδίου, και εκδίδει, υπογράφει, οπισθογραφεί, αποδέχεται επιταγές ή οποιαδήποτε έγγραφα συναφή με την λειτουργία του λογαριασμού, και δίδει οδηγίες αναφορικά με οποιοδήποτε θέμα σχετικό με τη λειτουργία του λογαριασμού. ε) Για τους σκοπούς των πιο πάνω και γενικά της συμμετοχής του Εναγομένου στο «Σχέδιο Επενδυτικού Λογαριασμού», υπογράφει εκ μέρους του Εναγομένου και για λογαριασμό του όλες τις αναγκαίες συμφωνίες, έγγραφα μεταβίβασης ενεχυρίασης και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα οποιασδήποτε μορφής. Οι Ενάγοντες επιφυλάσσονται να αναφερθούν κατά την δικάσιμο στο πλήρες κείμενο, όρους ερμηνεία και ισχύ του πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 15.2.00.» Στην Έκθεση Απαίτησης γίνεται αναφορά στο έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών κ.λ.π. ημερομηνίας 15.2.02 και στο περιεχόμενο αυτού, που υπεγράφη προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που οι Ενάγοντες παρείχαν στον Εναγόμενο δυνάμει της συμφωνίας για την οποία γίνεται αναφορά στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης. Στην παράγραφο 16 της Έκθεσης Απαίτησης παρατίθενται οι μετοχές και/ή αξίες και/ή χρεόγραφα που ο Εναγόμενος ενεχυρίασε προς όφελος των Εναγόντων. Σύμφωνα πάντα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, η Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ σε διάφορες ημερομηνίες ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Εναγομένου προέβηκε σε αγορά και πώληση αξιών εγγεγραμμένων στο ΧΑΚ προς όφελος και/ή για λογαριασμό του Εναγομένου. Οι Ενάγοντες χρέωναν και πίστωναν ανάλογα τον τρεχούμενο επενδυτικό λογαριασμό του Εναγομένου, ο οποίος χρεωνόταν και με το συμφωνηθέν ποσοστό ετήσιου δικαιώματος διαχείρισης και/ή προμήθειας. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε αμφισβήτησε και/ή αρνήθηκε τις διενεργηθείσες για λογαριασμό του χρηματιστηριακές πράξεις. Περαιτέρω, για κάθε χρηματιστηριακή πράξη που γινόταν προς όφελος του λάμβανε σημείωση σύμβασης (contract note). Αναφέρουν επίσης ότι απέστελλαν στον Εναγόμενο μηνιαία κατάσταση του λογαριασμού για τον οποίο γίνεται αναφορά στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης και τριμηνιαία κατάσταση όλων των αγοραπωλησιών που διενεργούνταν από την Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ για λογαριασμό του. Σύμφωνα με τις παραγράφους 19 και 20 της Έκθεσης Απαίτησης (παρατίθενται αυτολεξεί): «19. Ο Εναγόμενος κατά παράβαση ουσιώδους όρου της εις την παράγραφο 2 αναφερόμενης σύμβασης παρέλειψε να παραχωρήσει στους Ενάγοντες εξασφαλίσεις σε ποσοστό 25% πέραν του ορίου του λογαριασμού του, με αποτέλεσμα οι εξασφαλίσεις που είχε συνεισφέρει υπό μορφή μετοχών δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας, να μειωθούν σε ποσοστό μικρότερο από το ποσοστό κάλυψης του ορίου του λογαριασμού του. Οι Ενάγοντες με επιστολές τους ημερ. 5.4.01 και 29.8.01 πληροφόρησαν τον Εναγόμενο ότι οι εξασφαλίσεις που είχε συνεισφέρει υπό μορφή μετοχών δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας ήταν χαμηλότερες από τις προβλεπόμενες εις την εν λόγω συμφωνία. 20. Οι ενάγοντες λόγω μη τήρησης εκ μέρους του Εναγομένου των όρων που περιέχονται στη σύμβαση που εις την παράγραφο 2 ανωτέρω περιγράφεται και/ή ασκώντας το δικαίωμα τους το αναφερόμενο εις την παράγραφο 5 ανωτέρω, οι Ενάγοντες ενεργώντας πάντοτε συμφώνως των προνοιών της πιο πάνω αναφερόμενης σύμβασης ετερμάτισαν δια επιστολής των ιδίων ημερ. 3.1.02 και 12.7.02 την λειτουργία του εν λόγω λογαριασμού, εγνωστοποίησαν δια της ιδίας επιστολής την αύξηση του χρεωστικού επιτοκίου του λογαριασμού σε 12% και κατέστησαν απαιτητό το υπόλοιπο του προαναφερόμενου λογαριασμού. Οι ενάγοντες περαιτέρω με την επιστολή τους ημερ. 19.9.02 γνωστοποίησαν την μείωση του επιτοκίου σε 10,50% ως επίσης και την κεφαλαιοποίηση των τόκων 2 φορές ετησίως και επίσης αξίωσαν καταβολή του οφειλόμενου ποσού παρά του Εναγομένου αλλά αυτός αμέλησε και/ή παρέλειψε να εξοφλήσει τούτο μέχρι σήμερα. Ο Εναγόμενος εξακολουθεί μέχρι σήμερα να οφείλει το κάτωθι ποσό πλέον τόκους.» Τέλος, είναι η θέση τους ότι ο πιο πάνω λογαριασμός του Εναγομένου παρουσίαζε στις 30.9.2002 χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.100.759,19 πλέον τόκο προς 10,50% ετησίως επί ποσού Λ.Κ.98.009,97 από 1.10.2002 μέχρι εξόφλησης του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές τον χρόνο, δηλαδή την 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας η χρηματική απαίτηση περιορίστηκε σε €166.243,48 με τόκο 9% επί €143.947,43 από 1.10.02 μέχρι εξόφλησης. Ο Εναγόμενος με ένα πολυσέλιδο δικόγραφο (καταλαμβάνει 47 δαχτυλογραφημένες σελίδες) αρνείται τις αιτούμενες θεραπείες. Ισχυρίζεται ότι υπήρχαν οι ακόλουθοι ρητοί και/ή εξυπακουόμενοι όροι της συμφωνίας και/ή ότι οι Ενάγοντες και/ή η Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ ρητά και/ή σιωπηρά παρέστησαν σε αυτόν ότι: «(α) Οι Ενάγοντες και/ή η Ελληνική Επενδύσεις ήσαν έμπειροι χρηματισταί και δια των εκ μέρους των επαγγελματικών συμβουλών και/ή καθοδηγήσεως ο Εναγόμενος θα ηδύνατο να επένδυση ασφαλώς και/ή επικερδώς εις το ΧΑΚ. (β) Οι Ενάγοντες και/ή η Ελληνική Επενδύσεις θα παρέσχον επαγγελματικός συμβουλάς ως χρηματιστές προς τον Εναγόμενον δια την εκ μέρους του δημιουργίαν χαρτοφυλακίου και/ή επένδυσιν κινητών αξιών. (γ) Οι Ενάγοντες και/ή ή Ελληνική Επενδύσεις ήσαν ειδικοί επί θεμάτων αγοραπωλησίας κινητών αξιών και ο Εναγόμενος θα ηδύνατο ευλόγως και προβλεπώς να βασισθή επί της ειδικότητος και/ή εμπειρίας και/ή πραγματογνωμοσύνης και/ή συμβουλών των δι' εκάστην αγοραπωλησίαν κινητών αξιών. (δ) Οι Ενάγοντες και/ή η Ελληνική Επενδύσεις θα κατέβαλλον κάθε προσπάθειαν και/ή θα ενεργούσαν προς το οικονομικόν συμφέρον του Εναγομένου και/ή προς τον σκοπόν διευρύνσεως και/ή κατοχυρώσεως του χαρτοφυλακίου του Εναγομένου και ότι δεν θα προέβαινον εις οιανδήποτε ενέργειαν ή παράλειψιν το αποτέλεσμα της οποίας θα ήτο η θέσις εν κινδύνω και/ή άλλως του εν λόγω χαρτοφυλακίου του Εναγομένου. (ε) Οι Ενάγοντες και/ή η Ελληνική Επενδύσεις θα είχον απόλυτον εξουσίαν χρησιμοποιούντες ταύτην κατά το δοκούν και/ή συμφώνως της πραγματογνωμοσύνης των δια την διαχείρισιν του χαρτοφυλακίου του Εναγομένου και την διεκπεραίωσιν αγοραπωλησιών κινητών αξιών. (στ) Οι Ενάγοντες και/ή η Ελληνική Επενδύσεις θα συνεβούλευαν τον Εναγόμενον να ρευστοποίηση το χαρτοφυλάκιον κινητών αξιών του εάν η αγορά κινητών αξιών υποχωρούσεν σημαντικά και/ή άλλως προς τα κάτω και/ή κάτω του ελαχίστου και/ή συμφωνηθέντος ποσοστού του 25% πέραν του εγκεκριμένου ορίου του λογαριασμού παρατραβήγματος, άλλως οι Ενάγοντες και/ή η Ελληνική Επενδύσεις θα ανελάμβανον τον κίνδυνον της τοιαύτης ζημίας και/ή θα ανελάμβαναν οι ίδιοι την εν λόγω ζημίαν κατά τρόπον καλύπτοντα και/ή απαλλάττοντα και/ή αποζημιούντα τον Εναγόμενον. (ζ) Οι Ενάγοντες και/ή η Ελληνική Επενδύσεις εθεώρησαν επαρκήν και/ή ικανοποιητικήν την δοθείσαν και/ή συμφωνηθείσαν παρά του Εναγομένου κατά καιρούς εξασφάλισιν υπό την μορφήν καταθέσεως χρηματικών ποσών και/ή ενεχυριάσεως κινητών αξιών προς όφελος των Εναγόντων. (η) Οι Ενάγοντες και/ή η Ελληνική Επενδύσεις θα είχον καθήκον αφοσιώσεως (duty of loyalty) έναντι του Εναγομένου υπό την έννοιαν της εκ μέρους των διασφαλίσεως ότι δεν θα υπάρχη σύγκρουσις μεταξύ του καθήκοντος των έναντι του Εναγομένου και συμφέροντος των ιδίων ή συνεργατών των και/ή άλλως και/ή ότι δεν θα επραγματοποιούσαν οιονδήποτε κέρδος ως απόρροια της Συμφωνίας άνευ της ελευθέρας και πλήρως ενημερωμένης συγκαταθέσεως του Εναγομένου. (θ) Το Σχέδιον Investor Account θα είχεν οικονομικήν επιτυχίαν δια τον Εναγόμενον. (ι) Οι Ενάγοντες και/ή η Ελληνική Επενδύσεις εν ουδεμία περιπτώσει θα επέτρεπον και/ή θα ηνέχοντο και/ή θα προέβαινον και/ή θα συγκατατίθεντο εις την διενέργειαν συναλλαγών κινητών αξιών κατά τρόπον υπερβαίνοντα ή μη καλύπτοντα την συνολικήν αξίαν του χαρτοφυλακίου του Εναγόμενου. (κ) Οι Ενάγοντες και/ή η Ελληνική Επενδύσεις θα εξασκούσαν την αναμενομένην υπό τας περιστάσεις επιμέλειαν, προσοχήν και δεξιότηταν της ειδικότητας των. (λ) Οι Ενάγοντες και/ή η Ελληνική Επενδύσεις δεν θα απέκρυπτον αλλά θα ενημέρωναν τον Εναγόμενον δι' οιαδήποτε ουσιώδη στοιχεία και πληροφορίας που αφορούν την αγοράν κινητών αξιών και/ή στοιχεία αναφορικώς προ συμφέροντα των ιδίων ή και θυγατρικών και/ή άλλων συνδεδεμένων εταιρειών των εις τοιαύτας κινητάς αξίας. (μ) Οι Ενάγοντες και/ή η Ελληνική Επενδύσεις δεν θα προέβαινον εις υπερβολικός συναλλαγάς (over-dealing) και/ή οι συναλλαγάς με τοιαύτην συχνότητα η οποία δεν είναι βολική ή προς όφελος του Εναγομένου (churning) και δη προς όφελος των ιδίων δια της λήψεως αυξημένης προμηθείας και/ή εις «ξεφόρτωμα μετοχών» και/ή άλλως (off loading of sfock) από θυγατρικός και/ή συνδεδεμένος και/ή άλλως εταιρείας των προς τον Εναγόμενον προς τον σκοπόν παραχωρήσεως οφέλους και/ή κέρδους προς τας εν λόγω εταιρείας εις βάρος του Εναγόμενου. (ν) Οι Ενάγοντες και/ή η Ελληνική Τράπεζα θα είχον καθήκον εμπιστευτικότητος (fiduciary duty) έναντι του Εναγομένου εν σχέσει προς την διενέργειαν αγοραπωλησιών κινητών αξιών και/ή την διαχείρισιν του πορτοφολίου και/ή χαρτοφυλακίου του Εναγομένου.» Ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες και/ή η Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ ενήργησαν αμελώς και/ή κατά παράβαση των νομίμων και/ή συμβατικών καθηκόντων τους έναντι του. Παραθέτει δε τις ακόλουθες λεπτομέρειες (παρατίθενται αυτολεξεί): «(α) Παρέλειψαν να συμβουλεύσουν και/ή να καθοδηγήσουν επιμελώς τον Εναγόμενον ούτως ώστε να δυνηθή να επένδυση ασφαλώς και/ή επικερδώς εις το ΧΑΚ. (β) Παρέλειψαν να παράσχουν συμβουλάς ως έμπειροι χρηματιστές προς τον Εναγόμενον δια την εκ μέρους του δημιουργίαν χαρτοφυλακίου και/ή επενδύσεως κινητών αξιών. (γ) Ενώ εγνώριζον και/ή όφειλον να γνωρίζουν ότι ο Εναγόμενος ευλόγως και/ή προβλεπτώς εβασίζετο επί της ειδικότητος και/ή εμπειρίας και πραγματογνωμοσύνης και/ή συμβουλών των δια εκάστη ν αγοραπωλησίαν κινητών αξιών εντούτοις παρέλειψαν να παράσχουν συμβουλάς προς τον Εναγόμενον δια ασφαλή ν και/ή επικερδή ν επένδυσιν εις το ΧΑΚ και/ή άλλως. (δ) Παρέλειψαν να ενεργήσουν προς το οικονομικόν συμφέρον του Εναγομένου και/ή προς τον σκοπόν διευρύνσεως και/ή κατοχυρώσεως του χαρτοφυλακίου του Εναγομένου και/ ή ενεργώς προέβησαν εις συναλλαγάς και/ή πράξεις το αποτέλεσμα των οποίων ήτο η θέσις εν κινδύνω και/ή άλλως του χαρτοφυλακίου του Εναγομένου. (ε) Παρέλειψαν να ενεργήσουν ως συνετοί και/ή άλλως έμπειροι και ικανοί διαχειριστές χαρτοφυλακίου και/ή σύμβουλοι επενδύσεως εις κινητάς αξίας. (στ) Ενεργώς συνεβούλευσαν τον Εναγόμενον να μην ρευστοποίηση το χαρτοφυλάκιον κινητών αξιών του παρά το γεγονός ότι η αγορά κινητών αξιών υποχωρούσεν σημαντικώς προς τα κάτω και/ή κάτω του ελαχίστου και/ή συμφωνθέντος ποσοστού του 25% πέραν του εγκεκριμένου ορίου του λογαριασμού παρατραβήγματος και/ή παρέλειψαν να συμβουλεύσουν τον Εναγόμενον να ρευστοποίηση το χαρτοφυλάκιον κινητών αξιών του παρά το γεγονός ότι η αγορά κινητών αξιών υποχωρούσεν σημαντικώς προς τα κάτω και/ή κάτω του ελαχίστου και/ή συμφωνηθέντος ποσοστού του 25% πέραν του εγκεκριμένου ορίου του λογαριασμού παρατραβήγματος. (ζ) Παρέλειψαν να ενημερώσουν και/ή συμβουλεύσουν και/ή πληροφορήσουν τον Εναγόμενον περί της σημαντικής προς τα κάτω υποχωρήσεως της αγοράς κινητών αξιών και/ή της προς τα κάτω του ελαχίστου πτώσεως του συμφωνηθέντος και/ή άλλως ποσοστού του 25% πέραν του εγκεκριμένου ορίου του λογαριασμού παρατραβήγματος και/ή παρέλειψαν να απαιτήσουν και/ ή να ειδοποιήσουν και/ ή άλλως τον Εναγόμενον περί της αναγκαιότητος καταθέσεως χρημάτων και/ή άλλως εις τον εν λόγω λογαριασμόν παρατραβήγματος (margin call) όταν υπήρξεν σημαντική προς τα κάτω υποχώρησις της αγοράς κινητών αξιών και/ή της προς τα κάτω του ελαχίστου και/ή του συμφωνηθέντος ποσοστού του 25% πέραν του εγκεκριμένου ορίου του λογαριασμού παρατραβήγματος. (η) Αμελώς προέβαινον εις αγοραπωλησίας κινητών αξιών εκ μέρους του Εναγομένου ανεξαρτήτως του ορίου του εν λόγω τραπεζικού λογαριασμού του και δη ανεξαρτήτως εάν το εν λόω όριον επέτρεπεν ή με το ύψος και/ή αξίαν των εν λόγω αγοραπωλησιών κινητών αξιών. (θ) Προέτρεψαν και/ή εισηγήθησαν εις τον Εναγόμενον και/ή μονομερώς αύξησαν και/ή άλλως τας εξασφαλίσεις του εν λόγω τραπεζικού λογαριασμού παρατραβήγματος υπό μορφήν ενεχυριάσεως μετοχών και/ή κινητών αξιών συνολικής αξίας εκ Λ.Κ.41.363,00 ούτως ώστε το εν λόγω όριον του τραπεζικού λογαριασμού να αυξηθή εις Λ.Κ.50.000,00, ενώ εγνώριζον και/ή είχον διαπιστώσει και/ή έπρεπε να είχον διαπιστώσει την σημαντικήν προς τα κάτω υποχώρησιν της αγοράς κινητών αξιών και/ή την προς τα κάτω του ελαχίστου και/ή του συμφωνηθέντος ποσοστού του 25% πέραν του εγκεκριμένου ορίου του λογαριασμού παρατραβήγματος. (ι) Συνεβούλευαν τον Εναγόμενον όπως προβαίνη εις αγοράς μετοχών και/ή δικαιωμάτων αγοράς μετοχών και/ή άλλως από θυγατρικός και/ή συνδεδεμένος και/ ή άλλως εταιρείας των κατά παράβασιν του καθήκοντος αφοσιώσεως (duty of loyalty) και/ή καθήκοντος εμπιστευτικότητος (fiduciary duty) το οποίον είχον έναντι του Εναγομένου και τούτο προς τον σκοπόν παραχωρήσεως κέρδους και/ ή οφέλους προς τας εν λόγω εταιρείας εις βάρος του Εναγομένου και/ή παρά το γεγονός της υπάρξεως συγκρούσεως μεταξύ του καθήκοντος των έναντι του Εναγομένου και του συμφέροντος των ιδίων και/ή των θυγατρικών και/ή συνδεδεμένων εταιρειών των και/ή συνεργατών των οι οποίοι επραγματοποιούσαν ούτω κέρδη άνευ της ελευθέρας και πλήρως ενημερωμένης συγκαταθέσεως του Εναγομένου. (κ) Προέβησαν προς όφελος των ιδίων και/ή συνδεδεμένων εταιρειών των και/ή άλλως εις αγοράς μετοχών και/ή warrants εις βάρος του Εναγομένου τας οποίας αμελώς συνεβούλευαν τον Εναγόμενον όπως διατήρηση και/ή μη αποξενωθή εις βάρος των συμφερόντων του. (λ) Προέβησαν και/ή επέτρεψαν την αύξησιν του δανειστικού ορίου του εν λόγω τραπεζικού λογαριασμού και/ή την υπέρβασιν του εν λόγω εγκεκριμένου ορίου και/ή την διενέργειαν συναλλαγών κινητών αξιών κατά τρόπον υπερβαίνονται ή μη καλύπτοντα την συνολικήν αξίαν του χαρτοφυλακίου του Εναγομένου. (μ) Ενεργώς και/ ή αμελώς απέκρυπτον και δεν ενημέρωναν τον Εναγόμενον δι' οιαδήποτε ουσιώδη στοιχεία και πληροφορίας που αφορούν την αγοράν κινητών αξιών και/ή στοιχεία αναφορικώς προ συμφέροντα των ιδίων ή και θυγατρικών και/ή άλλων συνδεδεμένων εταιρειών των εις τοιαύτας κινητάς αξίας. (ν) Ενεργώς και/ή αμελώς προέβαινον εις υπερβολικός συναλλαγάς (over-dealing) και/ή οι συναλλαγάς με τοιαύτην συχνότητα η οποία δεν είναι βολική ή προς όφελος του Εναγομένου (churning) και δη προς όφελος των ιδίων δια της λήψεως αυξημένης προμηθείας και/ή εις «ξεφόρτωμα μετοχών» και/ή άλλως (off loading of stock) από θυγατρικός και/ή συνδεδεμένος και/ή άλλως εταιρείας των προς τον Εναγόμενον προς τον σκοπόν παραχωρήσεως οφέλους και/ ή κέρδους προς τας εν λόγω εταιρείας και/ή δια δικόν του όφελος εις βάρος του Εναγομένου. (ξ) Παρέλειψαν να αξιολογήσουν επαρκώς και/ή καθόλου την αγοράν και/ή το γεγονός ότι ο Εναγόμενος αναζητούσε (was speculating) εις την αγοράν κινητάς αξίας άνευ ιδίων γνώσεων και/ή εμπειρίας και δη με «δανεισμένα χρήματα» και ούτω να συμβουλεύσουν αναλόγως και/ή σοβαρώς και/ή άλλως τον Εναγόμενον περί κινδύνων εις τας αγοραπωλησίας κινητών αξιών εις τας οποίας προέβαιναν και/ή συνεβούλευαν αυτόν να προβή και/ή άλλως. (ο) Οι Ενάγοντες και/ή η Ελληνική Επενδύσεις παρέλειψαν να διεκπεραιώσουν επιμελώς το καθήκον των να συμβουλεύσουν τον Εναγόμενον και/ή να επενδύσουν εις κινητός αξίας και/ή να διαχειρισθούν το πορτοφόλιον και/ή χαρτοφυλάκιον του Ενάγοντος εξασκώντας εύλογον επιμέλειαν και αμελώς και/ή παρανόμως προτίμησαν τα δικά των και/ή θυγατρικών και/ή συνδεδεμένων εταιρειών των συμφέροντα έναντι εκείνων του Εναγομένου. (π) Αμελώς και/ή κατά παράβασιν νομίμων και/ή συμβατικών καθηκόντων των προέτρεψαν και/ή εισηγήθησαν εις τον Εναγόμενον και/ή μονομερώς αύξησαν και/ή άλλως τας εξασφαλίσεις του εν λόγω τραπεζικού λογαριασμού παρατραβήγματος υπό μορφήν ενεχυσιάσεως μετοχών και/ή κινητών αξιών συνολικής αξίας εκ Λ.Κ.41.363,00 ούτως ώστε το εν λόγω όριον του τραπεζικού λογαριασμού να αυξηθή εις Λ.Κ.50.000,00 ενώ εγνώριζον και/ή είχον διαπιστώσει και/ ή έπρεπε να είχον διαπιστώσει την σημαντική ν προς τα κάτω υποχώρησιν της αγοράς κινητών αξιών και/ ή την προς τα κάτω του ελαχίστου και/ή του συμφωνηθέντος ποσοστού του 25% πέραν του εγκεκριμένου ορίου του λογαριασμού παρατραβήγματος. (ρ) Αμελώς και/ή μονομερώς και/ή άνευ ενημερώσεως και/ή άλλως του Εναγομένου και κατά παράβασιν της Συμφωνίας προέβησαν κατά ή περί τον Φεβρουάριον 2001 εις μείωσιν του ποσοστού εξασφαλίσεως από 60% εις 40% ούτως ώστε να μπορούν να καλύψουν την υπέρβασιν του ορίου εις την οποίαν προέβαινον μονομερώς και/ή άλλως προς ζημίαν του Εναγομένου και/ή δια της παρασχέσεως εις αυτούς της δυνατότητας να προβαίνουν εις υπερβολικός συναλλαγάς (over-dealings) και/ή εις συναλλαγάς με τοιαύτην συχνότηταν η οποία δεν είναι βολική η προς όφελος του Εναγομένου (churning) και δη προς όφελος των ιδίων, δια της λήψεως αυξημένης προμηθείας και/ ή χρεώσεων και/ ή επιβαρύνσεων και/ ή δικαιωμάτων και/ή άλλως πως προς αντίστοιχον ζημίαν του Εναγομένου, την οποίαν ούτος αντάξιοι κατωτέρω, ήτις ήθελε καθορισθή κατ' ακολουθίαν λήψεως λογαριασμού της λειτουργίας του εν λόγω λογαριασμού παρατραβήγματος από κατά ή περί τον Φεβρουάριον 2001 μέχρι σήμερον και/ή μέχρι της εγέρσεως της παρούσης τον οποίον λογαριασμόν ο Εναγόμενος αξιοί προς τούτο. (σ) Επιπρόσθετα τόσο οι Ενάγοντες όσο και οι Εναγόμενοι 2 στην Ανταγωγή ενεργώντας αμελώς και/ή κατά τρόπο αθέμιτο και/ή με σκοπό να συνεχίσει η λειτουργία του επίδικου λογαριασμού από την οποία (λειτουργία) οι ίδιοι είχαν όφελος, υπό μορφή χρέωσης τόκων, δικαιωμάτων και προμηθειών, και/ή κατά παράβαση της σχέσης και/ή του καθήκοντος εμπιστοσύνης που είχαν προς τον Εναγόμενο, παρέλειψαν να τον ενημερώσουν για το περιεχόμενο των εγκυκλίων επιστολών της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 12/7/1999, 12/10/1999, 24/11/1999, 29/11/1999 και 5/1/2000 οι οποίες, μεταξύ άλλων, προειδοποιούσαν για τους κινδύνους από τη «χρήση δανεικών κεφαλαίων για αλόγιστες βραχυχρόνιες επενδύσεις που αποβλέπουν σε ευκαιριακά κέρδη και έχουν κερδοσκοπικό χαρακτήρα» και για πρακτικές που «τροφοδοτούν το εύρος του χρηματιστηρίου και ανεβάζουν τις τιμές σε παράλογα ύψη που δεν έχουν καμία σχέση με τα οικονομικά δεδομένα των εταιρειών» ενώ παράλληλα ζητούσαν (όπως για παράδειγμα η εγκύκλιος ημερομηνίας 12/7/1999) από τις τράπεζες «να υποδεικνύουν στους πελάτες τους όλους τους σχετικούς κινδύνους». Αποτελεί τη θέση του Εναγόμενου ότι εάν επληροφορείτο από τους Ενάγοντες και/ή τους Εναγόμενους 2 στην Ανταγωγή για την ύπαρξη και το περιεχόμενο των εγκυκλίων επιστολών της Κεντρικής Τράπεζας δεν θα διανοείτο καν να συνάψει την επίδικη συμφωνία μαζί τους και ως αποτέλεσμα θα απόφευγε την κατάθεση σ' αυτούς μετρητών και/ή μετοχών συνολικής αξίας ΛΚ41.363 που στο τέλος εξανεμίσθηκαν και φυσικά την ζημιά που ακολούθησε από νέες αγορές μετοχών που διενεργήθηκαν για λογαριασμό του μέσα στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής και που είχαν ως αποτέλεσμα τον εξανεμισμό των κερδών του και τη δημιουργία χρεωστικού υπολοίπου από την, εκ των πραγμάτων, αναπόφευκτη και εύκολα προβλέψιμη, ενόψει και των πραγματικών οικονομικών δεδομένων των συγκεκριμένων εταιρειών, πτώση της αξίας των αγορασθέντων και των υπολοίπων μετοχών που παρέμειναν στο χαρτοφυλάκιο του. (τ) Περαιτέρω, οι Ενάγοντες και/ή οι εξ ανταγωγής Εναγόμενοι 2 παρέλειψαν και/ή αρνήθηκαν, παρά την προς τούτο σχετική ρητή εντολή που τους δόθηκε γραπτώς από τον Εναγόμενο την 1/2/2001, να αποδεχτούν εκ μέρους του (ως ήσαν υπόχρεοι να πράξουν βάσει των όρων της επίδικης συμφωνίας και του επίδικου πληρεξουσίου) τη δημόσια πρόταση της εταιρείας Sharelink Financial Services Ltd, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί με σχετική ανακοίνωση του Χ.Α.Κ. και/ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, για εξαγορά 81.905 warrants της εταιρείας KYKNOS προς ΛΚ0,38 σεντ το κάθε ένα, με αποτέλεσμα αυτός να υποστεί περαιτέρω ζημιά και/η απώλεια που ανέρχεται στο ποσό των ΛΚ31.123,90 σεντ. Αποτελεί επιπρόσθετα τη θέση του Εναγόμενου ότι οι Ενάγοντες και/ ή οι εξ ανταγωγής Εναγόμενοι 2 αρνούμενοι να εκτελέσουν την πιο πάνω ρητή εντολή του ενήργησαν κατά παράβαση του καθήκοντος πίστης και αφοσίωσης τους προς αυτόν καθότι δεν του αποκάλυψαν τη σχέση τους με τις εταιρείες Sharelink και Kyknos και κατ' επέκταση τη σύγκρουση των συμφερόντων τους σε σχέση με τη συγκεκριμένη εντολή.» Άνευ βλάβης των πιο πάνω θέσεων του, ισχυρίζεται ότι η συμφωνία και «οποιαδήποτε συναποτελούντα αυτήν έγγραφα και/ή άλλως είναι άκυρα και/ή ακυρώσιμα συνεπεία απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή παραβιάσεως νομίμων καθηκόντων των Εναγόντων και/ή της Ελληνικής Επενδύσεις». Παραθέτει τις ακόλουθες λεπτομέρειες (παρατίθενται αυτολεξεί): «(α) Απέκρυψαν με τρόπον παραπλανητικόν και με σκοπόν και πρόθεσιν εξαπατήσεως ότι ο σκοπός και η λειτουργία της Συμφωνίας ήτο παράνομος κατά παράβασιν της Χρηματιστηριακής Νομοθεσίας λόγω του ότι οι Ενάγοντες και/ή η Ελληνική Επενδύσεις είχον σκοπόν και πρόθεσιν κακοβούλως και/ή κακοπίστως τον προσδιοριμόν αθεμίτου ωφελείας και συγκεκριμένως: (ί) να δανείσουν και πράγματι εδάνεισαν τον Εναγόμενον και πολλούς άλλους πελάτας των, χάριν επηρεασμού και/ή χειραγωγήσεως των τιμών του Χρηματιστηρίου και πράγματι οι Ενάγοντες και/ή η Ελληνική Επενδύσεις επηρέασαν και/ή εχειραγώγησαν με τον παράνομον αυτόν τρόπον τας τιμάς του Χρηματιστηρίου. (
- ii)α αποκρύπτουν ουσιώδεις πληροφορίας επιδιώκοντες να επηρεάσουν και/ή πείσουν τον Εναγόμενον να αγοράση κινητάς αξίας και όντως απέκρυψαν από τον Εναγόμενον ουσιώδεις πληροφορίας και επηρέασαν και/ή έπεισαν τον Εναγόμενον να αγοράση κινητάς αξίας. δια δικόν των κέρδος ή των θυγατρικών και/ή των συνδεδεμένων αυτών εταιρειών οι οποίες όντως εξησφάλισαν σημαντικά οφέλη εις βάρος του Εναγομένου. (β) Απέκρυψαν αποσκοπούντες την εξαπάτησιν και με τρόπον επιτήδειον και παραπλανητικόν ότι δεν υπάρχει Κυπριακή Νομοθεσία η οποία διέπει την αυστηράν λειτουργίαν συμφωνιών ως η Συμφωνία. (γ) Ενεργώς απέκρυψαν με σκοπόν και πρόθεσιν εξαπατήσεως και με τρόπον επιτήδειον και παραπλανητικόν ότι κατά τον ουσιώδην χρόνον τόσον η αγορά κινητών αξιών και/ή το ΧΑΚ όσον και οι ενεχυριασμένες μετοχές ήσαν παραφουσκωμένον και/ή παραφουσκωμένες με πλασματικάς αξίας και ενεργώς εξωθούσαν και/ή πρέτρεψαν τον Εναγόμενον εις την σύναψιν της Συμφωνίας προς όφελος των ιδίων και εις βάρος του Εναγομένου. (δ) Ενεργώς απέκρυψαν από τον Εναγόμενον ότι είχον άμεσον και/ή έμμεσον συμφέρον εις την διατήρησιν του παραφουσκώματος του ΧΑΚ προς όφελος των ιδίων και εις βάρος του Εναγομένου. (ε) Απέκρυπταν το γεγονός ότι οι ίδιοι και/ή θυγατρικές και/ή συνδεδεμένες αυτών εταιρείες προέβαιναν εις πωλήσεις μετοχών εταιρειών συνδεδεμένων μετ' αυτών προς σημαντικόν των όφελος και κέρδος ενώ ταυτοχρόνως συνεβούλευαν τον Εναγόμενον και/ ή προέβαινον εκ μέρους του εις αγοράν τοιούτων μετοχών και μάλιστα εις υψηλάς τιμάς δια να επιτυγχάνουν ούτω αύξησιν του κέρδους των με την εκ μέρους των πώλησιν τοιούτον μετοχών. (στ) Ενώ εγνώριζαν ότι επί τη βάσει του Περί Κεντρικής Τραπέζης Νόμου, του Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου και των δυνάμει αυτών εκδοθέντων Κανονισμών και/ή οδηγιών και/ή εγκυκλίων κατά ή περί τον Οκτώβριον του 1999: (ί) Απαγορεύετο η προσφορά εις νέους πελάτας τοιούτων λογαριασμών παρατραβήγματος δια σκοπούς επενδύσεως εις το ΧΑΚ και, (
- ii)Εν σχέσει με τους ήδη υφιστάμενους τοιούτους λογαριασμούς οι Τράπεζες/Οργανισμοί θα έπρεπε να λάβουν δέοντα μέτρα δια την σταδιακήν μείωσιν των, και (iii) Εις τα πλαίσια των εν λόγω μέτρων οι Τράπεζες/ Οργανισμοί έδει να ενημερώσουν όλους του πελάτας των, κατόχους τοιούτον λογαριασμόν παρατραβήγματος δια σκοπούς επενδύσεων με μηδενικά ή πιστωτικά υπόλοιπα ότι ο αντίστοιχος λογαριασμός των είχεν κλείσει, και (ϊν) Επί τη βάσει των ως άνω η Συμφωνία και/ ή ο εν λόγω λογαριασμός παρατραβήγματος έχει καταστή παράνομος οι Ενάγοντες και/ή η Ελληνική Επενδύσεις απέκρυψαν το ως άνω γεγονός και εξώθησαν και/ή προέτρεψαν τον Εναγόμενον εις την συνέχισιν και/ή διατήρισιν του εν λόγω λογαριασμού παρατραβήγματος του κατά τρόπον δημιουργούντα κέρδη προς όφελος των ιδίων και/ή των θυγατρικών και/ή συνδεδεμένων εταιρειών των και εις βάρος του Εναγομένου.» Με ανταπαίτηση του εναντίον των Εναγόντων και της Ελληνικής Τράπεζας (Επενδύσεις) Λτδ αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Δήλωσιν του Δικαστηρίου ότι οι οποιεσδήποτε χρεώσεις και/ ή άλλως επιβαρύνσεις εις τον εν λόγω τραπεζικόν λογαριασμόν παρατραβήγματος πέραν του επιτροπομένου υπό του Νόμου ποσοστού τόκου προς 9% ετησίως είναι παράνομες και το συνολικώς καθ' υπέρβασιν και/ή παρανόμως εισπραχθέν ποσόν από της συνάψεως της Συμφωνίας μέχρι σήμερον δέον όπως επιστραφή προς τον Εναγομενον κατ' ακουλουθίαν καταρτίσεως προς τούτο λογαριασμού δια τον οποίον ο Εναγόμενος αξιοί προς τούτο Διάταγμα του Δικαστηρίου, σε σχέσιν με τον εν λόγω τραπεζικόν λογαριασμόν παρατραβήγματος από κατά ή περί τον Φεβρουάριον 2000 μέχρι σήμερον εις τον οποίον πάν ποσόν εμφαινόμενον και υπερβαίνον τον συμφωνηθέτνα και/ή νόμιμον τόκον προς 9% ετησίως και χρεωθέν εις τούτο υπό μορφήν δικαιωμάτων και/ ή επιβαρύνσεων και/ ή χρεώσεων και/ή εξόδων και/ή άλλως δέον όπως επιστραφή εις τον Εναγομενον, ως λεπτομερώς εκτίθεται εις την παράγραφον 4 ανωτέρω. Β. Δήλωσιν του Δικαστήριο ότι οι Ενάγοντες και/ή η Ελληνική Επενδύσεις δια της εκ μέρους των συμπεριφοράς και/ή πρακτικής και/ή των αγοραπωλησιών κινητών αξιών του Εναγομένου και/ή της διαχειρίσεως του πορτοφολίου και/ή χαρτοφυλακίου του Εναγομένου άνευ οιασδήποτε συμμετοχής αυτού, ουσιαστικώς ανέλαβον τον κίνδυνον ζημίας ως εκ της σημαντικής και/ ή άλλως υποχωρήσεως προς τα κάτω και/ή κάτω του ελαχίστου και/ή συμφωνηθέντος ποσοστού του 25% πέραν του εγκεκριμένου ορίου του λογαριασμού παρατραβήγματος και δη κατά τρόπον καλύπτοντα και/ή απαλλάττοντα τον Εναγομενον και ως εκ τούτου δεν δύνανται και/ή εμποδίζονται από του να διεκδικούν το αξιούμενον και/ή οιονδήποτε ποσόν, ως λεπτομερώς εκτίθεται εις τας παραγράφους 5, 9, 10 & 11 ανωτέρω. Γ. Γενικάς αποζημιώσεις δια παράβασιν της Συμφωνίας και/ή του καθήκοντος αφοσιώσεως και/ή καθήκοντος εμπιστευτικότητας ως λεπτομερώς εκτίθεται εις την παράγραφον 12 ανωτέρω και/ή Δήλωσιν του Δικαστηρίου ότι δια της ως άνω εν παραγράφω 12 της ανταξιώσεως περιγραφόμενης συμπεριφοράς των Εναγόντων και/ή της Ελληνικής Επενδύσεις ούτοι παρέβησαν το ως άνω καθήκον αφοσιώσεως και/ή καθήκον εμπιστευτικότητος έναντι του Εναγομένου. Δ. Γενικάς και/ή ειδικάς αποζημιώσεις λόγω αμελείας και/ή παραβάσεως καθηκόντων αφοσιώσεως και εμπιστευτικότητος συνισταμένης εις την διαφοράν της συνολικής ως άνω αξίας αγοράς των εν λόγω αντιστοίχων μετοχών, rights και warrants, αφαιρούμενης της συνολικής σημερινής αξίας πωλήσεως των εν λόγω μετοχών, rights και warrants και/ή άλλως και/ή οιονδήποτε περαιτέρω μετοχών και/ή rights και/ή warrants τα οποία ηγοράσθησαν ως ανωτέρω κατά την διάρκειαν της περιόδου Φεβρουαρίου 2000 έως κατά ή περί την ημερομηνίαν εγέρσεως της παρούσης αγωγής και/ή άλλως ως η εν λόγω περαιτέρω ζημίαν ήθελεν καθορισθή, κατ' ακολουθίαν καταρτίσεως λογαριασμού μεταξύ των διαδίκων τον οποίον λογαριασμόν δυνάμει προς τούτο Διατάγματος, ο Εναγόμενος αντάξιοι δια της παρούσης, ως λεπτομερώς εκτίθεται εις την παράγραφον 13 ανωτέρω. Ε. Δήλωσιν του Δικαστηρίου ότι η εκ μέρους των Εναγόντων και/ή της Ελληνικής Επενδύσεις παραχωρηθείσαι και/ή επιτραπείσαι και/ή άλλως αυξήσεις του δανειστικού ορίου του εν λόγω τραπεζικού λογαριασμού παρατραβήγματος και/ή η υπέρβασις του εν λόγω εγκεκριμένου ορίου ουδέποτε απετέλεσαν όρον της Συμφωνίας και/ή δεσμεύουν καθ' οιονδήποτε τρόπον τον Εναγόμενον και/ή ότι αι παρανόμως επιβληθείσαι χρεώσεις και/ή επιβαρύνσεις, προμήθειαι, δικαιώματα και/ ή άλλως πως του εν λόγω τραπεζικού λογαριασμού, δέον όπως αφαιρεθούν και/ ή επιστραφούν εις τον Εναγόμενον μετά την λήψιν λογαριασμού από κατά ή περί τον Φεβρουάριον 2000 μέχρι κατά ή περί την καταχώρησιν της παρούσης αγωγής τον οποίον λογαριασμόν και/ ή Διάταγμα δια του οποίου να διατάττεται η λήψις του εν λόγω λογαριασμού ο Εναγόμενος αξιοί και/ή αντάξιοι ως λεπτομερώς εκτίθεται εις την παράγραφον 14 ανωτέρω. Στ. Γενικάς και/ή ειδικάς αποζημιώσεις ύψους πέραν των Λ.Κ.100.000,00 λόγω αμελείας και/ή παραβάσεως νομίμων και/ή συμβατικών καθηκόντων των Εναγόντων και/ή της Ελληνικής Επενδύσεις, ως λεπτομερώς εκτίθεται εις την παράγραφον 15 ανωτέρω. Ζ. Απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου για το ποσό των ΛΚ41.363 το οποίο αντιπροσωπεύει την αξία μετοχών που ανήκαν στον Εναγόμενο και κατατέθηκαν από αυτόν ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων του έναντι των Εναγόντων και/ ή των εξ ανταγωγής Εναγομένων 2 οι οποίες απορρέουν από συμφωνία που μολύνεται από παρανομία και/ή που συνήφθηκε και/ή εκτελέστηκε ενάντια στη δημόσια πολιτική εν γνώσει των Εναγόντων και/ ή των εξ ανταγωγής Εναγομένων 2 και εν αγνοία αυτού, και ως εκ τούτου είναι άκυρη εξ υπαρχής. Η. Δήλωσιν του Δικαστηρίου ότι η Συμφωνία είναι άκυρος και/ή ακυρώσιμος και στερημένη οιασδήποτε νομικής ισχύος λόγω απάτης και/ ή ψευδών παραστάσεων και/ή παραβάσεως νομίμων καθηκόντων των Εναγόντων και/ή της Ελληνικής Επενδύσεις κατά την διάρκειαν περιόδου Φεβρουαρίου 2000 έως κατά ή περί την ημερομηνίαν καταχωρήσεως της παρούσης αγωγής και/ή άλλως, ως λεπτομερώς εκτίθεται εις την παράγραφον 18 ανωτέρω. Θ. Δήλωσιν του Δικαστηρίου ότι ο μονομερώς και/ή άλλως παρά των Εναγόντων και/ή της Ελληνικής Επενδύσεις κατά ή περί τας αρχάς Αυγούστου 2000 αύξησις της εξασφαλίσεως του εν λόγω τραπεζικού λογαριασμού υπό μορφήν ενεχυριάσεως περαιτέρω κινητών αξιών και/ή μετοχών του Εναγομένου, συνολικής περαιτέρω αξίας εκ Λ.Κ.21.410,00 και/ή Λ.Κ.41.363,00 επροξένησεν ζημίαν εις τον Εναγόμενον την οποίαν αντάξιοι ως η εν λόγω ζημία ήθελεν καθορισθή κατ' ακολουθίαν λήψεως λογαριασμού δυνάμει Διατάγματος του Δικαστηρίου διατάττοντος την λήψιν τοιούτου λογαριασμού δια απάσας τας συναλλαγάς και/ή αγοραπωλησίας κινητών αξιών τας οποίας πραγματοποίησαν οι Ενάγοντες και/ή η Ελληνική Επενδύσεις από κατά ή περί τον Φεβρουάριον 2000 και/ή Αύγουστον 2000 μέχρι της καταχωρήσεως της παρούσης και/ή ότι η εν λόγω αύξησις της εξασφαλίσεως του εν λόγω τραπεζικού λογαριασμού, ως ανωτέρω, ουδέποτε εξουσιοδοτήθη παρά του Εναγομένου και κατ' επέκτασιν δεν τον δεσμεύει καθ' οιονδήποτε τρόπον και δέον όπως παραμερισθή δυνάμει προς τούτο Διατάγματος του Δικαστηρίου. I. Γενικάς και/ή ειδικάς αποζημιώσεις δια παράβασιν της Συμφωνίας δια της αυθαιρέτου και/ή άλλως μειώσεως του ποσοστού εξασφαλίσεως από 60% εις 40% και δη κατά τρόπον καλύπτοντα τας υπερβάσεις του ορίου εις τας οποίας προέβαινον εις υπερβολικός συναλλαγάς και/ή εις συναλλαγάς με τοιαύτην συχνότητα ουχί προς όφελος του Εναγομένου (Churning) και δη προς όφελος των ιδίων δια της λήψεως αυξημένης προμηθείας και/ή χρεώσεων και/ή επιβαρύνσεως και/ή δικαιωμάτων και/ή άλλως πως προς αντίοτοιχον ζημίαν του Εναγομένου την οποίαν ούτος αντάξιοι και ήτις ήθελεν καθορισθή κατ' ακολουθίαν λήψεως λογαριασμού της όλης λειτουργίας του εν λόγω τραπεζικού λογαριασμού παρατραβήγματος από κατά ή περί τον Φεβρουάριον 2001 μέχρι σήμερον και/ή μέχρι της καταχωρήσεως της παρούσης αγωγής και ως εκ τούτου ο Εναγόμενος αντάξιοι Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττοντος την λήψιν και/ή ετοιμασίαν τοιούτου λογαριασμού. Κ. Γενικάς και/ή ειδικάς αποζημιώσεις ύψους εκ Λ.Κ.18.171,00 και/ή τοιούτου περαιτέρω και/ή άλλου ύψους ως τούτο ήθελε καθορισθή κατ' ακολουθίαν λήψεως λογαριασμού λειτουργίας και/ή άλλως του εν λόγω λογαριασμού παρατραβήγματος και/ή τον προς όφελος των Εναγόντων και/ή της Ελληνικής Επενδύσεις ενεχυριασμένων μετοχών ιδιοκτησίας του Εναγομένου λόγω αμελείας και/ ή περαιτέρω παραβάσεως της Συμφωνίας και/ή λόγω μη συμμορφώσεως προς τας εισηγήσεις και/ή άλλως του Εναγομένου προς πώλησιν των υπ' αυτού τότε κατεχομένων και/ή ενεχυριασμένων μετοχών και/ή άλλως κατά ή περί την 12.7.2000 το οποίον Διάταγμα ο Εναγόμενος αντάξιοι προς τούτο, ως λεπτομερώς εκτίθεται εις τας παραγράφους 6, 7 και 8 ανωτέρω. Λ. Νόμιμους τόκους. Μ. Έξοδα και ΦΠΑ. Ν. Απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου για το ποσό των ΛΚ31.123,90 σεντ που αντιπροσωπεύει τη συνολική απώλεια και/ή ζημιά την οποία υπέστη ο Εναγόμενος ως αποτέλεσμα της αδικαιολόγητης άρνησης και/ή παράλειψης των Εναγόντων και/ή της Ελληνικής Επενδύσεις να εκτελέσουν την εντολή του για αποδοχή της δημόσιας πρότασης της εταιρείας Sharelink Financial Services Ltd, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί με τη σχετική ανακοίνωση του Χ.Α.Κ. και/ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, για εξαγορά 81.905 warrants της εταιρείας Kyknos προς ΛΚ0,38 σεντ το κάθε ένα.» Έχω θέσει ενώπιον μου το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας την οποία στην παρούσα απόφαση θα παραθέσω σε γενικές γραμμές. Ο κ. Γιώργος Γρουτίδης ανέφερε ότι κατά την περίοδο Φεβρουάριος 1997 - Σεπτέμβριος 1999 ήταν υπεύθυνος επενδυτικών λογαριασμών στην Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ (ΕΤΕ). Από τον Σεπτέμβριο του 1999 - Μάρτιο του 2004 ήταν προϊστάμενος του Τμήματος Εργασιών της ΕΤΕ. Από την πιο πάνω ημερομηνία και μέχρι σήμερα είναι ο προϊστάμενος του Τμήματος Χρηματιστηριακών συναλλαγών της ΕΤΕ. Ως προϊστάμενος του Τμήματος Εργασιών της ΕΤΕ είχε την ευθύνη για την διεκπεραίωση των συναλλαγών για τις οποίες έδιναν εντολές οι επενδυτές. Μια κατηγορία επενδυτών ήταν και οι επενδυτές οι οποίοι διατηρούσαν επενδυτικό λογαριασμό στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Τέτοιος επενδυτής ήταν και ο Εναγόμενος ο οποίος διατηρούσε τον επενδυτικό λογαριασμό με αρ. 175-01-001023-75. Αναγνώρισε τα τεκμήρια 1-4 τα οποία, ως ανέφερε, υπέγραψε ο Εναγόμενος για να τεθεί σε λειτουργία το σχέδιο του επενδυτικού λογαριασμού του. Έκανε αναφορά στον τρόπο που λειτουργούσε ο επενδυτικός λογαριασμός του Εναγομένου. Κατέθεσε ως τεκμήριο 18(β) τα contract notes (πράξεις που διενεργήθηκαν για λογαριασμό του Εναγομένου), και αναφέρθηκε στο περιεχόμενο αυτών. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του η διαδικασία που ακολουθούσε ο Εναγόμενος, και οι υπόλοιποι επενδυτές, για τη διαβίβαση των εντολών του ήταν η ακόλουθη: «Ο πελάτης είτε με φαξ είτε τηλεφωνικά είτε αυτοπροσώπως έδινε εντολή για αγορά ή πώληση συγκεκριμένης ποσότητας μετοχών ή χρηματιστηριακών αξιών ή σε περίπτωση IPO (Initial Public Offering) δηλαδή Δημόσια Πρόταση για Αγορά μετοχών με συγκεκριμένη τιμή μέσω του επενδυτικού λογαριασμού του. Όταν ολοκληρώνετο η χρηματιστηριακή συνάντηση, ενημερωνόταν ο Εναγόμενος είτε με φαξ είτε τηλεφωνικά κατά πόσο εκτελέστηκε ή όχι η εντολή του. Κατά την διάρκεια της λειτουργίας του επενδυτικού λογαριασμό του Εναγομένου υπήρχε καταγραφικό σύστημα εντολών, έτσι οι εντολές λαμβάνοντο τηλεφωνικώς και ταυτόχρονα καταγράφοντο. Όλοι οι επνεδυτές γνώριζαν την διαδικασία και ότι οι εν λόγω εντολές καταγράφοντο από το σύστημα της ΕΤΕ. Ακολούθως οι εντολές διαβιβάζοντο, προωθούντο στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ) κατά χρονολογική σειρά στο ηλεκτρονικό σύστημα του ΧΑΚ. Αφού οι εντολές διαβιβάζοντο στο ΧΑΚ σε περίπτωση που αυτές εκτελούντο εξεδίδοντο αυτόματα από το ηλεκτρονικό σύστημα της ΕΤΕ τα έγγραφα τα οποία αποκαλούμε "contract notes" (σημείωση σύμβασης) και τα οποία αρχικά τηρούντο στα αρχεία της ΕΤΕ αλλά ο επενδυτής ήταν πάντοτε ελεύθερος και το εν λόγω αρχείο βρισκόταν πάντοτε στην διάθεση του για να το ελέγξει είτε να το επιθεωρήσει. Ακολούθως δε από το τέλος του 2000 και μετά τα εν λόγω contract notes αποστέλλονταν στον επενδυτή.» Ήταν η θέση του ότι ο επενδυτής πάντοτε τύγχανε ενημέρωσης μέσω των τριμηνιαίων καταστάσεων οι οποίες αποστέλλοντο σε αυτόν κάθε τρεις μήνες. Κατέθεσε ως τεκμήριο 19(β) τις τριμηνιαίες καταστάσεις αναφορικά με τον επενδυτικό λογαριασμό του Εναγομένου και επεξήγησε το περιεχόμενο αυτών. Κατέθεσε ως τεκμήριο 20(β) τις καταστάσεις με τίτλο "Clients Transactions by Contract No" για την περίοδο από 1.1.98 - 17.10.05. Σε αυτές εμφαίνονται κατά χρονολογική σειρά όλες οι αγοραπωλησίες στις οποίες προέβη ο Εναγόμενος μέσω του επενδυτικού του λογαριασμού. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, κάθε επενδυτικός λογαριασμός είχε ένα όριο. Ο λογαριασμός του Εναγομένου είχε αρχικό όριο Λ.Κ.30.000 το οποίο αυξήθηκε στις 26.9.2000 σε Λ.Κ.50.000 όπου και παρέμεινε μέχρι τον τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού του. Ο επενδυτικός λογαριασμός του Εναγομένου λειτουργούσε πάντοτε με τις εντολές του τελευταίου. Ο ρόλος της ΕΤΕ ήταν να λαμβάνει οδηγίες για αγορά και/ή πώληση μετοχών και άλλων αξιών τις οποίες διαβίβαζε στο ΧΑΚ. Ουδέποτε η ΕΤΕ ενήργησε από μόνη της για την αγορά ή πώληση μετοχών ή αξιών. Ο ρόλος της Ενάγουσας στην παρούσα περίπτωση περιορίζετο στη χρέωση και/ή πίστωση του λογαριασμού του Εναγομένου ανάλογα με τις πράξεις που αυτός έδιδε εντολές να διενεργηθούν για λογαριασμό του. Η Ενάγουσα ουδέποτε αγόρασε, πώλησε ή διενήργησε οποιαδήποτε χρηματιστηριακή πράξη για λογαριασμό του Εναγομένου. Η ΕΤΕ για τη διεκπεραίωση των εντολών του Εναγομένου χρέωνε τη συμφωνηθείσα αμοιβή. Ο Εναγόμενος λάμβανε τις μηνιαίες τραπεζικές καταστάσεις του λογαριασμού του καθώς και τις τριμηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού της ΕΤΕ. Περαιτέρω ενημερωνόταν και τηλεφωνικώς καθημερινά για την εκτέλεση ή μη της εντολής του. Ουδέποτε αμφισβήτησε τις χρηματιστηριακές πράξεις που εκτελέστηκαν για λογαριασμό του ή το υπόλοιπο του λογαριασμού του. Πάνω στην ίδια γραμμή κινήθηκε και η μαρτυρία του κ. Γιώργου Καραγιώργη, ο οποίος κατά την περίοδο Ιούνιος του 2000 - Οκτώβριος του 2002 ήταν ο προϊστάμενος του τμήματος των χρηματιστηριακών συναλλαγών στην Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ. Και αυτός ανέφερε ότι ο επενδυτικός λογαριασμός του Εναγομένου δεν λειτουργούσε με διακριτική ευχέρεια αλλά με τις εκάστοτε εντολές του τελευταίου. Η Τράπεζα του επανειλημμένα και σε κάθε περίπτωση τόνιζε πως δεν αναλάμβανε τη διαχείριση του επενδυτικού λογαριασμού των πελατών με διακριτική ευχέρεια. Ουδέποτε δόθηκαν διαβεβαιώσεις ότι οι ίδιοι ενεργούσαν ως σύμβουλοι του Εναγομένου ή οποιουδήποτε άλλου πελάτη για τις εκάστοτε επενδύσεις του. Αναφέρθηκε στα προβλήματα που παρουσίασε ο λογαριασμός του Εναγομένου, με αποτέλεσμα στις 5.4.2001 να του σταλεί η επιστολή τεκμήριο 12. Με την εν λόγω επιστολή γίνεται αναφορά στο γεγονός ότι ο λογαριασμός του εδώ και αρκετό καιρό παρουσιάζει συνεχή υπέρβαση του εγκεκριμένου ορίου και ότι η αξία του χαρτοφυλακίου που υπάρχει ως εξασφάλιση του λογαριασμού είναι χαμηλότερη από την προβλεπόμενη στη συμφωνία του επενδυτικού λογαριασμού. Στην ίδια επιστολή αναφέρεται, ανάμεσα σε άλλα, ότι τα δεδομένα που αφορούν στο θέμα της υπερκάλυψης μεταβάλλονται καθημερινά λόγω των διακυμάνσεων στην αγοραία αξία των τίτλων που υπήρχαν στο χαρτοφυλάκιο. Εν κατακλείδι, του ζητείται με την εν λόγω επιστολή να προβεί στα αναγκαία μέτρα για να καλύψει τη διαφορά που υπάρχει στην εξασφάλιση του λογαριασμού του. Ακολούθησε η επιστολή ημερομηνίας 29 Αυγούστου 2001 (τεκμήριο 13) όπου επαναλαμβάνονται περίπου τα ίδια πράγματα. Δεν υπήρξε ανταπόκριση εκ μέρους του Εναγομένου. Υποσχέσεις που ο Εναγόμενος έδωσε εντός Σεπτεμβρίου 2001 για να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο των πιο πάνω επιστολών δεν τηρήθηκαν. Στις 3.1.2002 στάληκε επιστολή τερματισμού του επενδυτικού λογαριασμού (τεκμήριο 14). Η εν λόγω επιστολή επιστράφηκε από το ταχυδρομείο με αποτέλεσμα να σταλεί στις 12.7.2002 άλλη επιστολή (τεκμήριο 15). Με την εν λόγω επιστολή γνωστοποιείται στον Εναγόμενο το κλείσιμο του επενδυτικού λογαριασμού και αξιώνεται από αυτόν η εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου του. Ακολούθως η υπηρεσία ανάκτησης χρεών των Εναγόντων απαίτησε την εξόφληση του υπόλοιπου με επιστολή της ημερομηνίας 19.9.2002 (τεκμήριο 16). Εκ μέρους των Εναγόντων κατέθεσε η κα Μαρία Κουμέρα η οποία εργάζεται στην υπηρεσία των Εναγόντων, στο τμήμα το λογιστηρίου. Ανέφερε ότι οι Ενάγοντες είναι τραπεζίτες οι οποίοι διεξάγουν τραπεζικές εργασίες δυνάμει του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου. Έλαβε οδηγίες από τους δικηγόρους των Εναγόντων για να ετοιμάσει αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες κατέθεσε ως τεκμήριο 17. Επεξήγησε το περιεχόμενο αυτών και ανέφερε ότι ο τρόπος με τον οποίο αυτές έχουν συνταχθεί δεν περιλαμβάνει ανατοκισμό. Έγινε παραδεκτό γεγονός από τον Εναγόμενο ότι το χρεωστικό υπόλοιπο το οποίο προκύπτει από το τεκμήριο 17 είναι €166.243,48 με τόκο 9% επί €143.947,43 από 1.10.02 μέχρι εξόφλησης. Κατ' επέκταση η μάρτυρας αυτή δεν αντεξετάστηκε. Ο κ. Σεργίδης, μάρτυρας των Εναγόντων, ήταν το πρόσωπο το οποίο ενέκρινε την αίτηση του Εναγόμενου 1 (τεκμήριο 1). Ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι για την έγκριση της αίτησης έλαβε υπόψη του τα σχόλια του κ. Χαϊλή ότι ήταν πολύ ενεργός επενδυτής (very active investor) και τη σύσταση του κ. Πατσαλίδη, ο οποίος ήταν πολύ καλός πελάτης και τον γνώριζε προσωπικά. Σε σχέση με τις εγκυκλίους κατέθεσε εσωτερικό σημείωμα ελεγκτή τους (τεκμήριο 25) ημερομηνίας 15.3.07 στο οποίο αναφέρεται ότι γενικά οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας δεν είναι απαγορευτικές αλλά είναι υπό μορφή συστάσεων. Δέχθηκε ότι στην παρούσα υπόθεση υπήρξε υπέρβαση. Τέλος ήταν η θέση του ότι η αίτηση (τεκμήριο 1) εγκρίθηκε με την υπογραφή του αιτητή. Ο Χρίστος Χαϊλής ανέφερε ότι ήταν χρηματιστής στην Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ από τις 23.12.09 περίπου μέχρι και το 2003. Την αίτηση (τεκμήριο 1) ο Εναγόμενος την υπέβαλε στο γραφείο του στη Λευκωσία. Όταν ο Εναγόμενος του υπέβαλε την αίτηση, ο ίδιος (Χαϊλής) δεν προέβη σε οποιεσδήποτε παραστάσεις ή διαβεβαιώσεις προς τον Εναγόμενο. Όπως ανέφερε, οι όροι του σχεδίου υπήρχαν στο πίσω μέρος της αίτησης. Με δεδομένο ότι ο Εναγόμενος διατηρούσε πολύ ενεργό λογαριασμό επενδυτή κοντά τους, είχε σύσταση από άλλο υφιστάμενο πελάτη της Ελληνικής Τράπεζας (Επενδύσεις) Λτδ και τα εισοδήματα του ήταν ψηλά, αποφάσισε να στείλει την αίτηση για αξιολόγηση στην Ελληνική Τράπεζα. Ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος του έδιδε τηλεφωνικές εντολές για διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων. Κατά την ώρα που καταχωρείτο η εντολή, ο χρηματιστής δεν γνώριζε τον αντισυμβαλλόμενο του αλλά έβλεπε μόνο τον αριθμό πώλησης ή αγοράς μετοχών και την τιμή. Μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής μπορούσες να δεις τον αντισυμβαλλόμενο σου. Για το θέμα αυτό σχετική είναι η τηλεφωνική επικοινωνία που είχε στις 13.12.2000 με τον Εναγόμενο. Μετά το κλείσιμο της χρηματιστηριακής συνάντησης ενημερωνόταν ο πελάτης τηλεφωνικώς ή με φαξ για την εκτέλεση των εντολών του. Επίσης, κάθε τρεις μήνες του αποστέλλετο ταχυδρομικώς στη διεύθυνση του τριμηνιαία κατάσταση λογαριασμού ενώ κατάσταση τραπεζικού λογαριασμού του αποστέλλετο κάθε μήνα. Αναγνώρισε το τεκμήριο 7 ως την αίτηση του Εναγομένου για αύξηση του ορίου του λογαριασμού του. Ανέφερε ότι οι εντολές καταγράφοντο από την Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ και για αυτό το γεγονός είχε ενημερώσει τον Εναγόμενο. Κατά τακτικά χρονικά διαστήματα υπενθύμιζαν τους επενδυτές για το πιο πάνω γεγονός λέγοντας τους ότι περνούν από καταγραφικό. Ουδέποτε αρνήθηκε να εκτελέσει εντολή του Εναγομένου για πλήρη ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου του και ουδέποτε έδωσε σε αυτόν επενδυτική συμβουλή. Αρνήθηκε την υποβολή που του έγινε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγομένου ότι διενήργησε αυτόβουλα συναλλαγές στο χαρτοφυλάκιο του τελευταίου και επέμενε ότι εκτελούσε εντολές και μόνο εντολές του πελάτη. Ο Σταύρος Νικολάου κατέθεσε ότι έχει στη φύλαξη του όλα τα έγγραφα της Ελληνικής Τράπεζας (Επενδύσεις) Λτδ και το καταγραφικό σύστημα. Έλαβε οδηγίες από τον διευθυντή του τον κ. Γιώργο Γρουτίδη να ψάξει το καταγραφική σύστημα για να εντοπίσει εντολές που έδωσε ο Εναγόμενος. Κατέθεσε ως τεκμήριο 32 το δισκάκι με τις εντολές. Του πήρε, όπως ανέφερε, δύο μήνες για να εντοπίσει αυτές τις εντολές. Παρόλο που άκουσε όλες τις εντολές ημερομηνίας 12.7.2000, δεν εντόπισε εντολή του Εναγομένου τέτοιας ημερομηνίας. Η Μαρία Κλάππα, υπάλληλος της Sharelink Ltd, έκανε αναφορά στη δημόσια πρόταση της εν λόγω εταιρείας για απόκτηση του 30% - 100% της εταιρείας Κύκνος. Η πρόταση αυτή τηρούσε υπό κάποιες προϋποθέσεις οι οποίες δεν τηρήθηκαν. Συγκεκριμένα, δεν υπήρξε έγκυρη αποδοχή σε ποσοστό πέραν του 30% και ούτε εγκρίθηκαν τα ψηφίσματα από τους μετόχους της SFS για την έκδοση χρεογράφων και ΔΑΜ (δικαιώματα αγοράς μετοχών). Αναφέρθηκε στην ανάκληση της πρότασης της SFS και στους λόγους της ανάκλησης της. Ήταν η θέση της πως ακόμη και να μην υπήρχε ανάκληση δεν επληρούντο οι προϋποθέσεις για να καταστεί επιτυχής η πρόταση της SFS. Εκ μέρους των Εναγόντων κατέθεσε η κα Δήμητρα Καλογήρου, η οποία εργάζεται στο ΧΑΚ ως Ανώτερη Λειτουργός στο Τμήμα Εισαγωγής Εταιρειών στο χρηματιστήριο. Γνώριζε ότι η Sharelink είχε προβεί σε ανακοίνωση για εξαγορά της Κύκνος. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «Ναι, είχε προβεί σε ανακοίνωση για εξαγορά η SFS 1.12.00 με απόφαση να προχωρήσει σε διατύπωση δημόσιας πρότασης για την απόκτηση κατά ελάχιστο με 30% και κατά μέγιστο το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας Κύκνος. Στις 12.12.00 είχε εγκριθεί το τελικό έγγραφο της δημόσιας πρότασης της SFS προς εξαγορά της εταιρείας Κύκνος από το ΧΑΚ. Η περίοδος αποδοχής ήταν από 15.12.00-26.1.01. Κατά την περίοδο αυτή, η εταιρεία Ήρα που ήταν εισηγμένη στο χρηματιστήριο, είχε διατυπώσει και αυτή δημόσια πρόταση για την εταιρεία Κύκνος .....» Στις 27.12.00 το ΧΑΚ παρέλαβε μια επιστολή από τη Sharelink (τεκμήριο 36) με την οποία ανακαλούσε τη δημόσια πρόταση «ενόψει της διατύπωσης ανταγωνιστικής δημόσιας πρότασης από την Εταιρεία Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου Ήρα Λίμιτεδ». Αναφέρθηκε στην ανακοίνωση του ΧΑΚ ημερομηνίας 23.1.01 (τεκμήριο 35). Αναφέρθηκε επίσης στην ανακοίνωση ημερομηνίας 25.1.01 της SFS (τεκμήριο 37) ως επίσης και στην ανακοίνωση ημερομηνίας 22.2.01 (τεκμήριο 38). Το περιεχόμενο της εν λόγω ανακοίνωσης παρατίθεται αυτολεξεί: «Η SHARELINK FINANCIAL SERVICES LTD ("SFS") επιθυμεί να πληροφορήσει το επενδυτικό κοινό τα ακόλουθα:- 1. Στις 29 Ιανουαρίου 2001 το Συμβούλιο του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με κοινή ανακοίνωση τους κάλεσαν τους επηρεαζόμενους μετόχους της Εταιρείας Κύκνος Εταιρεία Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου Λτδ ("ΚΥΚΝΟΣ") "όπως εκφράσουν προς την εταιρεία Sharelink Financial Services Ltd την πρόθεση τους να αποδεκτούν την πρόταση όπως αυτή έχει αυτόματα αναθεωρηθεί πριν την περίοδο της προθεσμίας προς αποδοχή της η οποία είναι η 2α Φεβρουαρίου 2001". 2. Η SFS δεν παρέλαβε μέχρι την 2αν Φεβρουαρίου 2001 Έντυπα Αποδοχής ώστε να εξασφαλίσει ποσοστό κατ' ελάχιστο 30% (ποσοστό με το οποίο η πρόταση θεωρείται επιτυχής) των εκδομένων μετοχών της Εταιρείας ΚΥΚΝΟΣ. 3. Ως εκ τούτου η πιο πάνω προϋπόθεση την οποία είχε εγκρίνει το Συμβούλιο του ΧΑΚ και υπό την οποία τελούσε η δημόσια πρόταση δεν υλοποιήθηκε και η δημόσια πρόταση είναι άκυρη και δεν δύναται να υλοποιηθεί. 4. Η SFS υπενθυμίζει ότι τα πιο πάνω ισχύουν μόνο σε περίπτωση που αποφασισθεί ότι η πρόταση της δεν είχε ανακληθεί μετά την διατύπωση ανταγωνιστικής δημόσιας πρότασης από την Εταιρεία Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου ΗΡΑ Λίμιτεδ και/ή δεν έχει ακυρωθεί μετά την καταψήφιση από την Έκτακτη Γενική Συνέλευση της SFS των ψηφισμάτων που αναφέρονται στο έγγραφο της Δημόσιας Πρότασης.» Ως η ίδια ανέφερε, «Για το χρηματιστήριο, οι λόγοι ανάκλησης, δηλαδή το πρώτο είναι να ανακαλέσεις διότι δεν έχουν περάσει τα ψηφίσματα από γενική συνέλευση θεωρείται από τους λόγους ανάκλησης και ο άλλος λόγος είναι αν δεν πάρεις τα ποσοστά πάλι θεωρείται ότι δεν ισχύει η πρόταση. Για εμάς δεν ίσχυε η πρόταση στην Κύκνος. Ότι έγγραφα είχε αποδεχθεί έπρεπε να επιστραφούν πίσω στους μετόχους διότι δεν είχε πάρει το κατ' ελάχιστο 30%». Ο Νίκος Χατζημάρκου, ο οποίος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στην Υπηρεσία Πιστωτικής Πολιτικής της Τράπεζας η οποία ασχολείται με πιστωτικές διευκολύνσεις, παρακολουθεί το πιστωτικό πλαίσιο και δίνει εγκρίσεις για πιστώσεις. Αναφέρθηκε στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 26 το οποίο είχε ως θέμα αιτήσεις για νέους επενδυτικούς λογαριασμούς. Αναφέρθηκε επίσης στο τεκμήριο 27 στο οποίο γίνεται αναφορά ότι η κάλυψη για τους επενδυτικούς λογαριασμούς αυξάνεται από το 40% στο 60%. Τα τεκμήρια 28 και 29 είναι επιστολές από Ανώτερη Αρχή Δανειοδοτήσεων οι οποίες ασχολούνται με την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων για επενδυτικούς λογαριασμούς. Ήταν η θέση του ότι είχε συνεχή επαφή με την Κεντρική Τράπεζα και ότι υπήρξε χαλάρωση στην παροχή δανείων για επενδυτικούς λογαριασμούς μετά την εγκύκλιο της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 15.3.2000. Εκ μέρους του Εναγομένου κατέθεσε ο κ. Ανδρέας Πατσαλίδης. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ο Ενάγων ήταν πελάτης του από το 1995 σε εκτελωνιστικό γραφείο που διατηρεί. Κατά την περίοδο της μεγάλης κίνησης του χρηματιστηρίου 1999-2000 είχε μια οθόνη από την οποία έβλεπε τις τιμές των μετοχών του χρηματιστηρίου. Όταν ο Ενάγων ερχόταν στο γραφείο του για επαγγελματικούς σκοπούς, έβλεπε από την οθόνη τις τιμές των μετοχών. Μία-δύο μέρες πριν από τις 12.7.00 είχε συνάντηση στα γραφεία της CLR στη Λευκωσία όπου τους είχαν αναφέρει ότι μετά που θα εισαχθεί η μετοχή της Τράπεζας Κύπρου στο Χρηματιστήριο της Ελλάδος θα ακολουθήσει μεγάλη πτώση. Στις 12.7.00, φοβούμενος ότι μπορεί να επέλθει μεγάλη πτώση, ζήτησε από τους χρηματιστές του να του ρευστοποιήσουν το χαρτοφυλάκιο του γιατί πείστηκε, για τους λόγους που εξήγησε, ότι θα υπήρχε πτώση στις τιμές των μετοχών. Συγκεκριμένα ζήτησε από τον κ. Χαϊλή εκ μέρους της Ελληνικής Τράπεζας Επενδύσεις να του ρευστοποιήσει τις μετοχές του. Ο κ. Χαϊλής διαφωνούσε με αυτή την απόφαση και τελικά «έκλεισαν το τηλέφωνο» χωρίς ο κ. Χαϊλής να εκτελέσει τις εντολές που του είχε δώσει. Την ημέρα εκείνη βρισκόταν στο γραφείο του και ο Ενάγων ο οποίος άκουσε τη συνομιλία, ο οποίος πείσθηκε από τη θέση του να πουλήσει τις μετοχές του αφού το χρηματιστήριο θα είχε πτωτική πορεία. Πήρε τηλέφωνο ο Ενάγων από το γραφείο του την Ελληνική Τράπεζα (χρηματιστή κ. Χαϊλή) «και τους είπε τα ίδια, θέλω να ρευστοποιήσω το χαρτοφυλάκιο μου». Το τηλεφώνημα δεν έγινε με ανοιχτή ακρόαση, άκουε μόνο τον Ενάγοντα να ομιλεί. Απ' ότι είπε ο Ενάγων, η θέση τους ήταν η ίδια, δηλαδή δεν ρευστοποίησαν το χαρτοφυλάκιο του. Αντεξεταζόμενος δέχτηκε ότι εκκρεμούσε εναντίον του παρόμοια αγωγή με αυτή του Ενάγοντα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Στην εν λόγω αγωγή κλήθηκε ως μάρτυρας ο κ. Ιωάννου ο οποίος κατέθεσε για λογαριασμό του αυτά που ο ίδιος είπε σήμερα. Του υποβλήθηκε ότι ο Ενάγων κατέθεσε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού ότι έφυγε από το γραφείο του εκνευρισμένος γιατί άκουσε ότι δεν ρευστοποιούσαν τις δικές του μετοχές. Του υποβλήθηκε ότι ο κ. Χαϊλής δεν είχε κανένα λόγο να αρνηθεί να ρευστοποιήσει το χαρτοφυλάκιο το δικό του ή του Ενάγοντα για να απαντήσει ότι παρουσίασε μαγνητοφωνημένη συνομιλία που είχε σε μεταγενέστερο χρόνο με τον κ. Χαϊλή ο οποίος ακούγεται να λέει «εάν σου άκουα τον καιρό εκείνο, σίγουρα δεν θα είχαμε τις ζημιές που έχουμε σήμερα». Του υποβλήθηκε ότι το περιεχόμενο της συνομιλίας τους ήταν εντελώς διαφορετικό, αλλά αρνήθηκε την υποβολή αυτή. Του υποβλήθηκε ότι ο Ενάγων άνοιξε τον εν λόγω λογαριασμό στην Ελληνική Τράπεζα κατόπιν δικών του προτροπών, κάτι που αρνήθηκε. Δέχτηκε όμως ότι είχε συστήσει τον κ. Ιωάννου επειδή ήταν καλός πελάτης. Του υποβλήθηκε ότι τον 8ον του 2000 ρευστοποίησε μετοχές τραπεζών που είχε. Απάντησε ότι ρευστοποίησε μετοχές, αλλά δεν θυμόταν αν ήταν μέσα στον 8ον ή 9ον μήνα. Του υπέβαλε επίσης ότι μέσα στον 9ον ή 10ον μήνα του 2000 προέβη σε επαναγορά τραπεζικών τίτλων, πριν εισαχθεί η Τράπεζα Κύπρου στο χρηματιστήριο της Ελλάδος, κάτι που δέχτηκε. Ο Εναγόμενος αναφέρθηκε στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ανοίχθηκε ο επίδικος επενδυτικός λογαριασμός του και στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες υπέβαλε αίτηση για αύξηση του ορίου του από Λ.Κ.30.000 σε Λ.Κ.60.000. Ήταν η θέση του πως για τις ζημιές που έχει υποστεί συνεπεία της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού ευθύνονται οι Τράπεζες. Στην κυρίως εξέταση του, ισχυρίσθηκε πως στις 12.7.2000 ζήτησε από τον χρηματιστή κ. Χαϊλή να του πωλήσει όλες τις μετοχές του και αυτός τον συμβούλευσε να μην προβεί στην πώληση αυτών διότι το χρηματιστήριο θα είχε άνοδο. Ως ανέφερε, πείσθηκε από αυτά που του ανέφερε ο κ. Χαϊλής. Σε κάποιο μέρος της αντεξέτασης του διαφοροποίησε την πιο πάνω θέση του λέγοντας πως έδωσε οδηγίες στις 12.7.2000 να του πωλήσουν τις μετοχές του, αυτοί δεν του τις πώλησαν με αποτέλεσμα το γεγονός αυτό να τον δυσαρεστήσει. Ισχυρίσθηκε πως η Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ αγόραζε και πωλούσε μετοχές κατά το δοκούν για λογαριασμό του. Όταν είδε ότι είχε συνεχώς ζημιές από αυτές τις αγοραπωλησίες, διαμαρτυρήθηκε και άρχισε ο ίδιος να προβαίνει σε χρηματιστηριακές πράξεις. Του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση ότι συνέχιζε ο ίδιος να διενεργεί χρηματιστηριακές πράξεις με αποτέλεσμα τον Αύγουστο του 2000, και αφού είχε ζητήσει αύξηση του ορίου του, να διενεργήσει 14 πράξεις αγοράς. Η απάντηση του ήταν ότι οι πράξεις έγιναν από την Ελληνική. Σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του θα αναφερθώ όταν θα τον αξιολογώ. Αξιολόγηση μαρτυρίας Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλοντο, το καλό ή κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ 1273, 1280 - 1281, Χριστάκης Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά, Πολ. Έφ. αρ. 15/07, απόφαση ημερ. 23.5.2008, Γεώργιος και Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Παναγιώτη Πολυβίου, Πολ. Έφ. αρ. 99/07, απόφαση ημερ. 9.4.2009 και Νίκου Κυριάκου ν. Γεωργίου Νικόλα (Μακρή) Λτδ, Πολ. Έφ. αρ. 120/07, απόφαση ημερ. 10.7.20009). Έχω θέσει ενώπιον μου και το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Τέλος, πρέπει να αναφέρω ότι πριν αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία έθεσα ενώπιον μου και τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Όλοι οι μάρτυρες που κλήθηκαν εκ μέρους των Εναγόντων και των εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενων 2 μου έκαναν καλή εντύπωση και αποδέχομαι τη μαρτυρία τους. Ο Εναγόμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και απορρίπτω τη μαρτυρία του χωρίς ενδοιασμό. Μέσα από τις συνομιλίες που είχε με τον χρηματιστή κ. Χαϊλή αποκαλύπτεται πως ήταν πρόσωπο που γνώριζε πολύ καλά το «παιχνίδι» του χρηματιστηρίου, διαχειριζόταν από μόνος του τον επίδικο λογαριασμό και έδιδε οδηγίες για αγοραπωλησίες χρηματιστηριακών αξιών ανάλογα με το τι ο ίδιος έκρινε ότι ήταν προς το συμφέρον του. Σε κάποιες περιπτώσεις δε, παρακολουθούσε και ο ίδιος τις τιμές των μετοχών από σύστημα που είχε ο φίλος του Ανδρέας Πατσαλίδης. Το λιγότερο που μπορώ να πω είναι πως είναι άδικο να ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες του άνοιξαν τον επενδυτικό λογαριασμό για να αποκομίσουν οι ίδιοι οφέλη. Ο ίδιος είναι που αποφάσισε να υποβάλει στις 15.2.2000 αίτηση συμμετοχής στο σχέδιο investor account. Ο ίδιος είναι που αποφάσισε να ζητήσει στις 3.8.2000 αύξηση του ορίου του σε Λ.Κ.60.000 για να του εγκριθεί τελικά αύξηση σε Λ.Κ.50.
- Η μαρτυρία του ότι είναι η Τράπεζα που του ανέφερε να ζητήσει αύξηση του ορίου σε Λ.Κ.60.000 στερείται πειστικότητας και απορρίπτεται ως σκέψη εκ των υστέρων. Σε σχέση με την αύξηση του ορίου, σχετική είναι η επιστολή του τεκμήριο 7 στην οποία δεν αναφέρει ότι η αύξηση του ορίου αξιώνεται κατόπιν εισήγησης της Τράπεζας. Είναι αξιοσημείωτο πως κανένα παράπονο δεν κάνει στην εν λόγω επιστολή για κακοδιαχείριση. Τουναντίον, αναφέρει ότι εκτιμά ότι η συνεργασία του με την Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ θα συνεχιστεί και θα αναπτυχθεί σε ακόμη πιο γερές βάσεις. Τα όσα αποδίδει σε κάποιο Γιαννάκη Γεωργίου, επίσης απορρίπτονται. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω ότι ισχυρίσθηκε ότι τον επίδικο επενδυτικό λογαριασμό τον άνοιξε κατόπιν προτροπών και υποσχέσεων του κ. Γιαννάκη Γεωργίου. Όταν ερωτήθηκε, γιατί στην Αίτηση που υπέβαλε φαίνεται να τον συστήνει ο χρηματιστής κ. Χαϊλής και όχι ο Γιαννάκης Γεωργίου, έδωσε την ακόλουθη γενική και μη πειστική απάντηση «Διότι όπως μου είπαν ο Γιαννάκης Γεωργίου δεν ήταν αδειούχος χρηματιστής». Ποιοι του είπαν, πότε του είπαν κάτι τέτοιο, δεν ανέφερε, όταν μάλιστα ήταν με τον κ. Γιαννάκη Γεωργίου που είχε συνεργασία πριν από το άνοιγμα του επίδικου επενδυτικού λογαριασμού. Η μαρτυρία του γύρω από τις μετοχές της Αθηνάς δεν ήταν σταθερή. Συγκεκριμένα στην κυρίως εξέταση του ισχυρίστηκε ότι τον πήρε τηλέφωνο ο κ. Γιαννάκης Γεωργίου και τον προέτρεψε να αγοράσει μετοχές της Αθηνάς λέγοντας του ότι θα ανέβει η τιμή των μετοχών της. Στην αντεξέταση ισχυρίστηκε πως η Τράπεζα και οι χρηματιστές της αγόραζαν και πωλούσαν από μόνοι τους μετοχές της Αθηνάς για λογαριασμό του για να κάνουν, όπως ανέφερε, οι Εταιρείες τους τζίρο και να προκαλέσουν στον ίδιο ζημιές. Ισχυρίστηκε στην κυρίως εξέταση του ότι στις 12.7.2000 ζήτησε τηλεφωνικώς από τον κ. Χρίστο Χαϊλή να του πωλήσει τις μετοχές του και αυτός του ανέφερε ότι δεν είναι καιρός να πωληθούν μετοχές τώρα «επειδή η Τράπεζα Κύπρου θα πάει στην Ελλάδα σε συμβουλεύω να μην κάνεις πώληση διότι το χρηματιστήριο θα πάει πάνω και πείστηκα». Συνάγεται από την πιο πάνω απάντηση του πως ο ίδιος είναι τελικά που αποφάσισε να μην πωλήσει τις μετοχές του αφού πείστηκε, ως ισχυρίστηκε, από αυτά που του ανέφερε ο κ.Χρίστος Χαϊλής. Αντεξεταζόμενος διαφοροποίησε τη μαρτυρία του γύρω από αυτό το θέμα. Συγκεκριμένα, ανέφερε πως στις 12.7.2000 έδωσε οδηγίες στον κ. Χαϊλή να του πωλήσει τις μετοχές του και αυτός δεν του τις πωλούσε με αποτέλεσμα να δυσαρεστηθεί. Δεν έχω καμιά αμφιβολία πως το μέρος αυτό της μαρτυρίας του συνιστά σκέψεις εκ των υστέρων. Άλλωστε, κάτι τέτοιο δεν αναφέρει στην επιστολή του ημερομηνίας 3.8.2000 με την οποία ζητούσε αύξηση του ορίου του για περαιτέρω χρηματιστηριακές πράξεις. Τουναντίον, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, με την εν λόγω επιστολή του εκτιμά ότι η συνεργασία θα συνεχισθεί και να αναπτυχθεί σε ακόμη πιο γερές βάσεις. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι μετά την πιο πάνω ημερομηνία προέβη σε αρκετές αγορές μετοχών, κάτι που καταρρίπτει τον πιο πάνω ισχυρισμό του. Συγκεκριμένα του υποβλήθηκε ότι τον 8ον του 2000 και μετά που είχε ζητήσει αύξηση του ορίου, προέβηκε σε πράξεις αγοράς μετοχών. Η απάντηση που έδωσε παρατίθεται αυτολεξεί «Ναι, μετά από την προτροπή του Χρίστου Χαϊλή ότι έπρεπε να καλύψω το όριο μου και ο μόνος τρόπος που υπήρχε ήταν να δεσμεύσουμε τις μετοχές μου που είχα στο trading account και μου υποσχέθηκε να αυξήσει το όριο και να βάλει τα δυνατά του για να κάνει το κέρδος το investor account και να βγω από το αδιέξοδο. Όπως άλλωστε είχαμε συμφωνήσει όταν άνοιγε ο λογαριασμός». Με άλλα λόγια εκείνο που αποκαλύπτεται είναι ότι ο ίδιος ζήτησε αύξηση ορίου για να διενεργήσει περαιτέρω χρηματιστηριακές πράξεις για «να βγει από το αδιέξοδο» από το οποίο δυστυχώς δεν βγήκε. Όταν του υποβλήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο των Εναγόντων ότι συνάγεται από τα πιο πάνω ότι δεν ήθελε να ρευστοποιήσει το χαρτοφυλάκιο του, ουσιαστικά απέφυγε να απαντήσει αφού αρκέστηκε να αναφέρει τα ακόλουθα «Εάν προσέξετε, οι περισσότερες από τις πράξεις είναι εταιρειών συνδεδεμένες ή δικές τους ή Ελληνικής Τράπεζας που καταδεικνύει ότι η μόνη τους έννοια ήταν πώς να στηρίξουν τις μετοχές τους». Σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του ανέφερε ότι τέλος Σεπτεμβρίου, αρχές Οκτωβρίου του 2000 είχε μια φραστική σύγκρουση με τον κ. Χαϊλή σε σχέση με τα rights της Ελληνικής και τότε ο κ. Χαϊλής του εισηγήθηκε να διενεργεί και ο ίδιος (Εναγόμενος) πράξεις. Τέτοια θέση βεβαίως δεν υποβλήθηκε στον κ. Χαϊλή και όταν ρωτήθηκε για αυτή την παράλειψη έδωσε την ακόλουθη μη πειστική απάντηση «Μπορεί να μην το ανάφερα στον δικηγόρο, προέκυψε τώρα». Η μαρτυρία του γύρω από τη διαβίβαση εντολών για διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων, το λιγότερο που μπορώ να πω είναι ότι στερείται σοβαρότητας. Συγκεκριμένα, σε κάποιο μέρος της μαρτυρίας του ανέφερε ότι ο ίδιος θεωρούσε τους χρηματιστές ως εμπιστευματοδόχους βάσει του Πληρεξουσίου Εγγράφου που υπέγραψε, τεκμήριο 2, και για αυτό αρχικά δεν διαμαρτυρήθηκε σε σχέση με τις χρηματιστηριακές πράξεις που αυτοί διενεργούσαν για λογαριασμό του. Με άλλα λόγια, δέχτηκε πως βάσει του εν λόγω εγγράφου ο ίδιος εξουσιοδότησε την Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ να αγοράζει και να πωλεί μετοχές για λογαριασμό του κατά το δοκούν. Σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του ανέφερε πως άρχισε να διαμαρτύρεται γιατί του αγόραζαν μετοχές. Σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του ανέφερε ότι τον 9ον, 10ον ή 11ον του 2000, χωρίς να θυμάται πότε ακριβώς, άρχισε αυτός να δίδει εντολές για διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων για να σώσει ότι σώζεται, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Για να καταλήξει πως «όταν μπήκαν τα rights της Ελληνικής μέσα και είδα ότι μου προξένησαν πολύ μεγάλη ζημιά» ήλθε σε επαφή με τον κ. Χαϊλή στον οποίον ανέφερε ότι πρέπει να προσέξουν και να τον συμβουλεύουν ποιες πράξεις ο ίδιος θα κάνει. Όταν ρωτήθηκε τι προσπάθειες έκανε για να πωλήσει τις μετοχές του από το χαρτοφυλάκιο του, έδωσε την ακόλουθη απάντηση «Τη διαχείριση την είχε η Ελληνική, δεν μπορούσα να κάνω και πολλά πράγματα». Ποια πράγματα, έστω λίγα, μπορούσε να κάνει, δεν ανέφερε. Από τις τηλεφωνικές συνομιλίες που είχε με τον κ. Χρίστο Χαϊλή, τεκμήριο 33, φαίνεται πως ήταν άνθρωπος ο οποίος γνώριζε πολύ κατά τα του χρηματιστηρίου και ζητούσε να μάθει πληροφορίες για τις μετοχές πριν δώσει εντολές για διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων. Ενδεικτικά και μόνο παραπέμπω στην τηλεφωνική συνομιλία ημερομηνίας 21.12.2000 που είχε με τον κ. Χρίστο Χαϊλή: « HELLO? Χ ΝΑΙ ΠΑΝΙΚΟ I ΝΑΙ ΧΡΙΣΤΟ. Χ Ε, ΤΑ WARRANTS ΤΟΥ ΚΥΚΝΟΣ ΕΙΔΕΣ ΠΟΥ ΕΠΗΑΝ7 I ΝΑΙ Χ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΚΡΑΤΑΣ ΑΚΟΜΑ ΛΙΟΝ Η' ΝΑ ΞΕΚΙΝΗΣΟΥΜΕ ΝΑ ΔΙΟΥΜΕ ΚΑΠΟΙΑ KOMMATIA? I ΠΟΥ ΕΝ ΤΩΡΑ? Χ Ε, ΤΩΡΑ ΜΙΛΟΥΜΕ ΕΚΑΜΕ ΤΖΙΑΙ ΜΕΧΡΙ 19 ΣΕΝΤ. I ΕΝΤΑΞΕΙ. ΒΑΛΕ ΜΟΥ Ε, ΣΤΟ 19 ΣΕΝΤ ΒΑΛΕ ΜΟΥ 20.000 Χ 20.000 ΣΤΑ
- 485437, 001023 I ΠΟΣΤΑ ΤΑ ΕΒΑΛΕΣ ΔΗΛΑΔΗ? Χ ΕΧΩ ΤΑ ΣΤΑ 18 ΤΩΡΑ I ΟΪ, 18... 18,9 ΝΑ ΤΑ ΒΑΛΕΙΣ Χ 18,
- 485437,
- ΕΝΤΑΞΕΙ. ΕΠΕΡΑΣΑ 20.000 I ΕΝΤΑΞΕΙ Χ ΟΚ I ΕΛΑ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ. Ο ΦΟΙΝΙΚΑΣ ΕΣΙΕΙ ΑΓΟΡΑΣΤΗ ΤΙΠΟΤΕ7 Χ Ο ΦΟΙΝΙΚΑΣ ΕΤΣΙ? ΠΑΝΙΚΟ, ΕΝ ΕΣΕΙ ΑΓΟΡΑΣΤΗ ΕΣΙΕΙ ΕΝΑΝ ΠΩΛΗΤΗ 2.000 ΣΤΗ ΛΙΡΑ I ΕΝΤΑΞΕΙ Χ ΕΝΤΑΞΕΙ I ΝΑΙ» Η μαρτυρία του απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Ο κ. Ανδρέας Πατσαλίδης που κλήθηκε εκ μέρους του Εναγομένου δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και απορρίπτω τη μαρτυρία του. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία πως τα όσα ανέφερε γύρω από την πρόθεση του ιδίου και του Εναγομένου να ρευστοποιήσουν τα χαρτοφυλάκια τους στις 12.7.2000 συνιστούν σκέψεις εκ των υστέρων οι οποίες προβλήθηκαν επειδή η αξία των μετοχών τους σε μεταγενέστερο στάδιο μειώθηκε. Ενώ ισχυρίσθηκε πως στις 12.7.2000 τόσο αυτός όσο και ο Εναγόμενος φοβήθηκαν ότι θα επέλθει μεγάλη πτώση μετά που θα εισαχθεί η μετοχή της Τράπεζας Κύπρου στο χρηματιστήριο της Ελλάδος και ως εκ τούτου ήθελε να πωλήσει όλες τις μετοχές του, εντούτοις δέχτηκε ότι ο ίδιος αγόρασε μετοχές τραπεζών μέσα στον 9ον ή 10ον μήνα του 2000 πριν εισαχθεί η Τράπεζα Κύπρου στο χρηματιστήριο της Ελλάδος. Ούτε βεβαίως από τη συνομιλία του με τον Χρίστο Χαϊλή, τεκμήριο 49, υποστηρίζεται η πιο πάνω θέση του. Εκείνο που θα έλεγα ότι συνάγεται από το πιο πάνω τεκμήριο, και όλα αυτά εκ των υστέρων, είναι ότι θα έπρεπε να είχαν ρευστοποιηθεί μετοχές του μάρτυρα, οπότε σε τέτοια περίπτωση οι ζημιές του θα ήταν λιγότερες. Το γεγονός ότι στην εν λόγω συνομιλία ο κ. Χαϊλής ανέφερε στον μάρτυρα ότι «όι, πας τες τράπεζες ήμουν κάθετος, εν γεγονός» δεν σημαίνει ότι αν ο μάρτυρας ήθελε να πωλήσει τις μετοχές του κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν μπορούσε να το πράξει. Ούτε συνάγεται από την εν λόγω συνομιλία ότι ο κ.Χαϊλής έδωσε στον Εναγόμενο δεσμευτική εντολή ή συμβουλή. Μάλιστα, ο ίδιος ζητά από τον κ. Χαϊλή να τον θυμίσει γιατί τότε δεν πώλησαν μετοχές της Τράπεζας Κύπρου. Καμιά αναφορά δεν γίνεται σε ρητές οδηγίες του μάρτυρα προς τον κ. Χαϊλή για να πωλήσει ο τελευταίος τις μετοχές του πρώτου. Έχω καταλήξει, αφού απέρριψα ως αναξιόπιστη και τη μαρτυρία του Εναγομένου, ότι συνεννοήθηκε με τον τελευταίο για να προβάλουν και οι δύο αυτόν τον ψευδή ισχυρισμό στις αγωγές που ηγέρθηκαν εναντίον τους από την Ελληνική Τράπεζα για να αποφύγουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Η μαρτυρία του απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Σε σχέση με την ένσταση του Εναγομένου, που εγείρεται στο δικόγραφο του, ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση, αναφέρω τα ακόλουθα. Η ένσταση αυτή ουσιαστικά εγκαταλείφθηκε με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγομένου, ο οποίος δεν κάνει αναφορά σε αυτή. Εν πάση περιπτώσει, η αξιόπιστη μαρτυρία κατέδειξε ότι τόσο η Ενάγουσα Τράπεζα όσο και η εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2 Τράπεζα, κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο είχαν την έδρα τους στη Λευκωσία. Το Έγγραφο Ενεχυρίασης Μετοχών κ.λ.π. προς εξασφάλιση της Ενάγουσας Τράπεζας για το δάνειο και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις που αυτή παραχώρησε στον Εναγόμενο, υπεγράφη από τον τελευταίο στη Λευκωσία. Το αξιούμενο με την αγωγή χρέος προέκυψε από δάνειο και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις που δόθηκαν από την Ενάγουσα Τράπεζα στον Εναγόμενο κατόπιν αίτησης που υπέβαλε ο ίδιος στη Λευκωσία. Ο Εναγόμενος είχε υποχρέωση να αναζητήσει τον Πιστωτή στον χώρο εργασίας ή διαμονής του για να πληρώσει το χρέος του. Πλούσια η Νομολογία που υπάρχει γύρω από αυτό το θέμα. Ενδεικτικά και μόνο παραπέμπω στις υποθέσεις Theophanous v. Georghiou
(1969)1 C.L.R. 203 και Πιττής ν. Electronics Co Ltd
(2005)1(A) A.A.Δ. 50,
- Έπεται ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα διαφορά. Με βάσει την πιο πάνω αξιόπιστη μαρτυρία βρίσκω ότι για τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων, εντολές έδιδε μόνο ο Εναγόμενος. Βρίσκω επίσης ότι οι χρηματιστηριακές πράξεις για τις οποίες γίνεται αναφορά στα κατατεθέντα τεκμήρια διενεργήθηκαν με εντολές του Εναγομένου. Τέλος βρίσκω ότι ενημερώθηκε και για το γεγονός ότι ο λογαριασμός του παρουσίαζε υπέρβαση (σχετικές είναι οι επιστολές τεκμήρια 12, 13). Ο ίδιος όμως δεν συμμορφώθηκε με το περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών ούτε βεβαίως και αμφισβήτησε το χρέος του. Ακολούθως θα εξετάσω τις εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγομένου σε σχέση με τις ευθύνες που επιρρίπτονται στην Ενάγουσα Τράπεζα και στην εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2 Τράπεζα. Δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγομένου ότι η Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ ευθύνεται επειδή δεν παρακολουθούσε και δεν διαχειριζόταν επιμελώς τον λογαριασμό του Εναγομένου με αποτέλεσμα αυτός να παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο πέραν του διπλάσιου από αυτό που είχε συμφωνηθεί. Το Πληρεξούσιο Έγγραφο (τεκμήριο 2) που ο Εναγόμενος υπέγραψε ρητά καθορίζει ποιες πράξεις εξουσιοδοτείται η Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ να διενεργεί για λογαριασμό του. Πουθενά δεν γίνεται αναφορά σε τέτοια υποχρέωση. Στο Πληρεξούσιο Έγγραφο γίνεται αναφορά στο σχέδιο Investor Account της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (τεκμήριο 1) και ότι είναι σε σχέση με αυτό που δίδεται η πιο πάνω εξουσιοδότηση. Στους όρους του εν λόγω σχεδίου (τεκμήριο 1) ρητά αναφέρεται ότι όλες οι συναλλαγές του σχεδίου θα γίνονται κατόπιν εντολής του Investor, δηλαδή του Εναγομένου. Και εδώ το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του Εναγομένου δημιουργήθηκε συνεπεία των εντολών που ο τελευταίος έδωσε για διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων. Ο κ. Φασουλιώτης έκανε αναφορά στο ακόλουθο κείμενο που υπάρχει στο τεκμήριο 1: «Η χρηματιστηριακή εταιρεία μας, Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ, αναλαμβάνει την διεκπεραίωση των εντολών σας και προώθηση όλων των σχετικών εγγράφων, για να μην ασχολείστε με περιττή γραφειοκρατία. Αναλαμβάνει επίσης την παρακολούθηση και διαχείριση του λογαριασμού.» Ισχυρίσθηκε πως τα πιο πάνω συνιστούν όρους του σχεδίου. Μελετώντας προσεκτικά το τεκμήριο 1 διαπιστώνω πως το πιο πάνω κείμενο δεν βρίσκεται κάτω από τους όρους οι οποίοι είναι αριθμημένοι από το 1-12, και συνεπώς δεν συνιστά όρους του σχεδίου. Για το θέμα αυτό παραπέμπω στην απόφαση της Δέσπως Μιχαηλίδου, Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα Λτδ ν. Ανδρέα Πατσαλίδη, Αγωγή 6975/03, απόφαση ημερομηνίας 13 Μαρτίου 2009, όπου εξετάστηκε ακριβώς ο ίδιος ισχυρισμός. Εν πάση περιπτώσει κι αν ακόμη το πιο πάνω κείμενο θεωρηθεί ότι συνιστά περιεχόμενο των όρων του σχεδίου, δεν εξάγεται το συμπέρασμα στο οποίο έκανε αναφορά ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου αφού στο εν λόγω κείμενο γίνεται και πάλι αναφορά ότι η Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ αναλαμβάνει τη διεκπεραίωση των εντολών του επενδυτή και την προώθηση όλων των σχετικών εγγράφων για να μην ασχολείται ο τελευταίος με περιττή γραφειοκρατία. Είναι γεγονός ότι η συμφωνία (τεκμήριο 3) που υπεγράφη μεταξύ του Εναγομένου και της Ελληνικής Τράπεζας (Επενδύσεις) Λτδ κάνει αναφορά σε ετήσιο δικαίωμα διαχείρισης σε σχέση με υπηρεσίες οι οποίες παρέχονται δυνάμει του Πληρεξουσίου Εγγράφου (τεκμήριο 2). Σε αυτές δεν περιλαμβάνονται υπηρεσίες και υποχρεώσεις στις οποίες έκανε αναφορά ο κ.Φασουλιώτης. Εν πάση περιπτώσει, δεν σημαίνει ότι επειδή συμφωνήθηκε να καταβάλλεται ετήσιο δικαίωμα διαχείρισης αυτό καταβάλλεται για τέτοιες υπηρεσίες και υποχρεώσεις. Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με το τεκμήριο 3 σε περίπτωση που η κίνηση του λογαριασμού είναι ίση ή μεγαλύτερη του ποσού που αντιστοιχεί με τέσσερεις φορές το εγκεκριμένο όριο, κανένα ετήσιο δικαίωμα διαχείρισης επιβάλλεται. Η Υπεράσπιση ισχυρίζεται ότι επειδή έχουν παραβιαστεί εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας προς τις τράπεζες, η καταρτισθείσα συμφωνία καθίσταται άκυρη εξ υπαρχής. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου με την αγόρευση του επικεντρώθηκε στην εγκύκλιο ημερομηνίας 12.10.1999 (τεκμήριο 24) και υποστήριξε ότι η ύπαρξη της εν λόγω εγκυκλίου καθιστά τον σκοπό και το αντικείμενο της επίδικης συμφωνίας παράνομο. Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω εγκύκλιο: «Παράλληλα, αναμένω ότι οι τράπεζες δεν θα προσφέρουν πλέον σε νέους πελάτες τους ειδικούς λογαριασμούς για σκοπούς επενδύσεων (investor accounts), ενέργεια η οποία κρίνεται επιβεβλημένη ενόψει των εξελίξεων στα χρηματιστηριακά δρώμενα». Η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγόντων ανέφερε πως δεν υπήρξε παραβίαση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας αφού το δάνειο δόθηκε τον Απρίλιο του 2000 και ενόσω ήταν σε ισχύ η εγκύκλιος ημερομηνίας 15.3.2000, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «Σε συνέχεια των εγκυκλίων επιστολών μου με ημερομηνίες 24 Νοεμβρίου 1999 και 5 Ιανουαρίου 2000, επιθυμώ να σας γνωστοποιήσω ότι, με άμεση ισχύ, από τις πρόνοιες των εν λόγω εγκυκλίων για χρηματοδότηση αγοράς μετοχών εξαιρούνται οι πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρούνται σε πελάτες που έχουν εμπρόθεσμη κατάθεση (fixed deposit) ή κατάθεση υπό προειδοποίηση (notice account) με την τράπεζά σας. Νοείται ότι οι τράπεζες θα εξασφαλίζονται πλήρως με δέσμευση της κατάθεσης και σε ουδεμία περίπτωση θα αποδεσμεύεται η κατάθεση πριν από την εξόφληση του δανείου.» Σε σχέση με την εγκύκλιο ημερομηνίας 12 Οκτωβρίου 1999 παρατηρώ πως η Κεντρική Τράπεζα με την εν λόγω εγκύκλιο ουσιαστικά δεν απαγορεύει τη σύναψη συμφωνιών όπως αυτή που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων. Απλά αναφέρει ότι αναμένει ότι οι τράπεζες δεν θα προσφέρουν πλέον σε νέους πελάτες τους ειδικούς λογαριασμούς για σκοπούς επενδύσεων ενόψει των εξελίξεων στα χρηματιστηριακά δρώμενα. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση 6559/02 Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Αιμίλιου Κούλλουρου, απόφαση ημερομηνίας 18.1.2008 (απόφαση του τότε Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας κ. Ναθαναήλ) «Ούτε, κρίνεται, υπάρχει ή τίθεται ζήτημα παράβασης δημόσιας πολιτικής, διότι η Κεντρική Τράπεζα δεν εισηγήθηκε ποτέ, ούτε και μπορούσε να εισηγηθεί, την απαγόρευση της σύναψης συμβάσεως ελευθέρως συνομολογηθείσας μεταξύ πολιτών. Εκείνο το οποίο η Κεντρική Τράπεζα έπραξε ήταν να υποδείξει στις εμπορικές τράπεζες να μην προβαίνουν σε παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων όταν γνωρίζουν ή εύλογα υποψιάζονται ότι αυτές θα χρησιμοποιηθούν για αγορά μετοχών». Περαιτέρω, η εν λόγω εγκύκλιος φαίνεται να έχει εκδοθεί βάσει του άρθρου 38 του περί Κεντρικής Τραπέζης της Κύπρου Νόμου, Ν.48/
- Δες επίσης τη μεταγενέστερη σχετική εγκύκλιο ημερομηνίας 24 Νοεμβρίου 1999 (από το τεκμήριο 24), η οποία μνημονεύει το άρθρο 38 του Νόμου Ν.48/
- Για το θέμα αυτό παραπέμπω και πάλι στην υπόθεση Κούλλουρου (πιο πάνω) όπου στις σελίδες 38 και 39 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Υπάρχουν δύο προκαταρκτικά βασικά προβλήματα στην απόδοση θεραπείας στον εναγόμενο επί τη βάση των εγκυκλίων, πέραν του ουσιαστικού προβλήματος που εξετάζεται πιο κάτω, στη σελ.
- Πρώτον, όπως έχει αναφερθεί προηγουμένως, οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας εκδόθηκαν με βάση το άρθρο 38, του περί Κεντρικής Τραπέζης της Κύπρου Νόμου αρ. 48/
- Όπως ανέφερε ο κ. Χ'ΊΊέτρου στην αγόρευση του, οι εγκύκλιοι αυτοί δεν φαίνεται να εκδόθηκαν δυνάμει του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου αρ. 66
(1)/97 και αυτό είναι ορθό, δεδομένου ότι οι ίδιοι οι εγκύκλιοι μνημονεύουν το άρθρο 38, του Νόμου 48/63, και όχι οποιοδήποτε άλλο άρθρο, όπως το άρθρο 41, του Νόμου αρ. 66
(1)/97. Να σημειωθεί ότι αυτή η αναφορά στο άρθρο 38 εμφανίζεται ρητά στις εγκυκλίους επιστολές της Κεντρικής Τράπεζας με ημερ. 24.11.99 και 5.1.00, ενώ ο Δημήτρης Αριστοτέλους, Μ.Υ.2, δεν ανάφερε στη μαρτυρία του κάτι το διαφορετικό, δέχθηκε δε στην αντεξέταση ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει αν οι συγκεκριμένοι εγκύκλιοι ημερ. 24.11.99 και 29.11.99 για την παράβαση των οποίων επεβλήθη πρόστιμο στην Τράπεζα, είχαν εκδοθεί στα πλαίσια της πιστωτικής και νομισματικής πολιτικής. Να σημειωθεί επίσης ότι, προς επιβεβαίωση των πιο πάνω, η δυνατότητα της Κεντρικής Τράπεζας να εκδίδει οδηγίες για θέματα τραπεζικής πρακτικής και δεοντολογίας, περιλαμβανομένων και οδηγιών για τη λειτουργία και το κλείσιμο τρεχούμενων λογαριασμών, καθώς και τη δυνατότητα να εκδίδει οδηγίες και για τις αρμοδιότητες που έχει με βάση τον περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμο, εισήχθη μόνο στις 30.6.00 με τον τροποποιητικό Νόμο αρ. 94
(1)/
- Επομένως, οι επίδικες εγκύκλιοι, που είναι μέρος του Τεκμ. 32, εκδόθηκαν πριν τις 30.6.00, ιδιαίτερα αυτές που έδωσαν το έναυσμα για την επιβολή προστίμου από την Κεντρική Τράπεζα και αυτή η θεώρηση αποδυναμώνει την ισχύ των εγκυκλίων, εφόσον είχαν εκδοθεί πάνω σε μια γενικότερη βάση, αυτή που καθόριζε το άρθρο 4, του Νόμου αρ. 48/
- Οι μόνες εγκύκλιοι που κατατέθηκαν και που έχουν ημερομηνία 10.7.00 και 28.7.00 δεν αφορούν τα «investor accounts)), εκτός από την τελευταία εγκύκλιο με την οποία ήρθησαν οι απαγορεύσεις για την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων με σκοπό την αγορά μετοχών, εφόσον στις 28.7.00 που εστάλη η εγκύκλιος οι λόγοι που επέβαλαν το μέτρο αυτό δεν υφίσταντο πια. Δεύτερο, όπως έχει ήδη αναφερθεί, η παράβαση των συγκεκριμένων εγκυκλίων επέφερε από την εποπτική αρχή, δηλαδή την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, την επιβολή αυστηρού διοικητικού προστίμου σε δύο περιπτώσεις, με βάση, όπως παρουσιάζεται, τις μεταγενέστερες πλέον πρόνοιες που αναφέρθηκαν πιο πάνω, του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου αρ. 66
(1)/97. Εφόσον προνοείται μια μορφή θεραπείας στο ίδιο το νομοθέτημα για την παράβαση από τις εμπορικές τράπεζες των οδηγιών και εγκυκλίων του διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, το θέμα φαίνεται να εξαντλείται εδώ. Δεν χωρεί η αναγνώριση περαιτέρω θεραπείας σε ένα ιδιώτη, ο οποίος δεν έχει κατευθείαν σχέση με την Κεντρική Τράπεζα και ούτε έχει άλλο έννομο συμφέρον στο να αναζητήσει περαιτέρω θεραπεία ως άτομο πλέον από την παραβαίνουσα τις εγκυκλίους εμπορική τράπεζα.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο.) Με βρίσκουν επίσης απόλυτα σύμφωνο και τα όσα ανέφερε η Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην υπόθεση Πατσαλίδης (ανωτέρω) στις σελίδες 24, 25 και 26, τα οποία και παραθέτω: «Τα γεγονότα καταδεικνύουν, πως ακόμη και αν διαπιστώνετο ότι η συνέχιση της συμφωνίας και η συνέχιση της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού συνιστούσε παράβαση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας, που κάτι τέτοιο δεν ισχύει εφόσον επρόκειτο περί παλαιού λογαριασμού, δεν θα προσέκρουε και πάλι η συνέχιση της σύμβασης στην έννοια της δημόσιας πολιτικής. Κρίνεται πως δεν υπάρχει ρητή νομοθετική πρόνοια, η οποία να ορίζει ότι η παράβαση ήταν τέτοιας σπουδαιότητας ώστε να είναι απαράδεκτη η παροχή θεραπείας στον παραβάτη. Τα Δικαστήρια δεν καταφεύγουν στην αρχή της δημόσιας πολιτικής, παρά μόνο με φειδώ και σε ξεκάθαρες περιπτώσεις. Βλ. Fender v. Mildway
(1937)3 All E.R. 402, σελ.455. «The doctrine of public policy should be involved only in clear cases, in which the harm to the public is substantially incontestable and does not depend upon the idiosyncratic inferences of a few judicial minds.» To άρθρο 26 του Συντάγματος κατοχυρώνει το ατομικό δικαίωμα του συμβάλλεσθαι, όπως αυτό υπόκειται σε όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις τιθέμενους στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Το άρθρο 23 του Κεφ. 149 εισάγει ως γενική αρχή περιορισμούς στην ελευθερία των Συμβάσεων σε αναφορά στη δημόσια πολιτική. Εδώ δεν πρέπει να παραγνωρίζεται πως το ζήτημα της διατήρησης Συμβάσεων που έχουν συναφθεί ελευθέρως μεταξύ ικανών συμβαλλομένων είναι επίσης ζήτημα που εντάσσεται στη δημόσια πολιτική. Βλ. Electromatic Const, v. Azov
(1988)1 C.L.R. 768, σελ.
- Στην περίπτωση μας η Εγκύκλιος 59 εισάγει την παρατήρηση ότι: «αναμένεται η σταδιακή μείωση των πιστωτικών υπολοίπων» έστω και αν εν κατακλείδι τα μέτρα χαρακτηρίζονται ως «επιβεβλημένα». Είναι όμως δυνατό και λογικό, ένα χρέος που δημιουργήθηκε νομίμως δυνάμει μιας σύμβασης στην οποία τα μέρη προχώρησαν ελευθέρως και που προϋπήρχε της εγκυκλίου, να παύσει να είναι δικαστικώς ανακτήσιμο επειδή δεν αυξήθηκε το όριο ασφαλείας στο 100% μέχρι 31.5.2000 δυνάμει της Εγκυκλίου Τεκ.61; Η απάντηση είναι αρνητική. Υπό το φως των πιο πάνω γεγονότων, ευρημάτων και αρχών όπως έχουν διατυπωθεί καταλήγω ότι κάτω από τις συνθήκες της υπόθεσης θα ήταν αδύνατο το Δικαστήριο να αρνηθεί να αναγνωρίσει και εφαρμόσει τις συμβατικές υποχρεώσεις των μερών. Σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο θα υπερέβαινε το ρόλο του κατά τρόπο τέτοιο, ώστε να κριθεί ότι υποκαθιστά το νομοθέτη, αλλά και το αρμόδιο όργανο: την Κεντρική Τράπεζα. Η Κεντρική Τράπεζα με τις Εγκυκλίους της δεν απαγόρευσε ή εμπόδισε τη διενέργεια των επιδίκων συναλλαγών, παρά μόνο έδωσε οδηγίες με σκοπό να περιορίσει ή να καταστείλει φαινόμενα κερδοσκοπίας.» Εν πάση περιπτώσει θα συμφωνήσω με την κα Κωνσταντίνου ότι η εγκύκλιος ημερομηνίας 15.3.2000 είναι που έχει θέση στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Βεβαίως εδώ, όπως και η ίδια παραδέχθηκε, δεν υπήρξε εμπρόθεσμη κατάθεση ή κατάθεση υπό προειδοποίηση, όμως υπήρξε κατάθεση μετοχών αξίας Λ.Κ. 23.893,10 που αποτελούσε πέραν του 60% εξασφάλιση για τον συγκεκριμένο λογαριασμό. Με την εγκύκλιο ημερομηνίας 28.7.2000 αίρεται η απαγόρευση για την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων για αγορά μετοχών. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο λογαριασμός του Εναγομένου λειτούργησε και μετά τις 28.7.
- Η κα Κωνσταντίνου δέχθηκε πως στην παρούσα υπόθεση δεν υπήρξε «καθαρή παράβαση της εγκυκλίου αλλά υπήρξε παράβαση μέρους αυτής». Θα δεχτώ ότι όντως υπήρξε παραβίαση της εγκυκλίου ημερομηνίας 15.3.2000 αφού δεν υπήρξε η προβλεπόμενη εμπρόθεσμη ή υπό προειδοποίηση κατάθεση. Δεν με βρίσκουν όμως σύμφωνο, υιοθετώντας τα πιο πάνω αποσπάσματα από τις υποθέσεις Κούλλουρου και Πατσαλίδης, οι θέσεις του κ. Φασουλιώτη ότι η επίδικη συμφωνία είναι άκυρη συνεπεία παραβίασης εγκυκλίου ή εγκυκλίων για τις οποίες έγινε αναφορά πιο πάνω. Ο κ.Φασουλιώτης υποστήριξε πως κατά την άποψη του στην υπόθεση Καψού κ.ά. ν. Alpha Bank Ltd
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 1135 γίνεται σαφής νύξη προς ποια κατεύθυνση θα κινηθεί το Εφετείο μας σε σχέση με τα πιο πάνω ζητήματα. Στην εν λόγω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο θεώρησε ορθό και δίκαιο να παραμερίσει την πρωτόδικη απόφαση που εκδόθηκε ερήμην των εφεσειόντων. Με όλο τον σεβασμό δεν με βρίσκει σύμφωνο η πιο πάνω θέση, αφού αυτό που το Ανώτατο Δικαστήριο έκανε ήταν να δώσει άδεια στους Εναγομένους να καταχωρίσουν Υπεράσπιση γιατί από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς τους προέκυπταν αρκετά περίπλοκα νομικά και πραγματικά θέματα για τα οποία δεν υπήρχε δεσμευτική Νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου. Δεν αποφάσισε ότι η παραβίαση των εγκυκλίων του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας καθιστά άκυρες τις καταρτισθείσες συμφωνίες, όπως περίπου εισηγήθηκε ο κ.Φασουλιώτης. Ο κ. Φασουλιώτης ανέφερε ότι ο Εναγόμενος πληροφορήθηκε για την ύπαρξη των επίδικων εγκυκλίων από τον δικηγόρο του μετά την έγερση της αγωγής και ότι αυτός ο ισχυρισμός του παρέμεινε αναπάντητος. Το Δικαστήριο όμως δεν έχει δεχτεί τον Εναγόμενο ως αξιόπιστο μάρτυρα και συνεπώς έχει απορρίψει και αυτό το μέρος της μαρτυρίας του. Παρόμοιο θέμα εξετάστηκε στην υπόθεση Α. Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 491, όπου στη σελίδα 496 λέχθηκε ότι «Χρειάζεται πάντως και γενικότερα να παρατηρήσουμε πως δεν υπάρχει κανόνας ότι το Δικαστήριο δεσμεύεται να αποδεχθεί μαρτυρία για τον λόγο και μόνο ότι δεν υπήρξε αντεξέταση όταν το Δικαστήριο έχει σχηματίσει δυσμενή εντύπωση γι' αυτήν». Εν πάση περιπτώσει, και αληθείς να ήταν οι πιο πάνω ισχυρισμοί του, δεν δημιουργούν ευθύνη στους Ενάγοντες και στους εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 2. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Κούλλουρου (πιο πάνω) οι εγκύκλιοι ή οδηγίες από την Εποπτική Κεντρική Τράπεζα δεν μπορούν να απευθύνονται σε συγκεκριμένους πελάτες μιας εμπορικής τράπεζας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου ισχυρίσθηκε ότι η Ενάγουσα Τράπεζα είχε υποχρέωση να γνωστοποιήσει στον Εναγόμενο την ύπαρξη των εν λόγω εγκυκλίων και ότι η παράλειψη αυτή δίδει το δικαίωμα στον επενδυτή να ακυρώσει τη σύμβαση. Εδώ, ως ανέφερε, ο Εναγόμενος άσκησε αυτό το δικαίωμα του με την καταχώριση ανταπαίτησης. Με άλλα λόγια, ουσιαστικά εισηγείται πως η σύμβαση που καταρτίστηκε είναι καθ' όλα έγκυρη αλλά δίδει το δικαίωμα στον επενδυτή να την ακυρώσει. Η πιο πάνω θέση δεν με βρίσκει σύμφωνο αφού εδώ κατά τον χρόνο καταχώρισης της ανταπαίτησης η σύμβαση δεν βρισκόταν εν ζωή αφού ο Εναγόμενος έλαβε και χρησιμοποίησε το ποσό του δανείου και ο λογαριασμός του έκλεισε με την επιστολή των Εναγόντων ημερομηνίας 12.7.02 (τεκμήριο 15). Να σημειωθεί ακόμη πως δεν υπήρξε ισχυρισμός ότι το κλείσιμο του λογαριασμού του Εναγομένου ήταν παράνομο. Ήταν επίσης η θέση του κ. Φασουλιώτη ότι η πιο πάνω παράλειψη των Εναγόντων και της εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 2 ισοδυναμεί με αμέλεια καθότι γνώριζαν ότι η συνέχιση της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού θα προκαλούσε στον Εναγόμενο τεράστια οικονομική ζημιά. Δεν διευκρινίζει όμως ποια περίοδο καλύπτει η «συνέχιση της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού». Ουσιαστικά με τον εν λόγω ισχυρισμό δέχεται και πάλι ως νόμιμη τη σύναψη της σύμβασης και το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού. Συνάγεται από την πιο πάνω θέση πως αν ο Εναγόμενος τελικά είχε κέρδη από τις αγοραπωλησίες των αξιών δεν θα ετίθετο θέμα αμέλειας. Εδώ, η κατ' ισχυρισμό ζημιά προκλήθηκε όχι από το γεγονός της σύναψης της συμφωνίας και της λειτουργίας του λογαριασμού αλλά από τις ενέργειες του ίδιου του Εναγομένου αφού, σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία, αυτός είναι που έδιδε εντολές για αγοραπωλησίες αξιών. Με άλλα λόγια, δεν δόθηκαν στα πλαίσια των συνήθων καθηκόντων των Εναγόντων ή των εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενων 2 λανθασμένες συμβουλές στον Εναγόμενο για χρηματιστηριακές πράξεις (δες τα όσα αναφέρονται για το θέμα αυτό στις σελίδες 40-42 στην υπόθεση Κούλλουρου (πιο πάνω)). Τέλος, δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση του κ. Φασουλιώτη ότι η παράλειψη των τραπεζών να γνωστοποιήσουν στον Εναγόμενο το περιεχόμενο των εγκυκλίων συνιστά ουσιώδη συμβατική παράβαση. Τέτοια συμβατική υποχρέωση οι τράπεζες δεν ανέλαβαν αλλά ούτε και εξυπακούεται ότι είχαν. Εάν ο Εναγόμενος επιθυμούσε να πληροφορηθεί για την ύπαρξη εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας πριν από τη σύναψη της σύμβασης, θα μπορούσε να αποταθεί στον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας. Τέτοιο πράγμα δεν έπραξε, αφού το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν πώς να αυξήσει το όριο του για να συνεχίσει να διενεργεί χρηματιστηριακές πράξεις. Τέλος, βρίσκω πως δεν καταρτίστηκε συμφωνία βάσει της οποίας θα παρείχοντο στον Εναγόμενο συμβουλευτικές υπηρεσίες από τις τράπεζες. Ούτε βεβαίως δόθηκαν τέτοιες οδηγίες, αφού ουδέποτε ζητήθηκαν από τον Εναγόμενο, ο οποίος, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, ήταν ο μόνος που έδιδε εντολές για τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων και γνώριζε πολύ καλά το «παιχνίδι» του χρηματιστηρίου και τους κινδύνους που αυτό εγκυμονούσε. Σε σχέση με την άρνηση της Ελληνικής Τράπεζας (Επενδύσεις) Λτδ να εκτελέσει γραπτή εντολή του Εναγομένου για αποδοχή της δημόσιας πρότασης της Sharelink προς τους μετόχους της ΚΥΚΝΟΣ, σχετική είναι η επιστολή του Εναγομένου ημερομηνίας 1.2.01 (τεκμήριο 8). Είναι αξιοσημείωτο εδώ να λεχθεί πως ο Εναγόμενος απευθυνόμενος προς την Ελληνική Χρηματιστηριακή Τράπεζα, όπως ο ίδιος την αποκαλεί, αναφέρει και τα ακόλουθα: «Κατόπιν τούτου παρακαλώ όπως προβείτε στις ανάλογες ενέργειες όπως πάντοτε πράττετε και σας ευχαριστώ εκ των προτέρων». Με άλλα λόγια, παραδέχεται με την εν λόγω επιστολή του ότι η τράπεζα εκτελεί πάντα τις εντολές του. Η Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ απάντησε αμέσως με την επιστολή ημερομηνίας 2.2.2001 (τεκμήριο 9) λέγοντας του ότι για να είναι σε θέση να δεσμευτεί έναντι της πρότασης της SFS θα πρέπει οι εν λόγω ενεχυριασθείσες αξίες του να αντικατασταθούν με άλλη ισάξια εξασφάλιση. Η απαίτηση αυτή δεν θεωρώ ότι ήταν παράνομη. Ο Εναγόμενος παρέλειψε να προσφέρει τέτοια εξασφάλιση και δεν νομιμοποιείται να επιρρίπτει ευθύνη στην Ενάγουσα Τράπεζα και στην εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2 Τράπεζα για την εν λόγω παράλειψη του. Εν πάση περιπτώσει, είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η SFS θεώρησε την πρόταση της ως μη επιτυχή και την ανακάλεσε. Σχετικό είναι το τεκμήριο 38 στο οποίο η SFS αναφέρει ότι δεν παρέλαβε μέχρι την 2 Φεβρουαρίου του 2001 έντυπα αποδοχής ώστε να εξασφαλίσει το κατ' ελάχιστο ποσοστό των 30% (ποσοστό με το οποίο η πρόταση θα εθεωρείτο επιτυχής) των μετοχών της εταιρείας Κύκνος που είχαν εκδοθεί. Ως εκ τούτου, σύμφωνα πάντα με την πιο πάνω ανακοίνωση, η πιο πάνω προϋπόθεση την οποία είχε εγκρίνει το συμβούλιο του ΧΑΚ και υπό την οποία τελούσε η δημόσια πρόταση, δεν υλοποιήθηκε με αποτέλεσμα η δημόσια πρόταση να καθίσταται άκυρη. Η αξιόπιστη μαρτυρία της κας Δήμητρας Καλογήρου κατέδειξε ότι για το ΧΑΚ δεν ίσχυε η πρόταση διότι δεν είχε ληφθεί το κατ' ελάχιστο 30%, προϋπόθεση που υπήρχε για να θεωρείται η πρόταση επιτυχής. Συμφωνώ με την κα Κωνσταντίνου ότι υπό το φως των πιο πάνω, δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε ευθύνη στην Ενάγουσα Τράπεζα ή στην εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2 Τράπεζα. Σε σχέση με τον Ισχυρισμό του Εναγομένου ότι διενεργήθηκαν χρηματιστηριακές πράξεις από την Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ κατά παράβαση του καθήκοντος πίστης και αφοσίωσης έναντι του, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου ανέφερε ότι από το περιεχόμενο των τεκμηρίων 41-45 προκύπτει ότι η Ενάγουσα Τράπεζα και η εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2 Τράπεζα είχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο συμφέροντα στις εταιρείες Sharelink, Κύκνος και Αθηνά Επενδυτική. Η αξιόπιστη μαρτυρία κατέδειξε ότι οι δύο πιο πάνω τράπεζες δεν συμβούλευσαν τον Εναγόμενο να διενεργήσει χρηματιστηριακές πράξεις σε σχέση με τις πιο πάνω εταιρείες. Τουναντίον, κατέδειξε ότι μόνος του ο Εναγόμενος αποφάσιζε να διενεργεί χρηματιστηριακές πράξεις. Με άλλα λόγια, δεν του υποδείχθηκε να διενεργήσει συγκεκριμένες χρηματιστηριακές πράξεις για να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα των πιο πάνω τραπεζών. Η αξιόπιστη μαρτυρία κατέδειξε επίσης ότι κατά τον χρόνο αγοράς ή πώλησης μετοχών, ο χρηματιστής δεν γνώριζε τον αντισυμβαλλόμενο. Το μόνο που μπορούσε να δει ήταν ο αριθμός των μετοχών και η τιμή πώλησης ή αγοράς αυτών. Περαιτέρω, όπως ορθά υπέδειξε η κα Κωνσταντίνου, το προϊόν της αγοράς των μετοχών δεν το λάμβανε η εταιρεία, της οποίας επωλούντο οι μετοχές, αλλά ο αντισυμβαλλόμενος ιδιοκτήτης των μετοχών, ο οποίος μπορούσε να ήταν ένας ιδιώτης επενδυτής όπως ήταν ο Εναγόμενος. Βρίσκω, με βάσει τα γεγονότα της υπόθεσης, πως δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στον πιο πάνω ισχυρισμό. Εν κατακλείδι, όλοι οι ισχυρισμοί και υπερασπίσεις του Εναγομένου απορρίπτονται. Με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία που προσκομίσθηκε, βρίσκω ότι η Ενάγουσα Τράπεζα απέδειξε την υπόθεση της. Υπό το φως των πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ Εναγόντων και εναντίον Εναγομένου για το ποσό των €166.243,48, όπως αυτοί το έχουν περιορίσει, με τόκο 9% επί €143.947,43 από 1.10.02 μέχρι εξόφλησης. Εκδίδεται επίσης διάταγμα για την πώληση των αξιών ως αυτές εμφαίνονται στο σημερινό χαρτοφυλάκιο του Εναγομένου (τεκμήριο 22) δηλαδή: CLIENT: IOANNOU PANAYIOTIS CIF 001023 DATE:09/09/2008 OTY DATE:09/09/2008 Issuer Code & Name Mrk. Price Qty PORTFOLIO VALUE ANS AVACOM NET SERVICES LTD - FP SHARES 0.04 12.000 480.00 ATH ATHINA C.I.F. PUBLIC LTD - FP SHARES 0.26 13.040 3.390.40 CTC CYPRUS TRADING CORPORATION-FP SHARES 1.90 2.853 5.420.70 CYTR CYTRUSTEES INVEST. PUBLIC CO LTD-PF SH 1.20 4.146 4.975.20 DHH D.H. CYPROTELS PUBLIC LTD - FP SHARES 0.07 10.000 700.00 FIA FINIKAS AMMOCH. INV. PUBL. LTD- FP SHARES 6.750 0.00 FWW F.W. WOOLWORTH LTD-FP SHARES 1.36 3.960 5.385.60 LHG LIBRA HOL.GROUP(PREFERENCE)-FP SHARES 0.07 2.800 196.00 LUI LOUIS PUBLIC CO LTD - FP SHARES 0.44 7.000 3.080.00 MINE MINERVA ASFALISTIKI DEM LTD - FP SHARES 0.18 3.000 540.00 PES PHILOKTIMATIKI LTD - FP SHARES 1.25 289 361.25 TLA TELIA AQUA MARINE LTD - FP SHARES 0.36 711 255.96 INF INTERFUND 0.50 6.667 3.333.50 28,118.61 Ο Εναγόμενος καταδικάζεται στα έξοδα της αγωγής, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων και εναντίον του Εναγομένου, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ......... Ι. Ιωαννίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /νχ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο