← Κύπρος

Λαϊκή Φάκτορς Λτδ ν. Επίσημο Παραλήπτη κ.α., Αρ. Αγωγής: 2342/2004, 30.4.2010

Λαϊκή Φάκτορς Λτδ ν. Επίσημο Παραλήπτη κ.α., Αρ. Αγωγής: 2342/2004, 30.4.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A176 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2342/2004 Μεταξύ: Λαϊκή Φάκτορς Λτδ Ενάγουσας - και -

  1. Επίσημο Παραλήπτη υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της περιουσίας της J.P.P. ENTERPRISES LIMITED
  2. Γιαννάκη Παπαπέτρου Εναγομένων ------------------------ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30.4.2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: κα Λοϊζου Για Εναγόμενους 1-2: κ. Γ. Παπαντωνίου -------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα απαιτεί εναντίον των Εναγομένων ποσό £48.055,75 σαν αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και υπόλοιπο λογαριασμού επιπλέον προεξοφλητική χρέωση προς 13% το χρόνο από 3.2.2004 μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση δύο φορές το χρόνο. Κατά την 5.1.2000 η Ενάγουσα υπέγραψε συμφωνία με την Εναγομένη 1, έγγραφη συμφωνία αγοράς εισπρακτέων, με βάση την οποία η Ενάγουσα συμφώνησε να αγοράσει και ή αγοράζει από την εταιρεία J.P.P. Enterprises Ltd, δηλαδή την Εναγομένη 1, κατά τη διάρκεια της επίδικης συμφωνίας, συμφωνημένα χρέη και ή τιμολόγια και ή συμφωνημένου είδους ή τύπου χρεών που οφείλονταν και ή που θα οφείλονταν κατά τη διάρκεια της επίδικης συμφωνίας από τους πελάτες και ή χρεώστες της εταιρείας J.P.P. Enterprises Ltd προς την εταιρεία J.P.P. Enterprises Ltd (τα οποία στη συμφωνία αναφέρονται σαν «εισπρακτέα»). Με βάση την επίδικη συμφωνία η Ενάγουσα άνοιξε και διατηρούσε στο όνομα της Εναγομένης 1 τον προεξοφλητικό λογαριασμό με αριθμό 225-28-006973 στον οποίο γίνονταν οι διάφορες χρεώσεις και πιστώσεις από την αγορά των εισπρακτέων όπως προβλεπόταν από την συμφωνία. Κατά την 1.2.2001 η Ενάγουσα με επιστολή της προς την Εναγομένη 1 την ενημέρωσε ότι το ετήσιο ποσοστό προεξοφλητικής χρέωσης θα συνίστατο από τότε και στο εξής από το εκάστοτε καθοριζόμενο από την Ενάγουσα ποσοστό προεξοφλητικής χρέωσης προσαυξημένο προς 3% περιθώριο έτσι το ποσοστό προεξοφλητικής χρέωσης αυξήθηκε σε 10%. Στις 16.10.2003 και πάλι με επιστολή της η Ενάγουσα προς την Εναγομένη 1 απαίτηση από την Εναγομένη 1 να επαναγοράσει τα εισπρακτέα που εκκρεμούσαν μέχρι τότε ειδοποιώντας την ταυτόχρονα ότι το ποσοστό προεξοφλητικής χρέωσης του λογαριασμού μεταβλήθηκε σε 13%. Η Εναγομένη 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί με την γραπτή ειδοποίηση της Ενάγουσας και έτσι στις 18.11.2003 με γραπτή ειδοποίηση της προς την Εναγομένη 1 τερμάτισε την επίδικη συμφωνία με τη δικαιολογία παράβασης ρητού και ουσιώδους όρου της επίδικης συμφωνίας. Απαίτησε μάλιστα την άμεση εξόφληση από την Εναγομένη 1 του χρεωστικού της υπολοίπου. Στις 5.1.2000 ο Εναγόμενος 2 με βάση έγγραφη συμφωνία εγγύησης εγγυήθηκε προσωπικά την πληρωμή προς την Ενάγουσα όλων των ποσών που θα ήταν πληρωτέα από την Εναγομένη 1 με βάση την επίδικη συμφωνία καθώς και την εκτέλεση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα. Επιπρόσθετα ο Εναγόμενος 2 με βάση συμφωνία αποζημίωσης της ίδιας ημερομηνίας ανέλαβε την υποχρέωση να αποζημιώσει πλήρως την Ενάγουσα για όλες τις ζημιές που θα υποστεί η Ενάγουσα λόγω της εκ μέρους της Εναγομένης παραβίασης της επίδικης συμφωνίας. Στις 2.2.2004 ο πιο πάνω προεξοφλητικός λογαριασμός της Εναγομένης 1 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο οφειλόμενο από την Εναγομένη προς την Ενάγουσα εκ ποσού £48.055,75 πλέον την προεξοφλητική χρέωση προς 13% το χρόνο από τις 3.2.2004 μέχρι εξόφλησης επιπλέον τόκο και κεφαλαιοποίηση δύο φορές το χρόνο. Περαιτέρω η Εναγομένη εξουσιοδότησε γραπτώς την Ενάγουσα όπως πληρώνει και ή πιστώνει όλα τα ποσά που θα καθίσταντο πληρωτέα σε αυτήν βάση της επίδικης συμφωνίας στο λογαριασμό της Εναγομένης. Ένεκα της πιο πάνω εξουσιοδότησης η Ενάγουσα πλήρωσε και/ή πίστωσε και/ή έμβασε όλα τα ποσά τα οποία κατέστησαν πληρωτέα καθόλη τη διάρκεια ισχύος της επίδικης συμφωνίας μέχρι και τον τερματισμό της, στον αναφερόμενο λογαριασμό της Εναγομένης
  3. Η Εναγομένη 1 εισέπραξε στην ολότητα τους όλα αυτά τα ποσά και πλουτίστηκε με αυτά και προσπορίστηκε όφελος εξ'αυτών. Η Εναγομένη 1 ουδέποτε αποπλήρωσε στην ολότητα τους τα ποσά με τα οποία πλουτίστηκε και/ή ωφελήθηκε εις βάρος της Ενάγουσας. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν υπεράσπιση στην οποία ισχυρίζονται τα ακόλουθα:
  4. Η Έγγραφη Συμφωνία Αγοράς Εισπρακτέων (Factoring Agreement) ήταν παράνομη και/ ή αντίκειται στον Νόμο και Κανονισμούς και/ή αφορούν τραπεζικές εργασίες για την διεξαγωγή των οποίων οι ενάγοντες δεν είχαν άδεια όπως προνοείται από το Νόμο και ως εκ τούτου δεν δύναται ν' αποτελέσει έγγραφο στα πλαίσια του Νόμου.
  5. Ουδέποτε έλαβαν επιστολές από την Ενάγουσα που απαιτούσαν επαναγορά των εισπρακτέων και/ή εξόφλησης του προεξοφλητικού λογαριασμού και/ ή επιστολές τερματισμού οιασδήποτε συμφωνίας.
  6. Η Εναγόμενη 1 αρνείται την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των μερών, η οποία έδιδε εξουσία στην Ενάγουσα να αποφασίζει οποτεδήποτε επαναγορά των εισπρακτέων και/ή εξόφληση του λογαριασμού και/ή τον τερματισμό τέτοιας συμφωνίας. Η Εναγόμενη 1 αρνείται την ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ των μερών η οποία προνοούσε ότι το ποσοστό προεξοφλητικής χρέωσης του λογαριασμού θα μεταβάλλετο σε οποιοδήποτε ποσοστό αποφάσιζε η Ενάγουσα και/ ή σε 8% το χρόνο πάνω στον ημερήσιο χρεωστικό υπόλοιπο και/ ή σε 13%. Τέτοιες χρεώσεις επιτοκίων αφορούν μόνο Τράπεζες ή πρόσωπα εξουσιοδοτημένα να διενεργούν τραπεζικές εργασίες.
  7. Η Εναγόμενη 1 αρνείται την ύπαρξη συμφωνίας η οποία προνοεί ότι στην περίπτωση που ζητηθούν, τα εισπρακτέα και/ή προεξοφλητικός λογαριασμός και/ή πιστώσεις και/ή άλλες τραπεζικές ή πιστωτικές διευκολύνσεις, ήθελον ζητηθεί από τους Ενάγοντες, θα καθίστανται απαιτητά και θα εξοφλούνται αμέσως.
  8. Ο Εναγόμενος 2 αρνείται την ύπαρξη έγγραφης συμφωνίας εγγύησης ημερομηνίας 5/1/00 ή οποιασδήποτε άλλης ημερομηνίας με την οποία αυτός ανέλαβε εγγύηση της πληρωμής όλων των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα. Επίσης αρνείται ότι δεσμεύτηκε να αποζημιώσει την Ενάγουσα.
  9. Οι Εναγόμενοι ουδέποτε ειδοποιήθησαν για οιονδήποτε πρόβλημα μεταξύ των διαδίκων ή τρίτων προσώπων που προεξοφλούσαν τα ποσά.
  10. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 αρνούνται ότι έχουν πλουτίσει αθέμιτα και/ή παράνομα και/ή αδικαιολόγητα εις βάρος των Εναγόντων. Ισχυρίζονται πως οι Ενάγοντες έχουν υπερχρεώσει τόκους στα ποσά και έχουν κατακρατήσει επιταγές, τις οποίες δεν μπορούν να εισπράξουν με δικαστικά μέτρα. Οι παραβιάσεις της συμφωνίας των Εναγόντων με τους Εναγομένους καθώς και η παράνομη τους υπερχρέωση καθιστά αδικαιολόγητη και παράνομη την απαίτηση τους για αθέμιτο πλουτισμό. Δυνάμει αυτής της κατάστασης, οι Εναγόμενοι 1 και 2 έχουν αλλάξει τη θέση τους ('change of position') και δεν είναι δίκαιο οι Ενάγοντες να επικαλούνται αθέμιτο πλουτισμό αφού παρέβησαν τη συμφωνία τους και το Νόμο.
  11. Δεν ελήφθη απόφαση από το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας νομότυπα για την συμφωνία και/ή αντίκειται στο ιδρυτικό και καταστατικό της Εταιρείας καθώς και στους σκοπούς της Εναγομένης
  12. ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Για λογαριασμό της Ενάγουσας πρώτος μάρτυρας κατέθεσε ο Κωνσταντίνος Αδαμίδης, προϊστάμενος του τμήματος προβληματικών λογαριασμών. Προτού υπογραφεί η επίδικη συμφωνία, είπε, αποστάληκε στην Εναγομένη 1 η επιστολή προσφοράς, Τεκμήριο Α
  13. Οι όροι της προσφοράς αυτής ενσωματώθηκαν στην επίδικη συμφωνία. Η επιστολή προσφοράς υπογράφηκε από την Εναγομένη
  14. Η Εναγομένη 1 απέστειλε επιστολή προς την Ενάγουσα με την οποία της γνωστοποιεί την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 1 για την σύναψη συμφωνίας αγοράς εισπρακτέων με τους όρους που φαίνονται στην επιστολή προσφοράς. Η επιστολή αυτή, της Εναγομένης 1, κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α
  15. Η επίδικη συμφωνία υπεγράφη στις 5.1.2000, Τεκμήριο Α
  16. Η Ενάγουσα θα διατηρούσε λογαριασμό στο όνομα της Εναγομένης 1 στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας, γνωστός σαν ο λογαριασμός προμηθευτή, στον οποίο θα πίστωνε και χρέωνε διάφορα ποσά. Σε οποιοδήποτε χρόνο κατά τη διάρκεια ή μετά τη λήξη ή τερματισμό της επίδικης συμφωνίας η Ενάγουσα θα δικαιούτο με γραπτή ειδοποίηση να απαιτήσει από την Εναγομένη 1 να επαναγοράσει στην τιμή που φαίνεται σε κάθε τιμολόγιο οποιοδήποτε ή όλα τα εισπρακτέα που αγοράστηκαν από την Ενάγουσα και τα οποία θα είναι εκκρεμή. Η επίδικη συμφωνία δεν ήταν συμφωνία παροχής δανείου αλλά συμφωνία για παροχή υπηρεσιών, υπηρεσιών οι οποίες συνίσταντο στην αγορά από την Ενάγουσα των οφειλομένων προς την Εναγομένη 1 χρεών, δηλαδή την προεξόφληση από την Ενάγουσα στην Εναγομένη 1 των απλήρωτων τιμολογίων που εξέδιδε η Εναγομένη 1 σε πελάτες της για πωλήσεις εμπορευμάτων. Οι καταχωρήσεις στους λογαριασμούς των χρεωστών της Ενάγουσας δεν γίνονται πουθενά αλλού εκτός από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Όταν γίνεται μια συναλλαγή ο υπάλληλος της εταιρείας που προβαίνει στην καταχώρηση του τιμολογίου ή προβαίνει στην είσπραξη ενός ποσού από τον χρεώστη έναντι της οφειλής του καταχωρεί την πράξη στον υπολογιστή αμέσως έτσι ώστε οι πληροφορίες που καταχωρούνται στον υπολογιστή να δείχνουν ακριβώς τη συναλλαγή που έγινε τη συγκεκριμένη στιγμή. Κατέθεσε ως Τεκμήριο Α4 κατάσταση λογαριασμού που αφορά στο χρέος της Εναγομένης, η οποία κατάσταση παράχθηκε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή με τον τρόπο που ο ίδιος εξήγησε. Λόγω του ότι τα ποσά που φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού προμηθευτή περιέχουν ανατοκισμό ετοίμασε κατάσταση λογαριασμού προμηθευτή χωρίς ανατοκισμό τον οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο Α
  17. Ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε εγγύηση στις 5.1.2000 για τις οφειλές της Εναγομένης
  18. Η εν λόγω εγγύηση κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α
  19. Εκτός από τη συμφωνία εγγύησης ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε και συμφωνία αποζημίωσης ημερ. 5.1.2000, Τεκμήριο Α
  20. Την 1.2.2001 η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή, Τεκμήριο Α10, στην Εναγομένη 1 με την οποία την ενημέρωνε ότι η προεξοφλητική χρέωση αυξήθηκε από 8% σε 10%. Στις 16.10.2003 η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή στην Εναγομένη 1 με την οποία απαιτείτο η επαναγορά των εισπρακτέων που ήταν κατά εκείνη την ημερομηνία εκκρεμή. Επίσης αυξήθηκε το ποσοστό της προεξοφλητικής χρέωσης σε 13%, Τεκμήριο Α
  21. Λόγω του ότι οι Εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με την επιστολή για επαναγορά όλων των εισπρακτέων που ήταν τότε εκκρεμή η Ενάγουσα τερμάτισε την συμφωνία και την λειτουργία του λογαριασμού, Τεκμήριο Α
  22. Τα οφειλόμενα ποσά είχαν απαιτηθεί και με επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας ημερ. 19.2.2004, Τεκμήριο Α
  23. Αντεξεταζόμενος είπε ότι η εταιρεία τους δεν είναι Τραπεζικός Οργανισμός, δεν κάμνουν δανεισμό, προσφέρει η εταιρεία υπηρεσίες, δηλαδή να προεξοφλούν τιμολόγια της Εναγομένης. Τις επιστολές τις έστελναν στη διεύθυνση της Εναγομένης που έδωσε η ίδια. Στέλνουν την αλληλογραφία όπου τους ζητήσει ο πελάτης. Οι πιστώσεις σταμάτησαν στις 23.8.2004, είχαν κοντά τους εκχωρημένα τιμολόγια. Όλες οι επιταγές γίνοντο κατάθεση προς εξόφληση τιμολογίου. Τα λεφτά τα δανείστηκαν από άλλο τραπεζικό οργανισμό και πληρώνουν ένα ποσοστό τόκου. Το Τεκμήριο Α6 είναι κατάσταση λογαριασμού που ετοίμασε και στην οποία δεν συμπεριλαμβάνεται ανατοκισμός και ετοιμάστηκε για σκοπούς Δικαστηρίου. Στο στάδιο αυτό οι δύο πλευρές έκαμαν παραδεκτά γεγονότα, τα εξής: Ο προηγούμενος μάρτυρας κατέχει επιταγές οι οποίες σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση, το ποσό των οποίων δεν κατατέθηκε ως πίστωση στο λογαριασμό Τεκμήριο 4 αφού δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα στο λογαριασμό των εκδοτών. Αναφέρονται στα παραδεκτά γεγονότα οι επιταγές καθώς και τα ποσά για τα οποία εκδόθηκαν. Δεύτερος μάρτυρας Ενάγουσας κατέθεσε ο Μάριος Παπακωνσταντίνου. Είναι υπάλληλος στη Λαϊκή Φάκτορς, τον κ. Παπαπέτρου τον γνωρίζει που πήγε στο γραφείο τους για υπογραφή των συμφωνιών. Στο Τεκμήριο Α3, στη σελίδα 8 αναγνώρισε την υπογραφή του, επίσης την υπογραφή του προμηθευτή του Εναγόμενου κ. Γιαννάκη Παπαπέτρου και του Διευθυντή. Στο Τεκμήριο Α6, σελίδα 6 αναγνώρισε την υπογραφή του, την υπογραφή του κ. Γιαννάκη Παπαπέτρου, ο οποίος υπόγραψε στην παρουσία του και στο Τεκμήριο Α9 αναγνώρισε την υπογραφή του και την υπογραφή του Γιαννάκη Παπαπέτρου. Αντεξεταζόμενος είπε ότι ήταν μάρτυρας της υπογραφής των συμφωνιών. Τρίτος μάρτυρας Ενάγουσας κατέθεσε ο Πάμπος Χαραλάμπους, υπάλληλος της Λαϊκής Φάκτορς, από το
  24. Ήταν προϊστάμενος του Τμήματος Διαχείρισης και Είσπραξης. Ο μάρτυρας εξήγησε τις καταστάσεις του Τεκμηρίου
  25. Κατάθεσε Τεκμήριο 4 ιδρυτικό και καταστατικό έγγραφο της Λαϊκής Φάκτορς Λτδ, πιστόν αντίγραφο. Η προεξοφλητική χρέωση δεν είναι τόκος, είναι αμοιβή της Λαϊκής Φάκτορς. Αυτή η χρέωση χρεώνεται και με ΦΠΑ. Με βάση τη σελίδα 29 του Τεκμηρίου Α4 το τελευταίο ποσό μέχρι 31.8.2007 είναι £73.539,
  26. Αντεξεταζόμενος είπε ότι από το Τεκμήριο Α4 δεν μπορεί να γνωρίζει τι ακριβώς ήταν το εισπρακτέο. Αυτό φαίνεται στο Τεκμήριο 1 στις 33 σελίδες. Από μόνοι τους δεν αντάλλασσαν επιταγές. Πάντα με οδηγίες της Εναγομένης. Επίσης αγωγές κινήθηκαν σε συνεργασία με την Εναγομένη Εταιρεία. Δεν γνωρίζει όμως τι αγωγές είναι. Επανεξεταζόμενος είπε ότι όλες οι τράπεζες κάνουν ανατοκισμό. Δεν είναι παράνομος. Τέταρτος μάρτυρας Ενάγουσας κατέθεσε ο Ανδρέας Κτίστης, υπάλληλος στη Λαϊκή Φάκτορς Λτδ από το
  27. Από το 2000 είναι Λειτουργός Είσπραξης και Υπεύθυνος Αποθήκης. Είχε οδηγίες όπως εξεύρει από τα αρχεία που τηρούνται στην αποθήκη της Ενάγουσας τα έντυπα κοινοποίησης εισπρακτέων και πιστωτικών πράξεων που αφορούν την Εναγομένη
  28. Είναι έντυπα υπογραμμένα από εξουσιοδοτημένο υπάλληλο της Εναγομένης 1 βάσει των οποίων η Εναγομένη 1 γνωστοποιεί στην Ενάγουσα τα χρέη των πελατών της για τα οποία ζητά προεξόφληση βάσει της συμφωνίας μεταξύ των μερών. Βάσει του ποσού που φαίνεται σε κάθε έντυπο κοινοποίησης γινόταν η ανάλογη προεξόφληση εισπρακτέων από την Ενάγουσα στην Εναγομένη 1 υπό την μορφή χρέωσης στο λογαριασμό προμηθευτή της Εναγομένης
  29. Κατέθεσε τα έντυπα κοινοποίησης ως Τεκμήρια στο Δικαστήριο. Πέμπτος μάρτυρας κατέθεσε ο Μιχάλης Μιχαήλ, ο οποίος εργάζεται στην Marfin Popular Bank Public Company Ltd, δηλαδή στη Λαϊκή Τράπεζα ως προϊστάμενος τρεχούμενων λογαριασμών στο κατάστημα στη Λεωφόρο Αρτέμιδος στη Λάρνακα. Μέσα στα καθήκοντα του είναι η τήρηση αλλά και ο έλεγχος των τρεχούμενων λογαριασμών των πελατών της τράπεζας. Η τράπεζα άνοιξε τρεχούμενο λογαριασμό στο όνομα της Εναγομένης
  30. Κατέθεσε τη σελίδα στην οποία εμφαίνεται η υπογραφή του Εναγόμενου 2 ως εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου της Εναγομένης 1 ως Τεκμήριο στο Δικαστήριο, ο οποίος μπορούσε να χειρίζεται και να δίδει εντολές σχετικά με τον λογαριασμό. Εξήγησε τη διαδικασία που ακολουθείται στην τράπεζα για το άνοιγμα ενός λογαριασμού, διαδικασία η οποία χρησιμοποιήθηκε για να ανοίξει ο λογαριασμός της Εναγομένης
  31. Στο Τεκμήριο Γ2 η τελευταία σελίδα αντικατοπτρίζει το υπόλοιπο ως είναι σήμερα. Ο λογαριασμός έχει κλείσει στις 20.6.
  32. Αντεξεταζόμενος είπε ότι στις 10.1.2000 ξεκίνησε με χρεωστικό. Ως εμπορικό τμήμα δεν τους χρωστά. Από πλευράς Εναγομένων κατέθεσε ο Εναγόμενος 2 Γιαννάκης Παπαπέτρου, Διευθυντής της Εναγομένης 1, η οποία ήταν ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Λέγει ότι η όλη συμφωνία όπως έγινε είναι παράνομη και παράτυπη. Οι Ενάγοντες διέγραψαν τον εγγυητή Λάζαρο Παπαπέτρου παραβιάζοντας έτσι τα συμφωνηθέντα, το Νόμο και την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 1 εταιρείας και τον έθεσαν πλέον ως εγγυητή σε δυσμενή θέση. Το Τεκμήριο 1 κατατέθηκε στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας στις 5.1.2000 και εγκρίθηκε. Την ίδια ημέρα έγινε και η συμφωνία Τεκμήριο Α3 και υπεγράφη από αυτόν εκ μέρους της εταιρείας και υπέγραψε επίσης εγγυητική συμφωνία, την οποία υπέγραψε χωρίς νομική συμβουλή. Οι Ενάγοντες έπαιρναν μέτρα εναντίον των πελατών χωρίς να τον ενημερώνουν, κρατούσαν και κατακρατούσαν ή αντάλλαζαν επιταγές πελατών ήγειραν δικαστικές διαδικασίες και καταστρατηγούσαν τους όρους της συμφωνίας. Δεν έλαβαν τα δέοντα μέτρα για προστασία των Εναγομένων. Χρέωναν οποιαδήποτε ποσά ήθελαν χωρίς να τους δίνουν λογαριασμό. Όσον αφορά τις επιστολές που έστειλαν οι Ενάγοντες δεν παραλήφθηκαν από αυτούς, ούτε τις καταστάσεις λογαριασμού παρελάμβαναν, ούτε τις επιστολές τερματισμού ή επαναγοράς των εισπρακτέων. Αυτός υπέγραψε ως εγγυητής νοουμένου ότι θα υπήρχε συνεγγυητής ο Λάζαρος Παπαπέτρου τον οποίο τελικά διέγραψαν οι Ενάγοντες για την άνω εγγύηση. Αντεξεταζόμενος είπε ότι στο Τεκμήριο Α1 είναι η μονογραφή του, στο Τεκμήριο Α3 είναι η υπογραφή του καθώς επίσης και στο Τεκμήριο Α2 είναι η υπογραφή του. Το Τεκμήριο Α4 το βλέπει τώρα στο Δικαστήριο, δεν το είδε ποτέ του. Αυτή τη στιγμή δεν ξέρει τι οφείλει ο κάθε πελάτης. Βασίζοντο πάνω σε επιταγές που έδιναν στους Ενάγοντες, επιταγές των πελατών. Το Τεκμήριο Α10 δεν το αναγνωρίζει, δεν το έχει πάρει. Ούτε τα Τεκμήριο Α11, Α12 και Α13 τα πήρε. Στο Τεκμήριο Β14 είναι δική του η υπογραφή. Πάντα είναι επιταγές που τους προεξοφλούσαν. Προεξοφλούσαν το ποσό των επιταγών και όχι σύνολο τιμολογίων. Τους έδιναν τις επιταγές, τους προεξοφλούσαν και μετά τους ζητούσαν τα τιμολόγια. Συμφωνά ότι το Τεκμήριο Α2 ήταν για απεριόριστο ποσό αλλά ήταν εγγυητής και ο Λάζαρος. Το Τεκμήριο Α2 είναι απόφαση του Συμβουλίου. Το Τεκμήριο Α8 είναι η εγγύηση, μετά σβήστηκε το όνομα του Λάζαρου Παπαπέτρου. Η τράπεζα έχει εξοφληθεί πλήρως. Στα Τεκμήρια Β15, Β16, Β17, Β18, Β19 και Β20 είναι δική του η υπογραφή. Στο Τεκμήριο Β19 υπάρχουν αριθμοί επιταγών και όχι τιμολογίων. Στο Β21 είναι τιμολόγιο αλλά προεξόφληση επιταγών. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω και ακούσω με προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου, αξιολογώντας τη μαρτυρία τους με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, τη πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων. Γιαννή κ.α ν. Χριστοφόρου

(1995)1 σελ. 340, Μόδεστος Πίτσιλλος ν. Δημητράκη Ευγενίου
(1989)1 (Ε) 691, Ντίνος Μιχαηλίδης Λτδ ν. Δρουσιώτου και άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ σελ. 877. Το Δίκαιο της Απόδειξης
(1994), Τάκη Ηλιάδη, σελ. 24 και 215). Αξιολογώντας τη μαρτυρία δεν έχω ίχνος αμφιβολίας ποιος από τους μάρτυρες είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και ποιος όχι. Η αλήθεια ειπώθηκε από τους μάρτυρες της Ενάγουσας και αυτό όχι μόνο γιατί η υποκειμενική εικόνα που σχημάτισα για την αξιοπιστία τους είναι θετική, ενώ για τον Εναγόμενο 2 που ήταν ο μοναδικός μάρτυρας των Εναγομένων καθόλου θετική. Έχω παρακολουθήσει με την επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Με την ίδια προσοχή εξέτασα και τη μαρτυρία τους έχοντας κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, καθώς επίσης και τις θέσεις και επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων στο στάδιο των αγορεύσεων. Σε ότι αφορά τους μάρτυρες της Ενάγουσας σχημάτισα θετική εντύπωση και δεν έχω εντοπίσει στη μαρτυρία τους οτιδήποτε που να εγείρει ερωτηματικά ή να εμβάλλει σε υποψίες ότι σε κάποιο σημείο δεν είπαν στο Δικαστήριο την αλήθεια ή την απέκρυψαν. Όλοι επομένως, κρίνονται αξιόπιστοι μάρτυρες και δέχομαι εξ ολοκλήρου τη μαρτυρία τους. Τα όσα αυτοί οι μάρτυρες κατέθεσαν δεν έρχονται σε αντίθεση με το έγγραφο μαρτυρικό υλικό. Αντίθετη με το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο, βρίσκω τη μαρτυρία του Εναγόμενου 2, η οποία χαρακτηρίζεται από γενικότητες και αοριστολογίες. Είναι αναντίλεκτο γεγονός ότι η ιδιωτική συμφωνία αγοράς εισπρακτέων ημερομηνίας 5/1/2000, Τεκμήριο Α3, μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένης 1 δεν έχει ακυρωθεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Ούτε υπάρχει τέτοιος ισχυρισμός αλλά ούτε έχει προσκομισθεί τέτοια μαρτυρία. Το μόνο που συνέβηκε στην παρούσα υπόθεση σε σχέση με την πιο πάνω συμφωνία είναι το ότι οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 18.11.2003, Τεκμήριο Α12, τερμάτισαν τη συμφωνία καθότι η Εναγομένη είχε προβεί σε παραβίαση ουσιώδους όρου της συμφωνίας. Η παραβίαση του ουσιώδους όρου συνίσταται στο ότι η Εναγομένη δεν ανταποκρίθηκε στην ειδοποίηση της Ενάγουσας για επαναγορά των εισπρακτέων εντός καθορισθείσας προθεσμίας, Τεκμήριο Α11, με την επιστολή ημερομηνίας 16.10.2003, Τεκμήριο Α11. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Marketrends Finance Ltd v. Πέρδικου κ.α.
(2006)1 ΑΑΔ σελ. 1042: «Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι όταν μια συμφωνία έχει διατυπωθεί εγγράφως, εξωγενής μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για να αντικρούσει, τροποποιήσει, αφαιρέσει ή να προσθέσει το περιεχόμενο των όρων του εγγράφου. Κατ΄ εξαίρεση στο γενικό κανόνα εξωγενής μαρτυρία μπορεί να επιτραπεί κάτω από συγκεκριμένες εξαιρέσεις, όπως π.χ. για να αποδείξει την εγκυρότητα μιας συμφωνίας (Μαύρου ν. Θεοδώρου
(1984)1 CLR 635), την πραγματική φύση της συναλλαγής (ΚΥΡΙΟ (Ι.Τ.Η.) Company v. Kassapi
(1980)2 JSC 259) και τη διφορούμενη ιδιότητα των συμβαλλομένων (Λοϊζίδου ν. Γεωργίου
(1973)9 JSC 1219).» Η Εναγομένη δεν επικαλείται ακυρότητα της σύμβασης ούτε υπάρχει ανάγκη ή προσκομίστηκε μαρτυρία για να αποδειχθεί η εγκυρότητα της σύμβασης. Επίσης δεν υπάρχει αμφισβήτηση ως προς την πραγματική φύση της συναλλαγής ούτε η ιδιότητα των συμβαλλομένων είναι διφορούμενη. Όπως είναι θεμελιωμένο το Δικαστήριο έχει καθήκον, ερμηνεύοντας μια συμφωνία, να ανεύρει την πρόθεση των συμβληθέντων και να ερμηνεύσει τα αναγραφόμενα στη συμφωνία κατά τρόπο που να συνάδει, να εφαρμόζει και να υλοποιεί, την πρόθεση των συμβληθέντων. (Αργύρη ν. Χρυσοστόμου
(2006)1 ΑΑΔ σελ. 1362). Στην επίδικη συμφωνία οι όροι είναι ξεκάθαροι όπως και η πρόθεση των μερών, των συμβαλλομένων. Στην γραπτή τους αγόρευση οι Εναγόμενοι έχουν αναπτύξει τους εξής λόγους υπεράσπισης: (α) Η Ενάγουσα διεξήγε τραπεζικές εργασίες χωρίς άδεια από την Κεντρική Τράπεζα. Άρα οι δοσοληψίες της Ενάγουσας με την Εναγομένη ήταν καθαρά τραπεζική εργασία και δεν δικαιούται να λάβει καρπούς η Ενάγουσα από παράνομες πράξεις. (β) Δεν απέδειξε, η Ενάγουσα, το απαιτούμενο ποσό. (γ) Οι Ενάγοντες κρατούν και κρατούσαν επιταγές και αξιόγραφα για εξασφάλιση τους. (δ) Χρέωση ποσού αυθαίρετα όπως τόκων και τόκων επί τόκων. (ε) Δεν απέδειξαν ότι απέστελλαν ειδοποιήσεις και καταστάσεις λογαριασμού από τους Ενάγοντες στους Εναγόμενους. (στ) Οι Εναγόμενοι κατέθεσαν μεγαλύτερης αξίας ποσά ως εξασφάλιση της Ενάγουσας. (ζ) Η εγγυητική συμφωνία είναι παράνομη διότι δεν συμμορφώθηκαν με την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 1 και δεύτερο, αφαίρεσαν το δεύτερο εγγυητή χωρίς γνωστοποίηση ή ειδοποίηση του Εναγόμενου 2. Διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών χωρίς άδεια Είναι ισχυρισμός των Εναγομένων ότι η συμφωνία είναι παράνομη καθότι η Ενάγουσα δεν έχει άδεια για διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών και συνεπώς αντιβαίνει στον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο, Ν. 66(Ι)/97, καθότι δημιουργούσε σχέση τραπεζίτη-πελάτη χωρίς να κατέχει τη σχετική άδεια. Η έννοια των πιο πάνω εργασιών, καθορίζεται στο άρθρο 2 του ιδίου νόμου ως ακολούθως: «εργασίες αποδοχής καταθέσεων σημαίνει τις εργασίες αποδοχής καταθέσεων από το κοινό στη Δημοκρατία ή τις εργασίες αποδοχής καταθέσεων στη Δημοκρατία από το εξωτερικό» «τραπεζικές εργασίες σημαίνει εργασίες οι οποίες διεξάγονται στη Δημοκρατία ή στο εξωτερικό από τη Δημοκρατία και συνίστανται στο δανεισμό χρημάτων που προέρχονται από την ανάληψη υποχρεώσεων έναντι του κοινού υπό μορφή καταθέσεων, αξιόγραφων ή άλλων στοιχείων αποδεικτικών οφειλής» Στο ίδιο άρθρο καθορίζεται ως εξής η έννοια του όρου κατάθεση: «κατάθεση σημαίνει ποσό χρημάτων που καταβάλλεται ή εισπράττεται με όρους (α) βάσει των οποίων θα αποπληρωθεί με τόκο ή χωρίς τόκο ή υπέρ το άρτιο, είτε σε πρώτη ζήτηση ή σε τακτή προθεσμία ή υπό όρους που συμφωνούνται από ή εκ μέρους του προσώπου που καταβάλλεται και του προσώπου που εισπράττει το ποσό, αλλά (β)οι οποίοι δεν σχετίζονται με την πώληση ή τη διάθεση αγαθών ή περιουσιακών στοιχείων, την παροχή υπηρεσιών ή την έκδοση χρεωστικών ομολόγων ή μετοχών» Είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι η παροχή δανείων ή ο δανεισμός δεν απαγορεύεται από το Νόμο. Ούτε θα μπορούσε ο δανεισμός χρημάτων από μόνος του να χαρακτηριστεί ως τραπεζική εργασία για την οποία χρειάζεται άδεια από την Κεντρική Τράπεζα. Η τραπεζική εργασία εν τη έννοια του νόμου απαιτεί ένα επιπρόσθετο στοιχείο, ο δανεισμός χρημάτων να προέρχεται από ανάληψη υποχρεώσεων έναντι του κοινού υπό την μορφή καταθέσεων, αξιογράφων ή άλλων στοιχείων αποδεικτικών οφειλής. Θα έπρεπε δηλαδή η Ενάγουσα να δάνειζε χρήματα που αντλούσε αποκλειστικά από κεφάλαια που εισέπραξε από το κοινό με ανάληψη υποχρέωσης επιστροφής τους. Στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει μαρτυρία που να συνηγορεί στο ότι η Ενάγουσα δάνειζε χρήματα ή προεξοφλούσε τιμολόγια από κεφάλαια που προέρχονταν από καταθέσεις ή άλλη ανάληψη υποχρέωσης έναντι του κοινού. Η Ενάγουσα εξασφάλιζε τα χρήματα δανειζόμενη χρήματα από χρηματοπιστωτικό ίδρυμα. Η Ενάγουσα σύμφωνα με την μαρτυρία δεν διεξάγει τραπεζικές εργασίες ούτε είναι εγγεγραμμένη ως χρηματοπιστωτικό ίδρυμα για να δύναται να διεξάγει τέτοιες εργασίες. Εξάλλου η Ενάγουσα δεν δανείζει λεφτά ως τράπεζα αλλά παρέχει υπηρεσίες προεξόφλησης χρεών και τα αναγκαία κεφάλαια τα εξασφαλίζει με δανεισμό από χρηματοπιστωτικό ίδρυμα το οποίο μάλιστα την χρέωνε βάση του επιτρεπόμενου από την Κεντρική Τράπεζα επιτοκίου. Κατατέθηκε επίσης καταστατικό της Ενάγουσας στο οποίο φαίνονται οι σκοποί της Ενάγουσας μεταξύ των οποίων είναι να διεξάγει της εργασίες ή επιχειρήσεις προεξοφλητών, αποδεχτών εκδοχέων, διαπραγματευτών αγοραστών, πωλητών και εμπόρων χρεών εισπρακτέων. Από την ενώπιον μου μαρτυρία δεν προκύπτει με κανένα τρόπο ότι η Ενάγουσα αποδεχόταν καταθέσεις εν τη έννοια του Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Έλληνας Χρηματοδοτήσεις Λτδ ν. Γιάλλουρου
(2006)1 ΑΑΔ σελ. 120: «Από τους πιο πάνω όρους δεν προκύπτει, με κανένα τρόπο ότι η εφεσείουσα αποδεχόταν καταθέσεις εν τη έννοια του Νόμου. Και τούτο διότι σύμφωνα με τον ορισμό του όρου κατάθεση στο άρθρο 2, η ύπαρξη όρου αποπληρωμής του ποσού των χρημάτων που καταβάλλεται ή εισπράττεται συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση χαρακτηρισμού του ποσού ως κατάθεσης. Ούτε από τους όρους 2(Γ) και 2(E) της επίδικης συμφωνίας, αλλά ούτε και από τα Τεκμήρια 1 και 4, εξεταζόμενα στο σύνολο τους, προκύπτει ότι υπήρχε οποιαδήποτε υποχρέωση της εφεσείουσας για αποπληρωμή οποιουδήποτε ποσού χρημάτων που θα εισπραττόταν εκ μέρους της από την εφεσίβλητη, είτε με τόκο, είτε χωρίς τόκο, είτε υπέρ το άρτιο, είτε σε πρώτη ζήτηση, είτε σε τακτή προθεσμία. Στην περίπτωση που η εφεσείουσα θα είχε υποχρέωση να καταβάλει χρήματα στην εφεσίβλητη, η υποχρέωση αυτή δε θα είχε καμία σχέση με οποιαδήποτε κατάθεση την οποία είχε κάνει προηγουμένως η εφεσίβλητη ή με οποιαδήποτε υποχρέωση της εφεσείουσας για αποπληρωμή της. Η υποχρέωση της εφεσείουσας για καταβολή στην εφεσίβλητη του ισάξιου του πιστωτικού υπολοίπου του λογαριασμού της θα μπορούσε να προκύψει π.χ. στην περίπτωση που η εφεσίβλητη είχε επιλέξει να μεταβιβάσει στην εφεσείουσα κινητές αξίες για εξασφάλιση και όχι να της δώσει μετρητά. Υποχρέωση της εφεσείουσας για πληρωμή στην εφεσίβλητη θα μπορούσε επίσης, να προκύψει από τη δημιουργία κέρδους από τις αγοραπωλησίες αξιών από την εφεσίβλητη (λόγω ανόδου στην τιμή των αξιών της εφεσίβλητης). Τέτοια υποχρέωση της εφεσείουσας δεν θα πήγαζε από οποιαδήποτε υποχρέωση για αποπληρωμή οποιασδήποτε κατάθεσης της εφεσίβλητης. Περαιτέρω, σε περίπτωση που οι συμφωνίες θα τερματίζονταν, εάν ο λογαριασμός της εφεσίβλητης είχε πιστωτικό υπόλοιπο, η εφεσείουσα είχε υποχρέωση να της καταβάλει το υπόλοιπο αυτό. Όχι, βέβαια, ως ποσό που η εφεσίβλητη είχε καταθέσει στην εφεσείουσα, αλλά ως ποσό που προέκυπτε από τις χρεώσεις και πιστώσεις στο λογαριασμό της αναφορικά με τις αγορές και πωλήσεις αξιών αντίστοιχα. Εάν στο λογαριασμό της εφεσίβλητης δεν υπήρχε πιστωτικό υπόλοιπο ή υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο η εφεσείουσα δεν είχε υποχρέωση να επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό.» Ενόψει όλων των πιο πάνω ο ισχυρισμός αυτός των Εναγομένων απορρίπτεται. Δεν απέδειξε η Ενάγουσα το απαιτούμενο ποσό Με τη συμφωνία ημερομηνίας 5.1.2000, Τεκμήριο Α3, συμφωνήθηκε προεξοφλητική χρέωση 8%, η οποία όμως σύμφωνα με τον Κανονισμό 7(ε) δύναται να τροποποιηθεί κατά την απόλυτη κρίση της εταιρείας δηλαδή της Ενάγουσας. Ασφαλώς η έννοια «απόλυτη κρίση» δεν εμπεριέχει το στοιχείο της αυθαιρεσίας αλλά το μονόπλευρο της απόφασης. Πράγματι στις 16.10.2003, Τεκμήριο Α11, μεταβλήθηκε το ποσοστό 8% της προεξοφλητικής χρέωσης που προβλέπετο στη συμφωνία και έγινε 13%. Ο μάρτυρας των Εναγόντων Κωνσταντίνος Αδαμίδης επεξηγώντας την κατάσταση λογαριασμού χωρίς ανατοκισμό, που πολύ ορθά έπραξε καθότι δεν δικαιούται ανατοκισμό η Ενάγουσα εταιρεία, αναφέρει τα εξής στη στήλη που αφορά η προεξοφλητική χρέωση το 13%. «Inter/Charge (δ) του Πρώτου Παραρτήματος και στο Δεύτερο Παράρτημα. Λόγω του ότι η ενάγουσα δεν είναι τράπεζα, δανείζεται τα χρήματα που προεξοφλεί στους πελάτες της (συμπεριλαμβανομένης και της εναγόμενης 1) και για τα δάνεια αυτά πληρώνει τόκο. Η προεξοφλητική χρέωση που χρεώνει η ενάγουσα τους πελάτες της κυμαίνεται ανάλογα με το επιτόκιο που η ίδια χρεώνεται από τις τράπεζες συν ένα ποσοστό κέρδους για τις προσφερόμενες υπηρεσίες.» Συνεπώς η προεξοφλητική χρέωση αποτελείται από το επιτόκιο και ένα ποσοστό κέρδους για τις προσφερόμενες υπηρεσίες. Ο μάρτυρας δεν ανέφερε ποιο ήταν το επιτόκιο, το οποίο ελήφθη υπόψη για τον καθορισμό του 13% ούτε πιο ήταν το ποσοστό κέρδους για τις προσφερόμενες υπηρεσίες που εν πάση περιπτώσει η χρέωση του ποσοστού κέρδους για τις προσφερόμενες υπηρεσίες πουθενά αναφέρεται στη συμφωνία Τεκμήριο Α3. Εν πάση περιπτώσει ο μάρτυρας αυτός επεξήγησε στη μαρτυρία του μία άλλη χρέωση, administration charge, επεξηγώντας ότι είναι χρέωση παροχής διαχειριστικών υπηρεσιών την οποία η Ενάγουσα δικαιούται να χρεώνει βάση της συμφωνίας. Επίσης είπε ότι οι χρεώσεις αυτές αποτελούν χρεώσεις για προσφερόμενες από την Ενάγουσα υπηρεσίες. Η χρέωση ποσοστού 13% είναι καταχρηστική. Δεν απέδειξε η Ενάγουσα πόσο ήταν το επιτόκιο που χρεωνόταν ούτε πόσο ήταν το ποσοστό κέρδους για τις προσφερόμενες υπηρεσίες Εκτός του ότι από τα πιο πάνω φαίνεται να είναι καταχρηστική η χρέωση αυτή και αυθαίρετη έχω την εντύπωση ότι η Ενάγουσα χρέωνε 13% προεξοφλητική χρέωση βασιζόμενη στον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 Νόμος 160
(1)/1999, κάτι το οποίο όμως δεν δικαιούτο, καθότι δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα σύμφωνα με την έννοια που αποδίδει σ' αυτό ο Νόμος. Κρίνω ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται στο 13% προεξοφλητική χρέωση αλλά στο ποσοστό 8% όπως είναι το αρχικά συμφωνημένο. Με δεδομένο το νόμιμο της συμφωνίας, ο εντοπισμός ανεπίτρεπτων χρεώσεων μόνο μία συνέπεια επιφέρει. Την ανάλογη μείωση της αξίωσης της Ενάγουσας. C.T.A. Techno Manufacturing Ltd και άλλοι ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2004)1(Β) σελ.
  1. Στην απόφαση αυτή λέχθηκε ότι η χρέωση παράνομου τόκου στην πράξη στη συνέχεια δεν προσδίδει παράνομο χαρακτήρα στη σύμβαση. Συνεπώς από το ποσό που αναφέρεται στο Τεκμήριο 6, χρέωση ή υπόλοιπο κατά τις 17.11.2003, £45.559,12, θα πρέπει να αφαιρεθεί οποιοδήποτε ποσοστό έχει χρεωθεί η Εναγομένη πέραν του 8% και επίσης από το ποσό αυτό να αφαιρεθούν τα πιο κάτω ποσά που πληρώθηκαν μετά τον τερματισμό της συμφωνίας με τις ανάλογες αναπροσαρμογές ως προς τον τόκο. i. Στις 25-11-2003 για ποσό εκ ΛΚ350 ii. Στις 23-12-2003 για ποσό εκ ΛΚ350 iii. Στις 23-1-2004 για ποσό εκ ΛΚ350 iv. Στις 3-2-2004 για ποσό εκ ΛΚ350 v. Στις 2-3-2004 για ποσό εκ ΛΚ350 vi. Στις 5-4-2004 για ποσό εκ ΛΚ350 vii. Στις 26-4-2004 για ποσό εκ ΛΚ350 viii. Στις 12-5-2004 για ποσό εκ ΛΚ350 ix. Στις 21-6-2004 για ποσό εκ ΛΚ350 x. Στις 13-8-2004 για ποσό εκ ΛΚ450 xi. Στις 23-8-2004 για ποσό εκ ΛΚ450 Όσον αφορά όμως τις περιπτώσεις πληρωμής έναντι της οφειλής της Εναγομένης 1 ήταν επιτρεπτό και νόμιμο, άρθρα 59 και 61 του Κεφ. 149, να εξοφλείται πρώτα ο δεδουλευμένος τόκος και μετά να γίνεται αφαίρεση από το ποσό της οφειλής. Οι Ενάγοντες κρατούν και κρατούσαν επιταγές για αξιόγραφα για εξασφάλιση τους Τα εισπρακτέα ορίζονται στον όρο 2 της συμφωνίας ως «.τα εγγεγραμμένα στα βιβλία του προμηθευτή χρέη (book debts), χρέη βάση τιμολογίων, λογαριασμούς, γραμμάτια, χρεωστικά ομόλογα, συναλλαγματικές αποδοχές και ή οποιουδήποτε άλλου τύπου υποχρεώσεις.» Οποιαδήποτε επιταγή, προς όφελος της Εναγομένης 1, δίδετο βάση της συμφωνίας στην Ενάγουσα για προεξόφληση του εισπρακτέου. Δεν ήταν η επιταγή το ίδιο το εισπρακτέο. Το εισπρακτέο ήταν οποιοδήποτε χρέος οφειλόμενο στην Εναγόμενη 1 που φαινόταν σε τιμολόγιο ή άλλως πως που δύνατο να εξοφληθεί και με επιταγές. Μόνο τα χρέη εκχωρούνταν στην Ενάγουσα. Οι εισπράξεις συμπεριλαμβανομένων και επιταγών ξοφλούσαν τα προεξοφλημένα εισπρακτέα. Σύμφωνα με τον όρο 8β της συμφωνίας πληρωμή με επιταγή θα θεωρείται ότι έγινε μόνο μετά την πραγματική είσπραξη των χρημάτων με την εκκαθάριση της επιταγής. Σε περίπτωση μη εκκαθάρισης των επιταγών η Ενάγουσα θα έχει δικαίωμα και όχι υποχρέωση να κινηθεί δικαστικώς προς είσπραξη της οφειλής και η Ενάγουσα 1 θα έχει υποχρέωση να της παράσχει κάθε δυνατή βοήθεια γι' αυτό. Οι επιταγές που κατατέθηκαν εκ συμφώνου ότι παραμένουν απλήρωτες αφού δεν τιμήθηκαν κατά την παρουσίαση τους στην τράπεζα για οποιοδήποτε λόγο παραμένουν ιδιοκτησία της Ενάγουσας και επειδή δεν τιμήθηκαν δεν σημαίνει ότι η Εναγομένη 1 παύει να χρωστεί τα συγκεκριμένα ποσά στην Ενάγουσα βάση της συμφωνίας. Και αυτός ο ισχυρισμός των Εναγομένων απορρίπτεται. Δεν απέδειξαν ότι απέστελλαν ειδοποιήσεις και καταστάσεις λογαριασμού από τους Ενάγοντες στους Εναγόμενους Η επιστολή προσφοράς της Ενάγουσας προς την Εναγομένη 1 έχει σταλεί στη διεύθυνση της Εναγομένης 1 που είναι η Αγία Βαρβάρα Λευκωσία, Τεκμήριο Α
  2. Ακολούθως η Ενάγουσα έλαβε απάντηση στην προσφορά Τεκμήριο Α2 στην οποία η Εναγομένη 1 δήλωνε ως εγγεγραμμένο γραφείο, διεύθυνση Αγία Βαρβάρα Λευκωσία. Στη συμφωνία Τεκμήριο Α3 η Εναγομένη 1 δήλωσε ως διεύθυνση την ίδια πιο πάνω, Αγία Βαρβάρα Λευκωσία. Στην εγγυητική Τεκμήριο Α8 ο Εναγόμενος 2 δήλωσε ως διεύθυνση του, Αγία Βαρβάρα Λευκωσία, στο σημείο το οποίο υπέγραψε. Η ίδια διεύθυνση δηλώθηκε και στο Τεκμήριο Α9, έγγραφο αποζημίωσης, το οποίο πάλι υπέγραψε ο Εναγόμενος
  3. Η υπογραφή του είναι κάτω από τη διεύθυνση. Μετά από αυτά, όλα τα έγγραφα που αφορούσαν τον λογαριασμό αποστέλλοντο στη δηλωθείσα διεύθυνση. Επίσης στην ίδια διεύθυνση απεστάλη το Τεκμήριο Α10 επιστολή ημερομηνίας 1.2.2001 για να ενημερωθεί η Εναγόμενη για θέματα προεξοφλητικής χρέωσης και διευκολύνσεων που απολάμβαναν. Η επιστολή 16.10.2003, Τεκμήριο Α11 που ήταν η ειδοποίηση για επαναγορά των εισπρακτέων ενόψει παράβασης ουσιώδους όρου της συμφωνίας από μέρους της Εναγομένης 1 καθώς επίσης και η επιστολή Τεκμήριο Α12, η οποία κοινοποιήθηκε και στον Εναγόμενο 2 στην ίδια διεύθυνση που ήταν η ειδοποίηση τερματισμού της συμφωνίας. Οι Εναγόμενοι ουδέποτε ειδοποίησαν την Ενάγουσα ότι άλλαξε η διεύθυνση τους και αυτός ο ισχυρισμός των Εναγομένων απορρίπτεται. Η εγγυητική συμφωνία είναι παράνομη Είναι ισχυρισμός των Εναγομένων και ειδικά του Εναγόμενου 2 ότι η εγγύηση φαίνεται καθαρά ότι ήταν συνεγγύηση, δηλαδή οι δύο εγγυητές είχαν πρόθεση να εγγυηθούν αλληλέγγυα για το ποσό το οποίο θα έπαιρνε η Εναγόμενη
  4. Ο δεύτερος εγγυητής όμως, ο Λάζαρος Παπαπέτρου, διαγράφηκε σε μεταγενέστερο χρόνο και ο Εναγόμενος 2 ουδεμία ειδοποίηση έλαβε περί τούτου και ούτε τη συγκατάθεση του έδωσε. Αυτό το γεγονός και μόνο καθιστά το εγγυητήριο έγγραφο άκυρο και παράνομο. Ως εκ τούτου ο Εναγόμενος 2 καμία ευθύνη έχει για οποιοδήποτε ποσό αν αποδειχθεί ότι οφείλεται από την Εναγόμενη
  5. Επίσης δεν υπήρξε συμμόρφωση με την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 1 και έτσι αφαίρεσαν τον δεύτερο εγγυητή, Λάζαρο Παπαπέτρου. Ο πιο πάνω ισχυρισμός των Εναγομένων ότι η εγγύηση φαίνεται καθαρά ότι ήταν συνεγγύηση, δηλαδή οι δύο εγγυητές είχαν πρόθεση να εγγυηθούν αλληλέγγυα για το ποσό το οποίο θα έπαιρνε η Εναγομένη 1 και ότι ο δεύτερος εγγυητής Λάζαρος Παπαπέτρου διαγράφηκε σε μεταγενέστερο χρόνο και ο Εναγόμενος 2 ουδεμία ειδοποίηση έλαβε περί τούτου και ούτε τη συγκατάθεση του έδωσε δεν περιέχεται στα δικόγραφα και ειδικά στην υπεράσπιση τους και συνεπώς το Δικαστήριο δεν θα τον εξετάσει. Ο μόνος δικογραφημένος ισχυρισμός των Εναγομένων σχετικά με την εγγύηση είναι ότι ο Εναγόμενος 2 αρνείται την ύπαρξη συμφωνίας εγγύησης ημερομηνίας 5.1.2000 ή οποιασδήποτε άλλης ημερομηνίας και ακόμα αρνείται την ύπαρξη συμφωνίας με την οποία ανέλαβε την υποχρέωση να εγγυηθεί την εκτέλεση όλων των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα. Δεν είναι επιτρεπτή η εξέταση θεμάτων που δεν αναφέρονται στα δικόγραφα. Όπως αποφασίστηκε στην Πουρίκκος ν. Μυροφόρος Κ. Σάββα και άλλων
(1991)1 ΑΑΔ σελ. 507: «Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι για τους σκοπούς έκδοσης της απόφασης του το Δικαστήριο εξετάζει και λαμβάνει υπόψη μόνο μαρτυρία ενώπιον του η οποία καλύπτεται από τα δικόγραφα και αγνοεί μαρτυρία που δεν συνάδει με αυτά. Τα επίδικα θέματα αναφορικά με τα οποία το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει την ετυμηγορία του καθορίζονται με αναφορά στο περιεχόμενο της δικογραφίας και όχι με αναφορά σε μαρτυρία που έχει προσαχθεί αλλά δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα.» Η Ενάγουσα, με επιστολή της ημερομηνίας 4.1.2000, Τεκμήριο Α1 και με βάση τις πληροφορίες και τα στοιχεία που έδωσαν οι Εναγόμενοι, τους πληροφορούσαν ότι είχαν αποδεχτεί το αίτημα τους για προσφορά στην εταιρεία τους, Εναγομένη 1, υπηρεσιών αγοράς εισπρακτέων με όρους που περιέχονται στη σχετική συμφωνία και με όρους που αναφέροντο στην επιστολή αυτή και αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας. Στην παράγραφο 6 του Τεκμηρίου Α1, κάτω από τον τίτλο ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ αναφέρεται α) Προσωπικές Εγγυήσεις από τους κ.κ. Γιαννάκη και Λάζαρο Παπαπέτρου για απεριόριστο ποσό. β) Έγγραφο αποζημίωσης από το Γιαννάκη Παπαπέτρου. Οι λέξεις «και Λάζαρο» έχουν διαγραφεί με μελάνι. Συνεπώς φαινόταν από την επιστολή προσφοράς ότι ο Λάζαρος Παπαπέτρου δεν θα παραχωρούσε προσωπική εγγύηση ως εξασφάλιση στη συμφωνία. Η επιστολή αυτή προσφοράς είναι υπογραμμένη από την ίδια την εταιρεία Εναγομένη 1 και η υπογραφή έχει τεθεί κάτω από την φράση «Δεχόμαστε και συμφωνούμε με τα πιο πάνω». Στην αντεξέταση του ο Εναγόμενος 2 αναγνώρισε την υπογραφή του ως δική του. Η εγγυητική Τεκμήριο Α8 είναι υπογραμμένη από το Γιαννάκη Παπαπέτρου και το όνομα Λάζαρος Παπαπέτρου είναι πάλι διαγραμμένο με μελάνι. Η παράγραφος 19 της εγγυητικής αναφέρει τα εξής: «Δήλωση. Κάθε Εγγυητής δηλώνει ότι πριν να υπογράψει την παρούσα εγγυητική ζήτησε νομική συμβουλή αναφορικά με τη σημασία και την ισχύ αυτού του εγγράφου και ότι έχει κατανοήσει και συμφωνεί με όλους τους όρους της Εγγυητικής αυτής.» Η εγγυητική δεν ακυρώθηκε με οποιοδήποτε τρόπο. Συνεπώς ο Εναγόμενος δεν μπορεί να επικαλείται ακυρότητα της εγγυητικής ούτε και του εγγράφου αποζημίωσης Τεκμήριο Α
  1. Ο Εναγόμενος 2 δεν έκαμε οποιαδήποτε συμφωνία με την Ενάγουσα, ούτε ετέθη οποιαδήποτε προϋπόθεση για να ισχύσει η εγγύηση. Ο Εναγόμενος 2 συμφώνησε με την Ενάγουσα και υπόγραψε την εγγυητική και το έγγραφο αποζημίωσης. Ο Εναγόμενος 2 πριν υπογράψει την εγγυητική, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο Α8, παράγραφος 19, ζήτησε νομική συμβουλή. Ο Εναγόμενος 2 κατά την αντεξέταση του δεν αμφισβήτησε τις υπογραφές στα Τεκμήρια Α1, Α8 και Α
  2. Αποτέλεσμα Ενόψει όλων των πιο πάνω, εκδίδεται προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα απόφαση για ποσό £45.559,12 ήτοι €77.842,37 (αφαιρουμένου του ποσοστού του τόκου που χρεώθηκαν οι Εναγόμενοι πέραν από το 8%) με τόκο 8% ετησίως από 18.11.2003 μέχρι εξοφλήσεως μείον £4.050 (€6.919,83) που πληρώθηκαν μετά τον τερματισμό της συμφωνίας, όπως πιο κάτω, με ανάλογες αναπροσαρμογές σε ότι αφορά τον τόκο. i. Στις 25-11-2003 για ποσό εκ ΛΚ350 ii. Στις 23-12-2003 για ποσό εκ ΛΚ350 ix. Στις 23-1-2004 για ποσό εκ ΛΚ350 x. Στις 3-2-2004 για ποσό εκ ΛΚ350 xi. Στις 2-3-2004 για ποσό εκ ΛΚ350 xii. Στις 5-4-2004 για ποσό εκ ΛΚ350 xiii. Στις 26-4-2004 για ποσό εκ ΛΚ350 xiv. Στις 12-5-2004 για ποσό εκ ΛΚ350 ix. Στις 21-6-2004 για ποσό εκ ΛΚ350 x. Στις 13-8-2004 για ποσό εκ ΛΚ450 xi. Στις 23-8-2004 για ποσό εκ ΛΚ450 Επιδικάζονται επίσης προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων δικηγορικά έξοδα στη σχετική κλίμακα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........ Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.