Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Jacques Farel Ltd κ.ά., Αρ. Αγωγής: 6667/96, 5 Μαΐου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A178 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Ιωαννίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6667/96 Μεταξύ: Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων -και-
(6)ετών από την ημερομηνία που εκδόθηκε η απόφαση από την έκδοση του παρόντος διατάγματος». Αδελφός Δικαστής, ενώπιον του οποίου τέθηκε η Αίτηση, έδωσε οδηγίες όπως αυτή επιδοθεί στους Εναγομένους. Η Αίτηση επεδόθηκε στους Εναγομένους οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στις 24.9.09, ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη η Αίτηση. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε την Αίτηση, έκρινε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για έκδοση της αιτούμενης θεραπείας. Κατ' επέκταση έδωσε την αιτούμενη άδεια. Στις 30.9.09 καταχωρίστηκε η υπό εκδίκαση Αίτηση με την οποία αξιώνεται «Ακύρωση και/ή παραμερισμός και/ή Διάταγμα που να παραμερίζει και/ή ακυρώνει το Διάταγμα που εξεδόθη στις 24.9.09 στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή στην αίτηση των καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 18.5.09». Η Αίτηση βασίζεται (παρατίθεται αυτολεξεί η νομική της βάση) «στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 Θ.10, Δ.26, Θ.14 και 15, Δ.33 Θ.5, Δ.40 Θ.8, Δ.48 Θ1-3, 8 και 9 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου». Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου κας Σοφίας Νεοφύτου, η οποία κάνει αναφορά στους λόγους για τους οποίους οι πελάτες της δεν εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο στις 24.9.09, ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη η Αίτηση των Εναγόντων για εξασφάλιση άδειας για εκτέλεση της δικαστικής απόφασης. Η κα Νεοφύτου, ανάμεσα σε άλλα, αναφέρει ότι «οι Ενάγοντες πολύ πιθανόν να εισέπραξαν συνολικά περισσότερα απ' ότι προέβλεπε η εναντίον τους εκδοθείσα Απόφαση». Αναφέρει επίσης ότι οι Ενάγοντες εισέπραξαν από τους Εναγομένους «και μεγάλο ποσό σε μετρητά από τις 29.1.03 μέχρι και τις 10.3.06 και επιφυλάσσουμε το δικαίωμα των Εναγομένων να προσκομίσουμε όλες τις απαραίτητες αποδείξεις είσπραξης». Συνάγεται από τα πιο πάνω ότι η ίδια ουσιαστικά δεν γνωρίζει τι ακριβές ποσό εισέπραξαν οι Ενάγοντες σε σχέση με την απόφαση που εξασφάλισαν εναντίον των Εναγομένων. Οι Ενάγοντες καταχώρισαν Ένσταση η οποία βασίζεται σε 12 λόγους. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω τους βασικότερους: «
- Οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση περί καταβολής πληρωμών από τους εναγόμενους προς τους ενάγοντες, είναι συμπερασματικοί και/ή ατεκμηρίωτοι και/ή γενικοί και αόριστοι και/ή ουδόλως ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
- Οι ισχυρισμοί περί της σημερινής κατάστασης της εξ' αποφάσεως οφειλής των εναγομένων είναι ατεκμηρίωτοι και/ή ουδόλως ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
- Τα γεγονότα που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ουδόλως δικαιολογούν την αίτηση και συγκεκριμένα αφορούν μόνο ισχυρισμούς σχετιζόμενους με πιθανές ενστάσεις εναντίον της λήψης οποιωνδήποτε μέτρων εκτέλεσης ήθελαν λάβουν οι ενάγοντες και όχι με το δικαίωμα των εναγόντων για ανανέωση της εκτέλεσης της απόφασης.
- Καμία αδικία δεν έχει προκληθεί στους εναγόμενους και/ή κανένα πλεονέκτημα δεν έχει δοθεί στους ενάγοντες εις βάρος των εναγομένων από το Διάταγμα ημερομηνίας 24/09/2009.» Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της δικηγόρου κας Μαρίνας Ιεροκηπιώτου. Με άδεια του Δικαστηρίου καταχωρίστηκαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις και από τις δύο πλευρές. Έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, των κατατεθέντων τεκμηρίων, και τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Θα σταθώ σε αυτά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Οι Ενάγοντες με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση τους αναφέρουν πως οι Εναγόμενοι μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης κατέβαλαν σε αυτούς το συνολικό ποσό των €41.835,11 αφήνοντας σημαντικό οφειλόμενο υπόλοιπο. Συγκεκριμένα αναφέρουν ότι σε σχέση με την πώληση του ακινήτου στον Πεδουλά εισπράχθηκε από τους Ενάγοντες στις 3.12.98 το ποσό των €29.046,22 το οποίο πιστώθηκε στον λογαριασμό των Εναγομένων. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι εισέπραξαν σε μετρητά από τους Εναγομένους κατά την περίοδο 2003-2005 το συνολικό ποσό των €11.703,
- Σε σχέση με την πώληση του ακινήτου στον Άγιο Δομέτιο αναφέρουν ότι η υποθήκη που είχαν οι Ενάγοντες στο επίδικο ακίνητο ήταν πέμπτη στη σειρά αφού προηγούνταν άλλες τέσσερις υποθήκες προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου. Με αναφορά σε έγγραφα αναφέρουν ότι δέχθηκαν να εξαλειφθεί η εν λόγω υποθήκη αφού κανένα όφελος δεν θα απεκόμιζαν από την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Εν κατακλείδι ήταν η θέση τους ότι δεν εισέπραξαν ο,τιδήποτε από την πιο πάνω υποθήκη. Σε σχέση με τον ισχυρισμό των Εναγομένων περί καταβολής του ποσού των €39.000,54 από την πώληση εμπορευμάτων, οι Ενάγοντες αναφέρουν ότι κανένα ποσό δεν εισέπραξαν. Ισχυρίζονται ακόμη ότι από το τεκμήριο 10 στην ένορκη δήλωση των Αιτητών δεν αποδεικνύεται ότι εισπράχθηκε αυτό το ποσό. Αυτό που αποδεικνύεται είναι ότι επρόκειτο τα εν λόγω προϊόντα να πωληθούν με δημόσιο πλειστηριασμό και το ποσό των €39.000,54 ήταν η τιμή την οποία οι Εναγόμενοι θεωρούσαν ότι άξιζαν τα προϊόντα τους και όχι η τιμή στην οποία αυτά πωλήθηκαν. Τα εν λόγω προϊόντα μέχρι και τις 29.9.99 δεν είχαν ακόμη πωληθεί. Τέλος, ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι εξακολουθούν να οφείλουν ποσό ύψους €426.547,99 συμπεριλαμβανομένων τόκων. Το βάρος απόδειξης ότι η δικαστική απόφαση έχει εξοφληθεί το φέρουν οι Εναγόμενοι, οι οποίοι στην παρούσα διαδικασία δεν κατάφεραν να το αποσείσουν. Ουσιαστικά ούτε και οι ίδιοι δεν γνωρίζουν τι ποσό κατέβαλαν έναντι της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε εναντίον τους. Όπως αναφέρουν «γίνεται παράλληλα εντατική προσπάθεια προς εξεύρεση και αποκάλυψη περαιτέρω στοιχείων που είναι και πιθανόν να οδηγήσουν στο αποτέλεσμα ότι οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν εισπράξει ποσό μεγαλύτερο του αρχικώς οφειλομένου». Δεν με βρίσκουν σύμφωνο τα όσα ανέφερε η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγομένων ότι στην παρούσα διαδικασία εφαρμόζονται οι αποφάσεις για παραμερισμό δικαστικών αποφάσεων λόγω παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης. Δεν τίθεται εδώ θέμα αποκάλυψης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης αφού έχει ήδη εκδοθεί εκ συμφώνου δικαστική απόφαση. Είναι γεγονός ότι οι Ενάγοντες θα έπρεπε στην ένορκη δήλωση που υποστήριζε την Αίτηση τους ημερομηνίας 18.5.2009 να είχαν κάνει αναφορά στο οφειλόμενο ποσό της απόφασης και στα ποσά που εισέπραξαν έναντι αυτής. Αυτό όμως δεν είναι μοιραίο αφού συνάγεται από την ένορκη τους δήλωση πως υπάρχει ακόμη εξ αποφάσεως χρέος. Οι Ενάγοντες έχουν επίσης ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης δεν επέδειξαν αδικαιολόγητη αδράνεια αλλά έκαναν προσπάθειες για να εκτελέσουν την απόφαση που εκδόθηκε προς όφελος τους. Άλλωστε, ο ισχυρισμός τους ότι έχουν καταχωρίσει εντάλματα κινητών εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 και ότι αυτά δεν έχουν εκτελεστεί, παρά τις προσπάθειες του δικαστικού επιδότη, δεν αμφισβητείται από τους Εναγομένους. Οι Αιτητές μάλιστα ισχυρίζονται πως οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεν έχουν ακίνητη ιδιοκτησία. Ισχυρίζονται επίσης πως οι Εναγόμενες Εταιρείες 1 και 5 από τον Νοέμβριο του 1995 δεν ασκούν δραστηριότητες, δεν έχουν περιουσία στο όνομα τους και οφείλουν σημαντικά ποσά «στον Φόρο Εισοδήματος». Συνάγεται από τα πιο πάνω πως δικαιολογημένα οι Ενάγοντες επεδίωξαν να εκτελέσουν τη δικαστική απόφαση εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 με εντάλματα κινητών εναντίον τους. Με δεδομένο ότι το Δικαστήριο αποφάσισε ήδη ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της αιτούμενης άδειας, οι Εναγόμενοι όφειλαν στην παρούσα διαδικασία να αποδείξουν ότι εξόφλησαν τη δικαστική απόφαση, εφόσον ισχυρίζονται κάτι τέτοιο, και όχι να παραθέσουν γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς και να προωθούν τη θέση ότι με αυτούς τους ισχυρισμούς δικαιούνται να παραμερίσουν την άδεια που δόθηκε, και ότι σε ενδεχόμενη εκδίκαση νέας Αίτησης θα αποδείξουν την πλήρη εξόφληση της απόφασης. Τα Δικαστήρια, ως γνωστό, δεν αποφασίζουν επί ματαίω. Άλλωστε εάν οι Εναγόμενοι θεωρούν ότι εξόφλησαν το εξ αποφάσεως χρέος, θα μπορούν να προβάλουν τέτοια Υπεράσπιση αν και εφόσον οι Ενάγοντες στραφούν με μέτρα εκτέλεσης εναντίον τους. Με άλλα λόγια, με τη χορήγηση της άδειας δεν φαίνεται να παραβλάπτονται καθ' οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα των Εναγομένων, και είναι ορθά τα όσα αναφέρει η ευπαίδευτη συνήγορος κα Ιεροκηπιώτου στην παράγραφο 11 της ένορκης της δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση. Υπό το φως των πιο πάνω, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση-Εναγόντων και εναντίον των Αιτητών-Εναγομένων, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ......... Ι. Ιωαννίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /νχ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο