Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ιωάννη Ποντίκη, Αγωγή αρ. 4064/2009, 12 Μαΐου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A187 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 4064/2009 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγοντες και Ιωάννη Ποντίκη Εναγομένου 12 Μαΐου,
- Για τους ενάγοντες - αιτητές, εμφανίζεται ο κ. Γ. Κουρσάρης για κ.κ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον εναγόμενο - καθ' ου η αίτηση, εμφανίζεται ο Α. Αργυριάδης για κ.κ. Δημήτριος Α. Παυλίδης και Συνεργάτες. Απόφαση για την αίτηση ημερ. 11.9.09 (αίτημα για την έκδοση συνοπτικής απόφασης) ------------------------------------------------------------- Δια κλητηρίου εντάλματος ειδικώς οπισθογραφημένου, οι ενάγοντες - αιτητές («οι αιτητές»), ένας τραπεζικός οργανισμός, διεκδικούν από τον εναγόμενο - καθ' ου η αίτηση («ο καθ' ου η αίτηση»), το ποσόν των €1.326,51, ως το χρεωστικό υπόλοιπο χρεοπιστωτικού λογαριασμού. Διεκδικούν, επίσης, τόκους και έξοδα. Στην έκθεση απαίτησης καταγράφονται, ως η βάση της αγωγής, τα εξής: Δυνάμει συμφωνίας οι αιτητές παρεχώρησαν στον καθ' ου η αίτηση χρηματικές διευκολύνσεις μέσω πιστωτικής κάρτας τύπου «Visa Card» («η κάρτα») με όριο το ποσόν των Λ.Κ.500-. Ανοίχθηκε, συναφώς, επ' ονόματι του καθ' ου η αίτηση, ο χρεοπιστωτικός λογαριασμός υπ' αριθμόν 0127-09-057632 («ο λογαριασμός»). Η συμφωνία προέβλεπε, μεταξύ άλλων, πως ο καθ' ου η αίτηση θα χρησιμοποιούσε την κάρτα εντός του πιστωτικού ορίου του λογαριασμού, πως το εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού θα ήταν τοκοφόρο με επιτόκιο 9% ετησίως ή με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο και πως οι αιτητές εδικαιούντο να ακυρώσουν την κάρτα οποτεδήποτε και χωρίς προειδοποίηση. Σε τέτοια περίπτωση, ο καθ' ου η αίτηση υποχρεούτο να εξοφλήσει αμέσως το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού, επιπλέον τους τόκους και τα έξοδα. Στις 12.6.09, όταν το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού ανήλθε στα €1.326,51, οι αιτητές ακύρωσαν την κάρτα και κάλεσαν τον καθ' ου η αίτηση να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις του. Αυτός αρνήθηκε. Δια της υπεράσπισης και ανταπαίτησης που κατεχώρισε, ο καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται διαζευκτικώς τα εξής: (α) Εν σχέσει με την κάρτα ουδέν ποσόν οφείλει. (β) Το παρουσιαζόμενο ως το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού είναι το αποτέλεσμα παράνομων και αντισυμβατικών υπερχρεώσεων καθώς και παράνομων και αντισυμβατικών χρεώσεων τόκων. (γ) Η συμφωνία είναι παράνομη, αντίθετη με τα συναλλακτικά ήθη και καταπιεστική. Ο καθ' ου η αίτηση ανταπαιτεί την έκδοση δηλωτικής απόφασης για το ότι αυτός ουδέν ποσόν οφείλει και το ότι η συμφωνία είναι παράνομη. Στις 11.9.09, λίγες ημέρες μετά την καταχώριση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης, κατεχωρίστηκε η υπό συζήτησιν αίτηση για την έκδοση συνοπτικής απόφασης («η αίτηση»). Η αίτηση βασίζεται επί της Δ.18 θ.θ. 1, 2 και 9 (α) και επί της Δ.48 θ.θ. 1 έως και 4 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Την αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού ο οποίος δηλώνει κατ' αρχάς τα εξής: «
- Είμαι υπάλληλος των ως άνω εναγόντων - αιτητών, έχω θετική γνώση των γεγονότων που αφορούν εις την ως άνω υπόθεση και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβώ εις την παρούσα ένορκο δήλωσιν. Για κάθε σημαντικό για την αγωγή χρόνο ήμουν στην υπηρεσία των εναγόντων στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών (Recoveries Department) σαν ένας εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης χρεωστικών λογαριασμών των πελατών στον οποίον περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός των εναγομένων. Στο τμήμα μας κατέχουμε και φυλάττουμε όλα τα σχετικά έγγραφα και έχουμε την ευθύνη της παρακολούθησης των εν λόγω λογαριασμών. Σε μένα έχει ανατεθεί η παρακολούθηση του λογαριασμού των εναγομένων τα έγγραφα των οποίων έχω στην κατοχή μου και υπό τον έλεγχο και φύλαξη μου. Ετοιμάζω τις καταστάσεις προβληματικών λογαριασμών μεταξύ των οποίων και την παρούσα. Η εν λόγω κατάσταση επισυνάπτεται με την παρούσα ένορκη μου δήλωση την οποία και προσυπογράφω μαζί με τον διευθυντή του Τμήματος Προβληματικών Λογαριασμών». Περαιτέρω, ο Χριστόδουλος Παπαλαμπριανού επαναλαμβάνει την αιτία της αγωγής και το ποσόν που αξιώνεται και εκφράζει την πεποίθηση πως δεν υπάρχει υπεράσπιση. Ο καθ' ου η αίτηση ενίσταται. Οι λόγοι που προβάλλει στη γραπτή ένστασή του συνοψίζονται ως εξής:
(1)Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.
(2)Η ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού δεν πληροί τις προϋποθέσεις που τάσσουν η Δ.18 και η Δ.39. Αυτός δεν προσδιορίζει με σαφήνεια την πηγή της γνώσης του και ούτε, από όσα αυτός δηλώνει, μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα πως έχει ιδίαν αντίληψιν.
(3)Το αξιούμενο ποσόν είναι το αποτέλεσμα παράνομου ανατοκισμού και παράνομων υπερχρεώσεων.
(4)Υπάρχει καλή υπεράσπιση ως προς την ουσία της υπόθεσης. Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του ίδιου του καθ' ου η αίτηση. Επί των γεγονότων, ο καθ' ου η αίτηση αναφέρει τα εξής: (α) Ο Χριστόδουλος Παπαλαμπριανού δεν τον γνωρίζει και ουδέποτε ήταν παρών κατά τη σύναψη οιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ του ιδίου και των αιτητών. Εν πάση περιπτώσει, δεν υπάρχει οιαδήποτε συμφωνία. (β) Οι αιτητές επενέβησαν παρανόμως στο λογαριασμό υπερχρεώνοντας και επιβαρύνοντάς τον με ποσά τα οποία δεν οφείλονται. Περαιτέρω, ο καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται πως η ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού είναι αντικανονική και πως ο ίδιος έχει καλή υπεράσπιση, η δε υπόθεση είναι συζητήσιμη. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη με αγορεύσεις, επί τη βάσει των ισχυρισμών περί τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις του Χριστοδούλου Παπαλαμπριανού και του καθ' ου η αίτηση. Δεν επεχειρήθηκε η παρουσίαση περαιτέρω μαρτυρίας δια της καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων και ούτε ζητήθηκε η αντεξέταση οιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Είναι χρήσιμο να αναφερθεί πως η προβλεπόμενη από τη Δ.18 διαδικασία έκδοσης συνοπτικής απόφασης είναι εξαιρετική. Αυτή παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης μιας αγωγής και, εάν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αυτή αποκλείει τον εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εις βάρος του αξίωση. Η διαδικασία αυτή ενεργοποιείται εφ' όσον συντρέχουν οι εξής τρεις προϋποθέσεις: (α) Η αγωγή ηγέρθηκε επί κλητηρίου ειδικώς οπισθογραφημένου (Δ.2 0.6). (β) Ο εναγόμενος κατεχώρισε εμφάνιση. (γ) Η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης κατεχωρίστηκε από τον ίδιο τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο, το οποίο, όμως, δύναται να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Ο ενόρκως δηλών επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσόν που αξιώνεται. Επίσης, αυτός εκφράζει την πεποίθησή του πως δεν υπάρχει υπεράσπιση (Δημητρίου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Δ.Δ. 782, 789). Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της δικαιοδοσίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης επιβάλλει την αυστηρή προσέγγιση της συνδρομής των δικαιοδοτικών προϋποθέσεων εν γένει και της επάρκειας της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει τη σχετική αίτηση ειδικότερα [Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω)]. Εάν οι δικαιοδοτικές αυτές προϋποθέσεις ικανοποιούνται, τότε το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο ο οποίος θα πρέπει είτε να δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής (a good defence) είτε να αποκαλύψει γεγονότα ικανά για να του παράσχουν δικαίωμα να ακουσθεί (disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend). «Συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνον όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος στερείται υπεράσπισης. Όπου παρέχονται λεπτομέρειες που δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή, όπου σε απάντηση της αξίωσης εγείρονται θέματα που θα πρέπει να εκδικασθούν ή αποκαλύπτονται γεγονότα που κρίνονται ως αρκετά να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει υπεράσπιση, τότε του παρέχεται δικαίωμα για υπεράσπιση (Trans Middle East (Trading) Ltd v. Tlais
(1991)1 A.A.Δ 239). ................................................................................. Στην πρακτική είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αποκαλύψει γεγονότα ικανά να καταδείξουν καλόπιστα την ύπαρξη δικασίμου θέματος. Άδεια για καταχώριση υπεράσπισης θα πρέπει να του παρέχεται, ακόμα και όταν φαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας (Jacobs v. Booth's Distillery Co.
(1901)85 L.T. 262)». [Μεττή κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 417, 421-2]. Και, ακόμα, «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης». [Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 418, 423 δείτε και τις Ζερβός v. Euroinvestment and Finance Ltd
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968, 1972, Marke Trends Financial Services Limited v. Χατζηκυπριανού,
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1605 και Αγαθοκλής Σχίζας ν. Euroinvestment Finance Ltd
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1866]. Έχω μελετήσει με προσοχή τα ενώπιόν μου νομικά και πραγματικά δεδομένα, καθοδηγουμένη και από τη σχετική νομολογία. Καταλήγω πως η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για δύο διακεκριμένους λόγους: Αφ' ενός δεν ικανοποιείται η δικαιοδοτική προϋπόθεση της υποστήριξης της αίτησης από την ένορκη δήλωση προσώπου το οποίο διαθέτει θετική γνώση περί των γεγονότων. Αφ' ετέρου, ο καθ' ου η αίτηση πέτυχε να εγείρει θέματα ικανά να του παράσχουν το δικαίωμα να ακουσθεί. Συγκεκριμένα παρατηρώ και διαπιστώνω τα ακόλουθα: Εφ' όσον ο ενιστάμενος καθ' ου η αίτηση αμφισβητεί ρητώς την ικανότητα του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού να ορκισθεί θετικά για τα κρίσιμα γεγονότα, συνδέοντας τον ισχυρισμό του αυτό και με τα όσα διαλαμβάνει η Δ.39, η απόδειξη της συνδρομής της δικαιοδοτικής αυτής προϋποθέσεις εξακολουθεί να βαραίνει τους αιτητές. Σημειώνω πως η δήλωση του μάρτυρα πως «έχ(ει) θετική γνώση των γεγονότων» δεν αρκεί. Πρόκειται για απλή επανάληψη, από το μάρτυρα, της σχετικής νομοθετικής διατύπωσης («...any other person who can swear positively to the facts...»). Όμως, η δήλωση αυτή παραμένει μετέωρη εφ' όσον, από το υπόλοιπο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού και από τα συμφραζόμενα αυτής προκύπτει πως αυτός έχει ίδιαν γνώσιν των κρίσιμων γεγονότων μόνον από το χρονικό σημείο που ο λογαριασμός μετεκινήθηκε στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών (Recoveries Department), όπου ο ίδιος υπηρετεί. Για όσα προηγήθηκαν του χρονικού αυτού σημείου, και ιδίως για την χρεοπιστωτική πορεία του λογαριασμού πριν αυτός καταλήξει στο προαναφερθέν τμήμα (ζήτημα καίριας σημασίας δεδομένης της ένστασης του καθ' ου η αίτηση), ο Χριστόδουλος Παπαλαμπριανού δεν δηλώνει να έχει ιδίαν γνώσιν. Έτσι, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί πως ο μάρτυρας αυτός γνωρίζει τα όσα προηγήθηκαν της κατάληξης του λογαριασμού στο τμήμα επισφαλών λογαριασμών και, ιδίως, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί πως ο μάρτυρας αυτός γνωρίζει τη χρεοπιστωτική πορεία του λογαριασμού, η γνώση του αυτή προκύπτει από πληροφόρηση, τις πηγές της οποίας δεν κατονομάζει. Η παράλειψη αυτή συνιστά παραβίαση της Δ.39 η οποία επιτρέπει μεν σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η προκείμενη, την παρουσίαση μαρτυρίας η οποία προκύπτει από πληροφόρηση και όχι κατ' ανάγκην από ίδιαν γνώση, επιβάλλει, όμως, την αποκάλυψη των πηγών αυτής της πληροφόρησης. Τότε μόνον οι αναφορές του πληροφορηθέντος είναι αποδεκτές ως μαρτυρία και μπορούν να ληφθούν υπ' όψιν. Σε αντίθετη περίπτωση, οι αναφορές αυτές πρέπει να αγνοηθούν [Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598, 605]. Οι αιτητές μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τις αμφισβητήσεις του καθ' ου η αίτηση είτε με την παρουσίαση περαιτέρω μαρτυρίας, καταχωρώντας συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, και είτε με την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος καθ' ου η αίτηση. Νομολογήθηκαν σχετικώς τα εξής: «σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται, ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του..... Ο Αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση» (lacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1377, 1380, δείτε και την Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1858, 1863). Όμως, οι αιτητές παρέλειψαν να προβούν σε οποιαδήποτε προσπάθεια απόσεισης του βάρους απόδειξης που τους βαραίνει. Κατά την ακρόαση της αίτησης, η πλευρά τους περιορίσθηκε σε αγόρευση. Επιπλέον, με τα όσα ο καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται περί τα γεγονότα δημιουργήθηκε αμφιβολία κατά πόσον οι αιτητές ενήργησαν, εν προκειμένω, νόμιμα. Παραμένουν, ιδίως, αναπάντητοι οι ισχυρισμοί του καθ' ου η αίτηση περί υπερχρεώσεων του χρεωστικού υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού υπ' αριθμόν 0127-09-057632 και περί αυθαίρετης και παράνομης χρέωσης τόκων. Οι αιτητές δεν αντέκρουσαν με περαιτέρω μαρτυρία τα όσα σχετικά ισχυρίζεται ο καθ' ου η αίτηση. Και ούτε η παρουσιασθείσα κατάσταση του λογαριασμού (τεκμήριο Δ), δύναται να διασκεδάσει τις αιτιάσεις αυτές. Το τεκμήριο Δ παρουσιάζει, απλώς και μόνον, ένα ποσόν ως το χρεωστικό υπόλοιπο χωρίς την παραμικρή καταγραφή της χρεοπιστωτικής πορείας του λογαριασμού. Εφ' όσον προβάλλονται ισχυρισμοί περί παράνομων υπερχρεώσεων και επιβαρύνσεων του λογαριασμού, το ελάχιστο που θα ανέμενε κάποιος από τους αιτητές είναι να παρουσιάσουν μια πλήρη κατάσταση αυτού, στην οποίαν να παρουσιάζονται όλες οι κατά καιρούς χρεώσεις και πιστώσεις του. Η παρουσίαση μιας κατάστασης λογαριασμού ως το τεκμήριο Δ, στην οποία καταγράφονται δύο μόνο παρατηρήσεις, η παρατήρηση «Υπόλοιπο εκ μεταφοράς», για να δικαιολογηθεί το παρουσιαζόμενο, ως οφειλόμενο, ποσόν των €1.31,35 και η παρατήρηση «Τόκοι», για να δικαιολογηθεί το παρουσιαζόμενο, ως οφειλόμενο, ποσόν των €7,16, δεν είναι αρκετή. Συναφώς παρατηρώ πως δεδομένης της ελλειπτικότητας της κατάστασης λογαριασμού (τεκμήριο Δ) που παρουσιάζουν οι αιτητές, προβάλλει εξ αντικειμένου αδύνατη η εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση συγκεκριμενοποίηση των ισχυρισμών του περί υπερχρεώσεων και επιβαρύνσεων του λογαριασμού αυτού. Με άλλα λόγια, δεν είναι ορθό να απαιτεί κάποιος από τον καθ' ου η αίτηση να συγκεκριμενοποιήσει και να τεκμηριώσει τις αιτιάσεις του που αφορούν στο υπόλοιπο του λογαριασμού όταν δεν παρουσιάσθηκε, από τους αιτητές, η πλήρης κατάσταση αυτού. Είναι, βεβαίως, γεγονός πως, εξετάζοντας αίτηση για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Όμως, «Σε συνάρτηση με αμφισβητούμενο γεγονός ή γεγονότα το Δικαστήριο θα επιτρέψει την χωρίς όρους κατάθεση υπεράσπισης όταν ο εναγόμενος εγείρει ένα σημαντικό γεγονός που απαιτείται να εκδικαστεί». (Γεωργίου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 274, 280). Καταληκτικά αναφέρω πως, επί τη βάσει των όσων παρουσιάσθηκαν ενώπιόν μου και λαμβανομένων υπ' όψιν των συγκεκριμένων αμφισβητήσεων και αιτιάσεων για τη συμπεριφορά των αιτητών, δεν είμαι έτοιμη να δεχθώ πως αυτοί δικαιούνται συνοπτικής απόφασης (R. C. Κ. Sports Ltd v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 1034, 1080-1). Εφ' όσον η κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο Δ) που παρουσιάσθηκε είναι ελλειπτική, δεν είμαι έτοιμη να δεχθώ πως η παρούσα υπόθεση περιορίζεται σε ένα απλό υπόλοιπο λογαριασμού όπου είναι, κατ' αρχήν, αδύνατη η προβολή υπεράσπισης. Τα όσα ο καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται, έστω και ακροθιγώς, επαρκούν για να του δοθεί το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπισή του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται. Ο εναγόμενος να καταχωρίσει έκθεση υπεράσπισης εντός 45 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου - καθ' ου η αίτηση και εναντίον των εναγόντων - αιτητών. Να καταβληθούν δε στο τέλος της εκδίκασης της αγωγής. (Υπ.)............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο