← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Κωνσταντίνου Κωστοπούλλου κ.α., Αγωγή αρ. 4779/2009, 14 Μαΐου, 2010

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Κωνσταντίνου Κωστοπούλλου κ.α., Αγωγή αρ. 4779/2009, 14 Μαΐου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A192 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 4779/2009 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγοντες και

  1. Κωνσταντίνου Κωστοπούλλου
  2. Ελένης Φυλακτού Κωστοπούλου Εναγομένων 14 Μαΐου,
  3. Για τους ενάγοντες - αιτητές, εμφανίζεται η κα Κλ. Κραμβή για κ.κ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγομένους αρ. 1 και 2 - καθ' ων η αίτηση, εμφανίζεται ο κ. Χ. Χρίστης για κ.κ. Χρίστης και Σία. Απόφαση για την αίτηση ημερ. 18.9.09 (αίτημα για την έκδοση συνοπτικής απόφασης) ------------------------------------------------------------- Δια κλητηρίου εντάλματος ειδικώς οπισθογραφημένου, οι ενάγοντες - αιτητές («οι αιτητές»), ένας τραπεζικός οργανισμός, διεκδικούν από τον εναγόμενο αρ. 1 - καθ' ου η αίτηση το ποσόν των €60.328,23, ως το χρεωστικό υπόλοιπο χρεοπιστωτικού λογαριασμού του, και από την εναγομένη αρ. 2 - καθ' ης η αίτηση το ποσόν των €10.251,43, ως η εγγύηση που αυτή παρέσχε σχετικώς. Διεκδικούν, επίσης, τόκους και έξοδα. Στην έκθεση απαίτησης καταγράφονται, ως η βάση της αγωγής, τα εξής: Δυνάμει συμφωνίας ημερ. 26.2.92 οι αιτητές παρεχώρησαν στον εναγόμενο αρ. 1 - καθ' ου η αίτηση δάνεια και άλλες χρηματικές διευκολύνσεις. Ανοίχθηκε, συναφώς, επ' ονόματί του, ο χρεοπιστωτικός λογαριασμός υπ' αριθμόν 0130-11-109149 (184-22-018634) («ο λογαριασμός»). Η συμφωνία προέβλεπε, μεταξύ άλλων, πως οι αιτητές (α) θα καθόριζαν, κατά την απόλυτη κρίση τους, το ύψος και το είδος των δανείων και των άλλων χρηματικών διευκολύνσεων, τα οποία θα παρέσχαν στον εναγόμενο αρ. 1 - καθ' ου η αίτηση και τα οποία θα ήσαν τοκοφόρα με επιτόκιο 9% ετησίως, (β) θα μπορούσαν να τερματίσουν, χωρίς προειδοποίηση, τη λειτουργία οιουδήποτε σχετικού τραπεζικού λογαριασμού και θα μπορούσαν να διεκδικήσουν αμέσως την πληρωμή των οφειλομένων, επιβαρύνοντας αυτά με τόκο με επιτόκιο ίσο προς το ανώτατο, δια νόμου, επιτρεπόμενο. Δυνάμει συμφωνίας ιδίας ημερομηνίας (δηλ. της 26.2.92) η εναγομένη αρ. 2 - καθ' ης η αίτηση εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις του εναγομένου αρ. 1 - καθ' ου η αίτηση έως και το ποσόν των Λ.Κ.6.
  4. Με τις επιστολές τους ημερ. 28.8.95 και 16.7.09 οι αιτητές τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού. Το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού ανήλθε στα €60.328,
  5. Οι αιτητές δι' επιστολήν τους ημερ. 16.7.09 κάλεσαν τους εναγομένους αρ. 1 και 2 - καθ' ων η αίτηση («οι καθ' ων η αίτηση») να εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις τους. Αυτοί αμέλησαν και/ή αρνήθηκαν. Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 - καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης στις 2.9.
  6. Στις 18.9.09 κατεχωρίστηκε η υπό συζήτησιν αίτηση για την έκδοση συνοπτικής απόφασης («η αίτηση»). Η αίτηση βασίζεται επί της Δ.18 θ.θ. 1, 2 και 9 (α) και επί της Δ.48 θ.θ. 1 έως και 4 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Την αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού ο οποίος δηλώνει, κατ' αρχάς, τα εξής: «
  7. Είμαι υπάλληλος των ως άνω εναγόντων - αιτητών, έχω θετική γνώση των γεγονότων που αφορούν εις την ως άνω υπόθεση και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβώ εις την παρούσα ένορκο δήλωση. Για κάθε σημαντικό για την αγωγή χρόνο ήμουν στην υπηρεσία των εναγόντων στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών (Recoveries Department) σαν ένας εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης χρεωστικών λογαριασμών των πελατών στον οποίον περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός των εναγομένων. Στο τμήμα μας κατέχουμε και φυλάττουμε όλα τα σχετικά έγγραφα και έχουμε την ευθύνη της παρακολούθησης των εν λόγω λογαριασμών. Σε μένα έχει ανατεθεί η παρακολούθηση του λογαριασμού των εναγομένων τα έγγραφα των οποίων έχω στην κατοχή μου και υπό τον έλεγχο και φύλαξη μου. Ετοιμάζω τις καταστάσεις προβληματικών λογαριασμών μεταξύ των οποίων και την παρούσα. Η εν λόγω κατάσταση επισυνάπτεται με την παρούσα ένορκη μου δήλωση την οποία και προσυπογράφω μαζί με τον διευθυντή του Τμήματος Προβληματικών Λογαριασμών». Περαιτέρω, ο Χριστόδουλος Παπαλαμπριανού επαναλαμβάνει την αιτία της αγωγής και τα ποσά που αξιώνονται και εκφράζει την πεποίθηση πως δεν υπάρχει υπεράσπιση. Σημειώνω πως στην ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού επισυνάπτονται, ως τεκμήρια, μεταξύ άλλων, μια ανακοίνωση των αιτητών προς τον εναγόμενο αρ. 1 - καθ' ου η αίτηση ημερ. 26.2.92 δια της οποίας ο τελευταίος πληροφορείται πως απεφασίσθηκε, ως όριο τρεχούμενο λογαριασμού του, το ποσόν των Λ.Κ.5.000 (τεκμήριο Α) καθώς και μια κατάσταση του λογαριασμού 0130-11-109149 (Νέος Αρ. Λογαριασμού: 0184-22-018634) (τεκμήριο Στ). Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 - καθ' ων η αίτηση ενίστανται. Οι λόγοι που προβάλλουν στη γραπτή ένστασή τους συνοψίζονται ως εξής:

(1)Η αίτηση είναι αβάσιμη, καταχρηστική και κακόπιστη.
(2)Η ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού δεν πληροί τις προϋποθέσεις που τάσσει η Δ.18. Ο Χριστόδουλος Παπαλαμπριανού είναι αναρμόδιος να προβεί σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης εφ' όσον αυτός δεν έχει προσωπική γνώση για τις χρεώσεις και/ή τον ανατοκισμό του επίδικου δανείου.
(3)Το αξιούμενο ποσόν είναι το αποτέλεσμα παράνομου ανατοκισμού και παράνομων υπερχρεώσεων.
(4)Υπάρχει καλή υπεράσπιση ως προς την ουσία της υπόθεσης. Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του εναγομένου αρ. 1 - καθ' ου η αίτηση, ο οποίος αναφέρει και τα εξής: (α) Ο Χριστόδουλος Παπαλαμπριανού δεν έχει θετική γνώση των γεγονότων και δεν χειριζόταν τον λογαριασμό του. (β) Οι αιτητές επενέβησαν παρανόμως και μονομερώς στο λογαριασμό υπερχρεώνοντας και επιβαρύνοντάς τον με ποσά τα οποία δεν οφείλονται. (γ) Ο ίδιος δεν κατέχει και ούτε κατείχε ποτέ καταστάσεις του λογαριασμού του με όριο Λ.Κ.5.000-. Εξ ου και αδυνατεί να συγκεκριμενοποιήσει τους ισχυρισμούς του περί ανατοκισμού και υπερχρεώσεων. (δ) Υπάρχει καλή υπεράσπιση, η δε υπόθεση είναι συζητήσιμη. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη με αγορεύσεις, επί τη βάσει των ισχυρισμών περί τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις του Χριστοδούλου Παπαλαμπριανού και του εναγομένου αρ. 1 - καθ' ου η αίτηση. Δεν επεχειρήθηκε η παρουσίαση περαιτέρω μαρτυρίας δια της καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων και ούτε ζητήθηκε η αντεξέταση οιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Είναι χρήσιμο να αναφερθεί πως η προβλεπόμενη από τη Δ.18 διαδικασία έκδοσης συνοπτικής απόφασης είναι εξαιρετική. Αυτή παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης μιας αγωγής και, εάν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αυτή αποκλείει τον εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εις βάρος του αξίωση. Η διαδικασία αυτή ενεργοποιείται εφ' όσον συντρέχουν οι εξής τρεις προϋποθέσεις: (α) Η αγωγή ηγέρθηκε επί κλητηρίου ειδικώς οπισθογραφημένου (Δ.2 θ.6). (β) Ο εναγόμενος κατεχώρισε εμφάνιση. (γ) Η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης κατεχωρίστηκε από τον ίδιο τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο, το οποίο, όμως, δύναται να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Ο ενόρκως δηλών επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσόν που αξιώνεται. Επίσης, αυτός εκφράζει την πεποίθησή του πως δεν υπάρχει υπεράσπιση (Δημητρίου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Δ.Δ. 782, 789). Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της δικαιοδοσίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης επιβάλλει την αυστηρή προσέγγιση της συνδρομής των δικαιοδοτικών προϋποθέσεων εν γένει και της επάρκειας της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει τη σχετική αίτηση ειδικότερα [Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω)]. Εάν οι δικαιοδοτικές αυτές προϋποθέσεις ικανοποιούνται, τότε το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο ο οποίος θα πρέπει είτε να δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής (.... a good defence....) είτε να αποκαλύψει γεγονότα ικανά για να του παράσχουν δικαίωμα να ακουσθεί (.... disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend....). «Συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνον όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος στερείται υπεράσπισης. Όπου παρέχονται λεπτομέρειες που δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή, όπου σε απάντηση της αξίωσης εγείρονται θέματα που θα πρέπει να εκδικασθούν ή αποκαλύπτονται γεγονότα που κρίνονται ως αρκετά να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει υπεράσπιση, τότε του παρέχεται δικαίωμα για υπεράσπιση (Trans Middle East (Trading) Ltd v. Tlais
(1991)1 A.A.Δ 239). ...... Στην πρακτική είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αποκαλύψει γεγονότα ικανά να καταδείξουν καλόπιστα την ύπαρξη δικασίμου θέματος. Άδεια για καταχώριση υπεράσπισης θα πρέπει να του παρέχεται, ακόμα και όταν φαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας (Jacobs v. Booth's Distillery Co.
(1901)85 L.T. 262)». [Μεττή κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 417, 421-2]. Και, ακόμα, «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης». [Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 418, 423 δείτε και τις Ζερβός v. Euroinvestment and Finance Ltd
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968, 1972, Marke Trends Financial Services Limited v. Χατζηκυπριανού,
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1605 και Αγαθοκλής Σχίζας ν. Euroinvestment Finance Ltd
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1866]. Έχω μελετήσει με προσοχή τα ενώπιόν μου νομικά και πραγματικά δεδομένα, καθοδηγουμένη και από τη σχετική νομολογία. Καταλήγω πως η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για δύο διακεκριμένους λόγους: Αφ' ενός δεν ικανοποιείται η δικαιοδοτική προϋπόθεση της υποστήριξης της αίτησης από την ένορκη δήλωση προσώπου το οποίο διαθέτει θετική γνώση περί των γεγονότων. Αφ' ετέρου, οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 - καθ' ων η αίτηση πέτυχαν να εγείρουν θέματα ικανά να τους παράσχουν το δικαίωμα να ακουσθούν. Συγκεκριμένα παρατηρώ και διαπιστώνω τα ακόλουθα: Εφ' όσον οι ενιστάμενοι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 - καθ' ων η αίτηση αμφισβητούν ρητώς την ικανότητα του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού να ορκισθεί θετικά για τα κρίσιμα γεγονότα, η απόδειξη της συνδρομής της δικαιοδοτικής αυτής προϋπόθεσης εξακολουθεί να βαραίνει τους αιτητές. Σημειώνω πως η δήλωση του μάρτυρα πως «έχ(ει) θετική γνώση των γεγονότων» δεν αρκεί. Πρόκειται για απλή επανάληψη, από το μάρτυρα, της σχετικής νομοθετικής διατύπωσης («...any other person who can swear positively to the facts...»). Όμως, η δήλωση αυτή παραμένει μετέωρη εφ' όσον, από το υπόλοιπο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού και από τα συμφραζόμενα αυτής, προκύπτει πως αυτός έχει ίδιαν γνώσιν των κρίσιμων γεγονότων μόνον από το χρονικό σημείο που ο λογαριασμός μετεκινήθηκε στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών (Recoveries Department), όπου ο ίδιος υπηρετεί. Για όσα προηγήθηκαν του χρονικού αυτού σημείου, και ιδίως για την χρεοπιστωτική πορεία του λογαριασμού πριν αυτός καταλήξει στο προαναφερθέν τμήμα (ζήτημα καίριας σημασίας δεδομένης της ένστασης των εναγομένων αρ. 1 και 2 - καθ' ων η αίτηση), ο Χριστόδουλος Παπαλαμπριανού δεν δηλώνει να έχει ιδίαν γνώσιν. Έτσι, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί πως ο μάρτυρας αυτός γνωρίζει τα όσα προηγήθηκαν της κατάληξης του λογαριασμού στο τμήμα επισφαλών λογαριασμών και, ιδίως, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί πως ο μάρτυρας αυτός γνωρίζει τη χρεοπιστωτική πορεία του λογαριασμού, η γνώση του αυτή προκύπτει από πληροφόρηση, τις πηγές της οποίας δεν κατονομάζει. Η παράλειψη αυτή συνιστά παραβίαση της Δ.39 η οποία, επίσης, αποτελεί κρίσιμο νομικό καθεστώς για την παρούσα υπόθεση. Η Διαταγή αυτή επιτρέπει μεν σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η προκείμενη, την παρουσίαση μαρτυρίας η οποία προκύπτει από πληροφόρηση και όχι κατ' ανάγκην από ίδιαν γνώση, επιβάλλει, όμως, την αποκάλυψη των πηγών αυτής της πληροφόρησης. Τότε μόνον οι αναφορές του πληροφορηθέντος είναι αποδεκτές ως μαρτυρία και μπορούν να ληφθούν υπ' όψιν. Σε αντίθετη περίπτωση, οι αναφορές αυτές πρέπει να αγνοηθούν [Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598, 605]. Οι αιτητές μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τις αμφισβητήσεις των εναγομένων αρ. 1 και 2 - καθ' ων η αίτηση είτε με την παρουσίαση περαιτέρω μαρτυρίας, καταχωρώντας συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, είτε με την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος εναγομένου αρ. 1 - καθ' ου η αίτηση. Νομολογήθηκαν σχετικώς τα εξής: «σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται, ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του..... Ο Αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση» (lacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1377, 1380, δείτε και την Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1858, 1863). Όμως, οι αιτητές παρέλειψαν να προβούν σε οποιαδήποτε προσπάθεια απόσεισης του βάρους απόδειξης που τους βαραίνει. Κατά την ακρόαση της αίτησης, η πλευρά τους περιορίσθηκε σε αγόρευση. Επιπλέον, με τα όσα ο εναγόμενος αρ. 1 - καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται περί τα γεγονότα δημιουργήθηκε αμφιβολία κατά πόσον οι αιτητές ενήργησαν, εν προκειμένω, νόμιμα. Παραμένουν, ιδίως, αναπάντητοι οι ισχυρισμοί του εναγομένου αρ. 1 - καθ' ου η αίτηση περί υπερχρεώσεων του χρεωστικού υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού υπ' αριθμόν 0130-11-109149 (184-22-018623) και περί αυθαίρετης και παράνομης χρέωσης τόκων. Οι αιτητές δεν αντέκρουσαν με περαιτέρω μαρτυρία τα όσα σχετικά ισχυρίζεται ο εναγόμενος αρ. 1 - καθ' ου η αίτηση. Και ούτε η παρουσιασθείσα κατάσταση του λογαριασμού (τεκμήριο Στ), δύναται να διασκεδάσει τις αιτιάσεις αυτές. Το τεκμήριο Στ παρουσιάζει, απλώς και μόνον, ένα ποσόν ως το χρεωστικό υπόλοιπο χωρίς την παραμικρή καταγραφή της χρεοπιστωτικής πορείας του λογαριασμού. Εφ' όσον προβάλλονται ισχυρισμοί περί παράνομων υπερχρεώσεων και επιβαρύνσεων του λογαριασμού, το ελάχιστο που θα ανέμενε κάποιος από τους αιτητές είναι να παρουσιάσουν μια πλήρη κατάσταση αυτού, στην οποίαν να παρουσιάζονται όλες οι κατά καιρούς χρεώσεις και πιστώσεις του. Η παρουσίαση μιας κατάστασης λογαριασμού ως το τεκμήριο Στ, στην οποία καταγράφονται δύο μόνο παρατηρήσεις, η παρατήρηση «Υπόλοιπο εκ μεταφοράς», για να δικαιολογηθεί το παρουσιαζόμενο, ως οφειλόμενο (από τον εναγόμενο αρ. 1 - καθ' ου η αίτηση), ποσόν των €60.087,88 και η παρατήρηση «Τόκοι», για να δικαιολογηθεί το παρουσιαζόμενο, ως οφειλόμενο, ποσόν των €240,35, δεν είναι αρκετή. Και εφ' όσον η κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο Στ) που παρουσιάζουν οι αιτητές είναι ελλειπτική, προβάλλει εξ αντικειμένου αδύνατη η εκ μέρους των εναγομένων αρ. 1 και 2 - καθ' ων η αίτηση συγκεκριμενοποίηση των ισχυρισμών τους περί υπερχρεώσεων και επιβαρύνσεων του λογαριασμού αυτού. Με άλλα λόγια, δεν είναι ορθό να απαιτεί κάποιος από τους εναγομένους αρ. 1 και 2 - καθ' ων η αίτηση να συγκεκριμενοποιήσουν και να τεκμηριώσουν τις αιτιάσεις τους που αφορούν στο υπόλοιπο του λογαριασμού όταν δεν παρουσιάσθηκε, από τους αιτητές, η πλήρης κατάσταση αυτού. Είναι, βεβαίως, γεγονός πως, εξετάζοντας αίτηση για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Όμως, «Σε συνάρτηση με αμφισβητούμενο γεγονός ή γεγονότα το Δικαστήριο θα επιτρέψει την χωρίς όρους κατάθεση υπεράσπισης όταν ο εναγόμενος εγείρει ένα σημαντικό γεγονός που απαιτείται να εκδικαστεί». (Γεωργίου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 274, 280). Καταληκτικά αναφέρω πως, επί τη βάσει των όσων παρουσιάσθηκαν ενώπιόν μου και λαμβανομένων υπ' όψιν των συγκεκριμένων αμφισβητήσεων και αιτιάσεων για τη συμπεριφορά των αιτητών, δεν είμαι έτοιμη να δεχθώ πως αυτοί δικαιούνται συνοπτικής απόφασης (R. C. Κ. Sports Ltd v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 1034, 1080-1). Δεν είμαι έτοιμη να δεχθώ πως η παρούσα υπόθεση περιορίζεται σε ένα απλό υπόλοιπο λογαριασμού όπου είναι, κατ' αρχήν, αδύνατη η προβολή υπεράσπισης. Τα όσα ο εναγόμενος αρ. 1 - καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται, έστω και ακροθιγώς, επαρκούν για να δοθεί στους εναγομένους αρ. 1 και 2 - καθ' ων η αίτηση το δικαίωμα να προβάλουν την υπεράσπισή τους. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται. Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 - καθ' ων η αίτηση να καταχωρίσουν έκθεση υπεράσπισης εντός 45 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων αρ. 1 και 2 - καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων - αιτητών. Να καταβληθούν δε στο τέλος της εκδίκασης της αγωγής. (Υπ.)............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.