← Κύπρος

Nada Terzian κ.α. ν. LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC CO LIMITED κ.α., Αγωγή αρ.: 5594/07., 14.5.2010.

Nada Terzian κ.α. ν. LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC CO LIMITED κ.α., Αγωγή αρ.: 5594/07., 14.5.

  1. ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A194 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΥ, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 5594/
  2. METAΞΥ :
  3. Nada Terzian και τώρα Παναγιώτου ως διαχειρίστρια της περιουσίας του Vahan Terzian αποβιώσαντα, τέως εκ Λεμεσού ομού μετά του,
  4. Δημήτρη Μιχαηλίδη υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του Vahan Terzian αποβιώσαντα, τέως εκ Λεμεσού, Εναγόντων, - και -
  5. LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC CO LIMITED προηγουμένως ονομάζετο Liberty Life Insurance Ltd,
  6. Ηaig Terzian υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του Vahan Terzian αποβιώσαντα, τέως εκ Λεμεσού, Εναγομένων. ----------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 14.5.
  7. Αίτηση ημερ. 14.7.2009 για ακύρωση και/ή παραμερισμό διατάγματος για ένορκη αποκάλυψη, επιθεώρηση και παράδοση εγγράφων, που εξεδόθη την 19.6.09 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές-Εναγόμενους 1 : κα Στ. Ερωτοκρίτου. Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-Ενάγοντες : κ. Ν. Οικονομίδης. ----------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση επιζητείται η ακύρωση και/ή παραμερισμός διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 19.6.09, με το οποίο, όπως αναφέρεται στην αίτηση, διετάσσετο η υπό της αιτήτριας-εναγομένης 1 ένορκη αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων και παράδοση αντιγράφων. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του διευθύνοντα συμβούλου της αιτήτριας, όπου προβάλλονται διάφοροι λόγοι και αιτιάσεις διά ακύρωση του διατάγματος ημερ. 19.6.
  8. Αυτοί είναι: (α) Με το διάταγμα ημερ. 19.6.09 δεν επεδόθη την 6.7.09 όταν έγινε επίδοση του διατάγματος αντιγράφου της μονομερούς αιτήσεως βάσει της οποίας εξεδόθη το διάταγμα. Κατόπιν επιστολής ημερ. 9.7.09 της δικηγόρου της αιτήτριας απεστάλη αυτή την 10.7.09 με τηλεομοιότυπο. (β) Η αίτηση βάσει της οποίας εξεδόθη το προβαλλόμενο διάταγμα ήταν παράτυπη και αντινομική και αφορούσε γενική αποκάλυψη εγγράφων χωρίς συγκεκριμενοποίηση και καθορισμό με λεπτομέρεια των εγγράφων των οποίων εζητείτο η αποκάλυψη, όπως επίσης δεν καθορίζετο ποια εξ αυτών ευρίσκοντο στην κατοχή ή εξουσία των καθ΄ ων η αίτηση ή δικηγόρο τους. Επακόλουθο τούτου είναι η εναγόμενη 1-αιτήτρια να αγνοεί ποια έγγραφα έχουν σχετικότητα με την υπόθεση εφόσον επιζητείτο αποκάλυψη στα τυφλά. (γ) Οι ενάγοντες εις την παρ. 34 της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση ισχυρίζονται ότι το επικαλούμενο υπ΄ αυτών ασφαλιστικό συμβόλαιο παρεδόθη στον αποβιώσαντα υποδηλώνοντας συνεπώς ότι κατέχουν το έγγραφο. Με την αίτηση τους διά αποκάλυψη επιχειρείται ψάρεμα μαρτυρίας με στόχο τη συλλογή στοιχείων, εγγράφων και μαρτυρίας στην οποία θα στηριχθεί η εναγόμενη να αποδείξει την ισχυριζόμενη υπ΄ αυτής πλαστογραφία, δόλο, απάτη και συνωμοσία. (δ) Η μονομερής αίτηση που υπεβλήθη ήταν «δικαιολογία της αδυναμίας τους (των εναγόντων) να προσδιορίσουν το αγώγιμο δικαίωμα τους» και ζήτησαν προς τούτο τη συνδρομή του Δικαστηρίου διά να διαπιστώσουν κατά πόσο ή όχι έχουν βάσιμη αιτία αγωγής στη βάση του ισχυριζόμενου υπ΄ αυτούς έγκυρου συμβολαίου και διαπίστωση τυχόν αναγκαιότητας για βελτίωση των δικογράφων τους. (ε) Το αίτημα διά αποκάλυψη ήταν πρόωρο και μη αναγκαίο καθότι τέτοιο δικαίωμα θα προέκυπτε μόνο εάν οι ενάγοντες αποδείκνυαν την έκδοση, ύπαρξη και εγκυρότητα του ισχυριζόμενου υπ΄ αυτών ασφαλιστήριου εγγράφου. (στ) Η αποκάλυψη δεν είναι αναγκαία διά την δίκαια εκδίκαση της υπόθεσης αλλά τουναντίον προκαλεί αδικία στην εναγόμενη 1, η οποία καλείται να αποκαλύψει τη μαρτυρία της. Η αίτηση είναι καταπιεστική. (ζ) Εάν οι ενάγοντες από τα στοιχεία που έχουν στη διάθεση τους μπορούν να στοιχειοθετήσουν την υπόθεση τους, τότε φαίνεται ότι μέσω της διαδικασίας αποκάλυψης επεδόθησαν σε εκστρατεία ψαρέματος μαρτυρίας. Περαιτέρω, θα χρησιμοποιήσουν το υλικό αυτό για σκοπούς αντεξέτασης των μαρτύρων της εναγομένης 1, κάτι το οποίο είναι ανεπίτρεπτο. (η) Η διαταγή διά αποκάλυψη, επιθεώρηση και παράδοση αντιγράφων είναι παράτυπη και αντινομική, καθότι η επιθεώρηση και λήψη αντιγράφων έπεται της αποκάλυψης. (θ) Το εκδοθέν διάταγμα δεν καθορίζει τους αξιωματούχους ή πρόσωπο από πλευράς εναγομένης που οφείλει να προβεί στην αποκάλυψη. Οι ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση κατεχώρισαν ένσταση και προβάλλουν, μεταξύ άλλων, ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και αποτελεί κατάχρηση των εξουσιών του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι η εναγόμενη 1 εμποδίζεται από του να αμφισβητήσει το διάταγμα αποκάλυψης λόγω μη συμμόρφωσης προς αυτό, ότι αυτό εξεδόθη νομότυπα και ορθά αφού η αποκάλυψη προσδιορίζεται από τα επίδικα θέματα και έγγραφα που φαίνονται στη δικογραφία και ειδικότερα στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση και βρίσκονται στην κατοχή και εξουσία της εναγομένης
  9. Η αίτηση διά αποκάλυψη έγινε καλόπιστα για να υπάρξει δίκαιη δίκη σύμφωνα με τις γενικές αρχές της επιείκειας. Εις την ένορκο δήλωση επί της οποίας στηρίζεται η ένσταση αναφέρεται ότι η αξίωση στηρίζεται όχι μόνο στο συμβόλαιο αρ. 842500137, αλλά και επί ετέρου συμβολαίου το οποίο η εναγόμενη 1 έχει αποκρύψει από τους ενάγοντες. Περαιτέρω, η εναγόμενη 1 ενδεχομένως να χρησιμοποιήσει κατά την ακρόαση έγγραφα για την ισχυριζόμενη υπ΄ αυτής πλαστογραφία, δόλο, κλπ, με αποτέλεσμα τα έγγραφα τα οποία έχει διαταχθεί η αποκάλυψη να είναι σχετικά και αναγκαία διά τους ενάγοντες. Επίσης, προβάλλεται ότι ο ισχυρισμός περί μη συγκεκριμενοποίησης των εγγράφων δεν ευσταθεί, καθότι αυτά αναφέρονται στην υπεράσπιση και ανταξίωση της εναγομένης
  10. Είναι δε η θέση του ότι το εκδοθέν διάταγμα εξεδόθη ορθά και νόμιμα. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις ικανές αγορεύσεις τους κάλυψαν τα θέματα υπό εξέταση και προώθησαν, όπως ήταν φυσικό, τις θέσεις των διαδίκων που εκπροσωπούν. Θα αναφερθώ σε αυτές όπου κρίνεται κατάλληλο σημείο. Εις την G.A.P Navigation Ltd v. Merzario Marrittima SRL

(1998)1 Α.Α.Δ. 1624, 1629, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με τις αρχές που ισχύουν αναφορικά με την ένορκη αποκάλυψη εγγράφων: «H Δ.28
(1)είναι πανομοιότυπη με τη Δ.31 κ.12 των Αγγλικών Θεσμών, πριν από την τροποποίηση του 1962 και έχει τύχει ερμηνείας από τα Δικαστήρια. Η αποκάλυψη εγγράφων στοχεύει στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που είναι σχετικά με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιονδήποτε από τους διαδίκους. Σχετικά είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την υπόθεση του είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, αλλά δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς «ψαρέματος» μαρτυρίας (βλ. Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co.
(1882)11 Q.B.D. 55, Board v. Thomas Hedley & Co Ltd
(1951)2 All E.R. 431). O χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28, αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των έγγραφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα. Η αποκάλυψη υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το διάταγμα δεν εκδίδεται αν το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι δεν είναι αναγκαίο για τη δίκαιη επίλυση της αιτίας αγωγής ή ενός επίδικου θέματος ή για εξοικονόμηση εξόδων (βλ. μεταξύ άλλων, Halsburys Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 13, σελ. 2 κ. επέκ.)» Τα ίδια περίπου επαναλήφθηκαν στην Τυλληρή ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ 2271, 2274: «Η αποκάλυψη εγγράφων, υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στοχεύει, όπως αναφέρθηκε στην G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima SRL
(1998)1 Α.Α.Δ. 1624, στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που σχετίζονται με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιοδήποτε από τους διαδίκους. Αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογο μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη, είτε να προωθήσει την υπόθεσή του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια (fairly) να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία. Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό. Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς «ψαρέματος» μαρτυρίας ή όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28 αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα. Είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη. (βλ. μεταξύ άλλων O΄Rourke v. Darbishire
(1920)A.C.581, H.L. 630, Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co.
(1882)11 Q.B.D. 55, Board v. Thomas Hedley & Co. Ltd
(1951)2 All E.R. 43, Lagos Ltd v. Πλοίου FT Zolotets κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. σελ. 600, The National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides Debtor and Another
(1962)C.L.R. 40).» Εις την παρούσα υπόθεση η καταχώριση των δικογράφων ολοκληρώθηκε την 2.4.09 και ακολούθησε η μονομερής αίτηση των εναγόντων διά αποκάλυψη την 5.6.09. Η αίτηση εγκρίθηκε την 19.6.09, ήτοι η καταχώριση και έγκριση της αίτησης έπεται της συμπλήρωσης των δικογράφων. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη Δ.48 θ.8(Υ) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχεται η δικονομική δυνατότητα διά έκδοση διατάγματος αποκάλυψης δυνάμει της Δ.28 θ.1 με μονομερή αίτηση, όπως έγινε και στην παρούσα υπόθεση. Η έκδοση του διατάγματος μπορεί να αφορά γενική ή περιορισμένη αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων (O.28 r.1). Το Δικαστήριο δεν θα εκδώσει γενική αποκάλυψη παρά μόνο σε περιορισμένες περιπτώσεις, πριν την συμπλήρωση των δικογράφων. Μετά την συμπλήρωση των δικογράφων, οπότε πλέον τα επίδικα θέματα καθορίζονται, είναι δυνατή και επιτρεπτή η διαταγή διά γενική αποκάλυψη νοουμένου ότι τελεί πάντοτε υπό τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές βάσει των οποίων ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Λαμβάνοντας όμως υπόψη τη σημερινή αντίληψη των πραγμάτων που επικρατεί στις χώρες του Κοινοδικαίου, σε ό,τι αφορά την προδικασία των υποθέσεων, θα πρέπει να λεχθεί ότι παρήλθε ο χρόνος όπου τηρείτο κατά την εκδίκαση των υποθέσεων η τακτική της επικράτησης πάση θυσία διά της απόκρυψης ουσιωδών στοιχείων και εμφάνισης τους αιφνιδιαστικά την τελευταία στιγμή. Η νέα φιλοσοφία πιστεύω εκφράζεται σε μεγάλο βαθμό σε όσα αναφέρει ο Sir John Donaldson MR εις την υπόθεση Naylor v. Preston Area Health Authority & Other
(1987)2 All E.R. 353, 360, σχετικά με την RSC O.38 r.2A[1]. «.. Βut nowadays the general rule is that, whilst a party is entitled to privacy in seeking out the 'cards΄for his hand, once he has put his hand together, the litigation is to be conducted with all the cards face up on the table. Furthermore, most of the cards have to be put down well before the hearing. This is not the product of a change of fashion or even of a recognition that professional judges approach their duties on the basis of mental equipment, training and attitudes of mind which are far removed from those of juries. It is the product of a growing appreciation that the public interest demands justice be provided as swiftly and as economically as possible. ................................ «Τhe exercise of discretion has to be approached on the basis of the philosophy that the basic objective is always the achievement of true justice, which takes account of time, money and what can only be described as the anguish of uncertainty, as well as of a just outcome. It has to be exercised on the basis that the procedure of the courts must be, and is, intended to achieve the resolution of disputes by a variety of methods, of which a resolution by judgment is but one, and probably the least desirable. Accordingly, anything which enables the parties to appreciate the true strength or weakness of their positions at the earliest possible moment and at the same time enables them to enter on fully informed and realistic discussions designed to achieve a consensual resolution of the dispute is very much in the public interest.» Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, θα προχωρήσω στην εξέταση της αίτησης. Αναφορικά με την μη επίδοση αντιγράφου της μονομερούς αίτησης, βάσει της οποίας εξεδόθη το διάταγμα (βλ. Δ.48 θ.13) η ίδια αιτήτρια αναφέρει ότι με πρωτοβουλία της, έλαβε τη μονομερή αίτηση στις 10.7.
  1. Συνεπώς, η αιτήτρια εμποδίζεται με τη συμπεριφορά της να εγείρει το θέμα τώρα. Το δεύτερο παράπονο της αιτήτριας αφορά τη φύση του διατάγματος, ήτοι ότι προστάζει γενική αποκάλυψη χωρίς συγκεκριμενοποίηση των εγγράφων που έπρεπε να αποκαλυφθούν και ότι αυτό εξεδόθη στη βάση παράτυπης και αντινομικής αίτησης. Πιστεύω ότι και τα δύο παράπονα είναι εντελώς αβάσιμα. Η αίτηση ήταν καθ΄ όλα νομότυπη, στηριζόμενη μεταξύ άλλων στις Δ.28 θ.1 και Δ.48 θ.9 που δίδουν δικονομική πρόσβαση στην αιτηθείσα θεραπεία. Όσον αφορά τα έγγραφα που θα πρέπει να αποκαλυφθούν, σύμφωνα με τη διαταγή ημερ. 19.6.09 το Δικαστήριο καθορίζει αυτά, όπως και τον χρόνο εντός του οποίου θα πρέπει να γίνει αποκάλυψη. Πέραν τούτου, η εναγόμενη 1 εκπροσωπείται στο Δικαστήριο υπό δικηγόρων οι οποίοι και ασφαλώς γνωρίζουν τι θα πρέπει να αποκαλυφθεί σύμφωνα με την άνω διαταγή. Το παράπονο της αιτήτριας δεν έχει κανένα νομικό ή πραγματικό έρεισμα. Η αιτήτρια αναφερόμενη σε μέρος του περιεχομένου της παρ. 34 της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, και συγκεκριμένα ότι «.. Ο Δημ Χατζησπύρου ως αντιπρόσωπος της εναγομένης 1 παρέδωσε το ειρημένο συμβόλαιο στον αποβιώσαντα ...» εισηγήθηκε ότι τα πιο πάνω υποδηλώνουν ότι οι ενάγοντες κατέχουν το πιο πάνω έγγραφο. Διαφωνώ με τη θέση αυτή. Η παράδοση έγινε στον αποβιώσαντα και όχι στους ενάγοντες. Πουθενά δεν αναφέρεται ότι οι ενάγοντες είχαν στην κατοχή τους το έγγραφο αυτό. Περαιτέρω, η άνω εισήγηση παραβλέπει τα όσα αναφέρονται στην παρ. 21 της Εκθέσεως Απαιτήσεως, ότι δηλαδή ο εναγόμενος 2, αδελφός του αποβιώσαντα, κίνησε αγωγή μαζί με την αδελφή του επί τη βάση του άνω ασφαλιστηρίου εγγράφου. Ως εκ τούτου, λογικά κάποιος μπορεί να πει ότι το έγγραφο ευρίσκεται στα χέρια του εναγομένου
  2. Συνεπώς, η εισήγηση της αιτήτριας δεν είναι ορθή και πολύ περισσότερο δεν είναι ορθή ότι με την έκδοση του διατάγματος επιζητείται ψάρεμα μαρτυρίας. Η εισήγηση περί αδυναμίας προσδιορισμού αγώγιμου δικαιώματος υπό των εναγόντων, με αποτέλεσμα την αίτηση διά αποκάλυψη ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο οι ενάγοντες έχουν ή όχι βάσιμη αιτία αγωγής, είναι αυθαίρετη και παραγνωρίζει την Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων. Εις αυτήν με σαφήνεια προσδιορίζεται η βάση της αγωγής και δεν είναι άλλη παρά το αναφερόμενο ασφαλιστικό συμβόλαιο, το οποίο προσδιορίζεται με αριθμό και ημερομηνία έκδοσης. Συνεπώς, οι ενάγοντες εις την Έκθεση Απαίτησης τους αναφέρουν με σαφήνεια το αγώγιμο δικαίωμα τους. Ο χρόνος καταχώρισης της αίτησης, ημερ. 5.6.09, ήταν μετά το κλείσιμο των δικογράφων και συνεπώς κρίνεται ορθός. (βλ. Τυλληρή άνω) και σε καμία περίπτωση δεν κρίνεται ο χρόνος καταχώρισης της ως πρόωρος. Το ίδιο και η επίδοση του διατάγματος, που όπως αναφέρει η ίδια η αιτήτρια (βλ. παρ. 6 ενόρκου δηλώσεως) το διάταγμα επεδόθη στην κα Στέλλα Ερωτοκρίτου, δικηγόρου της. Σύμφωνα με τη Δ.28 θ.13, αυτή είναι καλή επίδοση. Τα όσα αναφέρονται εις την ένορκο δήλωση (παρ. 21) που υποστηρίζει την αίτηση διά καθορισμό αξιωματούχου ή προσώπου που οφείλει να κάμει την αποκάλυψη, δεν είναι αναγκαίος. Η συνήγορος της αιτήτριας παρέπεμψε το Δικαστήριο στο Σύγγραμμα Halsburys Laws of England, 3η Έκδ. , Τόμος 12, σελ. 11, 12 διά υποστήριξη της άνω εισήγησης. Προσεκτική εξέταση των όσων αναφέρονται στην άνω παραπομπή θα καταδείξει ότι αυτό γίνεται σύμφωνα με την RSC 0.31 r.5, που ρητά προβλέπει τον καθορισμό αυτό. Στην Κύπρο δεν υπάρχει αντίστοιχη πρόνοια, αντίθετα υπάρχει η Δ.28 θ.13 που έχει αναφερθεί. Άλλος λόγος που επικαλείται η αιτήτρια είναι ότι έπρεπε πρώτα οι ενάγοντες να αποδείξουν την έκδοση, ύπαρξη και εγκυρότητα του ισχυριζόμενου ασφαλιστικού εγγράφου, γεγονός που αμφισβητείται από την αιτήτρια και ακολούθως να εξετασθεί θέμα αποκάλυψης. Η συνήγορος της αιτήτριας επικαλείται διά υποστήριξη του λόγου αυτού την υπόθεση G.A.P Navigation Ltd (άνω), όπου υιοθετήθηκε η υπόθεση Bugharan - Michael Son v. Rubistein
(965)1 All E.R. 593, όπου στη σελ. 601 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «.. And it also quite clear that, unless he can establish this extremely shadowy which he says existed between him and the testator, or one of the testator΄s companies on this point, he has no right (and never can have any right) to make the second defendant disclose what she has done with these documents. Let him first establish that he has such a right, and then (if that ever happens) it may be that she should be compelled to comply; till then it is a wholly academic question.» Επίσης, επικαλέσθηκε την Κipagrotiki v. Σάββα
(2002)1 Α.Α.Δ. 1610, όπου λέχθηκε «ότι η κρίση για τη σχετικότητα προϋποθέτει υπαρκτό αντικείμενο σε σχέση με το οποίο αυτή διαμορφώνεται». Εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης και αφού υπενθυμίζεται ότι η αίτηση των εναγόντων ημερ. 5.6.09 αφορούσε και τους δύο εναγομένους, παρατηρώ ότι ο εναγόμενος 2 εις την Εκθεση Υπεράσπισης του παραδέχεται την ύπαρξη του ασφαλιστικού εγγράφου αρ. 842-500137 και η εναγόμενη 1-αιτήτρια, στην παρ. 39 της Έκθεσης Υπεράσπισης, παραδέχεται ρητά την έκδοση του άνω ασφαλιστικού συμβολαίου, το ίδιο και στην παρ. 45 με διαφορά τα ασφαλιζόμενα ποσά. Επίσης, στην παρ. 52 προβάλλεται η υπεράσπιση της μη αποκάλυψης (Non-disclosure) και υποβολή ψευδών στοιχείων (misrepresentations). Διερωτώμαι πώς συνάδουν οι υπερασπίσεις αυτές εάν δεν εξεδόθη το επίδικο ασφαλιστικό συμβόλαιο. Να σημειωθεί ότι τα ίδια επαναλαμβάνονται και στην παρ. 66 της Έκθεσης Υπεράσπισης. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, καταλήγω ότι δεν είναι ορθή η θέση της αιτήτριας και συνηγόρου της ότι δεν υπάρχει υπαρκτό αντικείμενο και ότι δεν έχει καταρτισθεί. Κατά συνέπεια, δεν είναι πρόωρη και η αποκάλυψη του εγγράφου. Έτερος λόγος που επικαλείται η αιτήτρια είναι ότι η αίτηση ημερ. 5.6.09 ήταν κακόπιστη διά τον λόγο ότι αδυνατούν να γνωρίζουν το αντικείμενο προς συμμόρφωση με το διάταγμα. Εις απάντηση και πέραν των όσων έχουν αναφερθεί νωρίτερα, παραπέμπω εις την υπόθεση The National Bank of Greece S.A. v. P. Mitsides Debtor & Another
(1962)C.L.R. 40, 42, όπου ερμηνεύθηκε η φράση «documents relating to any matter in question therein» της Δ.28 θ.1 ως ακολούθως: «Ιt is important that a party should have proper discovery before proceeding to trial and we think for purposes of this appeal the interpretation of the words "relating to" is correctly set forth in the Annual Practice 1962, p.719 which reads: "Documents are relevant which may either directly or indirectly enable the party seeking discovery either to advance his own case or damage that of his adversary, or which may fairly lead to a train of enquiry which may have either of these two consequences.» Παραμένει το θέμα του μέρους του διατάγματος που αφορά την «προμήθεια στους ενάγοντες και/ή τους δικηγόρους αυτών με αντίγραφα των αποκαλυφθέντων εγγράφων». Να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο δεν διέταξε επιθεώρηση των εγγράφων, ως λανθασμένα αναφέρει η εναγόμενη στην αίτηση της. Εις το Σύγγραμμα Halsburys (άνω) Τόμος 12, σελ. 62, αναφέρεται ότι ένας διάδικος που δικαιούται σε επιθεώρηση εγγράφων δικαιούται επίσης σε αντίγραφα. Το δικαίωμα αυτό είναι παρεμπίπτον και συνυφασμένο με το δικαίωμα επιθεώρησης. (βλ. και παρ. 49, στη σελ. 34 του ίδιου συγγράμματος). Όπως έχει αναφερθεί, εδώ δεν έχει ζητηθεί και δεν διετάχθη η επιθεώρηση. Αποτέλεσμα αυτού είναι και η αποστέρηση από τους ενάγοντες του σχετικού μέρους του διατάγματος που αφορά την προμήθεια αντιγράφων των αποκαλυφθησομένων εγγράφων. Ως εκ τούτου, το μέρος αυτό της αίτησης θα πρέπει να επιτύχει. Διά όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση απορρίπτεται, πλην του μέρους που αφορά παράδοση αντιγράφων των εγγράφων που θα πρέπει να αποκαλυφθούν. Ως εκ τούτου, το διάταγμα ημερ. 19.6.09 περιορίζεται ως ακολούθως: «Εκδίδεται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο διατάττονται οι εναγόμενοι 1 και 2 όπως αποκαλύψουν ενόρκως στους ενάγοντες και εις τους δικηγόρους τους όλα τα έγγραφα τα οποία βρίσκονται ή βρίσκονταν στην κατοχή ή στον έλεγχο των εναγομένων 1 και 2 ή στην κατοχή ή στον έλεγχο των δικηγόρων τους και τα οποία σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση εντός χρονικού διαστήματος 30 ημερών από την επίδοση του διατάγματος.» Όσον αφορά τα έξοδα, αφού λαμβάνω υπόψη την μερική επιτυχία της αίτησης, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο η αιτήτρια να δικαιούται το ½ των εξόδων, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής. [Yπ.] Λ. Παρπαρίνος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΓ [1] Ο.38 r.2A. At any stage in any course or matter, the Court may, if it thinks fit for the purpose of disposing fairly and expeditiously of the cause or matter and saving costs, direct any party to serve on the other parties, on such terms as the Court shall think just, written statements of the oral evidence which the party intends to lead on any issues of fact to be decided at the trial. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.