← Κύπρος

Παναγιώτη Ιωάννου ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, Αγωγή Αρ. 8986/05, 21.5.2010

Παναγιώτη Ιωάννου ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, Αγωγή Αρ. 8986/05, 21.5.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A201 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 8986/05 Μεταξύ: Παναγιώτη Ιωάννου, εμπορευομένου με την Επωνυμία P.S. Sports, από Λεμεσό Ενάγοντα - και - Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Εναγόμενης Ημερομηνία: 21.5.2010 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα: κ. Χριστοδούλου για Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδη Για εναγόμενη: κ. Αλ. Ευαγγέλου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας της παρούσας υπόθεσης ήταν ενάγοντας και στην αγωγή 6971/95 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, στο πλαίσιο της οποίας εξασφάλισε στις 27.11.95 προσωρινό διάταγμα (στο εξής το Διάταγμα) με το οποίο δεσμευόταν ποσό μέχρι £300.000 (€512.580,43) που είχαν ή θα είχαν λαμβάνειν οι τρεις εναγόμενες ελλαδικές εταιρείες από την Κυπριακή Δημοκρατία. Το Διάταγμα, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, κοινοποιήθηκε στην εναγόμενη αυθημερόν με τηλεομοιότυπο και στη συνέχεια της επιδόθηκε μέσω δικαστικού επιδότη στις 8.12.

  1. Ωστόσο η εναγόμενη, ενεργώντας αμελώς και/ή δόλια, επέτρεψε την αποδέσμευση των ποσών που ήταν κατατεθειμένα σ΄ αυτή προς όφελος των ελλαδικών εταιρειών, με αποτέλεσμα να του προξενήσει ζημία ύψους £270.000 (€461.322,39) με τόκο 8% ετησίως από 29.11.
  2. Κι αυτό γιατί η απόφαση που έκδωσε προς όφελος του το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 27.1.99 (στο εξής η Απόφαση) για αντίστοιχο ποσό δεν μπορεί να εκτελεσθεί. Στη βάση των πιο πάνω αξιώνει εναντίον της εναγόμενης ό,τι του έχει επιδικασθεί με την Απόφαση, πλέον παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Η εναγόμενη αρνείται ότι έλαβε γνώση του Διατάγματος. Αλλά ακόμη και να της κοινοποιήθηκε, ισχυρίζεται, δεν την αφορούσε και, απορρίπτοντας τη θέση του ενάγοντα ότι παράκουσε το Διάταγμα, προβάλλει ακόμη δύο υπερασπίσεις. Η πρώτη ότι για τα χρήματα που θα πλήρωνε εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας προϋπήρχε ανέκκλητη σύμβαση ενεχυρίασης απαιτήσεως προς όφελος τρίτου προσώπου και ήταν υποχρεωμένη να ενεργήσει όπως ενήργησε και, η δεύτερη, υπό τα περιστατικά της υπόθεσης ο ενάγοντας δεν δικαιούται σε αποζημίωση. Για προώθηση της υπόθεσης του ενάγοντα, πέραν από τον ίδιο, κατέθεσαν ως μάρτυρες οι Ε. Νικολάου (ΜΕ.1), υπάλληλος στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και Γ. Γεωργίου (ΜΕ.2), δικαστικός επιδότης στο ίδιο Δικαστήριο, ενώ για την εναγόμενη δύο λειτουργοί της, οι Ν. Γεωργίου (ΜΥ.1) και Μ. Χασαπόπουλος (ΜΥ.2). Από τη θεώρηση της μαρτυρίας των πιο πάνω προσώπων προκύπτει ότι πλείστα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση είναι παραδεκτά ή δεν επιδέχονται αμφισβήτησης. Παρατίθενται όπως πιο κάτω και ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου:- Μέσα στο 1995 το Υπουργείο Άμυνας της Κυπριακής Δημοκρατίας κήρυξε διαγωνισμό για προμήθεια της Εθνικής Φρουράς με στρατιωτικό υλικό, τον οποίο κέρδισε η ελλαδική εταιρεία ECON BIOMHXANIΕΣ ΑΒΕ (εναγόμενη 1 στην αγωγή 6971/95 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού). Κατ΄ ακολουθία της επιτυχίας της στο διαγωνισμό η ΕCON ανέλαβε να εφοδιάσει την Εθνική Φρουρά με στρατιωτικό υλικό αντί του ποσού των USD 4.992.702,90, ποσό για το οποίο η Κεντρική Τράπεζα - ως τραπεζίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας - άνοιξε στις 9.10.95 προς όφελος της ECON ανέκκλητη ενέγγυα πίστωση (irrevocable documentary credit, τεκμ.12) την οποία η ECON εκχώρησε στις 7.11.95 προς όφελος της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος (τεκμ.13). Ο ενάγοντας, θεωρώντας ότι ήταν αντιπρόσωπος στην Κύπρο τόσο της ECON όσο και των άλλων δύο συνδεδεμένων με αυτή εταιρειών (εναγομένων 2 και 3 στην αγωγή 6971/95), αξίωσε από τις 22.5.95 να του πληρωθεί προμήθεια, αλλά η απάντηση της ΕCON ήταν αρνητική (τεκμ.4). Η αντίδραση του ενάγοντα στην απόρριψη της αξίωσης του εκδηλώθηκε στις 21.11.95 με την καταχώρηση της αγωγής 6971/95, αφού στο μεταξύ είχε ανοιχθεί η πίστωση του τεκμ. 12 προς όφελος της ECON λήξεως 30.7.96, η οποία μετά από παράταση έληξε την 30.10.98 με υπόλοιπο USD 219.861,41 (τεκμ.14). Όπως ήδη έχει σημειωθεί, στο πλαίσιο της πιο πάνω αγωγής εκδόθηκε στις 27.11.95 Διάταγμα (τεκμ.1) βάσει του οποίου δεσμευόταν (γενικά) η κινητή περιουσία των τριών ελλαδικών εταιρειών στην Κύπρο μέχρι ποσού Λ.Κ.300.000 (€512.580,43) και ειδικά εμποδίζονταν:- «.να μετακινήσουν και/ή μεταφέρουν εκτός Κύπρου και/ή μεταβιβάσουν και/ή διαθέσουν και/ή παραχωρήσουν και/ή καταβάλουν και/ή αποξενώσουν με οποιοδήποτε τρόπο και/ή προς οποιοδήποτε πρόσωπο οποιαδήποτε κινητή τους περιουσία στην Κύπρο μέχρι ποσό Λ.Κ.300.000 από την κινητή περιουσία και/ή τα χρήματα που έχουν και/ή διατηρούν σε οποιαδήποτε μορφή στην Κύπρο και/ή σε οποιαδήποτε εμπορική Τράπεζα και/ή από τα ποσά που έχουν λάβει και/ή λαμβάνουν και/ή θα λάβουν από την Κυπριακή Κυβέρνηση για την πώληση εμπορευμάτων προς αυτή μέχρι ακροάσεως και τελείας αποπερατώσεως της παρούσης αγωγής εκτός εάν ο εναγόμενος εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την 18.12.95 ώραν 8.30 π.μ. και δείξει λόγο γιατί το παρόν διάταγμα να μη εξακολουθήσει ισχύον». Το Διάταγμα ανέλαβε να επιδώσει στην Κεντρική Τράπεζα ο ΜΕ.2, ο οποίος και το επέδωσε στις 8.12.95 (τεκμ.2) σε κάποια Άννα, το επίθετο της οποίας είναι δυσανάγνωστο. Σε βαθμό που ούτε ο ίδιος ο επιδότης δεν μπορούσε να το διαβάσει, πιθανολογώντας ότι ίσως να ήταν «Άννα Κύπρου». Υπάλληλος όμως με αυτό το ονοματεπώνυμο δεν εργαζόταν τότε ή μεταγενέστερα στην εναγόμενη. Ωστόσο σύμφωνα με το μητρώο του προσωπικού της (τεκμ.11), το οποίο κατέθεσε στο Δικαστήριο η ΜΥ.1, κατά το 1995 εργάζονταν στην Υπηρεσία Συναλλάγματος της Κεντρικής Τράπεζας δύο υπάλληλοι με το όνομα Άννα, η Άννα Κοντού και η Άννα Μακρή οι οποίες δεν είχαν σχέση με το τμήμα των ενέγγυων πιστώσεων. Είναι επίσης παραδεκτό ότι στις 22.4.96 οι τότε δικηγόροι του ενάγοντα απέστειλαν στην εναγόμενη αντίγραφο του Διατάγματος (τεκμ.7) και την καλούσαν να κοινοποιήσει το περιεχόμενο του σε όλα τα αρμόδια τμήματα της, ώστε να αποφευχθεί τυχόν πληρωμή οποιουδήποτε ποσού στις ελλαδικές εταιρείες ή να τους δοθεί άδεια εξαγωγής συναλλάγματος. Όπως είναι παραδεκτό και το ότι η εναγόμενη απάντησε στο τεκμήριο 7 με επιστολή ημερ. 13.5.96 (τεκμ.5), με την οποία αφενός μεν πληροφορούσε τους δικηγόρους του ενάγοντα ότι δεν είχε μέχρι τότε παραλάβει το Διάταγμα και αφετέρου μόλις το παρέλαβε με το τεκμήριο 7 κοινοποίησε το περιεχόμενο του στα αρμόδια της τμήματα. Επανερχόμενος στην πορεία της αγωγής 6971/95 θα ΄ταν χρήσιμο για σκοπούς πληρέστερης εικόνας να σημειωθούν και τα ακόλουθα:- Όπως κατέθεσε η ΜΕ.1, οι εναγόμενες εταιρείες καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης στις 14.6.1996 και έκθεση υπεράσπισης στις 14.5.
  3. Ωστόσο στη συνέχεια επέδειξαν αδιαφορία να προωθήσουν την υπεράσπισή τους, με αποτέλεσμα στις 27.1.99 να εκδοθεί Απόφαση (τεκμ.3) στην απουσία τους. Κι αυτό γιατί ο δικηγόρος τους αποσύρθηκε από την υπόθεση με άδεια του Δικαστηρίου, γεγονός που κοινοποιήθηκε στις εναγόμενες με επιστολή του Πρωτοκολλητή. Σημειώνεται, στο σημείο αυτό, ότι στις 18.3.94 οι εναγόμενες 2 και 3 στην εν λόγω αγωγή συγχωνεύτηκαν δι΄ απορροφήσεως με την εναγόμενη 1 (τεκμ.8), η οποία με τη σειρά της κηρύχτηκε σε πτώχευση με απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ημερ. 4.7.97 που όρισε ως ημέρα παύσης των πληρωμών την 10.11.96 (τεκμ.9 και 10). Τα πιο πάνω παραδεκτά ή μη αμφισβητούμενα περιστατικά της υπόθεσης δίδουν ολοκληρωμένη εικόνα του πραγματικού πλαισίου στη βάση του οποίου θα κριθεί η αξίωση του ενάγοντα και ό,τι παρέμεινε είναι η παράθεση κάποιων επιπλέον στοιχείων από τη μαρτυρία του, καθώς επίσης και στοιχείων από τη μαρτυρία του ΜΥ.
  4. Με τις ελλαδικές εταιρείες, ισχυρίσθηκε ο ενάγοντας, είχε συνεργασία από το 1989 και η επιτυχία τους στο διαγωνισμό του Υπουργείου Άμυνας ήταν αποτέλεσμα και της δικής του εμπλοκής υπό την ιδιότητα του εμπορικού τους αντιπροσώπου για την οποία δικαιούταν προμήθεια 10%. Με την κατακύρωση της προσφοράς, συνέχισε, η Κεντρική Τράπεζα άνοιξε στις 9.10.95 προς όφελος της ECON ανέκκλητη πίστωση και ναι μεν γνωρίζει τι σημαίνει ανέκκλητη πίστωση, αλλά η Κεντρική Τράπεζα όφειλε να συμμορφωθεί με το Διάταγμα - το οποίο της επιδόθηκε 8.12.95 και εν πάση περιπτώσει της γνωστοποιήθηκε στις 22.4.96 με το τεκμ. 7 - και να μην πληρώσει από το ποσό της εγγύησης Λ.Κ.300.
  5. Και κατέληξε:- Μετά την έκδοση της Απόφασης πήγε κάποιες φορές στην Ελλάδα για διερεύνηση της δυνατότητας είσπραξης ό,τι του επιδικάσθηκε. Οι εναγόμενες όμως, όπως πληροφορήθηκε, είχαν πτωχεύσει και αν ακολουθούσε δικαστική διαδικασία είσπραξης του λαβείν του θα πτώχευε και ο ίδιος λόγω των δικηγορικών εξόδων που απαιτούνταν. Είναι γι αυτό το λόγο, εξήγησε, που δεν επεχείρησε να εκτελέσει την Απόφαση στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα να καθυστερήσει στην έγερση και της παρούσας αγωγής. Η ενέγγυος πίστωση, εξήγησε ο ΜΥ.2, είναι γραπτή συμφωνία μεταξύ ενός πελάτη (εντολέα) και της Τράπεζας που την εκδίδει και οι όροι της διέπονται από τους Κανόνες του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου, ο όρος 9 των οποίων δεν επιτρέπει τροποποίηση ή ακύρωση μιας ενέγγυας πίστωσης εκτός μετά από κοινή συμφωνία εντολέα και Τράπεζας. Στην υπό εξέταση περίπτωση, υποστήριξε, η Κεντρική Τράπεζα άνοιξε στις 9.10.95 προς όφελος της ECON ανέκκλητη ενέγγυο πίστωση (irrevocable documentary credit), τις απαιτήσεις της οποίας η ECON ενεχυρίασε στη συνέχεια προς όφελος της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος. Επομένως η Κεντρική Τράπεζα ήταν υποχρεωμένη να συμμορφωθεί προς τους όρους της πίστωσης, διαφορετικά ο εφοδιασμός της Εθνικής Φρουράς με το συμφωνηθέν υλικό δεν θα γινόταν. Σ΄ ότι δε αφορά το υπόλοιπο των USD219.861,41 το οποίο αναφέρεται στο τεκμ. 14, αυτό δεν είναι οφειλόμενο προς τον προμηθευτή του υλικού και προς τούτο έδωσε σχετικές εξηγήσεις. Εξέτασα με προσοχή το περιεχόμενο των δικογράφων, τα παραδεκτά ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα της υπόθεσης, καθώς επίσης και τα κάποια εμμέσως αμφισβητούμενα σημεία από τη μαρτυρία του ενάγοντα και του ΜΥ.
  6. Κατέληξα ότι τα δύο από τα τέσσερα επίδικα θέματα που πρόβαλλαν προς εξέταση, δηλαδή αν το διάταγμα κοινοποιήθηκε στην εναγόμενη και αν ναι κατά πόσο την αφορούσε, δεν παρουσιάζουν δυσκολία στην επίλυση τους. Τα άλλα όμως δύο, δηλαδή η ισχυριζόμενη παρακοή του διατάγματος και η συνυφασμένη με αυτά αξίωση για αποζημιώσεις, απαιτούν ιδιαίτερη μεταχείριση. Αναλυτικά: Το ότι το διάταγμα επιδόθηκε σε υπάλληλο της εναγόμενης στις 8.12.95 δεν επιδέχεται αμφισβήτησης και το γεγονός ότι στη σχετική ένορκη δήλωση το επίθετο της είναι δυσανάγνωστο είναι χωρίς σημασία. Προφανώς επιδόθηκε στην Άννα Κοντού και ενώ η ΜΥ.1 ανάφερε ότι υπάρχει τέτοιο πρόσωπο στην υπηρεσία της εναγόμενης εντούτοις το πρόσωπο αυτό δεν κλήθηκε για να αντικρούσει ότι σ΄ αυτή έγινε η επίδοση. Εν πάση περιπτώσει το Διάταγμα κοινοποιήθηκε στην εναγόμενη στις 22.4.96 με το τεκμ. 7, κάτι που επιβεβαίωσε και η ίδια στις 13.5.96 με το τεκμ.
  7. Λαμβανομένου τούτου υπόψη η διαφωνία των διαδίκων επί του θέματος είναι χωρίς σημασία για τον απλό λόγο ότι η ενέγγυα πίστωση ήταν ακόμη σε ισχύ και γι αυτή έγιναν μεταγενέστερα και πληρωμές. Βρίσκω επομένως ότι το Διάταγμα επιδόθηκε και στη συνέχεια κοινοποιήθηκε στην εναγόμενη ενόσω ακόμη εκκρεμούσαν πληρωμές της ενέγγυας πίστωσης. Σ΄ ότι αφορά το δεύτερο ζήτημα, αν δηλαδή το περιεχόμενο του Διατάγματος αφορούσε και την Κεντρική τράπεζα η απάντηση είναι σαφώς θετική. Το Διάταγμα, μεταξύ άλλων, προνοούσε ότι οι εναγόμενες ελλαδικές εταιρείες εμποδίζονταν να μεταφέρουν εκτός Κύπρου Λ.Κ.300.000 «. που έχουν και/ή διατηρούν σε οποιαδήποτε μορφή στην Κύπρο και/η από τα ποσά που θα λάβουν από την Κυπριακή Κυβέρνηση για την πώληση εμπορευμάτων προς αυτή .». Επομένως αν κατά το χρόνο επίδοσης του Διατάγματος, αλλά και μεταγενέστερα, η Κυπριακή Κυβέρνηση όφειλε οποιονδήποτε ποσό προς την ECON ασφαλώς το Διάταγμα αφορούσε και την εναγόμενη η οποία θα διενεργούσε τις πληρωμές ως ο τραπεζίτης της Κυβέρνησης. Το θέμα ωστόσο δεν είναι τόσο απλό όσο το παρουσίασε ο ενάγοντας για το τρίτο ζήτημα, ότι δηλαδή η πληρωμή της ανέκκλητης ενέγγυας πίστωσης από την εναγόμενη στοιχειοθετεί παρακοή του Διατάγματος. Σύμφωνα με το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 για στοιχειοθέτηση παρακοής διατάγματος εκ μέρους τρίτου - εδώ της Κεντρικής Τράπεζας - απαιτείται απόδειξη αφενός μεν ότι το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα - οι εναγόμενες στην αγωγή 6971/95 - έχει καταστρατηγήσει το διάταγμα και αφετέρου ο τρίτος - η Κεντρική Τράπεζα - εν γνώσει του και ηθελημένα παρότρυνε ή συνήργησε στην παρακοή του (βλ. Sazen Fast Food Ltd v. Χ. Λειβαδιώτη & Σία κ.α.

(2006)1 Α.Α.Δ. 472). Το πρώτο επομένως ερώτημα που εγείρεται είναι αν οι εναγόμενες στην αγωγή 6971/95 καταστρατήγησαν το Διάταγμα και, αν ναι, κατά πόσο η Κεντρική Τράπεζα εν γνώσει της και ηθελημένα τις παρότρυνε ή συνήργησε στην καταστρατήγησή του. Όπως γίνεται αντιληπτό μόνο αν δοθεί θετική απάντηση και στα δύο ερωτήματα μπορεί να εξετασθεί θέμα αποζημίωσης του ενάγοντα σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 42, διαφορετικά η αγωγή είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα συναρτάται άμεσα με το περιεχόμενο του ίδιου του Διατάγματος, τη φύση της ανέκκλητης ενέγγυας πίστωσης που άνοιξε στις 9.10.95 η Κεντρική Τράπεζα προς όφελος της ECON, αλλά και από το γεγονός ότι η ECON εκχώρησε τις απαιτήσεις που είχε από την πίστωση προς όφελος της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος και αυτό πριν την έκδοση του Διατάγματος. Το Διάταγμα, όπως ήδη έχει σημειωθεί, εκδόθηκε στις 27.11.95 και σ΄ αυτό δεν γίνεται καμιά αναφορά στην ανέκκλητη ενέγγυα πίστωση που έκδωσε η Κεντρική Τράπεζα από τις 9.10.95, παρόλο που ο ενάγοντας - όπως παραδέχθηκε στη μαρτυρία του - γνώριζε από τον Οκτώβριο ότι είχε ανοιχθεί τέτοια πίστωση. Ό,τι προνοούσε ήταν η απαγόρευση στις εναγόμενες εταιρείες της αγωγής 6971/95 «. να μετακινήσουν και/ή μεταφέρουν και/ή παραχωρήσουν και/ή καταβάλουν και/ή αποξενώσουν με οποιονδήποτε τρόπο και/ή προς οποιονδήποτε πρόσωπο οποιανδήποτε κινητή τους περιουσία στην Κύπρο μέχρι ποσού Λ.Κ.300.000 κ.λ.π.» Και το ερώτημα που εγείρεται είναι αν η γενική αυτή απαγόρευση συμπεριελάμβανε και την ανέκκλητη ενέγγυο πίστωση που ήδη είχε εκδοθεί και τα δικαιώματα επί της οποίας η ECON είχε ήδη εκχωρήσει στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος. Η απάντηση κατά την άποψή μου είναι σαφώς αρνητική, αφενός μεν λόγω ης φύσεως της πίστωσης και αφετέρου γιατί η ECON εκχωρώντας τις απαιτήσεις της προς την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος έπαυσε να είναι δικαιούχος (beneficiary) των ποσών της πίστωσης. Προς τούτο είναι αρκετό να παραπέμψω σε δύο αυθεντίες, στην Edward Owen Engineering Ltd v. Barclays Bank International
(1978)1 All E.R. 976 και στην Carna Plants Ltd v. Masaleha Brothers Ltd κ.α.
(1990)1 A.A.Δ. 28, από τις οποίες η πρώτη εξετάζει τη φύση των τραπεζικών πιστώσεων και η δεύτερη, μεταξύ άλλων, ότι συνιστούν μορφή χρήματος και αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Πιο συγκεκριμένα:- Στην υπόθεση Edward Owen ο Λόρδος Denning, αφού προβαίνει στη σελ. 983 στη διαπίστωση ότι η τραπεζιτική πίστωση προσομοιάζει με την εγγύηση καλής εκτέλεσης, υιοθετεί τα δύο πιο κάτω αποσπάσματα, το μεν πρώτο από την απόφαση του Δικαστή Kerr στην υπόθεση R. D. Harbottle (Merchantile) Ltd v. National Westminster Bank
(1977)2 All E.R. 862, το δε δεύτερο από την απόφαση του Λόρδου Roskill στην υπόθεση Howe Richardson Scale Co. Ltd v. Polimex-Cekop
(1977)Court of Appeal Transcript 270: «It is only in exceptional cases that the courts will interfere with the machinery of irrevocable obligations assumed by banks. They are the life-blood of international commerce. Such obligations are regarded as collateral to the underlying rights and obligations between the merchants at either end of the banking chain. Except possibly in clear cases of fraud of which the banks have notice, the courts will leave the merchants to settle their disputes under the contracts by litigation or arbitration as available to them or stipulated in the contracts. The courts are not concerned with their difficulties to enforce such claims: these are risks which the merchants take. In this case the plaintiffs took the risk of the unconditional wording of guarantees. The machinery and commitments of banks are on a different level. They must be allowed to be honoured, free from interference by the courts. Otherwise, trust in international commerce could be irreparably damaged.» ............................................... «Whether the obligation arises under a letter of credit or under a guarantee, the obligation of the bank is to perform that which it is required to perform by that particular contract, and that obligation does not in the ordinary way depend on the correct resolution of a dispute as to the sufficiency of performance by the seller to the buyer or by the buyer to the seller as the case may be under the sale and purchase contract; the bank here is simply concerned to see whether the event has happened on which its obligation to pay has arisen.» Έχω την άποψη ότι με βάση την πιο πάνω αυθεντία ένα απαγορευτικό διάταγμα που εμποδίζει κάποιο διάδικο να εισπράξει τα χρήματα μιας ανέκκλητης πίστωσης που ανοίχθηκε προς όφελός του, και κατ΄ επέκταση την τράπεζα να τα πληρώσει, πρέπει να το αναφέρει ρητά. Κι αυτό λόγω της φύσης της ανέκκλητης πίστωσης, διαφορετικά με διατάγματα γενικής απαγόρευσης - όπως είναι το επίδικο - θα καταστρατηγούνταν οι εξαιρετικά σημαντικοί σκοποί που επιτυγχάνονται στο διεθνές εμπόριο μέσω των εν λόγω πιστώσεων. Kρίνω επομένως ότι ενόψει του γεγονότος ότι το Διάταγμα δεν απαγόρευε ρητά την πληρωμή οποιασδήποτε ανέκκλητης πίστωσης, την οποία μόνο με επίκληση δόλου ενδεχομένως να απαγόρευε, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί παρακοή του Διατάγματος στη βάση πληρωμής της επίδικης πίστωσης. Υπάρχει όμως ακόμη ένα θέμα. Όπως υποδείχθηκε στη δεύτερη αυθεντία, στην Carna Plants Ltd (ανωτέρω), πιστώσεις της εξεταζόμενης κατηγορίας συνιστούν μορφή χρήματος και αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, ιδιότητες που αποσυνδέουν την πληρωμή της πίστωσης και τη διαπραγμάτευση της από πιθανές συμβατικές διαφορές και εκατέρωθεν διεκδικήσεις μεταξύ των συμβαλλομένων. Στην υπό κρίση περίπτωση η ανέκκλητη ενέγγυα πίστωση που άνοιξε η Κεντρική Τράπεζα προς όφελος της ECON ήταν αντικείμενο διαπραγμάτευσης (Negotiable Credit) και η αποπληρωμή της δεν περιοριζόταν μόνο στην ECON. Από τη στιγμή δε που η εν λόγω εταιρεία συνήψε με την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος τη Σύμβαση Ενεχυρίασης Απαιτήσεων (τεκμ.13) - την οποία συνήψε πριν την έκδοση του διατάγματος - έπαυσε να είναι δικαιούχος (beneficiary) των ποσών της πίστωσης και οι οποιεσδήποτε μεταγενέστερες πληρωμές έγιναν προς την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος η οποία με τη σύμβαση είχε καταστεί δικαιούχος των ποσών της πίστωσης. Επομένως η ECON έπαυσε να έχει συμφέρον στην πίστωση και οι πληρωμές προς την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ήταν ανεξάρτητες της γενικής απαγόρευσης του Διατάγματος. Έπεται ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί παρακοή του Διατάγματος εναντίον της ΕCON. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι οι τρεις ελλαδικές εταιρείες, διάδικοι στην αγωγή 6971/95, δεν καταστρατήγησαν το Διάταγμα, κατάληξη που σύμφωνα με το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου αποεμπλέκει πλήρως την εναγόμενη από την ισχυριζόμενη παρακοή. Αλλά και αυτό να μην ίσχυε, παρακοή διατάγματος από τρίτο στοιχειοθετείται όταν ο τρίτος εν γνώσει του και ηθελημένα παροτρύνει ή συνεργεί στην παρακοή του διατάγματος. Στην προκειμένη όμως περίπτωση δεν προσκομίσθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι η εναγόμενη είτε παρότρυνε είτε συνήργησε στην παρακοή του Διατάγματος που εκδόθηκε εναντίον των εναγομένων στην αγωγή 6971/95, αλλά απλώς ότι δεν εμπόδισε την πληρωμή μιας οριστικής και αμετάκλητης πίστωσης που η ίδια άνοιξε πριν την έκδοση του Διατάγματος προς το δικαιούχο. Έπεται ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί παρακοή του Διατάγματος από την εναγόμενη, κατάληξη που εκθεμελιώνει τη βάση της αξίωσης του ενάγοντα για αποζημιώσεις. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του ενάγοντα τα οποία να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου για έγκριση. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.