Αναφορικά με την Εταιρεία PARKETEX TRADING LIMITED, Αίτηση αρ. 275/2010, 25 Μαΐου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A203 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αίτηση αρ. 275/2010 Αναφορικά με την Εταιρεία PARKETEX TRADING LIMITED και Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 Αίτηση από τον Γιώργο Γκαράνη - Αιτητή 25 Μαΐου, 2010. Για τον αιτητή, εμφανίζεται η κα Χρ. Μαυρονικόλα για τους κ.κ. Δημητρίου Μαυρονικόλα Δ.Ε.Π.Ε. Για τους καθ' ων η αίτηση αρ. 1 και 2, εταιρεία «Parketex Trading Limited» και Κούλλη Αβραάμ, εμφανίζεται ο κ. Α. Σ. Παπαντωνίου. Για τον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, καμία εμφάνιση. Απόφαση για την αίτηση ημερ. 10.5.10 (αίτημα για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη εναρκτήριας πρωτογενούς αίτησης) ------------------------------------------------------------------------------ Στις 7.4.10 ο Γιώργος Γκαράνης, εκ των μετόχων και διευθυντών της εταιρείας «Parketex Trading Limited» («η εταιρεία»), κατεχώρισε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο εναρκτήρια πρωτογενή αίτηση («η εναρκτήρια πρωτογενής αίτηση») δια της οποίας επιδιώκει (α) την διόρθωση του μητρώου μελών της εταιρείας με τη μεταβίβαση και/ή την επ' ονόματί του εγγραφή 1250 μετοχών, (β) την παροχή, σε αυτόν, άδειας για να επιθεωρήσει το μητρώο και/ή το ευρετήριο των ονομάτων των μελών της εταιρείας, (γ) την αποστολή, σε αυτόν, αντιγράφου του μητρώου μελών της εταιρείας και (δ) την έκδοση, εκ μέρους της εταιρείας, πιστοποιητικού μετοχών το οποίο να βεβαιώνει ότι ο ίδιος είναι κάτοχος και/ή νόμιμος δικαιούχος και/ή νόμιμος δικαιούχος να εγγράφει ως ο ιδιοκτήτης 21249 μετοχών. Η εναρκτήρια πρωτογενής αίτηση καταγράφει, ως νομική της βάση, τα άρθρα 78, 108 και 111 του περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ. 113 όπως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια), τους Καν. 3 και 6 των περί Εταιρειών Κανονισμών καθώς και τη Δ.48 θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Κρίνω πρόσφορο να σημειώσω εξ αρχής τα εξής: Αίτημα για διόρθωση του μητρώου μελών εταιρείας επί τη βάσει του άρθρου 111 του Κεφ. 113 μπορεί να ικανοποιηθεί με συνοπτική δικαστική διαδικασία στα πλαίσια εναρκτήριας πρωτογενούς αίτησης μόνον εάν το προς επίλυσιν ζήτημα είναι αμιγώς νομικό, τα δε γεγονότα δεν αμφισβητούνται. Εάν, όμως, υπάρχει αμφισβήτηση κρίσιμων γεγονότων και, ιδίως, εάν υπάρχει αμφισβήτηση όσον αφορά στην ιδιοκτησία των επίδικων μετοχών καθώς επίσης και εάν προβάλλονται ισχυρισμοί για πλαστογράφηση των εγγράφων που σχετίζονται με την ιδιοκτησία αυτή, τότε η συνοπτική διαδικασία στα πλαίσια εναρκτήριας πρωτογενούς αίτησης δεν είναι η κατάλληλη. Σε τέτοια περίπτωση το αίτημα για διόρθωση του μητρώου μελών της εταιρείας πρέπει να επιδιωχθεί σε τακτική διαδικασία στα πλαίσια αγωγής [Γεωργίου κ.ά. ν. Σχολαί Φρειδερίκου Λτδ κ.ά
(2004)1 (Β) Α.Α.Δ. 866 και Ritchie κ.ά
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 639]. Όπως αναφέρεται στην απόφαση Γεωργίου κ.ά. ν. Σχολαί Φρειδερίκου Λτδ κ.ά (ανωτέρω), 872: «Όπου εγείρεται σοβαρή αμφισβήτηση ως προς τα γεγονότα και/ή ως προς τα δικαιώματα επί των μετοχών ή/και διεκδικήσεις, το δικαστήριο αρνείται τη χορήγηση θεραπείας στα πλαίσια της προβλεπομένης από το άρθρο 111 συνοπτικής διαδικασίας και οι αιτητές αφήνονται να επιζητήσουν θεραπεία με αγωγή». Την εναρκτήρια πρωτογενή αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του αιτητή, το περιεχόμενο της οποίας συνοψίζεται ως εξής: Έως και τις 22.11.07 μέτοχοι της εταιρείας ήσαν ο αιτητής και ο Κούλης Αβραάμ με ισάριθμες μετοχές (19999 έκαστος) και ο Ανδρέας Κούλλινος με 2 μετοχές. Στις 22.11.07 ο Κούλλης Αβραάμ, ο οποίος είναι, επίσης, διευθυντής και γραμματέας της εταιρείας μετεβίβασε στον αιτητή 1250 μετοχές του. Η μεταβίβαση έγινε δι' εγγράφου (τεκμήριο 8), υπογεγραμμένου και από τον Κούλλη Αβραάμ. Συνεπεία αυτής της μεταβίβασης ο αιτητής είναι πλέον ο ιδιοκτήτης και ο νόμιμος κάτοχος 21249 μετοχών της εταιρείας ενώ ο Κούλλης Αβραάμ είναι ο ιδιοκτήτης και ο νόμιμος κάτοχος 18749 τέτοιων μετοχών. Παρά ταύτα, ουδέποτε εξεδόθηκαν νέα πιστοποιητικά μετοχών τα οποία να παρουσιάζουν τις μεταβολές που προεκάλεσε η μεταβίβαση της 22.11.07. Το Φεβρουάριο του έτους 2010 ο Κούλλης Αβραάμ ανεκοίνωσε στον αιτητή την πρόθεσή του να μεταβιβάσει τις 19999 μετοχές, τις οποίες κατ' ισχυρισμόν κατείχε στην εταιρεία, στη σύζυγό του (τεκμήρια 1 και 3). Ο αιτητής αντέδρασε υπενθυμίζοντας του πως μετά τη μεταβίβαση της 22.11.07 αυτός ήταν ιδιοκτήτης μόνον 18748 μετοχών. Μάλιστα, ο αιτητής επέδειξε στον Κούλλη Αβραάμ πιστοποιητικό μετόχων της εταιρείας ημερ. 24.2.10 (τεκμήριο 2), το οποίο εξεδόθηκε από το Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών και το οποίο παρουσιάζει τον ίδιο ως ιδιοκτήτη 21249 μετοχών της εταιρείας. Ο Κούλλης Αβραάμ επέμεινε στις θέσεις του. Στις 3.5.10, οι καθ' ων η αίτηση αρ. 1 και 2 («οι καθ' ων η αίτηση» εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) κατεχώρισαν κοινή ένσταση ισχυριζόμενοι πως η εναρκτήρια πρωτογενής αίτηση είναι παράτυπη και αντίθετη προς ό,τι η σχετική νομοθεσία ορίζει και πως με την ένορκη δήλωσή του ο αιτητής σκοπίμως προβάλλει ψεύδη και ανακρίβειες, παρασιωπά ουσιώδη στοιχεία και επικαλείται πλαστά έγγραφα. Την ένσταση υποστηρίζει πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση αρ. 2 Κούλλη Αβραάμ. Μεταξύ άλλων, αυτός ισχυρίζεται και τα εξής: Το έγγραφο ημερ. 22.11.07, το οποίο ο αιτητής παρουσιάζει ως το αποδεικτικό της επ' ονόματί του μεταβίβασης των επίδικων 1250 μετοχών της εταιρείας, είναι πλαστό και χωρίς νομική ισχύ. Το έγγραφο αυτό ουδέποτε παρήξε οιονδήποτε νόμιμο αποτέλεσμα. Εξ ου και το πιστοποιητικό μετόχων της εταιρείας ημερ. 21.9.09, το οποίο εξέδωσε το Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών (τεκμήριο 4), παρουσιάζει τους Γιώργο Γκαράνη και Κούλλη Αβραάμ ως μετόχους της εταιρείας με ισάριθμες μετοχές (19999 έκαστος). Το πιστοποιητικό αυτό (τεκμήριο 4) χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές, εν γνώσει και με τη συγκατάθεση του αιτητή, για να συμμετάσχει η εταιρεία σε προσφορές του δημοσίου. Η έκδοση από το Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών του πιστοποιητικού μετόχων της εταιρείας ημερ. 24.2.10 (τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του αιτητή) είναι το αποτέλεσμα παράνομων και αντικαταστατικών ενεργειών του αιτητή. Στις 10.5.10 ο αιτητής κατεχώρισε μονομερή αίτηση για να του επιτραπεί η παρουσίαση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της εναρκτήριας πρωτογενούς αίτησης («η αίτηση»). Συγκεκριμένα, ο αιτητής επιθυμεί να προβεί ο ίδιος σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να αποδείξει τα εξής: (α) το έγγραφο μεταβίβασης μετοχών της εταιρείας ημερ. 22.11.07 είναι αυθεντικό, όπως καταδεικνύει έκθεση γραφολόγου της Αστυνομίας ημερ. 15.4.10, (β) παρανόμως κατεχωρίστηκε ένσταση στην εναρκτήρια αίτηση εκ μέρους της εταιρείας εφ' όσον αυτή ουδέποτε εξουσιοδότησε σχετικώς δικηγόρο, (γ) υπάρχουν άμεσες και επείγουσες οφειλές της εταιρείας προς το δημόσιο, (δ) υπάρχει άμεση ανάγκη λήψης αποφάσεων που αφορούν στην εταιρεία, (ε) η μεταβίβαση των μετοχών που ο Κούλλης Αβραάμ κατείχε στην εταιρεία στη σύζυγό του είναι παράνομη και (στ) ο ίδιος παρέλαβε πιστοποιητικό μετοχών της εταιρείας μόλις περί τις 12 έως και τις 14 Απριλίου του έτους 2010 και ποτέ προηγουμένως. Η αίτηση καθορίζει, ως νομική της βάση, τη Δ.39 θ.θ. 2 έως και 7, 12, 15 και 16, τη Δ.48 θ.θ.1 έως και 4, 8
(1)(ss) καθώς και τις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Διετάχθηκε η επίδοση της αίτησης στους καθ' ων η αίτηση. Αυτοί προέβαλαν ένσταση ισχυριζόμενοι πως η αίτηση είναι παράτυπη και πως δεν συντρέχουν οι νομοθετημένες και νομολογημένες προϋποθέσεις καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ιδίως, δεν συντρέχει καλός λόγος για κάτι τέτοιο εφ' όσον κατά το χρόνο σύνταξης της αρχικής ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση, ο αιτητής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τα γεγονότα τα οποία τώρα επιδιώκει να εισάξει ως μαρτυρία. Η αίτηση βάλλεται, επίσης, ως καταχρηστική και ως επιδιώκουσα αλλότριους σκοπούς. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε με τις εκατέρωθεν σύντομες αγορεύσεις. Έχω διεξέλθει το ζήτημα και διαπιστώνω και καταλήγω στα ακόλουθα: Η Δ.48 διαγράφει το πλαίσιο εντός του οποίου υποβάλλεται και εκδικάζεται μια ενδιάμεση αίτηση, δηλαδή μια αίτηση η οποία παρεμβάλλεται κατά την εκδίκαση μιας αγωγής ή μιας άλλης πολιτικής διαδικασίας που εγείρεται με καθορισμένο εναρκτήριο τύπο. Κατ' αρχήν, οι ενδιάμεσες αιτήσεις έχουν ως νομικό υπόβαθρο ειδική νομοθετική διάταξη την οποία και καταγράφουν στο σώμα τους. Κατ' εξαίρεσιν, ενδιάμεσες αιτήσεις δύνανται να στηριχθούν μόνον επί της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου εάν η τυχόν άρνηση της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση δικαιώματος διαδίκου συνταγματικώς κατοχυρωμένου [Χαραλαμπίδη ν. Μελωδία (Χαραλαμπίδου)
(1997)1 Α.Α.Δ. 724, Evand Promotions Ltd κ.ά
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 736 και Τράπεζα Κύπρου Λτδ. ν. Dynacon Ltd
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ 1978]. Παρά το ότι «Η Δ.48 είναι κατ' εξοχήν, προσαρμοσμένη στην υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων» [Τράπεζα Κύπρου Λτδ. ν. Dynacon Ltd (ανωτέρω) 1982], εντούτοις, αυτή εφαρμόζεται και κατά την υποβολή και εκδίκαση εναρκτήριων πρωτογενών αιτήσεων, τηρουμένων των αναλογιών. Στην προκείμενη περίπτωση, ορθά η εναρκτήρια πρωτογενής αίτηση υπεβλήθηκε και κατ' επίκκλησιν της Δ.48, η οποία εφαρμόζεται, τηρουμένων των αναλογιών. Περαιτέρω, ορθά τα πρόσωπα στα οποία η αίτηση αυτή επεδόθηκε χρησιμοποίησαν την ένσταση ως το διαδικαστικό μέσο για την υποβολή της υπεράσπισής τους [Δ.48 θ. 4
(1)]. Όμως, η κατ' αναλογίαν εφαρμογή της Δ.48 επί εναρκτήριων πρωτογενών αιτήσεων δεν σημαίνει και την εξομοίωσή τους με τις ενδιάμεσες αιτήσεις. Μια εναρκτήρια πρωτογενής αίτηση παραμένει πρωτίστως μια πολιτική διαδικασία δια της οποίας αξιώνεται, και στην κατάλληλη περίπτωση παρέχεται, ουσιαστική και τελική θεραπεία. Απόρροια τούτου είναι και το γεγονός πως για σκοπούς καταχώρισης έφεσης, οι αποφάσεις επί εναρκτήριων πρωτογενών αιτήσεων ταξινομούνται ως αποφάσεις επί αγωγών (Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1992)1 Α.Α.Δ. 379 και Worthham κ.ά. ν. Τσιμόν κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1442). Επομένως, εάν δεν υπάρχει νομοθετική διάταξη που να το επιβάλλει, η ακρόαση μιας εναρκτήριας πρωτογενούς αίτησης δεν μπορεί να περιορίζεται από τα όσα η Δ.48 θ. 4
(2)διαλαμβάνει για την ακρόαση των ενδιάμεσων αιτήσεων. Κατ' αρχήν, η ακρόαση μιας εναρκτήριας πρωτογενούς αίτησης ακολουθεί το πρότυπο της ακροαματικής διαδικασίας σε αγωγή και δεν χωρεί διαδικαστικό διάβημα για την προσαγωγή περαιτέρω μαρτυρίας με τη μορφή συμπληρωματικής γραπτής ένορκης δήλωσης. Με αυτές τις σκέψεις καταλήγω πως η ενδιάμεση αίτηση ημερ. 10.5.10 για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της εναρκτήριας πρωτογενούς αίτησης είναι αβάσιμη. Εν πάση περιπτώσει, εάν ήθελε θεωρηθεί πως η ακρόαση της εναρκτήριας πρωτογενούς αίτησης ακολουθεί το πρότυπο ακρόασης ενδιάμεσης αίτησης και, επομένως, εφαρμόζονται οι διατάξεις της Δ.48 θ. 4
(2)περί της δυνατότητας καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, και πάλιν θα απέρριπτα την αίτηση. Εν προκειμένω, δεν θα συνέτρεχε ο απαιτούμενος καλός λόγος. Σημειώνω πως για την παροχή άδειας καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης απαιτείται να καταδειχθεί καλός λόγος. Αυτός συνυφαίνεται και με τη σημασία που έχει η προτεινομένη πρόσθετη μαρτυρία για την ακριβοδίκαιη και αποτελεσματική εκδίκαση της εκάστοτε αίτησης. Όμως, εν προκειμένω, η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους του αιτητή, με το περιεχόμενο που προτείνεται, αναδεικνύει την έντονη αμφισβήτηση των επίδικων πραγματικών γεγονότων και την πολυπλοκότητα των επίδικων νομικών ζητημάτων. Συνεπώς, έγκριση αυτού του διαβήματος θα εξέτρεπε τη διαδικασία εκδίκασης της εναρκτήριας πρωτογενούς αίτησης. Υπενθυμίζω την προαναφερθείσα νομολογημένη αρχή σύμφωνα με την οποία διόρθωση μητρώου μελών εταιρείας μπορεί να επιδιωχθεί στα πλαίσια εναρκτήριας πρωτογενούς αίτησης μόνον εφ' όσον τα ζητήματα είναι αμιγώς νομικά τα δε κρίσιμα γεγονότα και, ιδίως, η ιδιοκτησία των εκάστοτε επίδικων μετοχών δεν αμφισβητούνται [Γεωργίου κ.ά. ν. Σχολαί Φρειδερίκου Λτδ κ.ά (ανωτέρω) και Ritchie κ.ά (ανωτέρω)]. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση ημερ. 10.5.2010 απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση αρ. 1 και 2 και εναντίον του αιτητή. (Υπ.).............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο