Επιτροπής του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων και Xoρηγημάτων σε Υπαλλήλους της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και Εξαρτώμενους τους ν. ΡΕΑΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4461/08, 27 Μαϊου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A205 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4461/08 Μεταξύ: Επιτροπής του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων και Xoρηγημάτων σε Υπαλλήλους της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και Εξαρτώμενους τους Εναγόντων, - και -
- ΡΕΑΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ
- ΙΩΑΝΝΗ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ Εναγομένων. --------------- 27 Μαϊου,
- Για τους Αιτητές-Εναγόμενους : κ. Κ. Καλλής. Για τους Καθ΄ ων η αίτηση-Ενάγοντες: κ. Γ. Τριανταφυλλίδης με κ. Γ. Τεουλίδη. --------------- Aίτηση ημερ. 11.2.2010 για διαγραφή της αγωγής ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση των εναγόντων είναι για ποσό €15.034.183,99, πλέον ετήσιο τόκο προς 9% από 16.6.07 μέχρι πληρωμής, ποσό οφειλόμενο δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου, στο οποίο ως οφειλέτρια φέρεται η εναγόμενη 1 και ως εγγυητής ο εναγόμενος
- Την καταχώριση του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου, την 1.8.2008, ακολούθησε η καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης και των δύο εναγομένων την 7.5.
- Στα δικόγραφα τους οι εναγόμενοι έθεσαν σειρά προδικαστικών ενστάσεων, οι οποίες, στην ουσία τους, αποτυπώνονταν και στο σώμα της υπό κρίση αίτησης. Οι Αιτητές, βασιζόμενοι κατά κύριο λόγο επί των Δ.2 θ.θ. 3 και 14, Δ.27 θ.θ.1-3, Δ.9 θ.θ.1-13, του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος, της νομολογίας, της πρακτικής και της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου, αξιώνουν στην αίτηση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας ενδιάμεσης απόφασης: «(Α) Διαγραφή της αγωγής ως καταχρηστικής της διαδικασίας του Δικαστηρίου λόγω ανικανότητας των Εναγόντων να δώσουν διοριστήριο (retainer). (Β) Διαγραφή της Αγωγής ως καταχρηστικής της διαδικασίας του Δικαστηρίου λόγω καταχωρήσεως της υπό ανύπαρκτης νομικώς οντότητας και/ή ανύπαρκτου φυσικού ή νομικού προσώπου. (Γ) Διαγραφή της αγωγής ένεκα του ότι η Ενάγουσα δεν έχει νομική προσωπικότητα. (Δ) Διαγραφή της Αγωγής ως καταχρηστικής λόγω δεδικασμένου. (Ε) Απόρριψη της αγωγής καθ΄ ότι καμία αιτία αγωγής δεν αποκαλύπτεται.» Την υποστηρικτική ένορκο δήλωση ορκίζεται η εναγόμενη
- Είναι χωρίς σημασία η αναφορά στο περιεχόμενο της, δεδομένου ότι αυτό συνιστά, στο σύνολο του, νομικές τοποθετήσεις, οι οποίες με επάρκεια αναπτύχθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατά την αγόρευσή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε κατοπινό κατάλληλο στάδιο θα αναπτυχθούν οι εισηγήσεις αυτές και εύκολα θα γίνει κατανοητή και η βάση στήριξης των αιτούμενων θεραπειών. Η ένσταση, η οποία έχει ταυτόσημο νομικό στήριγμα με αυτό της αίτησης, προβάλλει ως συγκεκριμένους λόγους απόρριψης της αίτησης τους ακόλουθους: «
- Η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα.
- Τα επίδικα ζητήματα έχουν εγερθεί στην Έκθεση Υπεράσπισης που κατεχώρησαν οι Εναγόμενοι-αιτητές.
- Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου.
- Οι Ενάγοντες νομιμοποιούνται στην έγερση της παρούσας αγωγής με βάση το Νόμο και τους Κανονισμούς και με βάση τη νομολογία του Δικαστηρίου.
- Οι Ενάγοντες έχουν νόμιμη οντότητα και δεν είναι ανύπαρκτα φυσικά ή νομικά πρόσωπα.
- Ο Εναγόμενοι-αιτητές έχουν αποποιηθεί του δικαιώματος να καταχωρούν την αίτηση αφ΄ ης στιγμής οι Εναγόμενοι έχουν εμφανιστεί ανεπιφύλακτα και έχουν λάβει διαβήματα στην διαδικασία.
- Οι Ενάγοντες έχουν δικαιοπρακτική ικανότητα και εξουσία να ενεργούν και/ή να ενάγονται.
- Σε ότι αφορά τα επίδικα θέματα υπάρχει δεδικασμένο μεταξύ των ιδίων διαδίκων ενόψει της απόφασης ημερομηνίας 28/12/07 στην αγωγή 2430/05 Ε.Δ. Λευκωσίας.
- Με βάση τα δικόγραφα και δη την Έκθεση Απαίτησης αποκαλύπτεται το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων να ενάγουν τους Εναγόμενους.» Την ένορκο δήλωση που τη συνοδεύει ορκίζεται ο Πρόεδρος των εναγόντων. Και του συγκεκριμένου ενόρκως δηλούντα οι αναφορές του συνιστούν επίσης νομικές τοποθετήσεις, οι οποίες και αποτέλεσαν τον πυλώνα στήριξης της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνήγορου για τους καθ΄ ων η αίτηση. Χάριν οικονομίας του λόγου και μόνο, η δομή της παρούσας ενδιάμεσης απόφασης θα λάβει τη μορφή παράθεσης των ουσιαστικών τοποθετήσεων των δύο πλευρών με ταυτόχρονη ανάλυση και κατάληξη στην κάθε επιμέρους θέση ξεχωριστά. Κατά λογική προτεραιότητα προέχει η εξέταση της προσέγγισης των καθ΄ ων η αίτηση περί καθυστέρησης στην καταχώριση της επίδικης αίτησης, και η θέση τους ότι αφ΄ εαυτής θα πρέπει να οδηγήσει την αίτηση σε απόρριψή της. Η απάντηση της αντίδικης πλευράς επί του θέματος ήταν ότι δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε καθυστέρηση και ότι, εν πάση περιπτώσει, προκειμένου περί αίτησης κατ΄ ακολουθία της Δ.27 θ.1, τυχόν καθυστέρηση δεν αποτελεί δικονομικό εμπόδιο. Στην υπόθεση Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. ν. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 Α.Α.Δ 772 σελ. 780, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Όπως έχει νομολογηθεί η αίτηση από εναγόμενο για απόρριψη της αγωγής πρέπει να κατατίθεται εγκαίρως. Παρόλο ότι μπορεί να κατατεθεί πριν την καταχώριση της υπεράσπισης, δεν μπορεί να κατατεθεί πριν την καταχώριση της έκθεσης απαιτήσεως (Βλ. A.G. of Duchy of Lancaster v. L. & N. W. Ry [1892] 3 Ch. 374 και Wright v. Prescot U.D.C. 115 L.T. 772). Μπορεί να καταχωρηθεί και μετά το κλείσιμο της δικογραφίας (Βλ. Tucker v. Collinson, 34 W.R. 354). Μετά που η αγωγή ορίζεται για ακρόαση η αίτηση απορρίπτεται (Βλ. Cross v. Earl Howe, 62 L.J. Ch. 342, Fletcher v. Bethom, 68 L.T. 438).» Στην υπόθεση Lioufis and Co. Ltd v. Μιχαλάκη Ανδρονίκου κ.ά.
(1996)1 ΑΑΔ 773, εξετάστηκε, μεταξύ άλλων, ζήτημα ανύπαρκτου ενάγοντα σε συνάρτηση με το προσφερόμενο δικονομικό μέτρο αμφισβήτησης της οντότητάς του. Αποφασίστηκε ότι η ύπαρξη των εναγόντων δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αντιδικίας μέσω των δικογράφων, αφού οι έγγραφες προτάσεις έχουν ως λόγο τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων. Αφού δε τονίστηκε ότι η αντιδικία προϋποθέτει την ύπαρξη των διαδίκων, τέθηκε ότι η αγωγή εκ μέρους ανύπαρκτου προσώπου συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και ότι το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του ενάγοντα είναι αίτηση για τη διαγραφή της αγωγής. Στην απόφαση Lioufis (ανωτέρω) υιοθετήθηκε η Russian Commercial and Industrial Bank v. Comptoir D' Escompte de Mulhouse [1925] A.C. 112 (ΗL), στην οποία κρίθηκε ότι η αμφισβήτηση εξουσίας του ενάγοντα να κινήσει αγωγή εξ ονόματος της ενάγουσας εταιρείας, δεν μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο αντιδικίας, με την έγερση του θέματος στην Υπεράσπιση. Η θεραπεία έγκειτο στη λήψη μέτρων, σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας, για τη διαγραφή του ενάγοντα και τον τερματισμό της διαδικασίας. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που αμφισβητείται η ύπαρξη του ενάγοντα (The Annual Practice [1958] 574-5). Λέχθηκαν δε τα ακόλουθα στη σελ. 780: «Η Δ.27, θ.3, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει το δικονομικό πλαίσιο για την κίνηση του μηχανισμού για τη διαγραφή αγωγής εκ μέρους ανύπαρκτου διαδίκου. Τα στοιχεία, τα οποία ο ενάγων υποχρεούται να παραθέσει για την ταυτότητά του στον τίτλο της αγωγής, προβλεπόμενα από τη Δ.2, θ.3, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σκοπούν στον προσδιορισμό τόσο της οντότητας όσο και της ταυτότητας του ενάγοντα. Η κίνηση του μηχανισμού για την έγερση της αγωγής προϋποθέτει την ύπαρξη του. Με τα στοιχεία τα οποία παρέχονται, δίνεται η ευκαιρία στον εναγόμενο να ελέγξει και, εν ανάγκη, να αμφισβητήσει την οντότητα του ενάγοντα.» Ταυτόσημη ήταν η προσέγγιση στην υπόθεση Χριστίνα Ταλιάνου ν. Διαχειριστικής Επιτροπής BELMAR Complex
(2002)1 A.A.Δ 102, 106. Ο δικαστικός λόγος της Lioufis (ανωτέρω) υιοθετήθηκε στην Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.ά. ν. Alpha Bank Ltd
(2003)1 A.AΔ 990, όπου τονίστηκε, στη σελ. 995: «Σύμφωνα με το Annual Practice 1958 σελ. 574, 575 "αν ο εναγόμενος επιθυμεί να αμφισβητήσει την εξουσία έγερσης αγωγής στο όνομα του ενάγοντα πρέπει να αποταθεί για διαγραφή του ονόματος του ενάγοντα στο αρχικό στάδιο, δεν μπορεί να αμφισβητεί την εξουσία με την υπεράσπιση του, ούτε μπορεί να κάμει κάτι τέτοιο στη δίκη". Η πιο πάνω αρχή έχει διατυπωθεί στην Russian Commercial and Industrial Bank v. Comptoir D' Escompte de Mulhouse
(1925)A.C. 112 (HL) στην οποία λέχθηκαν τα εξής: ".. I do not think that it is open to the defendants to raise this question by way of defence to the action. If the defendants desired to dispute the authority of Mr Jones to commence these proceedings in the name of the plaintiff company, their proper course was to move at an early stage of the action to have the name of the company struck out as plaintiff and so to bring the proceedings to an end." Σε μετάφραση «. Δεν νομίζω ότι οι εναγόμενοι μπορούσαν να εγείρουν αυτό το θέμα με την μορφή υπεράσπισης στην αγωγή. Αν οι εναγόμενοι επιθυμούσαν να αμφισβητήσουν την εξουσία του κ. Jones να αρχίσει αυτή τη διαδικασία στο όνομα της ενάγουσας εταιρείας η ορθή διαδικασία έγκειτο στη λήψη μέτρων στο αρχικό στάδιο της αγωγής για τη διαγραφή του ονόματος της εταιρείας ως ενάγουσας και με τον τρόπο αυτό να τερματίσουν τη διαδικασία.» Στην παρούσα υπόθεση η αγωγή καταχωρήθηκε την 1.8.2008, οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης λίγες μέρες μετά και, μήνες αργότερα, την 7.5.2009 - και αφού προηγήθηκε εναντίον τους αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης - την έκθεση υπεράσπισής τους. Ακολούθησε αποκάλυψη εγγράφων εκ μέρους των εναγόντων, στις 20.11.2009, και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 18.3.
- Μετά τον ορισμό αυτό, και πριν από την ημερομηνία ακρόασης, καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Τα πιο πάνω αναντίλεκτα δεδομένα, αντικριζόμενα υπό το πρίσμα της αναλυθείσας νομικής διάστασης που καλύπτει το εξεταζόμενο ζήτημα της καθυστέρησης, ιχνηλατούν και το αποτέλεσμα της αίτησης. Την απόρριψή της ως αποτέλεσμα της καθυστερημένης υποβολής της, κατά παράβαση των θεσμών και των νομικών αρχών που τους διέπουν. Με την επιφύλαξη της πιο πάνω κατάληξης, θα εξετασθούν και οι υπόλοιποι λόγοι αίτησης, προκειμένου να παρατεθεί ολοκληρωμένη η προσέγγιση του Δικαστηρίου επί του συνόλου των ζητημάτων που καλύπτουν την υπό κρίση περίπτωση. Εισηγήθηκε ο κ. Καλλής αγορεύοντας - και προς τεκμηρίωση των θέσεων του παρέθεσε σειρά νομικών αυθεντιών - ότι οι ενάγοντες δεν αποτελούν συγκροτημένο σώμα (corporated body) και ως εκ τούτου, δεν μπορούν να ενάγουν και να ενάγονται. Αντίθετη ήταν η προσέγγιση του κ. Τριανταφυλλίδη, ο οποίος, υιοθετώντας το σκεπτικό της ενδιάμεσης απόφασης, ημερ. 28.12.07, στην αγωγή 2430/05, κατέληξε πως το υπό εξέταση ζήτημα κρίθηκε σε όλη του την έκταση στην πιο πάνω απόφαση. Η απόφαση στην προαναφερθείσα αγωγή εκδόθηκε από τον Λ. Παρπαρίνο, Π.Ε.Δ. και σε αυτήν εξετάσθηκε, μεταξύ άλλων, και η νομική υπόσταση των εναγόντων στην παρούσα υπόθεση, οι οποίοι ήταν επίσης ένας εκ των εναγόντων στην 2430/
- Ταυτόσημα ήταν και τότε τα επιχειρήματα των δύο πλευρών. Βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο η κατάληξη του αδελφού Προέδρου, με την οποία απορρίφθηκαν οι αντίστοιχες θέσεις των αιτητών και αποφασίστηκε επίσης ότι οι Κανονισμοί, οι οποίοι εκδόθηκαν με βάση το άρθρο 44 του Κεφ. 171 (Eletricity Development Law), δεν είναι ultra vires. Παραθέτω, αυτούσια, τα σχετικά μέρη της απόφασης ημερ. 28.12.07, τα οποία και υιοθετώ: «Όσον αφορά τους ενάγοντες 4, Επιτροπή του «Σχεδίου» οι εξουσίες που της παρέχονται δια το θέμα που ενδιαφέρει αναφέρονται εις τους Καν. 32 και
- Οι Κανονισμοί 32 και 46 προβλέπουν: «32
(1)Των υποθέσεων του Σχεδίου επιλαμβάνεται Επιτροπή που απαρτίζεται από πέντε μέλη τα οποία διορίζονται από την Αρχή από τα οποία ένα θα είναι Πρόεδρος, ένα ο Γραμματέας και ένα ο Ταμίας.» «46. Η Επιτροπή αποφασίζει πάνω σε όλες τις απαιτήσεις επί του Ταμείου και ασκεί τις εξουσίες, αρμοδιότητες ή διακριτικές εξουσίες τις χορηγούμενες σ' αυτή από τους παρόντες Κανονισμούς όταν αποφασίζει πάνω σε οποιοδήποτε ζήτημα. ............» Προτού όμως αποφασισθεί κατά πόσο η Επιτροπή είχε εξουσία να εγείρει την παρούσα αγωγή θα πρέπει να αναφερθεί κατά πόσο το «Σχέδιο» ως Σώμα (corporation) μπορούσε να ενάγει ή να ενάγεται ώστε να διαφανεί κατά πόσο μπορούσε να εκχωρήσει την εξουσία αυτή εις την Επιτροπή και αν πράγματι την εκχώρησε. Εις τη σελ. 700 παράγρ. 1231 του Halsbury's (άνω) αναφέρονται τα ακόλουθα: "Statutory corporations. The powers of a corporation created by stature are limited and circumscribed by the statutes which regulate it, and extend no further than is expressly stated therein, or is necessarily and properly required for carrying into effect the purposes of its incorporation, or may be fairly regarded as incidental to, or consequential on, those things which the legislature has authorized. What the statute does not expressly or impliedly authorize is to be taken to be prohibited." Περαιτέρω και πιο ξεκάθαρα στις σελ. 738 και 739 παράγρ. 1286 και 1287 του άνω συγγράμματος αναφέρεται ότι σώματα (corporations) που δημιουργούνται μεταξύ άλλων δυνάμει εξουσιοδότησης Νόμου μπορούν να ενάγουν και να εναχθούν. Συνεπώς το «Σχέδιο» ως Σώμα ιδρυθέν κατ΄ εξουσιοδότηση Νόμου δύναται να ενάγει και ενάγεται. Με δεδομένο το πιο πάνω ακολουθεί κατά πόσο «το Σχέδιο» εκχώρησε την εξουσία του να ενάγει εις την Επιτροπή. Τα άρθρα 32
(1)και 46 των Κανονισμών ήδη έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Στην υπόθεση Νικολάου ν. Βασιλείου
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ 1566 σελ. 1574 αναφέρονται: "Όπου το λεκτικό του Νόμου είναι καθαρό και σαφές πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τη φυσική και συνηθισμένη του έννοια γιατί αυτό το λεκτικό εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο την πρόθεση του Νομοθέτη (Maxwell on the Interpretation of Statutes, 10η έκδοση, σελ. 2., Income Tax Commissioners v. Pemsel [1891] A.C. 531, 543, Pilavakis ν Cyprus Inland Telecommunications Authority
(1963)2 C.L.R. 429). Εφόσον το νόημα ενός νόμου είναι απλό το δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να διερευνήσει την σοφία του. Δεν είναι καθήκον του δικαστηρίου να καταστήσει τον Νόμο λογικό αλλά να τον ερμηνεύσει όπως έχει σύμφωνα με το ορθό νόημα του λεκτικού του (Sutters v. Briggs [1922] i A.C. 1, 8, Kanaris v. Tosoun
(1969)1 C.L.R. 637, 643). Δεν είναι επιτρεπτή η προσθήκη λέξεων στο κείμενο του Νόμου και η παρεμβολή επεκτάσεων οι οποίες δεν βρίσκονται στο Νόμο (Papaneophytou v. Republic
(1973)3 C.L.R. 191,204).» Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω είμαι της γνώμης ότι η διατύπωση του άρθρου 32
(1)είναι σαφής. Σ΄ αυτή ο νομοθέτης ξεκάθαρα αναφέρει ότι τις υποθέσεις του «Σχεδίου» τις επιλαμβάνεται η Επιτροπή. Όταν δε αναφέρεται σε «υποθέσεις» χωρίς κανένα περιορισμό, δεν χωρεί καμία άλλη ερμηνεία παρά ότι αναφέρεται σε ό,τι αφορά «το Σχέδιο» εκτός εάν στους ίδιους τους κανονισμούς περιέχεται απαγόρευση ή άλλη ρύθμισης δια ειδικότερα θέματα όπως π.χ. στον Καν. 46 που αναφέρονται εξουσίες της Επιτροπής δι' απαιτήσεις επί του Ταμείου. Συνεπώς είμαι της γνώμης ότι με το άνω άρθρο (32
(1)) εκχωρήθη η εξουσία του Σχεδίου να ενάγει εις την Επιτροπή. Η υπόθεση Ταλιάνου ν. Belmar Complex
(2002)1 A.Α.Δ 102 στην οποία αναφέρθηκε ο δικηγόρος των αιτητών είναι ακριβώς μια περίπτωση όπου ο Νόμος προσέδωσε νομική υπόσταση και δικαιοπρακτική ικανότητα σε μια οντότητα, τη Διαχειριστική Επιτροπή. Το ίδιο συνέβηκε και στην υπό εξέταση περίπτωση με τη ΚΔΠ 188/97 και ΚΕΦ. 171 βάσει του οποίου ιδρύθηκε «Το Σχέδιο». ......................................... «Το Σχέδιο» ιδρύθηκε βάσει εξουσίας που παρέχεται από Νόμο, ως έχει αναλυθεί πιο πάνω. Είναι συγκροτημένο σώμα (corporation) με δικαιοπρακτική ικανότητα και εξουσία να ενάγει και ενάγεται. Την εξουσία του να ενάγει την εκχώρησε εις την Επιτροπή (ως έχει αναλυθεί πιο πάνω). Αυτά καλύπτουν, πιστεύω, και την ικανότητα του να παρέχει διοριστήριο (retainer) όπως και τη διεύθυνση επίδοσης. ...... .............................. Ένα άλλο θέμα που εγείρεται από τους αιτητές είναι ότι οι κανονισμοί είναι ultra vires του εξουσιοδοτούντος νόμου ήτοι του άρθρου 44 του ΚΕΦ. 171. Όπως συνοπτικά παρατίθεται εις την αγόρευση του δικηγόρου των αιτητών εις τους κανονισμούς προβλέπεται η πληρωμή: (α) ετήσιας σύνταξης (Καν. 11) (β) 13η σύνταξη (Καν. 11) (γ) Εφάπαξ ποσού (Καν. 17
(2)) (δ) Φιλοδωρήματος (Καν. 19) Τα υπό (γ) και (δ) ανωτέρω αναφερόμενα, σύμφωνα με την εισήγηση, εμπίπτουν εντός της νομοθετικής εξουσιοδότησης αλλά όχι τα υπό (α) και (β). Επίσης προβάλλεται ότι με τον εξουσιοδοτών Νόμο προβλέπεται η σύσταση Ταμείου Προνοίας για την πληρωμή επιδομάτων αφυπηρέτησης και φιλοδωρημάτων και με τον Καν. 3
(1)«ιδρύθηκε Σχέδιο Συντάξεων και Χορηγημάτων». Ακόμη προβάλλεται ότι το ιδρυθέν δυνάμει του Καν. 3
(1)Σχέδιο Συντάξεων και Χορηγημάτων είναι διαφορετικό από το Ταμείο που προβλέπεται από τον εξουσιοδοτούντα Νόμο (άρθρο 44). Πρόσθετα, ήταν η θέση του συνηγόρου των αιτητών ότι με τη χορήγηση μηνιαίων συντάξεων έχουν διευρυνθεί οι σκοποί του Νόμου προσετέθησαν νέα και διαφορετικά μέσα δια εφαρμογή του Νόμου και οι Κανονισμοί έχουν αποκλίνει και διαφοροποιηθεί από τους στόχους του Νόμου. Το άρθρο 44
(1)(α) του ΚΕΦ. 171 έχει ως ακολούθως: "44.—
(1)Η Αρχή δύναται, με την έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου, να θεσπίζει κανονισμούς, που δεν είναι αντίθετοι προς τις διατάξεις του νόμου αυτού, ή κάθε άλλου εκάστοτε σε ισχύ νόμου, οι οποίοι δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας για την καλύτερη εφαρμογή του νόμου αυτού και, χωρίς επηρεασμό της γενικότητας των εξουσιών που παρέχονται δια του νόμου αυτού, θα θεσπίζονται κανονισμοί σε σχέση προς κάθε ή οποιοδήποτε από τα ακόλουθα ζητήματα:— (α) την ίδρυση και σύσταση ταμείου προνοίας και σχεδίου για την πληρωμή τέτοιων επιδομάτων αφυπηρέτησης και φιλοδωρημάτων σε τέτοια μέλη,λειτουργούς υπαλλήλους της Αρχής και, με τέτοιους όρους και προϋποθέσεις οι οποίες ήθελαν οριστεί στους κανονισμούς» Όπως έχει αναλυθεί στην υπόθεση Σάββα ν. Δημοκρατίας
(2003)3 Α.Α.Δ 98, υπόθεση η οποία αναφέρθη από το δικηγόρο των αιτητών και πολύ ορθά εντόπισε οι αρχές βάσει των οποίων μια διάταξη κρίνεται ultra vires έχουν ως ακολούθως: (α) Οι κανονισμοί πρέπει να είναι απαραίτητοι για την εφαρμογή των σκοπών του Νόμου. (β) Πρέπει να συνάδουν με τις πρόνοιες του Νόμου. (γ) Οι Κανονισμοί δεν μπορούν να επεκτείνουν το εύρος ή τη γενική εφαρμογή του Νόμου (δ) Οι Κανονισμοί δεν μπορούν να διευρύνουν τους σκοπούς του Νόμου (ε) Οι Κανονισμοί δεν μπορούν να προσθέσουν νέα και διαφορετικά μέσα δια την εφαρμογή του Νόμου ούτε να αποκλίνουν ή να διαφοροποιηθούν από τους στόχους του. Έχω εξετάσει με προσοχή τις εισηγήσεις των αιτητών και δεν με βρίσκουν σύμφωνο. Εις τον Βlack's Law Dictionary, 5η έκδοση σελ. 1021 «Pension" σημαίνει: «Retirement benefit paid regularly (normally monthly), with the amount of such based generally on length of employment an amount of wages or salary of pensioner." Εις του Κανονισμούς και συγκεκριμένα εις τον ερμηνευτικό Καν. 2 αναφέρεται ότι «σύνταξη» σημαίνει ετήσια σύνταξη. Πιστεύω ότι ο ορισμός που δίδεται από το πιο πάνω νομικό λεξικό καλύπτει και την περίπτωση σύνταξης και 13ης σύνταξης που προβλέπεται στους κανονισμούς και είναι εντός της εννοίας της φράσεως «τέτοιων επιδομάτων αφυπηρέτησης» του εξουσιοδοτούντος Νόμου ΚΕΦ. 171 άρθρο 44
(1)(α). Περαιτέρω το άρθρο αυτό εξουσιοδοτεί την ίδρυση και σύσταση «Σχεδίου για την πληρωμή τέτοιων επιδομάτων αφυπηρέτησης και φιλοδωρημάτων» και αυτό έγινε με τον Καν. 3 της Κ.Δ.Π 188/97. Η αναφορά στους Κανονισμούς σε «σύνταξη» αντί «επιδομάτων αφυπηρέτησης» δεν έχει οιανδήποτε σημασία εφόσον οι δύο έννοιες είναι οι ίδιες και συνάδουν με τις πρόνοιες του Νόμου. Συνεπώς, είμαι της γνώμης ότι οι Κανονισμοί δεν είναι ultra vires σε καμία από τις πρόνοιες του για τις οποίες εξεφράσθη παράπονο από τους αιτητές». Αξιώνεται περαιτέρω από τους αιτητές η απόρριψη της αγωγής στη βάση ότι καμία αιτία αγωγής δεν αποκαλύπτεται εναντίον των εναγομένων. Το αίτημα έχει ως έρεισμα το γεγονός ότι το γραμμάτιο που συνιστά τη βάση αγωγής, και αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται επί της αιτήσεως, ήταν πληρωτέο σε διαταγή «του Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου» και όχι στο πρόσωπο το οποίο περιγράφεται ως ενάγοντας. Συνεπώς, ήταν η προέκταση της θέσης των αιτητών, οι παρουσιαζόμενοι ως ενάγοντες δεν μπορούν να αντλήσουν αγώγιμο δικαίωμα από το γραμμάτιο. Σόφισμα είναι, με όλο το σεβασμό, το πιο πάνω συμπέρασμα των αιτητών. Δικαιούχος είσπραξης του επίδικου γραμματίου είναι το αναφερόμενο Ταμείο, του οποίου οι εξουσίες για διεκδίκηση δικαστικά των δικαιωμάτων του, έχουν εκχωρηθεί στην Επιτροπή. Συνεπώς, δεν εντοπίζεται απουσία αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα. Ο ισχυρισμός για ύπαρξη δεδικασμένου, αποτέλεσε το τελευταίο βάθρο στήριξης των θέσεων των αιτητών για διαγραφή της αγωγής. Oρθό είναι να παρεμβάλει το Δικαστήριο σύνοψη των αρχών που καλύπτουν τον κανόνα δεδικασμένου, προτού προχωρήσει στην εφαρμογή τους στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Ο γνωστός κανόνας του δεδικασμένου και η ανάγκη εφαρμογής του, επεξηγούνται, με αναφορά σε όλες τις σημαντικές διαχρονικά επί του θέματος αποφάσεις, από τον Ηλιάδη, Δ. στην πολύ πρόσφατη απόφαση Ανδριανή Χαραλάμπους v. Μαρίας Χαραλάμπους,
(2008)ΑΑΔ 1298. Ο πιο πάνω κανόνας εδράζεται σε δύο αρχές: Του οφέλους του δημοσίου συμφέροντος από την τελεσίδικη εκδίκαση μιας διαφοράς και του αποκλεισμού της ενόχλησης οποιουδήποτε προσώπου δύο φορές για το ίδιο θέμα. Η εφαρμογή δε της αρχής του δεδικασμένου προϋποθέτει τελεσιδικία της απόφασης, ταύτιση διαδίκων και ταύτιση επίδικων θεμάτων. Ως θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματά του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ΄ επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα. (K.S.R. Commercio S.A. κ.ά. v. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 ΑΑΔ 309). Προς αποφυγή καταχώρησης πλειάδας αγωγών, ο κανόνας του δεδικασμένου έχει επεκταθεί κατά τρόπο που να καλύπτει όλες τις βάσεις αγωγής που ένας διάδικος θα μπορούσε να περιλάβει στα δικόγραφά του μετά από λογική έρευνα. Παράλειψή του να το πράξει του αποστερεί το δικαίωμα έγερσης νέας αγωγής. Ο κανόνας εφαρμόζεται όχι μόνο σε θέματα που είχαν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία, αλλά και σε κάθε θέμα το οποίο ήταν στενά συνυφασμένο με τη διαδικασία αυτή και που οι διάδικοι, με λογική προσοχή, θα μπορούσαν να είχαν εγείρει. Τα μόνα γεγονότα που σχετίζονται με το θέμα του δεδικασμένου, αποτυπώνονται στην παράγρ. 11 της ένορκης δήλωσης η οποία συνοδεύει την αίτηση. Σύμφωνα με αυτή, εναντίον των ιδίων εναγομένων και σε σχέση με το επίδικο γραμμάτιο, είχε κινηθεί σε προηγούμενο στάδιο η αγωγή 3244/05, η οποία και απορρίφθηκε. Ως ενάγων παρουσιαζόταν το Ταμείο Συντάξεως και Χορηγημάτων σε υπαλλήλους της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και εξαρτωμένους τους. Είναι η θέση των αιτητών ότι η μη συμπερίληψη των εναγόντων στην παρούσα αγωγή ως διαδίκων στην αγωγή 3244/05, παραβιάζει το δεδικασμένο. Είναι σταθερή γραμμή της νομολογίας ότι η προδικαστική εκδίκαση νομικών σημείων, ακόμα και κάτω από τις πρόνοιες της Δ.27 θ.θ. 1 και 2, δεν προσφέρεται εκεί όπου το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων, είτε δεν υπάρχει, είτε δεν αποτελείται από κοινά παραδεκτά γεγονότα (Αλωνεύτης ανωτέρω, σελ. 997). Το απαραίτητο αυτό υπόβαθρο μπορεί να τεθεί, είτε από το ίδιο το δικόγραφο, είτε να αποτελείται από κοινά παραδεκτά γεγονότα. Η εφαρμογή των πιο πάνω θεσμών δικαιολογείται μόνο όπου τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα και παραδεκτά. Στην υπό κρίση περίπτωση εντοπίζεται ανυπέρβλητο για τους αιτητές εμπόδιο: Ο επικαλούμενος λόγος απόρριψης της αξίωσης, ο οποίος περιστρέφεται γύρω από τα δεδομένα της αγωγής 3244/05, δεν προβάλλεται στην έκθεση υπεράσπισης, όπου οι αναφορές περί ύπαρξης δεδικασμένου ως λόγο έχουν την αγωγή υπ΄ αρ. 2430/05. Πέραν τούτου, από μόνες τους οι γενικές αναφορές που εντοπίζονται στην παράγρ. 11 της ένορκης δήλωσης δεν καλύπτουν το αναγκαίο υπόβαθρο των γεγονότων για να κριθεί το εγερθέν ζήτημα του δεδικασμένου. Καθότι, πλην του ότι γίνεται αναφορά στο συγκεκριμένο γραμμάτιο, παραμένουν άγνωστες οι θέσεις των τότε διαδίκων επί του ζητήματος και επί του όλου φάσματος των επίδικων θεμάτων, όπως παραμένουν άγνωστοι και οι λόγοι απόρριψης της πιο πάνω αγωγής και, συνακόλουθα, η τυχόν τελεσίδικη κατάληξή της. Καταληκτικά και για το σύνολο των λόγων που προσπάθησε το Δικαστήριο να εξηγήσει, η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα εναντίον των αιτητών, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΓ/ΧΘ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο