← Κύπρος

Olga Viktorovna Rodina κ.α. ν. Banworad Holdings Ltd κ.α., Αγωγή Αρ. 1887/10, 28.5.2010

Olga Viktorovna Rodina κ.α. ν. Banworad Holdings Ltd κ.α., Αγωγή Αρ. 1887/10, 28.5.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A206 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 1887/10 Μεταξύ:

  1. Olga Viktorovna Rodina
  2. Baltisky Issuing Union OJSC
  3. Registronix OJSC
  4. Poligrafoformlenie OJSC
  5. Atomstroyinvest CJSC
  6. Atominvestproject CJSC Εναγόντων - και -
  7. Banworad Holdings Ltd
  8. RMG Holdings Ltd
  9. Futurequest Ltd
  10. Georgi Petrovich Semenenko
  11. Sergey Sergeevich Skaterchikov
  12. Raddene Ventures Ltd Εναγομένων Αίτηση εναγόντων ημερ. 11.3.2010 για προσωρινό διάταγμα Ημερομηνία: 28.5.2010 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες/αιτητές: κα Αγαθοκλέους Για εναγόμενους 1 και 3/καθ΄ ων η αίτηση: κ. Ν. Γεωργιάδης Για εναγόμενο 2/καθ΄ ου η αίτηση: κα Κότσαπα Για εναγόμενους 4, 5 και 6/καθ΄ ων η αίτηση: Καμία εμφάνιση (Η αίτηση δεν επιδόθηκε στους εναγόμενους 4 και 6). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι αιτητές, μέτοχοι μειοψηφίας της ρωσικής εταιρείας KIROVSKIY ZAVOD (στο εξής η Εταιρεία), διατείνονται ότι η μεταβίβαση μετοχών της Εταιρείας που κατέχονταν από τρεις θυγατρικές της εταιρείες ήταν προϊόν συνωμοσίας και/ή δόλου και/ή απάτης των καθ΄ ων η αίτηση που απέβλεπε στον έλεγχο της Εταιρείας από τον μέτοχο και γενικό διευθυντή της Georgi Petrovich Semenenko (εναγόμενο 4). Στη βάση αυτή καταχώρισαν στις 11.3.2010 αγωγή επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος αξιώνοντας:- Α. Γενικές αλλά και ειδικές αποζημιώσεις ύψους 1.200.000.000 Ρωσικών Ρουβλίων ή 29.453.795,78 Ευρώ. Β. Δηλωτική απόφαση ότι η μεταβίβαση των μετοχών της Εταιρείας προς τους εναγόμενους 1, 2 και 6 είναι παράνομη και/ή άκυρη και Γ. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι 1, 2 και 6 να επιστρέψουν και/ή επαναμεταβιβάσουν τις μετοχές της Εταιρείας προς τους αρχικούς και/ή νόμιμους και/ή πραγματικούς δικαιούχους τους, δηλαδή:- (α) 12.4% προς την εταιρεία OJSC TETRAMET (β) 14.9% προς την εταιρεία CJSC ΜΖ PETROSTAL, η οποία κατέχει το 96% των μετοχών της υπό εκκαθάριση εταιρείας IFK PETROSTAL-INVEST CJSC που ήταν ο αρχικός κάτοχος των μετοχών της Εταιρείας και (γ) 7.5% προς την εταιρεία CJSC PTZ, η οποία κατέχει το 96% των μετοχών της υπό εκκαθάριση εταιρείας IFK PTZ-INVEST CJSC που ήταν ο αρχικός κάτοχος των μετοχών της Εταιρείας. Παράλληλα με την αγωγή, οι αιτητές καταχώρισαν την ίδια ημέρα και μονομερή αίτηση βάσει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 και των άρθρων 4, 5, 8 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 αποβλέποντας στην έκδοση τεσσάρων ενδιάμεσων διαταγμάτων. Η αίτηση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αυθημερόν με τη διαδικασία του κατεπείγοντος και αφού οι αιτητές απέσυραν τα τρία από τα τέσσερα αιτητικά εξασφάλισαν προσωρινό διάταγμα (στο εξής το Διάταγμα) με το οποίο:- Εμποδίζονται οι εναγόμενοι να μεταφέρουν εκτός Κϋπρου ή με άλλο τρόπο διαθέσουν ή διαπραγματευθούν ή διασπαθίσουν ή μειώσουν την αξία οποιωνδήποτε μετοχών που κατέχουν στην Εταιρεία, συμπεριλαμβανομένης της μεταβίβασης και/ή αποξένωσης των εν λόγω μετοχών σε οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ή εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο ή αλλού και ειδικά να μεταβιβάσουν και/ή αποξενώσουν το 13.94% των μετοχών της Εταιρείας που κατέχει η εναγόμενη 1, το 6.96% των μετοχών της Εταιρείας που κατέχει η εναγόμενη 2 και το 15.75% των μετοχών της Εταιρείας που κατέχει η εναγόμενη
  13. Περαιτέρω, με το Διάταγμα εμποδίζονται οι εναγόμενοι να εξασκούν οποιαδήποτε δικαιώματα σε σχέση με τις εν λόγω μετοχές, συμπεριλαμβανομένων και των δικαιωμάτων ψήφου σε οποιαδήποτε συνέλευση της Εταιρείας, και ολ΄ αυτά μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση προσέκρουσε σε ένσταση των εναγομένων 1, 2 και 3 (στο εξής οι καθ΄ ων η αίτηση) προς τους οποίους έγινε κατορθωτή η επίδοση, οι οποίοι, πέραν των άλλων λόγων ενστάσεων, πρόβαλαν ότι το Διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί στη βάση ότι οι αιτητές δεν ικανοποίησαν το στοιχείο του κατεπείγοντος και, περαιτέρω, ότι απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα ή με τον τρόπο που παράθεσαν τα γεγονότα παραπλάνησαν το Δικαστήριο. Πρόκειται για σοβαρούς, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, λόγους ένστασης που λόγω της σημασίας τους επιβάλλεται να τύχουν άμεσης και κατά προτεραιότητα εξέτασης. Υπενθυμίζω σχετικά ότι το στοιχείο του κατεπείγοντος αποτελεί δικαιοδοτικό όρο και μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικώς, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία της άλλης πλευράς (βλ. μεταξύ άλλων, Χριστοδούλου ν. Vraets

(1999)1 Α.Α.Δ. 1475 και Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598). Όσον δε αφορά το θέμα της απόκρυψης υπενθυμίζω ότι βάσει διαχρονικής και απαρέκκλιτης νομολογίας ο διάδικος που προσφεύγει στο Δικαστήριο μονομερώς έχει καθήκον όχι μόνο να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του Δικαστηρίου, αλλά και να τα παρουσιάσει δίκαια και χωρίς παραπλάνηση. Διαφορετικά το διάταγμα που εκδόθηκε στην απουσία του αντίδικου παραμερίζεται άνευ ετέρου (βλ. Hardardskiy Prumyslovy Holdings A.S. v. Daventree Resources Ltd κ.α.
(2008)1 AAΔ 801 η οποία κάμνει εκτενή αναφορά στην πάγια νομολογία επί του θέματος). Οι δύο πιο πάνω λόγοι ένστασης περιστρέφονται ουσιαστικά γύρω από δύο άξονες. Αφενός μεν ότι άλλη ομάδα μετόχων μειοψηφίας της Εταιρείας είχε εξασφαλίσει μέσω των ιδίων δικηγόρων παρόμοιο διάταγμα στο πλαίσιο της αγωγής 468/2010 και επομένως εξέλειπε το στοιχείο του κατεπείγοντος και, αφετέρου, ενώ οι αιτητές καλούν το Δικαστήριο να κρίνει την ισχυριζόμενη παράνομη μεταβίβαση των μετοχών της Εταιρείας βάσει της Ρωσικής Νομοθεσίας και προς τούτο επικαλούνται νομική γνωμάτευση και αποφάσεις ρωσικών Δικαστηρίων -ειδικά της απόφασης 12.1.2010 - εντούτοις αποκρύβουν μεταγενέστερες αποφάσεις ανώτερων ρωσικών Δικαστηρίων επί του θέματος. Αυτά, περιεκτικά, προβάλλονται για τεκμηρίωση των δύο αναφερθέντων λόγων ένστασης, για κατανόηση των οποίων θα ΄ταν χρήσιμο να σκιαγραφηθεί το αδιαμφισβήτητο ιστορικό της υπόθεσης όπως αυτό προκύπτει μέσα από τις ογκώδεις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν τόσο την αίτηση όσο και τις ενστάσεις. Έχει ως ακολούθως:- Το μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας είχε διανεμηθεί σε τρεις ομάδες μετόχων, στη μια από τις οποίες - την ομάδα ανεξαρτήτων, όπως αποκαλείται, μετόχων - ανήκουν και οι αιτητές της παρούσας υπόθεσης. Απ΄ αυτούς η ενάγουσα 1 είναι ρωσίδα κάτοικος Μόσχας, ενώ οι υπόλοιποι εταιρείες εγγεγραμμένες στη Ρωσία. Μεταξύ των μετόχων της Εταιρείας ήταν και η ομάδα του Semenenko (εναγόμενου 4) ο οποίος ήταν και ο γενικός της διευθυντής, καθώς επίσης και τρεις θυγατρικές της εταιρείες, οι OJSC TETRAMET, IFK PETROSTAL-INVEST CJSC και IFK PTZ-INVEST CJSC που κατείχαν συνολικά το 34.8% των μετοχών της Εταιρείας. Μέσα στο 2005 οι τρεις πιο πάνω θυγατρικές εταιρείες μεταβίβασαν τις μετοχές - σε υποτιμημένη όπως ισχυρίζονται οι αιτητές αξία - που κατείχαν στην Εταιρεία σε άλλες εταιρείες στη Ρωσία, οι οποίες με τη σειρά τους τις μεταβίβασαν σε άλλες για να καταλήξουν τελικά μέσω διαδοχικών μεταβιβάσεων στις κυπριακές εταιρείες εναγόμενες 1, 2 και μέρος αυτών, όπως προβάλλεται, στην εναγόμενη 6, η οποία είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους (ΒVI). Είναι ισχυρισμός των αιτητών ότι η μεταβίβαση των μετοχών που κατείχαν οι τρεις θυγατρικές εταιρείες στην Εταιρεία επετεύχθη κατόπιν συνομωσίας και/ή δόλου και/ή απάτης των εναγομένων με πρωταγωνιστή τον Semenenko, ο οποίος υλοποίησε τους επιλήψιμους σκοπούς του καταχραζόμενος τη διευθυντική του θέση και χρησιμοποιώντας τις ελεγχόμενες απ΄ αυτόν εναγόμενες εταιρείες 1, 2, 3 και 6, καθώς επίσης και το στενό του συνεργάτη εναγόμενο
  1. Η μεταβίβαση αυτή, προβάλλεται, επέφερε σοβαρή ζημία τόσο στην Εταιρεία όσο και στους ανεξάρτητους μετόχους της και προσβλήθηκε ως παράνομη σε δικαστικές διαδικασίες στη Ρωσία. Το γεγονός δε ότι σύμφωνα με τη Ρωσική νομοθεσία ήταν παράνομη επιβεβαιώνεται από νομική γνωμάτευση δικηγορικού γραφείου της Αγίας Πετρούπολης (τεκμ.2), αλλά και από σειρά αποφάσεων των ρωσικών δικαστηρίων, οι οποίες λήφθηκαν υπέρ των διαφόρων μετόχων μειοψηφίας μετά την ολοκλήρωση, περί τα τέλη του 2009 - αρχές του 2010, σειράς δικαστικών διαδικασιών. Μεταξύ αυτών και η απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Αγίας Πετρούπολης ημερ. 12.1.2010 στην υπόθεση Α.56-55612/2008 (τεκμ.14), η οποία δικαίωσε πλήρως κάποιους από τους μετόχους μειοψηφίας, καταλογίζοντας στο Σεμενένκο ότι καταχράστηκε τα δικαιώματα του ως γενικού διευθυντή της Εταιρείας με σκοπό, μέσω της παράνομης μεταβίβασης των μετοχών, να θέσει την Εταιρεία υπό τον έλεγχο του. Και ναι μεν κάποιοι ανεξάρτητοι μέτοχοι πέτυχαν και δικαστικώς να δικαιωθούν, αλλά οι δικαστικές διαδικασίες δεν έχουν ακόμα ολοκληρωθεί επειδή στο ρωσικό νομικό σύστημα παρόμοιες διαφορές μπορούν να εξετάζονται διαδοχικά από τα δικαστήρια τεσσάρων αρχών, κάτι που μπορεί να συνεχίζεται για χρόνια προτού εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Στη βάση των πιο πάνω, προβλήθηκε από τους αιτητές, η μεταβίβαση των μετοχών που κατείχαν οι τρεις θυγατρικές εταιρείες στην Εταιρεία είναι παράνομη σύμφωνα με τη ρωσική νομοθεσία και ως τέτοια θα πρέπει να κριθεί και από το Κυπριακό Δικαστήριο, το οποίο προς τούτο θα πρέπει να εφαρμόσει τη ρωσική νομοθεσία. Τέλος, οι αιτητές φέρουν σε γνώση του Δικαστηρίου ότι στις 21.1.2010 τρεις άλλοι ανεξάρτητοι μέτοχοι απευθύνθηκαν στο Κυπριακό Δικαστήριο με ξεχωριστή αγωγή εναντίον των τεσσάρων πρώτων εναγομένων της παρούσας υπόθεσης, στο πλαίσιο της οποίας εξασφάλισαν και προσωρινό διάταγμα για κατάσχεση των Μετοχών που ανήκουν στις εταιρείες Banworad (εναγόμενη 1) και RMG (εναγόμενη 2), αλλά ενώ βρισκόταν σε ισχύ το διάταγμα φαίνεται ότι η εναγόμενη 1 και/ή 2 μετέφεραν το 15.75% των επίδικων μετοχών στην εναγόμενη 6, η οποία είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους (ΒVI) αλλά διοικείται από την Κύπρο. Σε σχέση λοιπόν με την εν λόγω υπόθεση - είναι η υπ΄ αρ. αγωγή 468/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας - τέθηκε υπόψη του παρόντος Δικαστηρίου ότι στις 25.1.2010 εκδόθηκε (σχεδόν) ταυτόσημο με το παρόν απαγορευτικό διάταγμα εναντίον των πρώτων τεσσάρων εναγομένων της παρούσας υπόθεσης, το οποίο όμως ακυρώθηκε στις 29.4.2010 από τον Δικαστή που επιλήφθηκε της αίτησης - τον κ. Λιάτσο (Π.Ε.Δ.) - στη βάση απόκρυψης από τους αιτητές ουσιωδών στοιχείων και γεγονότων. Οι καθ΄ ων η αίτηση διατείνονται ότι το Διάταγμα εκδόθηκε ενώ ήταν σε ισχύ το ταυτόσημο διάταγμα ημερ. 25.1.2010 και ενόψει τούτου εξέλειπε το στοιχείο του κατεπείγοντος. Περαιτέρω καταλογίζουν στους αιτητές σοβαρή απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, σε βαθμό που η παραπλάνηση του Δικαστηρίου για τη χορήγηση του Διατάγματος είναι έκδηλη. Ουσιαστικά, όχι όμως περιοριστικά, τους καταλογίζουν ότι:-
  2. Για εξασφάλιση του Διατάγματος διέγραψαν, όχι αθώα, την παράγραφο 4 της γνωμοδότησης του δικηγορικού οίκου της Αγίας Πετρούπολης DLA, στην οποία βασίστηκαν για εξασφάλιση τόσο του διατάγματος ημερ. 25.1.2010 όσο και του επίδικου. Για κατανόηση της ισχυριζόμενης απόκρυψης κρίνεται απαραίτητη η αυτούσια παράθεση της εν λόγω παραγράφου, η οποία στο τεκμ. 2 που επισυνάφθηκε στην αίτηση ημερ. 21.1.2010 είχε ως ακολούθως:- "
  3. The first and a number of subsequent transactions in the Chain have been declared illegal and invalid by decision of a competent court having full legal force (the judgment of the Thirteenth Arbitration and Appellate Court, Saint Petersburg, having case number A56-17921/2008) (Judgment)". H αντίστοιχη λοιπόν παράγραφος στην ίδια γνωμάτευση, η οποία επίσης επισυνάφθηκε ως τεκμ. 2 στην υπό κρίση αίτηση, έχει διαγραφεί και στη θέση της αποτυπώθηκε η ακόλουθη παράγραφος:- "
  4. A number of transactions with the Shares were executed at an undervalue, including the first transaction in the Chain". Η διαφοροποίηση της παρ. 4 της γνωμοδότησης, διατείνονται οι καθ΄ ων η αίτηση, δεν έγινε αθώα, αλλά επειδή η απόφαση Α.56-17921/08 ημερ. 11.11.09 απορρίφθηκε με την απόφαση του Ομοσπονδιακού Διαιτητικού Δικαστηρίου της Βορειοδυτικής Επαρχίας στις 19.2.2010 (τεκμ. 5 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της εναγόμενης 2). Διασαφηνίζεται σχετικά το αδιαμφισβήτητο, ότι δηλαδή το σύστημα των Δικαστηρίων Διαιτησίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας έχει τέσσερα επίπεδα:- (α) Το Δικαστήριο Διαιτησίας, (β) Το Διαιτητικό Εφετείο, (γ) το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο Διαιτησίας μιας περιοχής και (δ) το Ανώτερο Δικαστήριο Διαιτησίας. Κι αυτό, για να επισημανθεί ότι οι αιτητές σκόπιμα διέγραψαν την παράγραφο 4 από τη γνωμοδότηση που έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου για να αποκρύψουν ότι η απόφαση ημερ. 11.11.09 ανετράπη από ρωσικό δικαστήριο ανώτερου επιπέδου στις 19.2.2010 και ό,τι απέμεινε είναι το ένδικο μέσο της προσβολής της εν λόγω απόφασης στο τέταρτο και τελευταίο επίπεδο, στο Ανώτερο Δικαστήριο Διαιτησίας το οποίο μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις δέχεται υποθέσεις για εκδίκαση.
  5. Παραπλάνησαν το Δικαστήριο, δηλώνοντας ότι οι μεταβιβάσεις των επίδικων μετοχών κρίθηκαν παράνομες από σειρά αποφάσεων ρωσικών δικαστηρίων, οι οποίες δικαίωσαν τους μετόχους μειοψηφίας. Παρολ΄ αυτά, στη μεν ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση ημερ. 21.1.2010 έκαμαν αναφορά μόνο στην απόφαση Α56-17921/2008 ημερ. 11.11.09, η οποία όπως σημειώθηκε ανατράπηκε με την απόφαση ημερ. 19.2.2010, στη δε ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα στην απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Αγίας Πετρούπολης Α56-55612/2008 ημερ. 12.1.2010 η οποία ακυρώθηκε από ανώτερου βαθμού Δικαστήριο στις 30.3.2010 (τεκμ.9 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της εναγόμενης 2).
  6. Παρέλειψαν να αποκαλύψουν και άλλη απόφαση ημερ. 15.1.2010 (τεκμ.8, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της εναγόμενης 2) του Ομοσπονδιακού Διαιτητικού Δικαστηρίου της Βορειοδυτικής Επαρχίας, με την οποία κρίθηκε ότι οι μεταβιβάσεις των επίδικων μετοχών δεν ήταν παράνομες και
  7. Ισχυρίστηκαν ότι η εναγόμενη 1 και /ή 2 μετάφεραν μετά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος ημερ. 25.1.2010 το 15.75% των επίδικων μετοχών στην εναγόμενη 6, ισχυρισμός εντελώς αναληθής. Τέτοια μεταφορά, προβάλλεται, δεν έγινε και αν οι αιτητές επιθεωρούσαν το μητρώο μελών της Εταιρείας εύκολα θα το διαπίστωναν. Δεν το έπραξαν όμως κι αυτό όχι αθώα, αλλά για να εξασφαλίσουν για τις ίδιες μετοχές και δεύτερο Διάταγμα - το επίδικο - ώστε στην περίπτωση που το πρώτο διάταγμα ακυρωνόταν να είχαν το δεύτερο ως μέσο για παρεμπόδιση των καθ΄ ων η αίτηση να ασκούν τα δικαιώματα που έχουν στις μετοχές. Πέραν των πιο πάνω ισχυριζόμενων αποκρύψεων οι καθ΄ων η αίτηση επικαλούνται και άλλες, δευτερευούσης σημασίας κατά την άποψή μου, για τις οποίες δεν χρειάζεται να γίνει αναφορά. Ό,τι χρειάζεται είναι επιγραμματική αναφορά στις εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των μερών σε σχέση με τους υπό εξέταση δύο λόγους ένστασης, όπως αυτές ανιχνεύονται μέσα από τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους. Οι αιτητές, εισηγήθηκαν οι συνήγοροί τους, έχουν ικανοποιήσει το στοιχείο του κατεπείγοντος στη βάση των όσων επικαλούνται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτησή τους. Επεσήμαναν επί του προκειμένου ότι οι αιτητές της παρούσας είναι άλλη ομάδα μετόχων μειοψηφίας από την ομάδα της αγωγής 468/2010, ότι στην παρούσα έχουν προστεθεί ακόμη δύο εναγόμενοι και ότι το γεγονός της μεταβίβασης των μετοχών από την εναγόμενη 1 και/ή 2 στην εναγόμενη 6 το πληροφορήθηκαν τέλος Ιανουαρίου του
  8. Όσον δε αφορά το ζήτημα της απόκρυψης, υπενθύμισαν ότι η ενδιάμεση απόφαση στην αγωγή 468/2010 δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο και υποστήριξαν ότι οι αιτητές έφεραν σε γνώση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση Α56-55612/2008 ημερ. 12.1.2010 δεν ήταν τελεσίδικη, αλλά είχε αμφισβητηθεί σε δικαστικές διαδικασίες στη Ρωσία οι οποίες δεν είχαν ολοκληρωθεί. Εν πάση περιπτώσει, τόνισαν, η απόφαση του Ρωσικού Δικαστηρίου δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, το οποίο δεν στηρίχθηκε σ΄ αυτή για τη χορήγηση του Διατάγματος. Παρόμοια η μη αποκάλυψη των αποφάσεων του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου ημερ. 15.1.2010 και 19.2.2010 δεν μπορεί να επιφέρει τις συνέπειες της μη αποκάλυψης επειδή οι αιτητές έφεραν σε γνώση του Δικαστηρίου ότι άλλοι μέτοχοι μειοψηφίας είχαν αρχίσει δικαστικές διαδικασίες ενώπιον των αρμοδίων Ρωσικών Δικαστηρίων οι οποίες δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί. Επαναλαμβάνουν σχετικά οι αποφάσεις των Ρωσικών Δικαστηρίων δεν είναι δεσμευτικές και η δικαστική κρίση του παρόντος Δικαστηρίου θα πρέπει να διαμορφωθεί ανεξάρτητα απ΄ αυτές. Διαμετρικά αντίθετες είναι οι εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των καθ΄ων η αίτηση. Οι αιτητές, εισηγήθηκαν, είχαν εξασφαλίσει ταυτόσημο με το επίδικο προσωρινό διάταγμα από τις 25.1.2010 και δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να απευθυνθούν μονομερώς στο Δικαστήριο για έκδοση και δεύτερου. Επομένως απέτυχαν να αποδείξουν το στοιχείο του κατεπείγοντος και το μονομερώς εκδοθέν Διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Όπως πρέπει να ακυρωθεί και στη βάση της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και προς τούτο επανέλαβαν τη σημασία των ισχυριζόμενων αποκρύψεων, η φύση των οποίων, τόνισαν, είναι τέτοια που έκδηλα τεκμηριώνει παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Επεσήμαναν συναφώς ότι ενώ οι αιτητές ζητούν από το Δικαστήριο να εφαρμόσει τη Ρωσική Νομοθεσία εντούτοις διέγραψαν ουσιώδες μέρος από τη γνωμάτευση τεκμ. 2 και απέκρυψαν αποφάσεις Ρωσικών Δικαστηρίων βάσει των οποίων οι αξιώσεις μετόχων μειοψηφίας της Εταιρείας - ταυτόσημες με τις αξιώσεις των αιτητών της παρούσας διαδικασίας - απορρίφθηκαν. Εξέτασα με προσοχή το περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων καθώς επίσης και τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων τους. Κατέληξα ότι και οι δύο υπό εξέταση λόγοι ένστασης είναι βάσιμοι και προς τούτο είναι αρκετό να επισημάνω τα ακόλουθα: Το στοιχείο του κατεπείγοντος ικανοποιείται όταν τα περιστατικά της υπόθεσης δικαιολογούν την άμεση και εξαιρετική θεραπεία που προσφέρεται από το προσωρινό διάταγμα προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος ανατροπής της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων (βλ. Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788). Υπό τα περιστατικά της εξεταζόμενης περίπτωσης αντικείμενο του Διατάγματος είναι μετοχές της Εταιρείας που κατέχονται από τις εναγόμενες 1, 2 και 6. Με μία όμως ουσιώδη επισήμανση, ότι όταν εκδόθηκε το Διάταγμα ήταν σε ισχύ το διάταγμα ημερ. 25.1.2010 που αφορούσε τις ίδιες μετοχές, οι οποίες μέχρι τότε, όπως ισχυρίζονται οι αιτητές, κατέχονταν από τις εναγόμενες 1 και 2 μόνο. Συνεπώς δεν υπήρχε λόγος να εμποδιστούν ξανά οι εναγόμενες 1 και 2 με δεύτερο διάταγμα - το επίδικο - για τις ίδιες μετοχές και αν μετά την κοινοποίηση σ΄ αυτές του διατάγματος ημερ. 25.1.2010 μεταβίβασαν μέρος των επίδικων μετοχών προς την εναγόμενη 6 αυτός δεν ήταν λόγος να απευθυνθούν στο Δικαστήριο μονομερώς για δεύτερο παρόμοιο διάταγμα, αλλά λόγος για καταχώρηση αίτησης παρακοής. Συνεπώς είναι βάσιμη η θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι οι αιτητές δεν απέδειξαν το στοιχείο του κατεπείγοντος για το (δεύτερο) Διάταγμα, κατάληξη που προδιαγράφει και την τύχη του Διατάγματος. Αλλά ακόμη κι αν το Δικαστήριο κατέληγε διαφορετικά, οι αποκρύψεις που επικαλέσθηκαν οι καθ΄ ων η αίτηση είναι τέτοιες που έκδηλα οι αιτητές παραπλάνησαν το Δικαστήριο για τη χορήγηση του Διατάγματος. Συγκεκριμένα:- Η εικόνα που έντονα μεταδίδεται μέσα από την ένορκη δήλωση των αιτητών είναι ότι σύμφωνα με τη Ρωσική Νομοθεσία - την οποία θα πρέπει να εφαρμόσει και το Κυπριακό Δικαστήριο - η μεταβίβαση των επίδικων μετοχών κηρύχθηκε παράνομη από σειρά αποφάσεων Ρωσικών Δικαστηρίων και η παρανομία επιβεβαιώνεται και από νομική γνωμάτευση (τεκμ.2). Και ενώ σ΄ αυτή τη βάση προώθησαν το αίτημα τους για εξασφάλιση του Διατάγματος, φρόντισαν ανεπίτρεπτα αφενός μεν να διαγράψουν την παράγραφο 4 της νομικής γνωμοδότησης ώστε να μην αναγκασθούν να αποκαλύψουν ότι η απόφαση Α 56-17921/2008 ημερ. 11.11.09 - την οποία επικαλέσθηκαν για να εξασφαλίσουν το πρώτο διάταγμα ημερ. 25.1.2010 - ανατράπηκε με απόφαση του Ομοσπονδιακού Διαιτητικού Δικαστηρίου ημερ. 19.2.2010 και αφετέρου περιορίστηκαν να επικαλεσθούν μόνο την απόφαση ημερ. 10.1.2010 η οποία επίσης ανατράπηκε μεταγενέστερα, στις 30.3.2010, από επίσης ανώτερου επιπέδου Δικαστήριο. Πρόκειται κατά την άποψή μου όχι μόνο για σοβαρή απόκρυψη, η οποία αν δεν μεσολαβούσε ασφαλώς και θα επιδρούσε στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι του Διατάγματος (Μαυρομμάτης ν. Μιχαήλ
(2001)1 Α.Α.Δ. 467), αλλά και για επιλεγμένη παράθεση γεγονότων ώστε οποιαδήποτε γεγονότα - αποφάσεις ανωτέρου βαθμού Ρωσικών Δικαστηρίων - ήταν ευνοϊκά για τους απόντες διάδικους να μην αναφερθούν, κάτι που αντιστρατεύεται την υψηλή πίστη που πρέπει να συνοδεύει μια αίτηση για θεραπεία στην απουσία του αντίδικου (βλ. United Perlite Industries Ltd v. Sayakhat Air Company
(2002)1 A.A.Δ. 938). Η σημασία, επομένως, της αποκάλυψης και των ευνοϊκών για τους καθ΄ ων η αίτηση αποφάσεων των Ρωσικών Δικαστηρίων είναι δεδομένη και επί του προκειμένου θεωρώ παράδοξη την εισήγηση των δικηγόρων των αιτητών ότι οι αποφάσεις των εν λόγω Δικαστηρίων «. δεν είναι δεσμευτικές και η δικαστική κρίση του παρόντος Δικαστηρίου θα πρέπει να διαμορφωθεί ανεξάρτητα απ΄ αυτές». Κι αυτό γιατί το θέμα δεν τίθεται έτσι, αλλά ότι το Διάταγμα εκδόθηκε κατόπιν και της ρητής δήλωσης των πελατών τους ότι δικαιώθηκαν από σειρά αποφάσεων Ρωσικών Δικαστηρίων, τα οποία, όπως είναι αυτονόητο, είναι τα κατ΄ εξοχήν όργανα για αυθεντική ερμηνεία και εφαρμογή της Ρωσικής Νομοθεσίας την οποία επικαλούνται για προώθηση των αξιώσεών τους. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται και το Διάταγμα ακυρώνεται και παύει να έχει οποιαδήποτε ισχύ. Όσον αφορά τα έξοδα, αυτά όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, θα είναι εναντίον των αιτητών. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.