← Κύπρος

Marfin Popular Bank Public Co. Ltd ν. Ειρήνη Πέτρου Τουρνά κ.α., Αρ. Αγωγής: 1964/09, 28 Μαΐου 2010

Marfin Popular Bank Public Co. Ltd ν. Ειρήνη Πέτρου Τουρνά κ.α., Αρ. Αγωγής: 1964/09, 28 Μαΐου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A207 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Αρ. Αγωγής: 1964/09 28 Μαΐου 2010 Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Marfin Popular Bank Public Co. Ltd. Ενάγουσα και

  1. Ειρήνη Πέτρου Τουρνά
  2. Ελευθέριος Αθανασίου
  3. Ανδρέας Μιχαήλ Παλαζής Εναγόμενοι ____________ Αίτηση για τον παραμερισμό απόφασης ημερομηνίας 5 Ιανουαρίου 2010 κ. Στ. Παναγίδης για τους αιτητές-εναγόμενους 1 και
  4. κα. Ε. Μιχαήλ για την καθ'ης η αίτηση- ενάγουσα. Απόφαση Στις 23 Νοεμβρίου 2009 εκδόθηκε απόφαση εναντίον των εναγομένων 1 και 2 επειδή παρέλειψαν να καταχωρήσουν εμφάνιση στην αγωγή. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του επιδότη το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στη Μέλπω Κατζουράκη πεθερά και συγκάτοικο της ενάγουσας
  5. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του επιδότη το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στη Μέλπω Κατζουράκη μητέρα και συγκάτοικο του εναγόμενου
  6. Οι δύο εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι έλαβαν γνώση της αγωγής όταν τους επισκέφθηκε δικαστικός επιδότης στην οικία τους για να εκτελέσει ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας. Ο λόγος που δεν έλαβαν γνώση της αγωγής είναι επειδή το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στη Μέλπω Κατζουράκη. Οι εναγόμενοι 1 και 2 είναι αντρόγυνο και κατά τον επίδικο χρόνο η διεύθυνση διαμονής τους ήταν στην οδό Μυκόνου 8 στο Στρόβολο. Έφυγαν από το σπίτι της Μέλπως Κατζουράκη από τον Σεπτέμβριο του
  7. Ισχυρίζονται ότι δεν μιλούν με τη Μέλπω Κατζουράκη που είναι πεθερά της εναγόμενης 1 και μητέρα του εναγόμενου 2 εδώ και χρόνια. Ο Δικαστικός επιδότης ισχυρίζεται ενόρκως ότι μίλησε προσωπικά με τον εναγόμενο 2 και αυτός του υπέδειξε να επιδώσει το κλητήριο ένταλμα στη μητέρα του εκ μέρους του ιδίου και της συζύγου του. Του είπε επίσης ότι διέμενε εκείνος και η σύζυγος του στην εν λόγω οικία. Προκύπτει από τα γεγονότα της ένορκης δήλωσης ότι οι εναγόμενοι σκόπιμα απέφευγαν την επίδοση του κλητήριου εντάλματος. Ο εναγόμενος 2 κατέθεσε συμπληρωματική ένορκη δήλωση όπου αναφέρει ότι διέμενε σε άλλη διεύθυνση κατά τον επίδικο χρόνο. Παραδέχεται ότι μίλησε με τον δικαστικό επιδότη αλλά αυτός του είπε ότι θα του επέδιδε μόνο χαρτιά. Ανέφερε ότι τον πληροφόρησε ότι στην οδό Στασίνου 46 διαμένει μόνο η μητέρα του. Ο δικαστικός επιδότης σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση θυμάται ότι πληροφόρησε τον εναγόμενο 1 για το περιεχόμενο των εγγράφων που επρόκειτο να του επιδώσει. Επίσης ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος 2 του έδωσε τη διεύθυνση της μητέρας του και του υπέδειξε να επιδώσει το κλητήριο ένταλμα στην μητέρα του. Καμία πλευρά δεν ζήτησε να αντεξετάσει τους ενόρκως δηλούντες για το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Με βάση την Δ.17 θ.10 οι διαδικαστικοί Κανονισμοί της Πολιτικής Δικονομίας προνοούν ως ακολούθως, στην περίπτωση που εκδοθεί απόφαση εναντίον εναγόμενου ερήμην λόγω του ότι παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή: "Where judgement is entered pursuant to any of the proceeding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary judgement upon such terms as may be just." Η νομολογία μας αναγνωρίζει δύο περιπτώσεις όπου είναι ορθό και δίκαιο να παραμερισθεί η εκδοθείσα απόφαση. Η πρώτη περίπτωση είναι όταν εκδίδεται απόφαση λόγω αντικανονικότητας στη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης στην αγωγή. Σε αυτή την περίπτωση δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο. Ο εναγόμενος δικαιωματικά (ex debito justitiae) δικαιούται παραμερισμό της απόφασης και το Δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι υπήρχε αντικανονικότης στη διαδικασία με αποτέλεσμα να μην δικαιούται ο ενάγοντας απόφαση κατά το δεδομένο χρόνο, είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση. Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή κατά την οποία η διαδικασία ήταν κανονική και ορθά είχε εκδοθεί η απόφαση αλλά ο εναγόμενος λόγω αβλεψίας ή παραλείψεως του δεν εμφανίσθηκε στην αγωγή με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Η διάκριση μεταξύ της πρώτης και δεύτερης περίπτωσης σύμφωνα με τον Lord Wright στην Αγγλική απόφαση Evans v Bartlam[1], η οποία υιοθετείται και εφαρμόζεται από τα Κυπριακά Δικαστήρια, είναι ότι στην περίπτωση όπου αποδεικνύεται ότι δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση στην αγωγή με βάση τα γεγονότα το Δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει την απόφαση ενώ στην περίπτωση όπου η έκδοση της απόφασης έγινε κανονικά και νομότυπα το Δικαστήριο θα ασκήσει την διακριτική του εξουσία υπέρ του παραμερισμού της απόφασης μόνο εάν ο εναγόμενος πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχουν γεγονότα που στοιχειοθετούν την ύπαρξη καλής υπεράσπισης και που θα πρέπει να ακουστούν στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής. Θα πρέπει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι προκαλείται αδικία εάν δεν παραμερισθεί η απόφαση διότι παρά της ύπαρξης καλής υπεράσπισης δεν δίδεται ευκαιρία στον εναγόμενο να ακουστεί. "A discretion necessarily involves a latitude of individual choice, according to the particular circumstances, and differs from a case where the decision follows ex debito justitiae, once the facts are ascertained. In a case like the present, there is a judgement, which though by default, is a regular judgement, and the applicant must show grounds why the discretion to set it aside should be exercised in his favour. The primary consideration is whether he has merits, to which the Court should pay heed; if merits are shown the court will not prima facie desire to let pass a judgement on which there has been no proper adjudication. The Court might also have regard to the applicant's explanation why he neglected to appear after being served, though as a rule his fault in that respect can be sufficiently punished by the terms, as to costs... The appellant here has an explanation, the truth of which is indeed denied by respondent, but at this stage I see no reason why he should be disbelieved on what appears to me to be a conflict on affidavits." Στην δεύτερη αυτή περίπτωση το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση άλλα έχει τη διακριτική εξουσία να παραμερίσει την απόφαση εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: (α) έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή (β) η μη εμφάνιση του είναι δικαιολογημένη υπό της περιστάσεις. Ο εναγόμενος έχει το βάρος αποδείξεως σε σχέση με την ύπαρξη των πιο πάνω προϋποθέσεων. Να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος δεν είναι ανάγκη να αποδείξει την αλήθεια των γεγονότων που περιέχονται στην ένορκη του δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης παραμερισμού τα οποία θεμελιώνουν το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης περί της ύπαρξης καλής υπεράσπισης. Αυτό που θα πρέπει να αποδείξει ο εναγόμενος είναι ότι τα γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη του δήλωση εάν ήταν αλήθεια θα αποτελούσαν καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Λευκίδου ν Αρίστου Κανναουρίδη[2], από τον Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Κωνσταντινίδη, διά να αποδειχθεί η ύπαρξη καλής υπεράσπισης στην αγωγή σε αίτηση παραμερισμού της απόφασης δεν απαιτείται η απόδειξη της αλήθειας των ισχυρισμών με τον τρόπο που αντιμετωπίζεται η απόδειξη γεγονότων σε ενδιάμεσες αιτήσεις με βάση τις πρόνοιες της Δ.48 θ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. Ο σκοπός της αίτησης παραμερισμού δεν είναι για να εκδικασθεί η ουσία της αγωγής επί των γεγονότων και να γίνει αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά να εξετάσει το Δικαστήριο κατά πόσο υπάρχουν ισχυρισμοί που βασίζονται σε κάποια γεγονότα που αποτελούν υπεράσπιση στην αγωγή. Είναι γι'αυτό το λόγο που τα γεγονότα αυτά δεν είναι ανάγκη να αποδειχθούν για την αλήθεια των. "Η νομολογία σε σχέση με την Δ.48 θ.4 που παραθέσαμε αφορά σε κάθε ενδιάμεση αίτηση, σε σχέση με γεγονότα τα οποία πρέπει να αποδεικνύονται. Δεν τέμνεται με την Evans v Bartlam και την Κυπριακή νομολογία ως προς τις αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης. Δεν επιβάλλει την απόδειξη γεγονότων που δεν χρειάζεται να αποδεικτούν." Όμως σε σχέση με τους λόγους μη εμφάνισης του εναγόμενου στην αγωγή είναι ανάγκη να αποδειχθούν τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του. Ως λόγο για την μη εμφάνιση τους στην αγωγή οι εναγόμενοι ανέφεραν ότι δεν έλαβαν γνώση της αγωγής. Εάν αυτός ο ισχυρισμός αποδειχθεί τότε είναι απόλυτος λόγος για να παραμερισθεί η απόφαση. Τούτο λέχθηκε με σαφήνεια στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ. ν Μιχαήλ

(1)ΑΑΔ 1044
(2003). Λέχθηκε ότι εάν το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε καταλήξει σε θετικό εύρημα ότι ο εναγόμενος δεν είχε λάβει γνώση της αγωγής τότε έχει δικαίωμα παραμερισμού της απόφασης για να προβάλει την υπεράσπιση του. Σε εκείνη την περίπτωση ο εναγόμενος ανέφερε ότι έγινε επίδοση στη σύζυγο του με την οποία ήταν σε διάσταση και δεν επικοινωνούσαν. Στη δική μας περίπτωση η εναγόμενη πέραν του ισχυρισμού ότι ζούσαν σε άλλο σπίτι εξήγησε ότι δεν είχε σχέσεις με την πεθερά της για να λάβει γνώση της αγωγής. Ο τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε να αποδειχθεί αυτό το γεγονός είναι με τον συνηθισμένο τρόπο απόδειξης γεγονότων σε ενδιάμεσες αιτήσεις με βάση τη Δ.
  1. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Luis Vuitton v Δέρμοσακ Λτδ.[3] η μαρτυρία η οποία υποστηρίζει την αίτηση παρέχεται με ένορκη δήλωση, όπως προβλέπεται στη Δ.
  2. Όταν υπάρχει διάσταση των γεγονότων μεταξύ των γεγονότων της ένορκης δήλωσης της αίτησης και της έντασης αυτά τα γεγονότα πρέπει να αποδειχθούν και ο αιτητής έχει το βάρος αποδείξεως. "Εφόσον αμφισβητούνται τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την αίτηση, επιβάλλεται η απόδειξη τους από τον διάδικο που έχει το βάρος απόδειξης, όπως ορίζεται στη Δ.48 θ.4."[4] Στην υπόθεση Λευκίδου[5] υποδείχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι τα γεγονότα που αφορούν το λόγο μη εμφάνισης του εναγόμενου θα πρέπει να αποδειχθούν σε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης από τον αιτητή. "Με προσδιορισμό το βάρος απόδειξης, ορισμένου γεγονότος, εφάρμοσαν την Δ.48 θ.4 αναφορικά με τη μέθοδο της απόδειξης του... Η νομολογία σε σχέση με τη Δ.48 θ.4 που παραθέσαμε αφορά σε κάθε ενδιάμεση αίτηση, σε σχέση με γεγονότα τα οποία πρέπει να αποδεικνύονται... Δεν επιβάλλει την απόδειξη γεγονότων που δεν χρειάζεται να αποδειχθούν. Εφαρμόζεται όμως και σε περιπτώσεις αιτήσεων για παραμερισμό, σε σχέση με γεγονότα τα οποία, στη βάση των αρχών της Evans v Bartlam πρέπει να αποδεικτούν. Όπως για παράδειγμα μπορεί να είναι οι λόγοι μη εμφάνισης ή της όποιας καθυστέρησης." Από το απόσπασμα της απόφασης Evans v Bartlam[6] πιο πάνω η οποία αναφέρει ότι τα γεγονότα θα πρέπει να διαπιστωθούν (ascertained facts) διά να καταλήξει το Δικαστήριο σε συμπέρασμα με το λόγο μη εμφάνισης στην αγωγή είναι φανερό ότι το ζήτημα αυτό θα πρέπει να αποδειχθεί μέσα στα πλαίσια αυτής της αίτησης με βάση τις πραγματικές παραστάσεις της κάθε πλευράς όπως προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις. Σε σχέση με την εναγόμενη 1 η απόφαση θα πρέπει να παραμερισθεί. Η Μαρία Αριστοδήμου στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 4 Μαΐου 2010 δεν αμφισβητεί τη νέα διεύθυνση διαμονής των εναγομένων. Δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία που να δείχνει ότι η εναγόμενη 1 διέμενε στη οδό Στασίνου με την πεθερά του κατά τον επίδικο χρόνο και δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον μου που να αποδεικνύει ότι γνώριζε για τη συζήτηση που είχε ο δικαστικός επιδότης με το σύζυγο της πριν την επίδοση του κλητήριου εντάλματος. Η επίδοση της αγωγής είναι παράτυπη διότι όπως ισχυρίζεται η ίδια στην ένορκη της δήλωση κατά τον επίδικο χρόνο η πεθερά της δεν ήταν συγκάτοικος της και οι σχέσεις τους δεν ήταν αρμονικές ώστε να υπάρχει η λογική προσδοκία ότι η πεθερά της θα την ενημέρωνε για την αγωγή. Επίσης δεν υπάρχουν γεγονότα που να δείχνουν ότι ήταν γνώστης της συζήτησης μεταξύ του συζύγου της και του δικαστικού επιδότη. Συνεπώς, η απόφαση ημερομηνίας 23 Νοεμβρίου 2009 που εκδόθηκε εναντίον της εναγόμενης 2 στην αγωγή παραμερίζεται. Στην περίπτωση του εναγόμενου 2 τα πράγματα διαφέρουν. Υπήρξε συζήτηση μεταξύ του δικαστικού επιδότη και του ιδίου. Ο δικαστικός επιδότης ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος 2 του υπέδειξε την διεύθυνση για να επιδώσει την αγωγή. Παρόλο που η επίδοση δεν έγινε με τον τρόπο που προβλέπουν οι θεσμοί δεν θα έκδιδα απόφαση για παραμερισμό της απόφασης λόγω κακής επίδοσης εάν θα μπορούσε να αποδειχθεί ότι στην πραγματικότητα έλαβε γνώση της αγωγής ο εναγόμενος
  3. Αυτή η θέση πιστεύω υποστηρίζεται και από τη δική μας νομολογία στην υπόθεση JZ Classic Music Pro Ltd. v Alkali Music Land Ltd.[7] όπου το Δικαστήριο αρνήθηκε να παραμερίσει την απόφαση όπου είχε αποδειχθεί ότι ο εναγόμενος είχε λάβει γνώση της αγωγής. Η Αγγλική νομολογία υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο μπορεί με βάση τα γεγονότα να εξετάσει και να διαπιστώσει κατά πόσο ο εναγόμενος έχει λάβει γνώση της αγωγής παρά το γεγονός ότι η επίδοση δεν έγινε συμφώνως των θεσμών. Εάν αποδειχθεί ότι ο εναγόμενος έχει λάβει γνώση της αγωγής και ότι έχει καταβάλει προσπάθεια για να μην του επιδοθεί η αγωγή τότε δεν έχει σημασία το γεγονός ότι η επίδοση δεν έγινε σύμφωνα με τους θεσμούς. Στην υπόθεση Kistler v Tettman[8] το Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστή ο οποίος κατέληξε σε συμπέρασμα, με βάση τα γεγονότα που θεμελίωναν την αίτηση, ότι η εναγόμενη προσπαθούσε να αποφύγει την επίδοση της αγωγής και ότι είχε λάβει γνώση του διατάγματος. Σε εκείνη την περίπτωση το Δικαστήριο είχε την εξουσία να εφαρμόσει τη διαταγή του παρά του γεγονότος ότι η επίδοση ήταν αντικανονική και παρά του γεγονότος ότι δεν είχε καταχωρηθεί αίτηση για υποκατάστατη επίδοση. "I do not think that there is any authority for this proposition, which would lead to a manifest absurdity namely, that the court would be rendered powerless to enforce its order if the person against whom the order was made chose to lock himself up, and so prevent personal service upon him. that the general rule that there must be personal service is subject to an exception, and, where the existence of the order has been brought to the knowledge of a person who is evading personal service in the usual way, the Court can enforce its order." Στην παρούσα περίπτωση η καθ'ης η αίτηση έχει δώσει αρκετές λεπτομέρειες και στοιχεία στην ένορκη δήλωση του δικαστικού που να δείχνουν ότι ο εναγόμενος 2 έλαβε γνώση της αγωγής πριν την έκδοση της απόφασης. Υπήρξαν 3 τηλεφωνικές κλήσεις μεταξύ του δικαστικού επιδότη και του εναγόμενου
  4. Ο δικαστικός επιδότης έδωσε λετπομέρειες για το περιεχόμενο των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων ενώ ο εναγόμενος 2 ήταν αόριστος επί αυτού του σημείου. Ο εναγόμενος 2 δεν ζήτησε να αντεξετάσει τον δικαστικό επιδότη. Ο εναγόμενος 2 παραδέχεται ότι μίλησε με τον κ. Τσιολιά και δεν αντέκρουσε ικανοποιητικά τους ισχυρισμούς που πρόβαλε αυτός στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Επιπρόσθετα δεν αντίκρουσε τους ισχυρισμούς του κ. Τσιολιά ότι κατέβαλε πολλές προσπάθειες να επιδώσει την αγωγή και δεν αντεξέτασε τον κ. Τσιολιά σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι σκόπιμα απέφευγε την επίδοση. Αντιθέτως, παραδέχθηκε ο εναγόμενος 1 ότι άλλαξε διεύθυνση διαμονής πολλές φορές και δεν ενημέρωσε την ενάγουσα για την αλλαγή στη διεύθυνση του, πράγμα που τείνει να επιβεβαιώσει τον ισχυρισμό ότι σκόπιμα ο εναγόμενος 2 δεν ήθελε να τον βρει η τράπεζα για να του επιδώσουν την αγωγή. Επομένως, καταλήγω σε συμπέρασμα με βάση τις πραγματικές παραστάσεις που έχουν τεθεί ενώπιον μου ότι ο εναγόμενος 2 έλαβε γνώση της αγωγής πριν την έκδοση της απόφασης και σκόπιμα απέφευγε την επίδοση. Μάλιστα δε έλαβε μέτρα ενεργώς διά να μην του επιδώσει την αγωγή ο επιδότης με αποτέλεσμα ο επιδότης που τον περίμενε να αναγκασθεί να επιδώσει την αγωγή στη μητέρα του. Κάτω από τις περιστάσεις η απόφαση δεν πρέπει να παραμερισθεί. Εφόσον ο εναγόμενος γνώριζε για την ύπαρξη της αγωγής θα ήταν άδικο και θα ήταν εκτός του πλαισίου των θεσμών και συγκεκριμένα της Δ.17 θ.10 ο παραμερισμός της απόφασης. Η αίτηση απορρίπτεται σε σχέση με τον εναγόμενο
  5. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον του εναγόμενου 2 όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ενόψει του παραμερισμού της απόφασης για την εναγόμενη 1 επιδικάζονται το ½ των εξόδων εναντίον της ενάγουσας όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]
(1937)2 ALL ER 646,656 [2] Πολιτική Έφεση 10015 ημερ. 26.4.99 [3] 1 ΑΑΔ 1454 ,1463
(1992)[4] Id at 1465 [5] Supra note 2 [6] Supra note 1 [7] Supra note 5 [8] [1905]1 KB 39,45 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.