Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Frakapor Logistics Ltd (A/E 011866) κ.α., Αρ. Αίτησης: 2047/06., 31.5.
- ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A213 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 2047/
- METAΞΥ : Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Εναγόντων, - και -
- Frakapor Logistics Ltd (A/E 011866), πρώην Frakapor Holdngs Ltd, πρώην Frakapor Co Ltd,
- Hλιόφωτος Ηλιοφώτου,
- Fralico Transports Ltd,
- Γιαννάκης Φραγκεσκίδης,
- Σάββας Καπλάνης,
- Ανδρέας Κ. Καζάνκα,
- Σοφία Μαυρουδή Πιπόνια,
- Μιχάλης Φασουλή,
- Γεώργιος Πολυδώρου,
- Γιώργος Ψημολοφίτης, Eναγομένων. ----------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31.5.
- Αίτηση ημερ. 18.11.2009 υπό εναγομένου 5-Αιτητή διά τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης του και διαχωρισμό της από την κοινή Έκθεση Υπεράσπισης του μετά της εναγομένης 7 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή : κ. Γ. Παγιάσης. Για τον Καθ΄ ου η αίτηση: κα Μ. Ναθαναήλ. ----------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα απόφαση είναι η δεύτερη απόφαση που δίδεται σήμερα και αφορά μερικώς το ίδιο θέμα, ήτοι τροποποίηση Έκθεσης Υπεράσπισης (του εναγομένου 5) και διαχωρισμό της από την κοινή Υπεράσπιση μετά της εναγομένης
- Πολλά που αναφέρονται πιο κάτω είναι κοινά με την προηγούμενη απόφαση. Η υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αφορά αξίωση για £435.046,92, πλέον τόκους, δυνάμει συμφωνίας δανείου μετά της εναγομένης 1 και δυνάμει συμφωνίας/ών εγγυήσεως διά τους εναγόμενους 2-
- Εναντίον της εναγομένης 1 αξιώνεται επίσης η πώληση ενυπόθηκου κτήματος. Πιστεύω ότι είναι σκόπιμο να αναφερθεί εξ΄ αρχής το ιστορικό της αγωγής μέχρι σήμερα στα βασικά της σημεία. Η αγωγή κατεχωρήθη την 16.3.06 και η εναγόμενη 1 κατεχώρισε εμφάνιση μέσω δικηγόρου την 19.4.06, ο εναγόμενος 4 την 13.4.06, ο εναγόμενος 5 την 14.9.06, ο εναγόμενος 7 την 22.5.06 και ο εναγόμενος 10 την 28.4.
- Την 30.5.06 κατεχωρήθη αίτηση διά συνοπτική απόφαση εναντίον των εναγομένων 1, 4, 7 και 10, ενώ στις 6.6.06 κατεχωρήθη αίτηση διά υποκατάστατο επίδοση των εναγόμενων
- Στις 29.6.06, κατόπιν σχετικής αίτησης, εξεδόθη απόφαση εναντίον των εναγομένων 2 και
- Την 31.10.06 απεσύρθη και απερρίφθη κατά συνέπεια, η αίτηση διά συνοπτική απόφαση ως ανωτέρω. Την 20.2.07 δόθηκε άδεια εις τον δικηγόρο των εναγομένων 1 και 7 να αποσυρθεί. Η Έκθεση Υπεράσπισης του εναγόμενου 4 κατεχωρήθη στις 20.2.07, ενώ αυτή του εναγομένου 10 στις 6.3.
- Ο κ. Αντ. Παπαντωνίου διορίσθη δικηγόρος των εναγομένων 5 και 7 στις 14.3.07 και 8.5.07 αντίστοιχα και ακολούθησε κοινή Έκθεση Υπεράσπισης τους στις 8.5.
- Την 11.5.07 εξεδόθη απόφαση εναντίον της εναγομένης 1 και την 12.10.07 εναντίον του εναγομένου
- Η αγωγή ορίσθηκε διά ακρόαση για πρώτη φορά την 30.9.08 και ακολούθως την 21.3.09, 30.4.09, 4.6.09 (διά οδηγίες) και 18.11.
- Στις 20.8.09 κατεχωρήθη αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης των εναγομένων 5 και 7, η οποία απεσύρθη την 6.11.09 λόγω απόσυρσης του δικηγόρου του εναγόμενου 7, ασφαλώς μετά από άδεια του Δικαστηρίου. Η αγωγή εναντίον του εναγομένου 7 συνεχίζει χωρίς να εκπροσωπείται αυτός από δικηγόρο. Επίσης, να σημειωθεί ότι η αγωγή δεν έχει επιδοθεί στους εναγόμενους 3 και
- Στις 18.11.09 κατεχωρήθη η υπό εξέταση αίτηση από τον εναγόμενο 5-αιτητή διά τροποποίηση και διαχωρισμό της Έκθεσης Υπεράσπισης του. Την 2.11.09 κατεχώρισε αίτηση διά τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης του και ο εναγόμενος 10, όπως ανεφέρθη νωρίτερα. Με την σκοπούμενη τροποποίηση ο εναγόμενος 5 επιδιώκει να διαχωρίσει την Έκθεση Υπεράσπισης του από την κοινή μετά της εναγομένης
- Περαιτέρω, σκοπείται η πρόσθεση στην Έκθεση Υπεράσπισης του, ισχυρισμών ότι λόγω δέσμευσης αλλά και συμπεριφοράς που επέδειξε η ενάγουσα εις το παρελθόν σχετικά με συμφωνία της με την εναγόμενη 1 αναφορικά με ακίνητο της τελευταίας, είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια οικονομικού οφέλους και διά τον ίδιο και ως εκ τούτου η ενάγουσα εμποδίζεται να αξιοί το ποσό της αγωγής και, εν πάση περιπτώσει, ότι το οφειλόμενο υπό αυτού ποσό είναι σημαντικά μικρότερο. Την αίτηση συνοδεύει ένορκος δήλωση της κας Νικολέττας Παπαμιχαήλ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον αιτητή, η οποία μεταξύ άλλων, αναφέρει τα ακόλουθα για υποστήριξη του αιτήματος. Ø Κατά τη σύνταξη και ετοιμασία της Έκθεσης Υπεράσπισης, εκ παραδρομής και μη ορθής συνεννόησης με τους προηγούμενους δικηγόρους του αιτητή, δεν είχαν στη διάθεση τους όλα τα σχετικά έγγραφα και πληροφορίες, με αποτέλεσμα την ελλιπή ετοιμασία της. Ø Τα ελλείποντα γεγονότα ήταν γνωστά στον αιτητή αφού αναφέρονται σε ένορκη δήλωση ημερ. 27.9.06, που συνόδευε ένσταση σε αίτηση διά συνοπτική απόφαση της εναγούσης, ημερ. 3.5.
- Ø Πρόσφατα, κατά την ετοιμασία της υπόθεσης διά ακρόαση, πληροφορήθηκαν τα πιο πάνω από τον αιτητή. Ø Αποτέλεσμα της άνω πληροφόρησης ήταν η καταχώριση αμέσως της αίτησης τροποποίησης ημερ. 20.8.09, η οποία όμως απεσύρθη την 6.11.09 λόγω της απόσυρσης με άδεια του Δικαστηρίου του κ. Παπαντωνίου από δικηγόρο της εναγόμενης
- Ως αποτέλεσμα, είναι αναγκαίος ο διαχωρισμός και η τροποποίηση της κοινής Υπεράσπισης των εναγομένων 5 και
- Ø Η σκοπούμενη τροποποίηση σκοπεί στην άρση δικονομικών δυσχερειών λόγω της κοινής Έκθεσης Υπεράσπισης με την εναγόμενη 7, εφόσον πλέον δεν έχουν κοινό δικηγόρο, και επίσης τον επακριβή προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Ø Η θέση των εναγόντων και άλλων διαδίκων δεν παραβλάπτεται κατά τρόπο μη δυνάμενο να επανορθωθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής διά τα έξοδα. Η αίτηση δεν υποβάλλεται κακόπιστα, αλλά ούτε καταχρηστικά. Η ενάγουσα με την ένσταση της προβάλλει συνολικά 13 λόγους. Αυτοί αναφέρονται σε παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών, καθότι η Δ.25 θ.1 επιτρέπει την τροποποίηση δικογράφου και όχι αντικατάσταση του, σε σύγχυση που προκαλείται με την αιτούμενη τροποποίηση, στο ανεπίτρεπτο η αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου του δικηγορικού οίκου που εκπροσωπεί τον αιτητή, περιφρόνηση του Δικαστηρίου και κατάχρηση της διαδικασίας, καθυστέρηση εις την υποβολή του αιτήματος και μάλιστα χωρίς δικαιολόγηση, στην καθυστέρηση που θα προκληθεί στην εκδίκαση της αγωγής σε περίπτωση εγκρίσεως του αιτήματος, την εισαγωγή νέων ατεκμηρίωτων ισχυρισμών, στη μη αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης, στην κακοπιστία του αιτητού και σε βλάβη της εναγούσης μη δυναμένης να αποζημιωθεί με έξοδα. Η ένσταση στηρίζεται σε μία μακροσκελή ένορκο δήλωση του κ. Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού, ημερ. 21.1.2010, υπαλλήλου της εναγούσης. Εις αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα κάτωθι: Ø Η ένορκος δήλωση επί της οποίας στηρίζεται η αιτηση είναι παράτυπη γιατί έγινε από δικηγόρο, που είναι ένας εκ των δικηγόρων που εκπροσωπεί τον αιτητή. Ø Η μορφή και περιεχόμενο που επιζητείται η τροποποίηση είναι απαράδεκτα, καθότι η Δ.25 θ.1 επιτρέπει την τροποποίηση δικογράφου και όχι αντικατάσταση του. Επίσης, δεν εξειδικεύεται ο αιτούμενος διαχωρισμός, με αποτέλεσμα να προκαλείται σύγχυση. Ø Το αιτούμενο διάταγμα είναι απαράδεκτο και ανεπίτρεπτο και κατά παράβαση των διαδικαστικών κανονισμών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Αυτό διότι η σκοπούμενη τροποποίηση είναι αχρείαστη και/ή τροποποιεί την ουσία της υφιστάμενης Έκθεσης Υπεράσπισης που έχει ως αποτέλεσμα τον επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Ø Ο αιτητής επέδειξε υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Τα γεγονότα της υπόθεσης ήταν γνωστά στον αιτητή, όπως ο ίδιος δέχεται, από τον Σεπτέμβριο
- Έκτοτε παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα και δεν δίδεται καμία εξήγηση διά την παρατηρούμενη καθυστέρηση εις την υποβολή του αιτήματος. Ø Η αίτηση γίνεται με κακοπιστία, με αποκλειστικό σκοπό τον εκτροχιασμό και/ή καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής. Ø Περαιτέρω συνέπεια αυτού θα είναι ο επηρεασμός της εναγούσης. Ø Με την αίτηση του ο εναγόμενος 5 δεν εξειδικεύει κανένα νέο στοιχείο που να αφορά την υφιστάμενη υπεράσπιση και οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί ουδόλως αφορούν τον εναγόμενο
- Ø Η πρωτοφανής και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης είναι αντίθετη με τη διεξαγωγή δίκαιας δίκης μέσα σε εύλογο διάστημα, όπως ορίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Ø Η βλάβη που θα υποστεί η ενάγουσα συνεπεία της αιτούμενης τροποποίησης, εάν εγκριθεί, δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την επιδίκαση εξόδων. Ø Η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι αναγκαία για σκοπούς δικαίας περάτωσης της υπόθεσης και/ή ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Οι δικηγόροι με τις ικανές αγορεύσεις τους προώθησαν, ως ήταν αναμενόμενο, τις θέσεις του διαδίκου για τον οποίο εμφανίζονται. Θα αναφερθώ σε αυτές σε κατοπινό στάδιο, όπου κριθεί αναγκαίο. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων και στη Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία παρέχει τη δικονομική δυνατότητα εξέτασης του αιτήματος. Οι αρχές βάσει των οποίων τα Δικαστήρια ασκούν τη διακριτική τους ευχέρεια δυνάμει της Δ.25 είναι νομολογιακά θεμελιωμένες. Εις την υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Σωτηρούλλας Χαριλάου Χαρικλείδη και Ζήνωνα Ποφαϊδη και άλλων
(2001)1 (Γ) 1608, 1632 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Έχει νομολογηθεί ότι η τροποποίηση της δικογραφίας είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και ότι εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (Χρίστου v. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707). Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του αρ. 30.2. του Συντάγματος (βλ. Χρίστου, πιο πάνω). Όπως έχει τεθεί από τον Πική Δ. (όπως ήταν τότε) στην Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ. 33: «
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει το αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση». (Βλ. και Γραμμές Στρίντζη v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607). Έχει επίσης, νομολογηθεί ότι η καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. (Βλ. Astor Manufacturing v. A. & G Leventis Co
(1993)1 A.A.D. 726, 730 στην οποία εγκρίθηκε τροποποίηση σε αίτηση που καταχωρήθηκε 11 χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής γιατί υποβλήθηκε σε μια γνήσια προσπάθεια κάλυψης όσων εκλήφθησαν ως ελλείψεις της έκθεσης απαιτήσεως και γιατί υποβλήθηκε καλόπιστα. (βλ. επίσης SABA & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Έχει, περαιτέρω, νομολογηθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 στην οποία εγκρίθηκε τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως μετά που είχαν ακουσθεί 7 μάρτυρες). Τέλος έχει νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών παρόλο που η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το αρ. 30.2 του Συντάγματος βαρύνει το Δικαστήριο. (Βλ. Καυκαρής v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Λυσιώτη v. Δημοκρατίας
(2000)1 (Α) ΑΑΔ 364 και Union Alimentaria Sanders S.A v. Spain Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγρ. 35
(1989))». Εις την υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223, 228 λέχθησαν τ΄ ακόλουθα: «Είναι η θέση της νομολογίας πώς, όταν υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην SABA & Co (T.M.P) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426 κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης». Εις την υπόθεση Γραμμές Στρίντζη, Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 617 απεφασίσθη ότι εάν τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν την τροποποίηση ήταν γνωστά ή εύλογα μπορούσαν να εντοπισθούν από το διάδικο που επιζητεί την τροποποίηση πριν την αίτηση δια τροποποίηση, η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Τέλος εις την υπόθεση Χρίστου v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 στη σελ. 707 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής». Εις την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ v. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ και άλλων,
(2002)1 Α.Α.Δ 297 λέχθησαν τ΄ ακόλουθα: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον καθένα που από την σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης». Εις την υπόθεση United Sea Transport Co Ltd & Another v. Stavros Zakou
(1980)1 CLR 510 σελ. 515 λέχθηκαν τ΄ ακόλουθα: «However negligent or careless may have been the first omission and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs. Before the hearing leave is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance. (Steward v. North Metropolitan Transways Co. 16 Q.B.D 556). (Οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου). Εις τα περιστατικά της παρούσης υπόθεσης φαίνεται από τον φάκελο του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα κατεχώρισε την 30.5.06 αίτηση διά συνοπτική απόφαση εναντίον των εναγομένων 1, 4, 7 και 10, την οποία όμως τελικά απέσυρε την 31.10.06, χωρίς καμία δικαιολογία, σύμφωνα με το πρακτικό του Δικαστηρίου της άνω ημερομηνίας. Αίτηση διά ορισμό δικασίμου διά τους πιο πάνω εναγόμενους κατεχωρήθη από την ενάγουσα την 12.12.07, παρόλο που οι Εκθέσεις Υπεράσπισης των πιο πάνω εναγομένων κατεχωρήθησαν το αργότερο την 8.5.07. Από τα πιο πάνω φαίνεται ότι στην καθυστέρηση προώθησης και αποπεράτωσης της αγωγής ευθύνεται σε κάποιο βαθμό και η ενάγουσα και δεν μπορεί τώρα να επικαλείται την καθυστέρηση δια να στηρίξει το βάσιμο της ενστάσεως της. Πρόσθετα, θα πρέπει να λεχθεί ότι νομολογιακά ο παράγοντας καθυστέρηση εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα από μόνος του δεν είναι αποφασιστικής σημασίας. Θα πρέπει να συνεκτιμηθεί με τους άλλους παράγοντες. Η έννοια της καθυστέρησης επεξηγήθηκε στην C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ 2025 σελ. 2079:- "... τη σημασία της καθυστέρησης με την έννοια όχι αφ΄ εαυτής της μακράς εκκρεμότητας της αγωγής αλλά της αργοπορίας στην εκδήλωση διαβήματος για άδεια τροποποίησης εκεί όπου προϋποτίθεται η δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και δεν εξηγείται ικανοποιητικά η παράλειψη...» Εις την Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, 1008, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Αναφέρει, μεαξύ άλλων, ο πρωτόδικος δικαστής ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης, δίδοντας υπερβολική βαρύτητα στον παράγοντα αυτό. Αυτό δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Ενόψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί τον διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι επίδικες διαφορές μεταξύ τους.» Εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης ασφαλώς το αναγκαίο υλικό της σκοπούμενης τροποποίησης, πλην της αιτούμενης τροποποίησης που αφορά τον διαχωρισμό της κοινής Έκθεσης Υπεράσπισης, υπήρχε από αρκετό χρόνο, και γνώριζε αυτό ο εναγόμενος 5 τουλάχιστον από 27.9.06, όπως είναι παραδεκτό και από τον ίδιο. Παρόλο δε που ήταν γνωστό από τότε, δεν περιελήφθη στην Έκθεση Υπεράσπισης, ημερ. 8.5.07, και ηγέρθη εκ νέου για πρώτη φορά με την αίτηση τροποποίησης ημερ. 20.8.09, η οποία τελικά απεσύρθη, λόγω απόσυρσης, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου του δικηγόρου του αιτητού από του να είναι και δικηγόρος της εναγόμενης
- Ο εναγόμενος 5 επανήλθε με την υπό εξέταση αίτηση ημερ. 18.11.09 διά το ίδιο θέμα, πλέον του αιτήματος διαχωρισμού της κοινής Έκθεσης Υπεράσπισης. Διά τον διαχωρισμό κοινής Έκθεσης Υπεράσπισης πιστεύω ότι το ακόλουθο απόσπασμα, από απόφαση του κ. Στ. Ναθαναήλ, Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, στην αγωγή Ε.Δ Λάρνακος αρ. 3233/95, ημερ. 13.10.00, καλύπτει το θέμα: «Η παρούσα αίτηση έχει την ιδιαιτερότητα που προαναφέρθη. Σύμφωνα με την Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1970, σελ. 242, στα σχόλια του αντίστοιχου Ο.28 r.2 κάτω από τον τίτλο «Severing Defences» αναφέρεται ότι αν υπάρχουν πέραν του ενός εναγόμενοι, τα συμφέροντα των οποίων δεν είναι ταυτόσημα, όπως για παράδειγμα όταν υπάρχει μια ειδική υπεράσπιση για τον ένα, πρέπει να διαχωρίσουν τις υπερασπίσεις τους και να καταχωρίσουν ξέχωρα δικόγραφα. Αν δεν το πράξουν, δεν μπορούν να αντιπροσωπεύονται από διαφορετικούς δικηγόρους κατά την εκδίκαση. Το ίδιο αναφέρεται και στον Odgers΄ «Principles of Pleading & Practice», 21η Έκδοση, σελ. 192, όπου ο συγγραφέας εγείρει το ζήτημα ότι εάν ο ίδιος δικηγόρος λάβει οδηγίες από πέραν του ενός εναγομένου, θα πρέπει να τον απασχολήσει το ερώτημα κατά πόσο θα καταχωρίσει μια και μόνο υπεράσπιση για όλους ή θα πρέπει να διαχωρίσει αυτές ανάλογα με τη θέση των πελατών του κατά τη δίκη. Εάν για οποιοδήποτε λόγο θα πρέπει να διαχωρισθούν υπερασπίσεις, αυτό θα πρέπει να γίνει εξ΄ αρχής, διαφορετικά αν συνενωθούν σε μία και μοναδική υπεράσπιση, δεν μπορούν να αντιπροσωπευθούν από διαφορετικό δικηγόρο.» Επίσης, σύμφωνα με την Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1958, σελ. 629, στα σχόλια του αντίστοιχου Ο.28 r.2, αναφέρεται «Join a separate defence: A defendant who has put in a join defence may obtain leave to put in a separate and amended defence». (see Cargill v. Bower, 4 CH. D. 78). Συνεπώς όλα τα πιο πάνω σχετικά με τον παράγοντα καθυστέρηση λαμβάνονται υπόψη όπως υπόψη λαμβάνεται ότι νομολογιακά ακόμη και η αμέλεια δεν είναι δυνατό να αποκλείσει την αίτηση τροποποίησης, νοουμένου ότι η τροποποίηση δεν προκαλεί εις την άλλη πλευρά δυσμενή επηρεασμό. Το ζήτημα υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνόλου των περιστατικών της υπόθεσης. Αναφορικά με το λόγο ότι επιχειρείται η προσθήκη εντελώς νέων ισχυρισμών και θεμάτων, παρατηρώ ότι πράγματι με την αιτούμενη τροποποίηση προβάλλεται νέος ισχυρισμός δι΄ υπεράσπιση του εναγόμενου
- Το βάσιμο ή όχι των ισχυρισμών δεν εξετάζεται στο παρόν στάδιο. Η σχετικότητα τους όμως είναι αναγκαία. Εδώ η σκοπούμενη τροποποίηση εισηγείται δέσμευση και/ή συμπεριφορά της εναγούσης προς τον αιτητή διά διάθεση περιουσιακού στοιχείου της εναγομένης
- Η διάθεση θα είχε άμεση επίδραση εις το οφειλόμενο υπό της πρωτοφειλέτιδας ποσό με περαιτέρω και άμεση συνέπεια και/ή επιδείνωση στο υπό του αιτητή οφειλόμενο ποσό υπό την ιδιότητα του ως εγγυητού. Όλα αυτά είναι ασφαλώς σχετικά με τα εξεταζόμενα θέματα εις την αγωγή. Εις την Ετήσια Δικονομική Πρακτική (Annual Practice) 1958 στη σελ. 624 αναφέρονται τ΄ ακόλουθα κάτω από τον τίτλo «Amendment by Either Party of his own Pleading». Before the Hearing. - Leave is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance (Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q.B.D. 556), or some injury caused to him for which he cannot be compensated by payment of costs (see (n.) "Costs no remedy", infra). Thus, a plaintiff will be allowed to amend by adding a claim for special damage when proof is special damage is essential to the cause of action (Weldon v. Neal, 19 Q.B.D, 394), or to add a new claim which is "so germance to, and so connected with the original cause of action, that it would be a denial of justice" if leave to add it were refused (Att. Gen. v. West Hame Corporation
(1910), 74 J.P. 196, C.A). A plaintiff may add a new cause of action, the defendant a new defence. ........................ There will be difficulty, however, where there is ground for believing that the application is not made in good faith. Thus, if either party seeks to amend his pleading, by introducing for the first time allegations of fraud, etc., the Court will ask why this new case was not presented originally; and may required to be satisfied as to the truth and substantiality of the proposed amendment (Lawrance v. Norreys, 39 Ch. D. 213; see judgment of Stirling, J., p. 221, and of Bowen, L. J., p. 235)». (Η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). Στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης παρατηρώ ότι η σκοπούμενη τροποποίηση πηγάζει από το ίδιο πλέγμα σχέσεων των διαδίκων χωρίς να αλλάζουν ουσιαστικά το χαρακτήρα της Έκθεσης Υπεράσπισης. Με την προτεινόμενη τροποποίηση επιδιώκεται από τον εναγόμενο 5 να παρουσιάσει πρόσθετη υπεράσπιση σφαιρικά επί όλου του πλέγματος των μεταξύ των διαδίκων σχέσεων. Τα επίδικα θέματα διευρύνονται αλλά λαμβάνοντας υπόψη ότι η ακροαματική διαδικασία ακόμη δεν άρχισε κρίνω ότι αυτό δεν πρέπει να επενεργήσει εναντίον του αιτητή-εναγόμενου 5. Το τελευταίο, δηλαδή ότι η ακρόαση ακόμα να αρχίσει οδηγεί και σε ένα άλλο θέμα. Κατά την γνώμη μου, ουδεμία ζημιά υφίσταται η πλευρά της εναγούσης, ούτε υπεδείχθη στο Δικαστήριο τέτοια συγκεκριμένη ζημιά ή δυσμενής επηρεασμός, μη δυνάμενος να αποζημιωθεί με έξοδα. Περαιτέρω, είναι η κρίση μου, ότι δεν αποδείχθηκε κακοπιστία εκ μέρους του αιτητή, αλλά αντίθετα είναι η γνώμη μου ότι με την προτεινόμενη τροποποίηση γίνεται καλόπιστα προσπάθεια συμπλήρωσης ελλείψεων και πλήρης παρουσίασης της υπεράσπισης. Τα πιο πάνω πιστεύω καλύπτουν και τους λόγους ένστασης περί παρέλκυσης της διαδικασίας. Εις την Cropper v. Smith
(1884)26 Ch. D. 700 που υιοθετήθηκε εις την Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Σιακόλα,
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 44 λέχθηκαν τ΄ ακόλουθα: «..... I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and Elma Investments Ltd do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right». Εις την υπόθεση United Sea Transport Co Ltd & Another (ανωτέρω) λέχθησαν και τα πιο κάτω: «The general principles as to when leave to amend should be given are stated by L.J. Bramwell in the case of Tildesley v. Harper, 10 Ch. D. 393 at page 396: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise». Όπως προανέφερα, δεν κατεδείχθη και δεν ικανοποιήθηκα ότι ο αιτητής ενεργεί κακόπιστα ή ότι με ενέργειες του προκάλεσε ή προκαλεί ζημία εις την άλλη πλευρά μη δυνάμενη ν΄ αποζημιωθεί με έξοδα. Πιστεύω ότι στα περιστατικά της παρούσης υπόθεσης η συμπεριφορά του αιτητή, όπως έχει αναφερθεί νωρίτερα, αποκαλύπτει μία γκάφα (blunder) και τίποτε άλλο. Η ανησυχία του Δικαστηρίου δια την παράταση της εκκρεμότητας της αγωγής, είναι δεδομένη και έντονη. Η εκκρεμότητα όμως της αγωγής «δεν μπορεί να ενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα» αλλά αποτελεί παράγοντα «ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη δια ταχύτερη προώθηση». (βλ. Federal Bank of Lebanon (άνω)). Σε ότι αφορά το ζήτημα ένορκης δήλωσης η οποία δίδεται από συνήγορο, είναι πάγια νομολογημένο ότι δεν μπορεί ένας συνήγορος που υπήρξε μάρτυρας σε μια διαδικασία να λειτουργήσει και ως λειτουργός της δικαιοσύνης στη διαδικασία αυτή υπό την ιδιότητα του ως συνηγόρου. (βλ. In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329. Tα ίδια έχουν επαναληφθεί και στις υποθέσεις In re I.A. an Advocate
(1987)1 C.L.R. 319, Tζενάρο Περέλλα (αρ.1)
(1995)1 Α.Α.Δ. 356 και στην Ιωάννη Σάββα ν. Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως
(2002)1(Β)
- Το ερώτημα, όμως εδώ δεν είναι εντελώς το ίδιο αφού η κα Νικολέττα Παπαμιχαήλ δεν έχει χειριστεί την αίτηση στο στάδιο της ακρόασης. Το ερώτημα είναι κατά πόσο η ιδιότητα του συνηγόρου σε προηγούμενο στάδιο επενεργεί καταλυτικά στην εγκυρότητα της ένορκης δήλωσης. Έχω την άποψη πως όχι. Εκείνο που μπορεί το Δικαστήριο και πρέπει να κάμει, είναι εκεί που ο συνήγορος επιλέγει να μην σεβαστεί ευλαβικά τη λεπτή διαχωριστική γραμμή της ιδιότητας του συνηγόρου και του μάρτυρα στην υπόθεση να μην του επιτρέψει να εμφανισθεί ως συνήγορος ή μάρτυρας στη διαδικασία όπως ακριβώς έχει γίνει στην υπόθεση Ιωάννη Σάββα ν. Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως (πιο πάνω). Εκείνο που δεν πρέπει να γίνεται είναι ο συνήγορος να εμφανίζεται άλλοτε ως μάρτυρας στην υπόθεση και άλλοτε ως συνήγορος. Εδώ το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση δόθηκε από συνήγορο ο οποίος δεν χειρίστηκε την υπόθεση κατά την ακρόαση, καίτοι σε προηγούμενο ορισμό όχι για σκοπούς ακρόασης εμφανίστηκε, κρίνω ότι δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της ένορκης δήλωσης καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, και ούτε έχει στερήσει τον αντίδικο από του να ασκήσει το δικαίωμα της αντεξέτασης εάν το επιθυμούσε. Δια όλους τους πιο πάνω λόγους, αλλά και διότι η προτεινόμενη τροποποίηση κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, καταλήγω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει ν΄ ασκηθεί και ασκείται υπέρ του αιτήματος για τροποποίηση. Όσον αφορά τον αιτούμενο διαχωρισμό της κοινής Έκθεσης Υπεράσπισης των εναγομένων 5 και 7, πιστεύω ότι στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, και ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη ότι τυχόν άρνηση του αιτήματος θα είχε ως αποτέλεσμα τη μη δυνατότητα αντιπροσώπευσης των δύο εναγομένων (5 και 7) από ξεχωριστούς δικηγόρους, θα πρέπει να επιτραπεί. Ως αποτέλεσμα, εκδίδεται διάταγμα διαχωρισμού και τροποποίησης ως η αίτηση. Τροποποιημένη Υπεράσπιση υπό του εναγόμενου 5 να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από σήμερα και τροποποιημένη απάντηση, αν υπάρχει, να ακολουθήσει εντός 15 ημερών από την καταχώρηση και επίδοση της πιο πάνω. Περαιτέρω, δίδονται οδηγίες όπως ο εναγόμενος 5 προβεί στα αναγκαία ώστε να ζητήσει τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος εντός δύο ημερών από σήμερα. Τέλος, δεν υπάρχει κατά τη γνώμη μου κανένας ιδιαίτερος λόγος ώστε το Δικαστήριο να παρεκκλίνει από το γενικό κανόνα που ισχύει δια τα έξοδα σε αιτήσεις της φύσεως υπό εξέταση. Ως εκ τούτου, τα έξοδα της αιτήσεως όπως και αυτά που θα απολεσθούν συνεπεία της τροποποίησης να είναι εις βάρος του αιτητή-εναγόμενου 10 και υπέρ της εναγούσης-καθ΄ ης η αίτηση, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και πληρωθούν εις το τέλος της αγωγής. Οι εναγόμενοι 4 και 10 συγκατατέθησαν στην αίτηση σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας, πλην όμως ζήτησαν τα έξοδα τους. Συνεπώς, εκδίδεται ανάλογη διαταγή διά τα έξοδα όσον αφορά τους πιο πάνω εναγόμενους 4 και
- [Υπ.] Λ. Παρπαρίνος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο