← Κύπρος

ALPHA BANK LIMITED ν. Αλεξάνδρας Μιχαηλίδου κ.α., Αγωγή αρ. 1062/2002, 9 Ιουνίου, 2010

ALPHA BANK LIMITED ν. Αλεξάνδρας Μιχαηλίδου κ.α., Αγωγή αρ. 1062/2002, 9 Ιουνίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A220 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1062/2002 Μεταξύ: ALPHA BANK LIMITED Ενάγοντες και

  1. Αλεξάνδρας Μιχαηλίδου
  2. Αντωνίας Λύρα Εναγομένων 9 Ιουνίου,
  3. Για την εναγομένη αρ. 2 - αιτήτρια, εμφανίζεται ο κ. Γ. Καζαντζής. Για τους ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση, εμφανίζεται η κα Χρ. Μαυρικίου για κ.κ. Χρυσαφίνη και Πολυβίου και ο κ. Κ.Ν. Νικολαΐδης. Απόφαση για την αίτηση ημερ. 9.11.09 (αίτημα για την αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, την αναστολή εκδίκασης πτωχευτικής αίτησης και την αναστολή επιβάρυνσης ακίνητης ιδιοκτησίας) ------------------------------------------------------------- Στις 12.3.02 εξεδόθηκε, στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, δικαστική απόφαση δια της οποίας η εναγομένη αρ. 2 - αιτήτρια («η αιτήτρια») διατάσσεται να καταβάλει στους ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση («οι καθ' ων η αίτηση») τα ποσά των Λ.Κ.1.351,02 και Λ.Κ.7.608,61, εντόκως, καθώς και έξοδα («η δικαστική απόφαση ημερ. 12.3.02»). Η αιτήτρια ενήχθηκε και κατέστη εξ αποφάσεως χρεώστης ως εγγυήτρια της εναγομένης αρ.
  4. Η σύμβαση εγγύησης υπεγράφηκε στις 26.2.
  5. Δια της δικαστικής απόφασης ημερ. 12.3.02 διατάσσεται, περαιτέρω, η πώληση, στα πλαίσια δημόσιου πλειστηριασμού, ενυπόθηκου ακινήτου που ανήκει στην εναγομένη αρ. 1 («το ενυπόθηκο ακίνητο»). Και αυτή κατέστη εξ αποφάσεως χρεώστης δυνάμει της δικαστικής απόφασης ημερ. 12.3.
  6. Το ενυπόθηκο ακίνητο ευρίσκεται στο χωριό Πρόδρομος, στη Λεμεσό και περιγράφεται ως τεμάχιο αρ. 1768, Φύλλο XXXVII, Σχ.
  7. Η σχετική Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκευσης Ακινήτου έχει αριθμό Υ1637/
  8. Όπως προκύπτει από το φάκελο της διαδικασίας, στις 22.10.09 παρεσχέθηκε, από το Δικαστήριο, άδεια για την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης ημερ. 12.3.02 λόγω παρέλευσης έξι

(6)ετών από την έκδοσή της. Στις 9.11.09 κατεχωρίστηκε η υπό συζήτησιν αίτηση («η αίτηση») δια της οποία επιδιώκεται η έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να διατάσσεται (α) η αναστολή της εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης ημερ. 12.3.02 έως και την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου, (β) η αναστολή της εκδίκασης της πτωχευτικής αίτησης αρ. 145/09 (Ε.Δ. Λευκωσίας), η οποία κατεχωρίστηκε εναντίον της αιτήτριας και (γ) η αναστολή της επιβάρυνσης της ακίνητης ιδιοκτησίας της αιτήτριας δια της εγγραφής της δικαστικής απόφασης ημερ. 12.3.02 (memo). Η αίτηση καταγράφει, ως νομική της βάση, τα άρθρα 2, 3, 9, 10 και 13 του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου (Ν. 197(Ι)/2003όπως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια), τη Δ.48 θ.θ. 1, 2, 3 και 4
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών καθώς και τις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την αίτηση υποστηρίζουν ένορκες δηλώσεις της αιτήτριας και του Κυριάκου Ταλαττίνη ιδίας ημερομηνίας (9.11.09). Συνοπτικά, η αιτήτρια δηλώνει τα εξής: Στις 11.2.09 κατεχωρίστηκε εναντίον της η πτωχευτική αίτηση αρ. 145/09 η οποία της επεδόθηκε στις 15.10.
  1. Το ενυπόθηκο ακίνητο εκτιμήθηκε από τους εγκεκριμένους εκτιμητές «Ρόης Νικολαΐδης, Κ. Ταλαττίνης και Φ. Χριστοδούλου» και έχει αξία €75.
  2. Αυτή η αξία καλύπτει το επίδικο εξ αποφάσεως χρέος. Ενώπιον του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού εκκρεμεί διαδικασία αναγκαστικής πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Συνεπώς, είναι ορθό και δίκαιο να ανασταλούν οι εναντίον της διαδικασίες έως ότου ολοκληρωθεί η διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Ο Κυριάκος Ταλαττίνης, εγκεκριμένος εκτιμητής, δήλωσε πως προέβηκε ο ίδιος σε επιτόπια επιθεώρηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Εκτιμά δε ότι η αγοραία αξία του ανέρχεται στις €75.
  3. Στην ένορκη δήλωση του Κυριάκου Ταλαττίνη επισυνάπτεται, ως τεκμήριο Α, η σχετική έκθεσή του. Είναι χρήσιμο να σημειώσω εξ αρχής πως η έκθεση αυτή πληροφορεί και για τα εξής: Το ενυπόθηκο ακίνητο βρίσκεται σε ορεινή περιοχή, έχει ακανόνιστο σχήμα και επικλινή επιφάνεια. Η πρόσβαση σε αυτό γίνεται μέσω μονοπατιών. Τα μονοπάτια αυτά δεν παρέχουν ικανοποιητική πρόσβαση και έτσι «το ακίνητο είναι ουσιαστικά περίκλειστο». Περαιτέρω, το ενυπόθηκο ακίνητο «εμπίπτει εντός της Πολεοδομικής Ζώνης Ζ.2 (Ζώνη Προστασίας) με συντελεστή δόμησης 0,03:1 κάλυψη 0,03:1, σε 1 όροφο» (δείτε στις σελ. 2 και 3 της έκθεσης που υπογράφει ο Κυριάκος Ταλαττίνης και που επισυνάπτεται ως τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωσή του ημερ. 9.11.09). Η αξία καταναγκαστικής πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου ανέρχεται στα €56.000-. Η αίτηση αντιμετωπίζει τη γραπτή ένσταση των καθ' ων η αίτηση. Οι λόγοι που προβάλλονται είναι πολυσχιδείς και αφορούν τόσον στην τυπική ορθότητα της αίτησης όσον και την βασιμότητά της επί της ουσίας. Συνοψίζω τους λόγους ένστασης:
(1)Η καταγραφείσα, ως νομική βάση της αίτησης, δεν παρέχει έρεισμα στις επιδιωκόμενες θεραπείες. Ο Ν.197(Ι)/2003δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω.
(2)Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική γιατί παραλείπει να συμπεριλάβει, στη νομική της βάση, τη Δ.40 θ.7 καθώς και τα άρθρα 14, 53 έως και 62 και 71 των περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6.
(3)Η αιτήτρια δεν παρουσιάζει σοβαρούς ούτε επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν την αίτηση.
(4)Εξ ου και η αίτηση προσλαμβάνει μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και σκοπό έχει να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης.
(5)Η αιτήτρια αδιαφορεί για τις υποχρεώσεις της εν σχέσει με το εξ αποφάσεως χρέος της.
(6)Τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους καθ' ων η αίτηση οι οποίοι πάντοτε ενεργούν νομίμως. Εάν εγκριθεί η αίτηση, αυτοί δεν θα εισπράξουν όσα δικαιούνται επί τη βάσει νομοτύπως εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του Σάββα Άδωνη, υπαλλήλου των καθ' ων η αίτηση, ο οποίος πληροφορεί για τα ακόλουθα: Σήμερα, το εξ αποφάσεως χρέος ανέρχεται στις €39.496,49 επιπλέον τόκους και έξοδα. Στις 4.2.08 δύο ακίνητα της αιτήτριας ευρισκόμενα στη Λευκωσία επιβαρύνθηκαν με την εγγραφή της δικαστικής απόφασης ημερ. 12.2.
  1. Με τον ίδιο τρόπο επιβαρύνθηκε, στις 18.2.08, και τρίτο ακίνητο της αιτήτριας ευρισκόμενο στην Πάφο. Στις 11.2.09 κατεχωρίστηκε, εναντίον της αιτήτριας, η αίτηση πτώχευσης αρ. 145/09 (Ε.Δ. Λευκωσίας). Η εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου δεν κατέστη δυνατή, παρά το ότι ορίσθηκε δημόσιος πλειστηριασμός για το σκοπό αυτό στις 10.5.09 και στις 6.12.
  2. Ουδείς επέδειξε ενδιαφέρον να αγοράσει το ενυπόθηκο ακίνητο, ως βεβαιώνει επιστολή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λειτουργού Λεμεσού ημερ. 12.1.10 (τεκμήριο Ε στην ένορκη δήλωση του Σάββα Άδωνη). Ο επόμενος δημόσιος πλειστηριασμός ορίσθηκε για τις 25.4.
  3. Ο εκτιμητής ακινήτων Ξένιος Στεφάνου εκτιμά ότι η αξία του ενυπόθηκου ακινήτου ανέρχεται στα €60.000 (αντί των €75.000 ως η εκτιμημένη, από τον Κυριάκο Ταλαττίνη, αξία του ακινήτου). Η μειωμένη αυτή αξία οφείλεται στην ύφεση που παρατηρείται στην κτηματική αγορά και στην οικονομία γενικότερα. Περαιτέρω, ο Ξένιος Στεφάνου εκφράζει την άποψη πως το ενδιαφέρον για αγορά του ενυπόθηκου ακινήτου είναι περιορισμένο γιατί αυτό «δεν διαθέτει δημόσια πρόσβαση, έχει χαμηλό συντελεστή δόμησης και βρίσκεται στη ζώνη προστασίας της φύσης» (δείτε την παρα. 6(α) της ένορκης δήλωσης του Σάββα Άδωνη). Με αυτά τα δεδομένα, συνεχίζει ο Σάββας Άδωνη, το ενυπόθηκο ακίνητο δεν εξασφαλίζει την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης ημερ. 12.3.
  4. Σημειώνω πως στην ένορκη δήλωση του Σάββα Άδωνη επισυνάπτεται, ως τεκμήριο Στ, η σχετική μελέτη του Ξένιου Στεφάνου. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη με τις εκατέρωθεν αγορεύσεις και επί τη βάσει των ισχυρισμών περί τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις της αιτήτριας, του Κυριάκου Ταλλατίνη και του Σάββα Άδωνη. Δεν επεχειρήθηκε η καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων και ούτε ζητήθηκε η αντεξέταση οιουδήποτε των ενόρκως δηλούντων. Έχω μελετήσει τα ενώπιόν μου ζητήματα και διεξήλθα την προσκομισθείσα μαρτυρία. Διαπιστώνω δε και καταλήγω στα ακόλουθα: Ο Ν.197(Ι)/2003, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 31.12.03, παρέχει πολύπλευρη προστασία σε εγγυητές ορισμένης κατηγορίας. Αφ' ενός καθιερώνει συγκεκριμένες υποχρεώσεις των πιστωτών έναντι των εγγυητών και αφ' ετέρου παρέχει στους τελευταίους εξουσίες τόσον εν σχέσει με τις καταδολιευτικές μεταβιβάσεις περιουσίας εκ μέρους του πρωτοφειλέτη όσον και εν σχέσει με την εκτέλεση της εναντίον τους εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. Έτσι, πριν από τη σύναψη της σύμβασης εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να ενημερώσει τον προτιθέμενο εγγυητή για συγκεκριμένα ζητήματα όπως, για παράδειγμα, για το ποσόν του δανείου που παραχωρείται στον πρωτοφειλέτη καθώς και για το επιτόκιο (άρθρο 5). Μετά τη σύναψη της σύμβασης εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να ενημερώνει τον εγγυητή, αμέσως και γραπτώς, για τυχόν υπερημερία του πρωτοφειλέτη ή για αθέτηση, εκ μέρους του (του πρωτοφειλέτη), συμβατικού όρου. Περαιτέρω, ο εγγυητής δύναται να προσφύγει στο Δικαστήριο και να εμποδίσει την εκ μέρους του πρωτοφειλέτη καταδολιευτική αποξένωση περιουσίας που του ανήκει [άρθρο 7
(1)(α)] ή, ακόμη, να ακυρώσει τέτοια αποξένωση [άρθρο 7
(1)(β)]. Τέλος, ο εγγυητής δύναται να προσφύγει στο Δικαστήριο και να επιτύχει, κατά το χρόνο έκδοσης της εναντίον του απόφασης, την αναστολή εκτέλεσης της [άρθρα 9(α) και 10] ή, ακόμη, να επιτύχει τέτοια αναστολή μετά την έκδοση της απόφασης [άρθρα 9(β) και 10]. Επιλαμβανόμενο της έκτασης ισχύος του Ν. 197(Ι)/2003, το άρθρο 13
(2)αυτού ορίζει, μεταξύ άλλων, πως τα περί αναστολής εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων εφαρμόζονται και εν σχέσει με δικαστικές αποφάσεις που εξεδόθηκαν πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του Νόμου, δηλαδή πριν από τις 31.12.03 [άρθρο 13
(2)]. Κατά συνέπειαν, στην προκειμένη περίπτωση, όπου ό,τι επιδιώκεται είναι η αναστολή εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης, η οποία εξεδόθηκε εναντίον της αιτήτριας ως εγγυήτριας, διαπιστώνω πως είναι αδιάφορη τόσον η ημερομηνία σύναψης της συμφωνίας εγγύησης όσον και η ημερομηνία έκδοσης της απόφασης αυτής. Το άρθρο 13
(2)του Ν.197(Ι)/2003, κατά τρόπον ρητό και ανεξαίρετο, επεκτείνει την εφαρμογή των σχετικών άρθρων 9 και 10 σε όλες τις συμβάσεις εγγύησης και σε όλες τις δικαστικές αποφάσεις, ανεξαρτήτως εάν αυτές υπεγράφηκαν ή εξεδόθηκαν, αναλόγως, πριν, κατά ή μετά τις 31.12.03. Παρενθετικά αναφέρω πως, από τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 13
(1)και
(2)του Ν.197(Ι)/2003, προκύπτει πως η επέκταση εφαρμογής του Νόμου αυτού διαφοροποιείται αναλόγως του είδους της παρεχόμενης προστασίας. Έτσι, για παράδειγμα, η προστασία που καθιερώνεται διά των άρθρων 5 και 12 (προηγούμενη ενημέρωση προτιθέμενου εγγυητή και ενημέρωση εγγυητή από τον πιστωτή για κάθε υπερημερία κλπ. του πρωτοφειλέτη, αντιστοίχως) παρέχεται μόνον στους εγγυητές που συνήψαν τις συμβάσεις εγγύησης μετά τις 31.12.03. Διαπιστώνω, περαιτέρω, πως η αίτηση καταγράφει επαρκή νομική βάση εφ' όσον καταγράφει τη Δ.48, η οποία δίδει το πλαίσιο εντός του οποίου υποβάλλεται και εκδικάζεται μια ενδιάμεση αίτηση, ως η υπό συζήτησιν, καθώς και τα άρθρα 9 και 10 του Ν. 197(Ι)/2003, τα οποία αποτελούν τη δικαιοδοτική βάση για την επιδιωκόμενη θεραπεία [Evand Promotions Ltd κ.ά
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 736, 745-6]. Βεβαίως, οι διαπιστώσεις για την τυπική ορθότητα της αίτησης δεν προεξοφλούν την επιτυχία της. Παραμένει να αξιολογηθεί η βασιμότητα της αίτησης επί της ουσίας. Προκύπτει από τα γεγονότα που περιβάλλουν την αίτηση πως κρίσιμη είναι η παρα.
(1)(δ) του άρθρου 10 του Ν. 197(Ι)/2003, η οποία ορίζει τα εξής: «10. Έκδοση διατάγματος αναστολής
(1)Δικαστήριο διατάσσει δυνάμει του άρθρου 9, όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και ορθό, την αναστολή της εκτέλεσης απόφασης καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, και ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η οφειλή, στις πιο κάτω περιπτώσεις: ...................................................................................... (δ) σε περίπτωση που υπάρχει υποθήκη επί ακινήτου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη που δεν έχει εκποιηθεί: Νοείται ότι διάταγμα που δίδεται γι' αυτό το λόγο παύει να έχει ισχύ, εάν μετά την εκποίηση της υποθήκης, παραμένει οποιοδήποτε μέρος του χρέους ανεξόφλητο». Από το λεκτικό των διατάξεων αυτών προκύπτει πως η έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης εκδοθείσας απόφασης ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο διατάσει τέτοια αναστολή μόνον εφ' όσον, υπό τις εκάστοτε συγκεκριμένες περιστάσεις, το κρίνει δίκαιο και ορθό. Ειδικότερα, στις περιπτώσεις, όπως η προκειμένη, όπου η αναστολή επιδιώκεται γιατί υπάρχει ενυπόθηκο ακίνητο του πρωτοφειλέτη, το οποίο δεν έχει εκποιηθεί, κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και η ικανότητα του ακινήτου αυτού να καλύψει το επίδικο χρέος. Στο συμπέρασμα αυτό οδηγούμαι λαμβάνοντας υπ' όψιν την επιφύλαξη του άρθρου 10
(1)(δ). Αυτή ορίζει πως διάταγμα αναστολής εκτέλεσης απόφασης, εκδοθέν δυνάμει του εδ.
(2)του άρθρου 10
(1), παύει να ισχύει εάν μετά την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου, παραμένει οφειλόμενο οιονδήποτε μέρος του επίδικου χρέους. Κατά συνέπειαν, η ικανότητα του ενυπόθηκου ακινήτου του πρωτοφειλέτη να καλύψει το επίδικο χρέος καθίσταται ουσιαστική παράμετρος κατά την εξέταση αίτησης εγγυητή υποβληθείσας δυνάμει του άρθρου 10
(1)(δ) του Ν.197(Ι)/2003. Στην προκειμένη περίπτωση, και επί τη βάσει της εκατέρωθεν προσκομισθείσας μαρτυρίας, τέτοια ικανότητα του ενυπόθηκου ακινήτου δεν υπάρχει. Παραμένει αναντίλεκτο, ενώπιόν μου, το γεγονός ότι δύο προηγούμενες προσπάθειες εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου, δια δημόσιου πλειστηριασμού, δεν τελεσφόρησαν γιατί δεν επεδείχθηκε ενδιαφέρον από οιονδήποτε αγοραστή (τεκμήριο Ε στην ένορκη δήλωση του Σάββα Άδωνη). Περαιτέρω, οι απόψεις του Ξένιου Στεφάνου, εκτιμητή ακινήτων ο οποίος ενεργεί για λογαριασμό των καθ' ων η αίτηση, περί του ότι το ενδιαφέρον για την αγορά του ενυπόθηκου ακινήτου είναι περιορισμένο γιατί αυτό «δεν διαθέτει δημόσια πρόσβαση, έχει χαμηλό συντελεστή δόμησης και βρίσκεται στη ζώνη προστασίας της φύσης» (δείτε την παρα. 6(α) της ένορκης δήλωσης του Σάββα Άδωνη) δεν είναι αντίθετες με τα όσα αναφέρει ο Κυριάκος Ταλαττίνης, επίσης εκτιμητής ακινήτων, ο οποίος, όμως, ενεργεί για λογαριασμό της αιτήτριας. Υπενθυμίζω πως ο Κυριάκος Ταλαττίνης αναφέρει πως το ενυπόθηκο ακίνητο βρίσκεται σε ορεινή περιοχή, έχει ακανόνιστο σχήμα και επικλινή επιφάνεια, «είναι ουσιαστικά περίκλειστο» και έχει χαμηλό συντελεστή δόμησης. Ως έχουν σήμερα τα πράγματα, με δεδομένες δύο ανεπιτυχείς προσπάθειες εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου, καταλήγω πως αυτό δεν μπορεί να καλύψει το επίδικο χρέος. Έτσι, δεν κρίνω ορθό ούτε δίκαιο να εγκρίνω την αναστολή, ως επιδιώκεται. Εν πάση περιπτώσει, δεν τέθηκαν ενώπιόν μου δεδομένα άλλα, τα οποία θα καθιστούσαν την αναστολή ορθή και δίκαιη. Η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Παρέλκει η συζήτηση των υπόλοιπων λόγων ένστασης. Η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση και εναντίον της εναγομένης αρ. 2 - αιτήτριας. (Υπ.)............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.