Πέτρος Διομήδους κ.α. ν. MEDIAMS CONSTRUCTION AND DEVELOPMENT COMPANY LTD, Αρ. Αγωγής: 3530/10, 10 Ιουνίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A223 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3530/10 Μεταξύ:
- Πέτρος Διομήδους
- Χρυστάλλα Διομήδους
- Γαβριέλλα Διομήδους
- Πολυξένη Διομήδους Ενάγοντες -και- MEDIAMS CONSTRUCTION AND DEVELOPMENT COMPANY LTD Εναγομένων ------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 27.4.2010 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10 Ιουνίου 2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές: κ. Α. Χαβιαράς Για τους Καθ'ων η Αίτηση: κ. Γ. Παπαθεοδώρου -------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Αιτητές με την παρούσα αίτηση αιτούνται: «
- Προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην εναγόμενη, και/ή στους υπαλλήλους και/η αντιπροσώπους της και/ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους της και/ή για λογαριασμό της με οποιονδήποτε τρόπο να εισέρχονται και/ή να παραμένουν και/ή να επεμβαίνουν επί του οικοπέδου που περιγράφεται κτηματολογικά ως τεμάχιο 3/99 αρ εγγραφής 4/400 Φ/ΣΧ 21/39Ε1, τμήμα 4, περιοχή Αβάτζια, Σαράντα Σκάλες, Καϊμακλί στην Επαρχία Λευκωσίας μέχρι πέρατος της διαδικασίας ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και
- Προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην εναγόμενη, και/ή στους υπαλλήλους και/η αντιπροσώπους της και/ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους της και/ή για λογαριασμό της με οποιονδήποτε τρόπο να εμποδίζουν τους ενάγοντες και/ή οποιουσδήποτε από αυτούς και/ή τους υπαλλήλους και/η αντιπροσώπους τους και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους τους και/ή για λογαριασμό τους από του να εισέρχονται και/ή εργάζονται επί του οικοπέδου που περιγράφεται κτηματολογικά ως τεμάχιο 3/99 αρ εγγραφής 4/400 Φ/ΣΧ 21/39Ε1 τμήμα 4, περιοχή Αβάτζια, Σαράντα Σκάλες, Καϊμακλί στην Επαρχία Λευκωσίας μέχρι πέρατος της διαδικασίας ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και
- Προσωρινό διάταγμα με το οποίο η εναγόμενη, και/ή οι υπάλληλοι και/η αντιπρόσωποι της και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους της και/ή για λογαριασμό της να εμποδίζεται και/ή να της απαγορεύεται από του να παρενοχλεί και/ή αναμιγνύεται (interfere) με τις οικοδομικές εργασίες επί του οικοπέδου που περιγράφεται κτηματολογικά ως τεμάχιο 3/99 αρ εγγραφής 4/400 Φ/ΣΧ 21/39Ε1 τμήμα 4, περιοχή Αβάτζια, Σαράντα Σκάλες, Καϊμακλί στην Επαρχία Λευκωσίας μέχρι πέρατος της διαδικασίας ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και
- Προσωρινό διάταγμα του δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η εναγόμενη να αφαιρέσει και να αποκομίσει όλα τα εργαλεία και μηχανήματα της και/ή των υπεργολάβων της από το Οικόπεδο που περιγράφεται κτηματολογικά ως τεμάχιο 3/99 αρ εγγραφής 4/400 Φ/ΣΧ 21/39Ε1 τμήμα 4, περιοχή Αβάτζια, Σαράντα Σκάλες, Καϊμακλί στην Επαρχία Λευκωσίας και να παραδώσει ελεύθερη κατοχή του στους ενάγοντες με οδηγίες προς τους ενάγοντες να μην προβούν σε οιεσδήποτε εργασίες για περίοδο 7 ημερών από την επίδοση του παρόντος διατάγματος για να προβεί η εναγόμενη, αν το επιθυμεί, σε καταμέτρηση κάθε εκτελεσθείσας εργασίας.» Η αίτηση βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Ο.1-8 και 9 στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 αρθρ. 4-9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο αρ. 14/60 αρθρ. 32 στον περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμο αρ. 24, 25, 30 και στον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149 άρθρο 23 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι Αιτητές βασίζουν την αίτηση τους στα γεγονότα τα οποία εκτίθενται στη συνημμένη στην παρούσα αίτηση, ένορκη δήλωση της Χρυστάλλας Διομήδους , Ενάγουσας-Αιτήτριας
- Η ενόρκως δηλούσα λέγει ότι οι Ενάγοντες 1 και 2 είναι ιδιοκτήτες του οικοπέδου για το οποίο δημιουργήθηκε η παρούσα διαφορά κατά 1/6 μερίδιο έκαστος και οι Ενάγοντες 3 και 4 κατά 1/3 μερίδιο έκαστος δυνάμει τίτλου. Στις 4.2.2010 ο Ενάγων αρ. 1 και η Εναγομένη εταιρεία κατάρτησαν συμφωνία με την οποία συμφώνησαν ότι η Εναγομένη θα αναλάβει την κατασκευή μιας πολυκατοικίας επί του τεμαχίου για το ποσό των €300.000 εξαιρουμένων των υπεργολαβιών. Αντίγραφο της συμφωνίας επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο
- Η Εναγομένη παριστούσε τον εαυτό της ως αδειούχο εργολάβο και ότι είχε την δυνατότητα να αναλάβει το έργο. Εκ των υστέρων διαφάνηκε ότι κατά την ημερομηνία κατάρτισης της συμφωνίας η Εναγομένη δεν ήταν αδειούχος εργολάβος. Η Εναγομένη εξασφάλισε άδεια με ημερομηνία έναρξης 13.4.
- Αντίγραφο της άδειας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση. Ο Ενάγοντας 1 κατέβαλε στην Εναγομένη ποσό €34.500 ως προκαταβολή. Σύμφωνα με το υπογραφέν συμβόλαιο η Εναγομένη κατά ή πριν την υπογραφή της θα προσκόμιζε τραπεζική εγγυητική επιστολή δέουσας εκτέλεσης ίση προς το 10% του τιμήματος. Η Εναγομένη παρέλειψε να προσκομίσει την εγγυητική μέχρι και τον τερματισμό της συμφωνίας. Οι Ενάγοντες 2, 3 και 4 θεωρούν παράνομη επέμβαση στην περιουσία τους από μέρους της Εναγομένης επειδή αυτοί δεν έχουν καμιά συμβατική σχέση με αυτή και ουδέποτε της ανέθεσαν οποιαδήποτε εργασία αφού δεν υπόγραψαν τη συμφωνία. Είναι ισχυρισμός των Εναγόντων ότι η συμφωνία είναι άκυρη εξ αρχής και σε περίπτωση διαφοράς ούτε οι Ενάγοντες αλλά ούτε και οι Εναγόμενοι θα είχαν δυνατότητα επίκλησης της και ούτε δυνατότητα ανάκτησης είτε καταβληθέντων είτε διεκδικούμενων ποσών. Οι εργασίες άρχισαν αρχές Φεβρουαρίου 2010 και από την αρχή δημιουργήθηκαν τριβές οι οποίες συνεχίζουν επί καθημερινής βάσης. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην πιο πάνω αίτηση, την οποία βάσισαν: «(α) Δ.48 Θ.4
(1)
(2), Δ.27 Θ. 1-3 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. (β) Επί του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ.6 άρθρα 4
(1)-
(3),5,7,8 και 9
(1)-
(4). (γ) Ο Περί Δικαστηρίων Νόμος 14/1960 Άρθρα 29,31,32
(1)-
(3)και 41. (δ) Επί του Ο Περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμος του 2001 Ν.29
(1)2001 άρθρα 24,25,30
(1)
(2)ως και επί της Διακριτικής Εξουσίας του Σεβ. Δικαστηρίου. (ε) Στον Ο Περί Διαιτησίας Νόμος ΚΕΦ. 4 άρθρο
- (στ) Επί του Περί Συμβάσεων Νόμου ΚΕΦ. 149 άρθρο 23.» Οι λόγοι για τους οποίους ενίσταται η Εναγομένη εταιρεία στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων είναι οι ακόλουθοι όπως αυτοί καταγράφονται στην ειδοποίηση ένστασης: «
- Τόσο η καταχώρηση της αγωγής όσο και η καταχώρηση της Αίτησης ημερομηνίας 27.04.2010 και η συνακόλουθη έκδοση του Διατάγματος ιδίας ημερομηνίας είναι ενέργειες πρόωρες και ως τέτοιες ανυπόστατες, άκυρες ή ακυρωτέες.
- Οι Ενάγοντες απέκρυψαν από το Δικαστήριο γεγονότα ή και αυτοί δεν επέσεισαν την προσοχή του Σεβ. Δικαστηρίου σε συγκεκριμένα γεγονότα που περιέχονται στα κατατεθέντα έγγραφα ως Τεκμήρια τα οποία γεγονότα το Δικαστήριο αν γνώριζε ή είχε υπ' όψη του ή αν εντόπιζε δε θα προέβαινε στην έκδοση του Διατάγματος ημερομηνίας 27.04.2010 στο εξής το «Διάταγμα».
- Η Αίτηση στερείται της ορθής νομικής βάσης και δεν αναφέρεται στο ορθό νομικό πλαίσιο το οποίο να επέτρεπε την έκδοση του Διατάγματος σε περίπτωση συνύπαρξης, και των κατάλληλων γεγονότων που να δικαιολογούσαν την έκδοση του.
- Οι Ενάγοντες χρησιμοποιούν τις δικαστικές διαδικασίες καταχρηστικά (in the abuse of the process of the Court).
- Εμποδίζονται οι Ενάγοντες (THEY ARE ESTOPPED) από τους όρους της «Συμφωνίας» ημερ.4.2.2010 όπως αποταθούν στο Δικαστήριο πριν εξαντλήσουν τις συμφωνηθείσες διαδικασίες που εκτίθενται στη «Συμφωνία» περιλαμβανομένης και της παραπομπής οποιασδήποτε διαφοράς σε διαιτησία.
- Με την έκδοση του Διατάγματος έχει αποφασισθεί σε προδικαστικό στάδιο ουσιαστικά ολόκληρη η αξίωση των Εναγόντων-Αιτητών όπως αυτή εκτίθεται στην Οπισθογραφημένη Απαίτηση τους στις παραγράφους 1 μέχρι και 6 της Οπισθογραφημένης Απαίτησης τους.
- Οι Ενάγοντες 2,3 και 4 εμποδίζονται δια της συμπεριφοράς τους ή άλλως πώς να ισχυρισθούν ότι καμιά συμβατική σχέση δεν έχουν με τους Εναγομένους - Καθ' ων η Αίτηση.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Αντρέα Μενελάου, διευθυντή της Εναγομένης εταιρείας όπου αναφέρονται τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται η ίδια η ένσταση. Οι Ενάγοντες 1 και 2 υπέγραψαν την συμφωνία τόσο προσωπικά όσο και με την άδεια και την εξουσιοδότηση των υπολοίπων Εναγομένων 3 και
- Οι Ενάγοντες απέκρυψαν ή δεν έκαμαν καμιά μνεία στην ετήσια άδεια που είχαν οι Εναγόμενοι και ότι η ακυρότητα ένεκα της μη ύπαρξης άδειας μπορεί, στην περίπτωση εγγεγραμμένου ήδη εργολήπτη, να θεραπευθεί αναδρομικά αν εντός τριών μηνών από την ημερομηνία συνομολόγησης της σύμβασης ανανεώσει την άδεια αναφορικά με το οικοδομικό έργο που καλύπτει η συμφωνία. Όσον αφορά την εγγυητική επιστολή αυτό δεν αποτελεί θεμελιώδη όρο της συμφωνίας, παράβαση του οποίου να έχει σαν αποτέλεσμα την ακυρότητα ολόκληρης της συμφωνίας. Οι Εναγόμενοι είναι έτοιμοι να ολοκληρώσουν την συμφωνία φτάνει οι Ενάγοντες να τηρούν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Η συμφωνηθείσα διαδικασία της διαιτησίας έπρεπε να ακολουθηθεί στην περίπτωση αυτή και αφού δεν ακολουθήθηκε η αγωγή και το διάταγμα είναι πρόωρα και ως τέτοια απορριπτέα. Η διαφορά επιλύεται πρώτα από τον αρχιτέκτονα και μετά παραπέμπεται στη διαιτησία. Με την υπό εκδίκαση αίτηση επιδιώκεται η επίλυση ολόκληρης της βάσης της αγωγής και δεν θα παραμείνει οτιδήποτε άλλο προς εκδίκαση. Κανένας από τους ενόρκως δηλούντες αντεξετάστηκε και η ακρόαση της υπόθεσης έγινε με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων μόνο. Στην απόφαση Iacovou Brothers (Constr.) Ltd ν Fashionwise Ltd
(2000)1 ΑΑΔ σελ. 1377 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθό ότι σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του. (Ίδε Krashias Shoe Factory Ltd ν Adidas Sportschuhfabriken Adi Dossier K.G.
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 750 και Louis Vuitton ν Dermosak Ltd and Orphanidou
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Ο αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος της απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση. Επισημαίνουμε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 (Ίδε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999) η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης». Το προσωρινό ενδιάμεσο διάταγμα που εκδόθηκε είναι για τις παραγράφους 1 και 3 της αίτησης όπως καταγράφονται στην πρώτη και δεύτερη σελίδα της απόφασης και η παρούσα διαδικασία αφορά τη συνέχιση ή παύση της ισχύος των διαταγμάτων όπως αυτά εκδοθήκαν στις 27.4.2010. Για τις υπόλοιπες δύο παραγράφους η αίτηση παρέμεινε για επίδοση και ακολούθως για ακρόαση. Η νομολογία επί των προσωρινών διαταγμάτων είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην υπόθεση Οδυσσέως v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, η ικανοποίηση δε των τριών κριτηρίων που τίθενται ως προϋποθέσεις αποτελεί το πρωταρχικό μέλημα του Δικαστηρίου πριν δυνηθεί να περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Το άρθρο 32
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 προβλέπει την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει απαγορευτικό διάταγμα όταν κρίνει τούτο δίκαιο ή πρόσφορο με βάση τις περιστάσεις της υπόθεσης που είναι ενώπιον του. Προκειμένου δε για παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα πρέπει σύμφωνα με την επιφύλαξη στο ίδιο άρθρο να ικανοποιηθεί επιπρόσθετα ότι συντρέχουν και οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη. β) Ότι υπάρχει πιθανότητα ο ενάγοντας να δικαιούται σε θεραπεία και γ) Ότι εκτός εάν εκδοθεί το παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητούμενης υπόθεσης, ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση μίας ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Τα δύο αυτά κριτήρια είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα και θα μπορούσε να λεχθεί ότι ενώ το πρώτο κριτήριο εξετάζεται σε συσχετισμό με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, το δεύτερο προχωρεί ένα ακόμη βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Αν ο Αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση αλλά λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του ή η διατήρηση του σε ισχύ, αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ' ανάγκην την έκδοση διατάγματος όπως έχει υποδείξει η υπόθεση ΚΟT ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255. Η διαδικασία ακρόασης ενός προσωρινού διατάγματος γίνεται μέσα στην περιορισμένη σφαίρα της εξέτασης του ερωτήματος κατά πόσο νομότυπα από πλευράς διαδικασίας προωθήθηκε το αίτημα, καθώς και σε σχέση με το υπόβαθρο των γεγονότων που περιβάλλουν την αίτηση, με γνώμονα τη συσχέτιση τους με τα τρία κριτήρια και το ισοζύγιο της ευχέρειας, αλλά το Δικαστήριο δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo ν. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, αυτό εμπίπτει στην σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου που εκδικάζει την ουσία της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθηκαν και πιο πρόσφατα στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστόφορου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269-
- Επιστρέφοντας στην πρώτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 και λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως διαφαίνονται από τα δικόγραφα και από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα καταδεικνύεται ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δίκη. Ο Ενάγων έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια στοιχεία, όπως η παράλειψη της Εναγόμενης να προσκομίσει εγγυητική, η μη ύπαρξη συμβατικής σχέσης μεταξύ Εναγόντων 3 και 4 και Εναγομένης, δεδομένου ότι οι Ενάγοντες αυτοί είναι ανά 1/3 ιδιοκτήτες του ακινήτου. Την συμφωνία υπέγραψαν μόνο οι Ενάγοντες 1 και
- Καταδεικνύεται μια συζητήσιμη υπόθεση και ικανοποιείται συνεπώς η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου
- Υπενθυμίζω ότι αυτή η πρώτη προϋπόθεση αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Ενάγοντα. Η επόμενη προϋπόθεση αφορά στο κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία. Είναι φανερό ότι για την προϋπόθεση αυτή απαιτείται κάτι διαφορετικό αλλά και κάτι περισσότερο υπό μορφή απόδειξης από προηγουμένως. Θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι η αγωγή του Ενάγοντα έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557). Ανατρέχει για το σκοπό αυτό στη μαρτυρία η οποία έχει προσαχθεί με τη μορφή εγγράφων ενόρκων δηλώσεων, όχι βέβαια για να προβεί σε ευρήματα γεγονότων αλλά για να διαπιστώσει τη δυναμική της ήτοι κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα η μαρτυρία στο σύνολο της να μπορεί να αποδώσει στο τέλος της ημέρας τη θεραπεία την οποία επιδιώκει ο Ενάγων με την αγωγή της. Ο Ενάγων πρέπει να αναφερθεί σε γεγονότα που να πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική. Από το σύνολο της γραπτής μαρτυρίας, δηλαδή της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα βρίσκω ότι ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση. Τέλος για τη διατήρηση του διατάγματος σε ισχύ θα πρέπει να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι θα είναι δύσκολο ή και αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Συνεπώς στο στάδιο αυτό εξετάζεται εάν τυχόν χρηματική αποζημίωση μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητική θεραπεία για τον Ενάγοντα στο τέλος της ημέρας. Εάν η απάντηση η οποία θα δοθεί είναι θετική, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος ή η διατήρηση σε ισχύ αποκλείεται. Ο πρωταρχικός σκοπός για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος είναι η προστασία των δικαιωμάτων που επικαλείται ο Ενάγοντας κατά το ενδιάμεσο στάδιο που μεσολαβεί μέχρι την αποπεράτωση της δικαστικής διαδικασίας ώστε σε περίπτωση που τυχόν εκδοθεί τελική απόφαση υπέρ του, αυτή να μην αποδειχθεί ατελέσφορη επειδή είναι πλέον δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί η θεραπεία που ζητά ενώ συγχρόνως η αποζημίωση σε χρήμα δεν θα είναι ικανοποιητική ως θεραπεία για απόδοση πλήρους δικαιοσύνης. Ο Αιτητής βασίζει την αίτηση της στο άρθρο 32 του Ν.14/60 το οποίο συνιστά το ουσιαστικό δίκαιο. Είναι το άρθρο το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να χορηγήσει προσωρινό διάταγμα. Στην απόφαση Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. σελίδα 396, στη σελίδα 403 υιοθετήθηκε απόσπασμα από τη Νομολογία όπου αποφασίστηκαν τα εξής: «Έχει αποφασιστεί (ΑΒΡ Holdings Ltd κ.α. ν. Κιταλίδη κ.α. (Αρ.2)
(1994)2 ΑΑΔ 694 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248) ότι τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6, προβαίνουν σε ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται, αλλά δεν επηρεάζουν τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, το οποίο προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων.» Είναι πάρα πολύ δύσκολος ή αδύνατος ακόμη ο υπολογισμός της ζημιάς που θα υποστούν οι Ενάγοντες 3 και 4. Εάν αποδειχθεί στην κυρίως δίκη ότι πράγματι, αφού δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων 3 και 4 και της Εναγομένης, υπάρχει επέμβαση της Εναγομένης στο ακίνητο (συνιδιοκτησία των Εναγόντων 3 και 4 με τους Ενάγοντες 1 και 2) τότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να επιδικασθούν αποζημιώσεις ή να απονεμηθεί δικαιοσύνη στο τέλος της υπόθεσης αφού πρόκειται για οικοδομικό έργο το οποίο ανεγείρεται στο ακίνητο των Εναγόντων από την Εναγομένη. Στην Κυρίσαββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245, αναγνωρίστηκε η δυνατότητα απαγόρευσης της συνέχισης μιας παράνομης κατάστασης, ενός στοιχείου που μπορεί να ληφθεί υπόψη στα πλαίσια της εξέτασης του τρίτου κριτηρίου. Επίσης λαμβάνεται υπόψη και η πρόθεση του Εναγόμενου να συνεχίσει την παράνομη επέμβαση στα δικαιώματα του Ενάγοντα. Βρίσκω ότι και το τρίτο κριτήριο, προϋπόθεση, ικανοποιείται. Όσον αφορά την ικανοποίηση του ισοζυγίου της ευχέρειας, ενόψει των όσων έχουν λεχθεί, είναι σαφές ότι το ισοζύγιο κλίνει υπέρ των Αιτητών στα περιστατικά της υπόθεσης. Οι αξιώσεις των Εναγόντων ικανοποιούν τα σχετικά κριτήρια της νομολογίας και του Νόμου και έτσι είναι επάναγκες να διατηρηθεί το status quo ante προς διατήρηση των δεδομένων ως είχαν αμέσως προ της έγερσης της αγωγής. Ηγέρθηκε από μέρους της Εναγομένης και το θέμα ότι με την έκδοση του διατάγματος έχει αποφασισθεί σε προδικαστικό στάδιο ουσιαστικά ολόκληρη η αξίωση των Εναγόντων-Αιτητών όπως αυτή εκτίθεται στην οπισθογραφημένη απαίτηση τους στις παραγράφους 1 μέχρι και 6. Αναμφίβολα η νομολογία έχει καθορίσει ότι είναι ανεπιθύμητο για το Δικαστήριο να εκδίδει διατάγματα τα οποία αποφασίζουν τελεσίδικα τα όσα ζητούνται με την αγωγή διότι έτσι δεν διατηρείται απλά το status quo ante, αλλά αποφασίζει επίδικα θέματα της ίδιας της αγωγής. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι τα διατάγματα που ζητούνται να εκδοθούν στις παραγράφους 2, 3 και 4 δεν μπορούν να εκδοθούν. Έκδοση τέτοιων διαταγμάτων από το Δικαστήριο, πράγματι, θα αποφάσιζε ουσιαστικά ολόκληρη την αξίωση των Εναγόντων-Αιτητών όπως αυτή εκτίθεται στο κλητήριο. Το μόνο διάταγμα που μπορεί να εκδοθεί είναι αυτό που ζητείται με την παράγραφο 1 της Αίτησης. Δηλαδή το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στις 27.4.2010 σε όσον μέρος αφορά την παράγραφο 1 της αίτησης γίνεται απόλυτο. Το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε με βάση την παράγραφο 3 της αίτησης παύει να ισχύει. Το αίτημα για έκδοση διαταγμάτων ως οι παράγραφοι 2, 3 και 4 απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα της Αίτησης και συνεπώς είναι σε βάρος της Καθ'ης η Αίτηση, τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο