ARABIAN AGRICULTURAL SERVICES COMPANY (ARASCO) ν. REGNUM TRADING LTD κ.α., Αγωγή Αρ. 383/05, 11.6.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A226 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 383/05 Μεταξύ: ARABIAN AGRICULTURAL SERVICES COMPANY (ARASCO) Ενάγουσας - Και -
- REGNUM TRADING LTD
- ΣΠΥΡΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ Εναγομένων Ημερομηνία: 11.6.2010 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα: κ. Μεν. Κυπριανού Για εναγόμενους: κ. Στ. Σταυρινίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι διάδικοι χρησιμοποίησαν το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο για συνομολόγηση εμπορικής συμφωνίας με αντικείμενο την πώληση προς την ενάγουσα Σαουδαραβική εταιρεία βαμβακόσπορου. Οι διαπραγματεύσεις, διατείνεται η ενάγουσα, ολοκληρώθηκαν στις 24.9.03 με τη σύναψη συμφωνίας βάσει της οποίας οι εναγόμενοι ανάλαβαν να την προμηθεύσουν με 35.000 μ/τόνους βαμβακόσπορου στην τιμή των $200 (δολάρια ΗΠΑ) ανά μ/τόνο. Oι εναγόμενοι όμως δεν τήρησαν τα συμφωνηθέντα με αποτέλεσμα να αναγκασθεί να αγοράσει από άλλο προμηθευτή 10.712 μ/τόνους στην τιμή των $282 ανά μ/τόνο, αγορά που της στοίχισε $3.020.784 πλέον $4.148 έξοδα εγγυητικής, ενώ αν οι εναγόμενοι την προμήθευαν με την αντίστοιχη ποσότητα το κόστος θα ήταν $2.088.
- Υπέστη, επομένως, ζημία ύψους $936.092 συνεπεία της παράβασης της συμφωνίας εκ μέρους των εναγομένων, ποσό που διεκδικεί ως ειδικές αποζημιώσεις. Ο εναγόμενος 2, Ελλαδίτης επιχειρηματίας, αρνείται ότι ήταν συμβαλλόμενος στην ισχυριζόμενη συμφωνία. Ο ρόλος του, διατείνεται, ήταν απλώς διαπραγματευτικός και/ή διαμεσολαβητικός, κάτι που έφερε σε γνώση της ενάγουσας μέσω των ηλεκτρονικών επιστολών (e-mail) που αντάλλαξαν και συνεπώς η ενάγουσα δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του. Κατά τα άλλα συντάσσεται με την εναγόμενη 1, κυπριακή εταιρεία, προβάλλοντας ουσιαστικά τρεις υπερασπίσεις. Η πρώτη ότι τελικά δεν καταρτίσθηκε η ισχυριζόμενη συμφωνία, η δεύτερη ότι αν κριθεί ότι καταρτίσθηκε τέτοια συμφωνία δεν παραβιάσθηκε από τους εναγόμενους αλλά από την ενάγουσα και, η τρίτη, ότι η ενάγουσα ουδεμία ζημιά έχει υποστεί από τη ματαίωση της πράξης. Είναι πρόδηλο ότι με την πιο πάνω σκιαγράφηση των εκατέρωθεν δικογραφημένων θέσεων έχουν προσδιοριστεί και τα τέσσερα επίδικα θέματα της υπόθεσης, τα τρία από τα οποία - ο ρόλος του εναγόμενου 2 στην ισχυριζόμενη συμφωνία, αν καταρτίσθηκε τέτοια συμφωνία και, αν ναι, ποια πλευρά την παραβίασε - είναι άμεσα συνυφασμένα με το περιεχόμενο των ηλεκτρονικών επιστολών ή μηνυμάτων (1-36, 48(α), 49, 50, 52 και 53) που αντάλλαξαν οι διάδικοι μεταξύ 6.9.03 και 7.1.
- Προέχει επομένως η αναφορά στο περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, κάτι που θα διευκολύνει και την παρακολούθηση της μαρτυρίας των δύο μαρτύρων που κατέθεσαν στην υπόθεση, των Mohamed Anis Alam για την ενάγουσα και Σπύρου Παπαδόπουλου (εναγόμενου 2) για τους εναγόμενους. Έχει ως ακολούθως:- Οι διαπραγματεύσεις για σύναψη συμφωνίας άρχισαν στις 6.9.03 (τεκμ.1), με την κοινοποίηση προσφοράς από τον εναγόμενο 2 προς την ενάγουσα βάσει της οποίας η δεύτερη εταιρεία του ομίλου των εταιρειών του, η REGNUM TRADING LTD (εναγόμενη 1), μπορούσε να την προμηθεύσει με 35.000 μ/τόνους βαμβακόσπορο στην τιμή των $200 ανά μ/τόνο. Αρχικά η προσφορά ίσχυε μέχρι 17.9.03 (τεκμ.2), αλλά στη συνέχεια ο εναγόμενος 2 ικανοποίησε αίτημα της ενάγουσας για παράταση της ισχύος της μέχρι τις 25.9 (τεκμ. 3 και 4), με την επισήμανση ότι η εταιρεία που θα υπόγραφε μαζί της τη συμφωνία ήταν η REGNUM (τεκμ.6) και σχετικά της κοινοποίησε πληροφορίες για την εταιρεία αυτή και τη σύνδεση της με την ελλαδική εταιρεία COTTONFINE (τεκμ.52 και 53). Την παραμονή εκπνοής της ισχύος της προσφοράς, στις 24.9 (τεκμ.7 και 8), η ενάγουσα την αποδέχτηκε και την ίδια ημέρα ο εναγόμενος 2 πληροφόρησε την ενάγουσα (τεκμ. 5) ότι η REGNUM συνεργαζόταν με την CYPRUS POPULAR BANK, Nicosia Main Branch, ως και με το παράρτημα της BARCLAYS BANK στη Λευκωσία. Κι αυτό προφανώς για τους σκοπούς της εγγυητικής που θα άνοιγε η ενάγουσα προκειμένου να εκτελεσθεί η προσφορά. Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι στη βάση των όρων της προσφοράς και της αλληλογραφίας που αντάλλαξαν οι διάδικοι μέχρι 30.9 (τεκμ. 6, 7, 8, 9/50, 10, 11 και 12) συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα:-
- Η REGNUM (ως πωλητής) θα πωλούσε στην ενάγουσα 35.000 (+- 10%) μ/τόνους βαμβακόσπορο (στο εξής το εμπόρευμα) στην τιμή των $195 ανά μ/τόνο, σύνολο $6.825.
- Το εμπόρευμα, αφού θα επιθεωρείτο κατά τη φόρτωση από την SGS ή άλλο διεθνή επιθεωρητή μέλος της GAFTA, θα παραδιδόταν CNF στο λιμάνι Damman της Σαουδικής Αραβίας σε 4 φορτία των 8.000-9.000 μ/τόνων το καθένα κατά τους μήνες Ιανουάριο/Φεβρουάριο, Aπρίλη, Ιούνιο και Αύγουστο του 2000, η δε μεταφορά και παράδοση θα ήταν χύδην (χύμα) και
- Σε σχέση με την πληρωμή του τιμήματος παρατίθεται αυτούσιος από το τεκμ. 9/50 ο σχετικός όρος:- "Payment shall be effected by Irrevocable and Transferable Letter of Credit opened with a first class bank for 100% of the total value payable deferred 120 days after B/L date. L/C to be received by seller's bank in good working order latest one month before each shipment. Sellers will not fix any vessel until such time as the L/C is opened and received fully operative by seller's bank satisfaction. In case buyers fail to opened the L/C timely , sellers have the right to either cancel the contract without prejudice or to extend the shipment period of a number of days corresponding to the delay in opening the L/C. The goods shall become the property of the buyers only after the contract terms of payment have been performed. The negotiation of the shipment documents shall be effected at Seller's bank." Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω ο εναγόμενος 2 απέστειλε στις 2.10 (τεκμ.13) στην ενάγουσα επιστολή με την οποία ζητούσε να του αποσταλεί προσχέδιο προτεινόμενης εγγυητικής, κάτι που επανέλαβε στις 7.10 (τεκμ.14) με το αιτιολογικό να οριστικοποιηθούν οι όροι της ώστε να προχωρήσουν σε τελική συμφωνία. Παραθέτω αυτούσιο το κείμενο του τεκμ. 14:- "Following to our email message and our phone conversation on 4.10.03 we haven't receive any answer from your side. Please confirm if you agree with our mentions and send us a copy of L/C with required documents. We must finalize the terms and conditions and proceed in final contract." Από τις 7.10 μέχρι τις αρχές Δεκεμβρίου οι διάδικοι δεν αντάλλαξαν οποιανδήποτε επιστολή. Η μεταξύ τους επικοινωνία επανήρχισε το Σάββατο που προηγήθηκε της 8.12, κι αυτό όπως προκύπτει από την επιστολή της REGNUM ημερ. 8.12 (τεκμ.15). Με αυτή η REGNUM πληροφορούσε την ενάγουσα αφενός μεν ότι η τράπεζα της ήταν το παράρτημα της BARCLAYS στη Λευκωσία και αφετέρου ζητούσε όπως πριν την έκδοση της πρώτης εγγυητικής να της σταλεί προσχέδιο για έγκριση. Η ενάγουσα απέστειλε το ζητηθέν προσχέδιο στις 10.12.03 (τεκμ.48α), το οποίο όμως δεν ικανοποίησε τη REGNUM. Όπως παρατήρησε σχετικά στις επιστολές της ημερ. 11 και 12.12 (τεκμ. 16 και 17), στα έγγραφα που της στάληκαν είχε προστεθεί όρος ότι το εμπόρευμα θα έπρεπε να συνοδεύεται από «Πιστοποιητικό Απεντόμωσης» (Fumigation Certificate), ο οποίος ήταν εκτός της συμφωνίας τους. Τα έξοδα απεντόμωσης, υπεδείκνυε, ανέρχονταν στα $7 (περίπου) ανά μ/τόνο και δεν μπορούσε να τα επωμισθεί, ενώ στο περιεχόμενο της εγγυητικής υπέδειξε αλλαγές (τεκμ.17) ώστε να συνάδει με τη συμφωνία τους. Μεταξύ αυτών, ότι θα έπρεπε να προστεθεί όρος για άνοιγμα δεύτερης εγγυητικής για το ίδιο ποσό σε σχέση με την αποστολή του δεύτερου φορτίου, ότι σε περίπτωση καθυστέρησης στο άνοιγμα της εγγυητικής η REGNUM θα είχε το δικαίωμα να παρατείνει ανάλογα την περίοδο φόρτωσης του εμπορεύματος και, τέλος, ότι δεν είχε αποφασίσει ακόμη αν θα χρησιμοποιούσε την Arab National Bank - που κατονόμασε η ενάγουσα - ως τράπεζά της. Μεταξύ 13.12 και 16.12 αντηλλάγησαν μεταξύ της ενάγουσας και της REGNUM εννέα νέες επιστολές (τεκμ. 18-25 και 49) οι οποίες είχαν ως κύριο θέμα την απεντόμωση του εμπορεύματος, για το οποίο η θέση της REGNUM ήταν ότι το φορτίο θα ελεγχόταν κατά τη φόρτωση και θα συνοδευόταν από το διεθνώς αναγνωρισμένο πιστοποιητικό SGS - όπως πρόβλεπε και το τεκμ.1 - ενώ η ενάγουσα πρόβαλλε ότι σύμφωνα με τους λιμενικούς κανονισμούς της Damman αν δεν γινόταν απεντόμωση δεν θα επιτρεπόταν η είσοδος του πλοίου στο λιμάνι και αν διαπιστωνόταν ότι το φορτίο είχε προσβληθεί δεν μπορούσε να αναλάβει οποιαδήποτε ευθύνη ενόψει του ότι τα έξοδα απεντόμωσης βάραιναν τον προμηθευτή. Στη βάση αυτή ζητούσε να πληροφορηθεί αν ήταν αναγκαία η έκδοση δεύτερης εγγυητικής, θέμα για το οποίο αντάλλαξαν μεταξύ 22.12 και 5.1.04 άλλες 8 επιστολές (τεκμ. 26-33). Αναλυτικά:- Με το τεκμ. 26 ημερ. 22.12 η REGNUM παραπονείτο ότι το περιεχόμενο της εγγυητικής δεν ανταποκρινόταν με τη συμφωνία τους και προς τούτο επισύναπτε τις δικές της τελικές αλλαγές, προβάλλοντας ότι η εγγυητική θα έπρεπε να επιβεβαιωθεί από την τράπεζα BARCLAYS του Λονδίνου. Με τη σειρά της η ενάγουσα παρατήρησε (τεκμ. 27) ότι η άφιξη του πρώτου φορτίου είχε συμφωνηθεί να γίνει Ιανουάριο/Φεβρουάριο του 2004 και αν επέτρεπε (στην REGNUM) να κάμει τη φόρτωση μέχρι 29.2 δεν θα παραλάμβανε το εμπόρευμα στο χρόνο που συμφώνησαν. Παρατήρησε επίσης ότι η συμφωνηθείσα ποσότητα του κάθε φορτίου ήταν 8000 μ/τόνους και επομένως δεν μπορούσε να κατανοήσει (τη ζητηθείσα) τμηματική φόρτωση και σε σχέση με τους όρους της εγγυητικής θα ζητούσε από την τράπεζά της να ικανοποιήσει τους όρους της REGNUM, κάτι που επιβεβαίωσε την ίδια ημέρα με το τεκμ. 28 όπου δήλωνε ότι "The L/C is now as per our agreement". Με τη λήψη των τεκμ. 27 και 28 η REGNUM αντέδρασε αυθημερόν (τεκμ. 29), επισημαίνοντας ότι η εγγυητική θα έπρεπε βάσει της συμφωνίας τους να είχε ανοιχθεί από τις 15.12 και επειδή αυτό δεν έγινε η μόνη λύση ήταν η τροποποίηση της ώστε το εμπόρευμα να συνοδεύεται από πιστοποιητικό απεντόμωσης για να διασφαλισθεί η εκφόρτωση του πλοίου, να αυξηθεί η τιμή μονάδας του εμπορεύματος για να καλυφθεί η απεντόμωση και περαιτέρω η παράδοση να γίνει στη βάση FOB αντί CNF. Η τροποποίηση των όρων της εγγυητικής φαίνεται να αποτέλεσε αντικείμενο και τηλεφωνικής συζήτησης, γιατί όπως προκύπτει από την επιστολή ημερ. 23.12 (τεκμ.30) η ενάγουσα ανέλαβε να προβεί στις τροποποιήσεις που της ζητήθηκαν, επισημαίνοντας ωστόσο ότι η προσθήκη στην πίστωση του ζητηθέντος όρου (για διασφάλιση εκφόρτωσης του πλοίου) ήταν εκτός του ελέγχου της (To put this clause in L/C will not have any impact as we would not have any control over it). Έκτοτε η ενάγουσα απέστειλε στον εναγόμενο 2 άλλες τρεις επιστολές ημερ. 27, 31.12 και 5.1.04 (τεκμ. 31, 32 και 33), παραπονούμενη ότι δεν είχε ακόμη απάντηση στην επιστολή τεκμ.
- Η απάντηση που τελικά έλαβε από τη REGNUM στις 5.1.04 (τεκμ.34) δεν την ικανοποίησε και αντέδρασε με επιστολή ημερ. 7.1 (τεκμ.35), η οποία επέφερε τον τερματισμό από τη REGNUM της μεταξύ τους συμφωνίας (τεκμ.36). Συγκεκριμένα:- Με το τεκμ. 34 η REGNUM γνωστοποίησε στην ενάγουσα ότι δεν είχε άλλη επιλογή παρά να επιμένει στο περιεχόμενο του τεκμ. 29 και υπεδείκνυε την καθυστέρηση στο άνοιγμα της πίστωσης. Με το τεκμ. 35 η ενάγουσα πρόβαλλε ότι τα προβλήματα της REGNUM δεν μπορούσαν να μεταφερθούν στην ίδια και όπως ήταν φανερό της πώλησε εμπόρευμα που δεν είχε στην κατοχή της ή η ποσότητα που είχε δυνατό να ήταν πολύ λιγότερη. Εν πάση περιπτώσει εξέφραζε την ετοιμότητα της να αναλάβει την πλήρη ευθύνη της απεντόμωσης και της εκφόρτωσης του πλοίου, με την προσθήκη ότι η απαίτηση της REGNUM για επιπλέον χρήματα ήταν καθαρή ένδειξη παρέκκλισης από τη συμφωνία λόγω της αλλαγής της κατάστασης στην αγορά. Τέλος, με το τεκμ. 36 η REGNUM τερμάτιζε και γραπτώς τη συμφωνία, προβάλλοντας ότι το περιεχόμενο της πίστωσης δεν ήταν σύμφωνο με ό,τι είχαν συμφωνήσει και περαιτέρω όχι μόνο υπήρξε καθυστέρηση στην τροποποίηση της, αλλά ούτε και παραλήφθηκε οποτεδήποτε από την Barclay΄s όπως είχε ζητήσει στις 8.12 με το τεκμ.
- Περαιτέρω κατηγόρησε την ενάγουσα ότι ήθελε να κερδίσει χρόνο για να εξεύρει εναλλακτικό προμηθευτή και τελικά συμφώνησε στα αιτήματα της όταν διαπίστωσε ότι η αγορά ήταν σε ψηλά επίπεδα. Με τη σύντομη αναφορά στο περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων έχει αποτυπωθεί σε μεγάλο βαθμό το ιστορικό της ισχυριζόμενης συμφωνίας και ό,τι παρέμεινε είναι η σύνοψη της μαρτυρίας των δύο μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, οι οποίοι ήταν και τα πρόσωπα που αντάλλαξαν την αναφερθείσα αλληλογραφία. Όπως ήταν αναμενόμενο, η μαρτυρία του διευθυντή αγορών και εισαγωγών της ενάγουσας Mohamed Anis Alam απέβλεπε στην προώθηση της θέσης ότι στις 24.9.03 καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων η ισχυριζόμενη από την ενάγουσα συμφωνία, ότι οι εναγόμενοι παραβίασαν τη συμφωνία αυτή και ότι η ζημιά που υπέστη η ενάγουσα συνεπεία της παραβίασης ανήλθε στα $936.092 ως η αξίωσή της. Για τεκμηρίωση του πρώτου σκέλους της πιο πάνω θέσης ισχυρίσθηκε ότι οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν στις 24.9 σε σύναψη συμφωνίας, όταν η ενάγουσα έκαμε αποδεκτή την προφορά των εναγομένων ημερ. 6.9 και προς τούτο παρέπεμψε το Δικαστήριο στα έγγραφα τεκμ. 1-
- Μέρος της συμφωνίας, ισχυρίσθηκε, ήταν και ο εναγόμενος 2 γιατί μ΄ αυτόν έγιναν οι διαπραγματεύσεις και το γεγονός ότι τους ανέφερε ότι τη συμφωνία θα την εκτελούσε η εναγόμενη 1 είναι χωρίς σημασία λόγω του ότι κάτι τέτοιο είναι σύνηθες στο εμπόριο. Του υποβλήθηκε ότι ο ρόλος του εναγόμενου 2 ήταν απλώς διαπραγματευτικός, υποβολή με την οποία δεν συμφώνησε. Συνεχίζοντας αναφέρθηκε στις επιστολές που αντάλλαξαν μεταξύ 28.9 και 7.10 (τεκμ. 9/50 -14) και συμφώνησε ότι οι όροι πληρωμής καθορίσθηκαν στο τεκμ. 9/50 ημερ. 28.
- Σ΄ ότι δε αφορά τη σιγή που τήρησε η ενάγουσα από τις 2.10 μέχρι 8.12, ισχυρίσθηκε ότι κατά την περίοδο αυτή δεν υπήρχε ανάγκη επικοινωνίας λόγω του ότι το μόνο που παρέμεινε για εκτέλεση της συμφωνίας ήταν το άνοιγμα της πίστωσης και αρνήθηκε ότι στους δύο αυτούς μήνες η ενάγουσα διαπραγματευόταν και με άλλους προμηθευτές και ότι τελικά δεν καταρτίσθηκε οποιαδήποτε δεσμευτική συμφωνία με τους εναγόμενους. Μεταξύ των διαδίκων, τόνισε, καταρτίσθηκε από τις 24.9 συμφωνία και η ενάγουσα έκαμε ό,τι μπορούσε για να την περισώσει και είναι γι΄ αυτό το σκοπό που δέχτηκε να υποστεί και τα έξοδα απεντόμωσης (απολύμανσης) του εμπορεύματος με ατμό. Παρόλ΄ αυτά οι εναγόμενοι έψαχναν επίμονα δικαιολογίες για ματαίωση της συμφωνίας και οι αλλαγές που ζητούσαν στη διατύπωση της πιστωτικής οφείλονταν κυρίως στο γεγονός ότι η τιμή του εμπορεύματος είχε στο μεταξύ αυξηθεί. Επί του προκειμένου επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου ότι στις 7.1.04 απευθύνθηκε στην τράπεζα της (τεκμ. 39) για αλλαγή των όρων της πίστωσης ημερ. 10.12 (τεκμ.48α και 51) ώστε να ικανοποιηθούν όλες οι απαιτήσεις των εναγομένων, οι οποίες πράγματι ικανοποιήθηκαν όπως επιβεβαιώνεται από τραπεζικό έγγραφο ημερ. 16.1.04 (τεκμ.40). Του υποβλήθηκε ότι η ενάγουσα απευθύνθηκε στην τράπεζα της για τις εν λόγω αλλαγές μετά τον τερματισμό της συμφωνίας προκειμένου να θέσει τη βάση για αξίωση αποζημιώσεων, υποβολή που απέρριψε και κατέληξε:- Για το 2004 η ενάγουσα χρειαζόταν γύρω στους 34.000 μ/τόνους εμπόρευμα (τεκμ. 38 ημερ. 20.8.03) και με τη ματαίωση της συμφωνίας αναζήτησε νέο προμηθευτή. Η μόνη όμως ποσότητα που κατόρθωσε να προμηθευτεί ήταν μόνο 10.712 μ/τόνους από την ιταλική εταιρεία ΑΜΕΤΡΑ S.P.A. προς την οποία κατέβαλε $282 ανά μ/τόνο, αγορά που της στοίχισε $3.021.040,34 όπως επιβεβαιώνεται από σχετικά (φωτοαντίγραφα) έγγραφα που παρουσίασε (τεκμ. 37, 41-47). Υπέστη επομένως ζημία ύψους $931.944, την οποία διεκδικεί υπό μορφή αποζημιώσεων. Του υποβλήθηκε ότι τα φωτοαντίγραφα των εγγράφων που παρουσίασε δεν αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς του και κλήθηκε να παρουσιάσει τα πρωτότυπα. Απάντησε ότι ό,τι κατέθεσε ανταποκρίνεται στην αλήθεια και σ΄ ότι αφορά τα πρωτότυπα τα έχει ο προμηθευτής, δηλαδή η AMETRA. Τέλος απέρριψε υποβολή ότι το εμπόρευμα που προμηθεύτηκαν από την εν λόγω εταιρεία δεν είχε τα ίδια χαρακτηριστικά με το εμπόρευμα που θα τους προμήθευε η εναγόμενη 1 και επέμενε ότι ως αποτέλεσμα της παράβασης της συμφωνίας η ενάγουσα πράγματι υπέστη την ισχυριζόμενη ζημία. Ο εναγόμενος 2, αντικρούοντας τα όσα κατέθεσε ο μάρτυρας της ενάγουσας, ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα:- Είναι ιδιοκτήτης της ελλαδικής εταιρείας COTTON FINE η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα των εισαγωγών και εξαγωγών γεωργικών προϊόντων. Η εναγόμενη 1 είναι κυπριακή εταιρεία και ο ίδιος δεν έχει καμία σχέση είτε με τη διοίκηση είτε με το ιδιοκτησιακό της καθεστώς, αλλά απλώς άρχισε να συνεργάζεται μαζί της από τα μέσα του
- Του υποδείχθηκαν επί του προκειμένου - κατά την αντεξέταση - τα τεκμ. 1, 5, 6, 52 και 53 όπου παρουσίαζε τη REGNUM ως τη δεύτερη εταιρεία του ομίλου εταιρειών του και του ζητήθηκαν σχετικές εξηγήσεις. Απάντησε ότι η σχέση του με την εναγόμενη 1 έγινε τόσο φιλική και την παρουσίασε έτσι για να δώσει έμφαση στη στενή σχέση που είχε μαζί της, αλλά στην πραγματικότητα η εναγόμενη 1 ανήκε στον Κύπριο Ν. Κωνσταντίνου. Αυτός, ισχυρίσθηκε, του ανέθεσε έναντι προμήθειας να διαδραματίσει ρόλο μεσάζοντα-διαπραγματευτή για την επίδικη συναλλαγή και αρνήθηκε ότι για τη συναλλαγή χρησιμοποίησε ως όχημα τη REGNUM, ενώ στην πραγματικότητα ενεργούσε για δικό του λογαριασμό. Ο διαπραγματευτικός του ρόλος, αντέταξε, φαίνεται ξεκάθαρα στη σχετική αλληλογραφία στην οποία και παρέπεμψε. Και συνέχισε:- Σύμφωνα με το τεκμ. 9/50 συμφωνήθηκε ότι η πληρωμή του εμπορεύματος θα γινόταν με ενέγγυο πίστωση που θα άνοιγε η ενάγουσα σε τράπεζα της έγκρισης της εναγόμενης 1 και για το θέμα αυτό απέστειλε στην ενάγουσα τις επιστολές ημερ. 2 και 7.10 (τεκμ. 13 και 14), αλλά η ενάγουσα αδικαιολόγητα δεν τον εφοδίασε με προσχέδιο/αντίγραφο της πίστωσης και θυμήθηκε ύστερα από δύο μήνες να ξαναεπικοινωνήσει μαζί του. Προφανώς γιατί στο μεταξύ διαπίστωσε ότι οι τιμές που της έδωσε η εναγόμενη 1 ήταν πιο συμφέρουσες απ΄ αυτές που πήρε από άλλους προμηθευτές. Εν πάση περιπτώσει, η ενέργεια της ενάγουσας να απευθυνθεί στις 8.12.03 στην National Bank
(51)για άνοιγμα πίστωσης συνιστούσε αθέτηση της συμφωνίας ενόψει του γεγονότος ότι η εναγόμενη 1 είχε ζητήσει όπως η πίστωση ανοιχθεί μέσω της Barclays Bank Λευκωσίας. Περαιτέρω, στο προσχέδιο της πίστωσης που του απέστειλε (τεκμ. 48α) υπήρχαν όροι εκτός της συμφωνίας. Αφορούσαν (α) το «πιστοποιητικό απεντόμωσης», κάτι που συνεπαγόταν επιπρόσθετο κόστος για την εναγόμενη 1 ύψους περίπου $120.000, (β) το σφράγισμα ή μαρκάρισμα ολόκληρης της ποσότητας του εμπορεύματος, απαίτηση ανέφικτη λόγω του ότι το εμπόρευμα ήταν σε μορφή χύδην και (γ) τα επιπρόσθετα κόστα στο ναύλο, τα οποία η ενάγουσα σε αντίθεση με τη συμφωνία απαιτούσε με το τεκμ.48α να τα επιβαρυνθεί η εναγόμενη
- Παρέπεμψε σχετικά στα τεκμ. 18-27 επί του θέματος, καθώς επίσης και στο τεκμ. 30 με το οποίο τελικά η ενάγουσα αποδέχτηκε να προβεί η ίδια στην απεντόμωση που ήταν ο κύριος λόγος «που η δουλειά δεν προχώρησε». Όλα τα πιο πάνω, κατέληξε, τα έφερε σε γνώση της εναγόμενης 1, η οποία μέσω του διαβίβασε στην ενάγουσα ότι δεν μπορούσε να διακινδυνεύσει την αποστολή του εμπορεύματος χωρίς πιστοποιητικό απεντόμωσης, αφού το έγγραφο αυτό ήταν απαραίτητο σύμφωνα με το Αραβικό Ναυτιλιακό Δίκαιο και χωρίς αυτό ο κίνδυνος να μη επιτραπεί ο ελλιμενισμός του πλοίου ήταν άμεσος. Είναι γι΄ αυτό το λόγο, ισχυρίσθηκε, που απέστειλε στις 23.12 (τεκμ. 29) την επιστολή για αλλαγή των όρων της εγγυητικής και επειδή η ενάγουσα δεν ανταποκρίθηκε η εναγόμενη 1 αναγκάσθηκε να ακυρώσει τη συμφωνία με το τεκμ.
- Διευκρίνισε σχετικά ότι στην πραγματικότητα δεν είχε γίνει συμφωνία για να απαιτείται ακύρωση, αλλά ό,τι εννοούσε με το εν λόγω τεκμήριο ήταν ο τερματισμός των διαπραγματεύσεων για σύναψη συμφωνίας. Όσον αφορά την αίτηση της ενάγουσας ημερ. 7.1.04 (τεκμ.39) προς την τράπεζα της για τροποποίηση των όρων της εγγυητικής, αυτό το έγγραφο πρώτη φορά περιέρχεται σε γνώση του, όπως πρώτη φορά βλέπει και τα τεκμ. 41, 42, 44-47 τα οποία εν πάση περιπτώσει δεν αφορούν τους εναγόμενους και η θέση του είναι ότι η ενάγουσα καμιά απολύτως ζημία δεν έχει υποστεί. Του υποβλήθηκε ότι στις 24.9 είχε καταρτισθεί η επίδικη συμφωνία, ότι μέρος αυτής της συμφωνίας ήταν και ο ίδιος, ότι παρόλο που η ενάγουσα ικανοποίησε όλες τις αδικαιολόγητες απαιτήσεις του εντούτοις δεν εκπλήρωσαν τη συμφωνία γιατί στο μεταξύ ανέβηκε η τιμή του εμπορεύματος και ότι ως αποτέλεσμα της παράβασης αυτής η ενάγουσα υπέστη τη ζημία που διεκδικεί. Όπως ήταν αναμενόμενο απέρριψε όλες αυτές τις υποβολές εμμένοντας στις θέσεις του. Εξέτασα με προσοχή την προσκομισθείσα μαρτυρία και το πρώτο θέμα που εγείρεται προς εξέταση είναι αν καταρτίσθηκε ή όχι η ισχυριζόμενη από την ενάγουσα σύμβαση. Η ανταλλαγείσα αλληλογραφία, εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πράγματι καταρτίσθηκε η ισχυριζόμενη σύμβαση και για νομική τεκμηρίωση της εισήγησης του παρέπεμψε στα άρθρα 2
(2)(α), (β) και (ε) και 10
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, καθώς επίσης και στο άρθρο 5 του περί Πώλησης Αγαθών Νόμου 10
(1)/1994. Τέτοια σύμβαση, αντέτεινε ο κ. Σταυρινίδης, δεν καταρτίσθηκε και όσα διημείφθησαν μεταξύ των διαδίκων έμειναν στο στάδιο των διαπραγματεύσεων. Υιοθετώντας την εισήγηση του κ. Κυπριανού είναι αρκετό να επισημάνω ότι η προσφορά ημερ. 6.9 (τεκμ.1) συνιστούσε πρόταση πώλησης προς την ενάγουσα αγαθών και με την αποδοχή της πρότασης στις 24.9 (τεκμ.7) από την ενάγουσα καταρτίσθηκε σύμβαση πώλησης (άρθρο 5 του περί Πώλησης Αγαθών Νόμου). Με την καταρτισθείσα σύμβαση συμφωνήθηκε το είδος και η ποσότητα του εμπορεύματος που αγόρασε η ενάγουσα, το τίμημα πώλησής του, ο χρόνος και ο τρόπος παράδοσης του, καθώς επίσης και ο τρόπος πληρωμής του τιμήματος μέσω ενεγγύου πιστώσεως. Η ενέγγυος πίστωση, όπως παρατηρήθηκε στην υπόθεση Carna Plants Ltd v. Maseleha Brothers Ltd k.a.
(1990)1 A.A.Δ. 28, συνιστά μορφή χρήματος και οι διαφωνίες που προέκυψαν μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με τη διατύπωση της και μέσω ποιας τράπεζας θα έπρεπε να ανοιχθεί δεν δίδουν βάση στην εισήγηση ότι δεν καταρτίσθηκε σύμβαση αλλά σχετίζονται με το τρίτο επίδικο θέμα. Ποιο μέρος, δηλαδή, της σύμβασης την παραβίασε. Κρίνω επομένως ότι στις 24.9.03 καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας ως αγοράστριας και σίγουρα της εναγόμενης 1 σύμβαση πώλησης και αν μέρος της σύμβασης ήταν και ο εναγόμενος 2 είναι το επόμενο θέμα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο. Ο ρόλος του εναγόμενου 2, εισηγήθηκε ο κ. Σταυρινίδης, ήταν διαπραγματευτικός και για στήριξη της εισήγησής του παρέπεμψε στα τεκμ. 1, 5, 6, 9/50, 35, 40, 43, 48(α), 50 και
- Αντίθετη είναι η άποψη του κ. Κυπριανού. Ο εναγόμενος 2, αντέταξε, δεν έδωσε καμιά εξήγηση πώς βρέθηκε να διαπραγματεύεται εκ μέρους της εναγόμενης 1 η οποία δεν εμφανίστηκε καθόλου στην ακρόαση. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του ότι δεν έχει καμιά σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της εναγόμενης 1 διαψεύδεται από τα τεκμ. 1, 52 και 53 και δεν παρέλειψε να επισημάνει ότι όλες τις επιστολές της σύνταξε ο ίδιος χωρίς να παρουσιάσει κάποια εξουσιοδότηση της REGNUM για αντιπροσώπευσή της. Διεξήλθα όλα τα σχετικά με το ζήτημα έγγραφα και κατέληξα ότι η εισήγηση του συνηγόρου του εναγόμενου 2 είναι βάσιμη. Πράγματι, όπως έκδηλα προκύπτει από τα τεκμήρια στα οποία παρέπεμψε, ο εναγόμενος 2 είχε γνωστοποιήσει ευθύς εξ αρχής (τεκμ.1) στην ενάγουσα ότι την εξαγωγή του εμπορεύματος θα την έκαμνε η REGNUM, κι αυτή παρουσιάζεται στα σχετικά έγγραφα ως πωλητής του εμπορεύματος (τεκμ. 5, 6, 9/50 και 35) και δικαιούχος (beneficiary) της πίστωσης (τεκμ. 40, 43, 48α και 51). Το κατά πόσο αυτός είχε ή όχι την πρωτοβουλία των κινήσεων ή αποφάσεων σε σχέση με την επίδικη συναλλαγή είναι χωρίς σημασία. Όπως χωρίς σημασία είναι και το κατά πόσο είχε προσωπικό συμφέρον στη συναλλαγή ή αν η σχέση του με την REGNUM δεν ήταν αυτή που παρουσίασε με τη μαρτυρία του. Υπενθυμίζω συναφώς ότι η εταιρεία αναγνωρίζεται από το Νόμο ως αυτόνομη νομική οντότητα με δικαιώματα και υποχρεώσεις ανεξάρτητα από τα μέλη ή μετόχους της και από τη στιγμή που μια συναλλαγή γίνεται μόνο στο όνομα της, όπως στην παρούσα περίπτωση, τα συνδεδεμένα με αυτή φυσικά πρόσωπα δεν έχουν προσωπική ευθύνη για τη συναλλαγή. Η επίδικη σύμβαση, επομένως, καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 1 και η αγωγή εναντίον του εναγόμενου 2 είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Το τρίτο ζήτημα που προβάλλει προς εξέταση είναι αν ο τερματισμός της συμφωνίας που έγινε από την εναγόμενη 1 στις 7.1.04 ήταν ή όχι δικαιολογημένος. Ο τερματισμός της συμφωνίας από την εναγόμενη 1, εισηγήθηκε ο συνήγορος της, ήταν δικαιολογημένος και για τεκμηρίωση της εισήγησης παρέπεμψε στη μαρτυρία του εναγόμενου 2 και στα σχετικά έγγραφα. Οι λόγοι που προβλήθηκαν από τον εναγόμενο 2, αντέτεινε ο συνήγορος της ενάγουσας, είναι αβάσιμοι και από το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας αποκαλύπτεται η κακή πίστη των εναγομένων, οι οποίοι αναζητούσαν προφάσεις για ματαίωση της συμφωνίας ακόμη και όταν η ενάγουσα ικανοποίησε όλες τους τις απαιτήσεις. Εξέτασα με προσοχή τη μαρτυρία που σχετίζεται με το υπό εξέταση θέμα και τη σχετική με αυτό επιχειρηματολογία των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του εναγόμενου 2 οι λόγοι που προώθησε η εναγόμενη 1 για τερματισμό της συμφωνίας έχουν στο επίκεντρο τους τρία θέματα. Το πρώτο τη σιγή της ενάγουσας από τις 2.10 μέχρι 8.12.03, το δεύτερο την ενέργεια της να απευθυνθεί για άνοιγμα πίστωσης σε τράπεζα άλλη απ΄ αυτή που της είχε υποδειχθεί και, το τρίτο, στους όρους που είχαν τεθεί στο προσχέδιο της πίστωσης τεκμ. 48α, το οποίο ετοιμάσθηκε από την Arab National Bank μετά από αίτηση της ημερ. 8.12.
- Σε σχέση με το πρώτο θέμα είναι γεγονός ότι στις 2.10 (τεκμ. 13) ο εναγόμενος 2 ζήτησε από την ενάγουσα να του αποστείλει προσχέδιο εγγυητικής, κάτι που επανέλαβε στις 7.10 (τεκμ. 14) με το αιτιολογικό να οριστικοποιηθούν οι όροι της. Η ενάγουσα όχι μόνο δεν ανταποκρίθηκε στα τεκμ. 13 και 14, αλλά μέχρι τις 8.12 τήρησε σιγή η οποία εγείρει ερωτηματικά και εμβάλλει σε υποψίες. Ωστόσο η σιγή αυτή δεν θεωρήθηκε από την εναγόμενη 1 ως λόγος για τερματισμό της συμφωνίας. Αντίθετα, όπως προκύπτει από το τεκμ. 15 ημερ. 8.12 θεωρούσε ότι η συμφωνία ήταν σε ισχύ και είναι γι αυτό το λόγο που ξαναζήτησε προσχέδιο εγγυητικής και ταυτόχρονα πληροφορούσε την ενάγουσα ότι η τράπεζα της ήταν η Barclays Λευκωσίας. Κατά συνέπεια η εναγόμενη 1 εμποδίζεται να επικαλείται τη σιγή που τήρησε η ενάγουσα τους δύο αυτούς μήνες και το μόνο που μπορεί βάσιμα να επικαλείται είναι ότι μέχρι 8.12 ήταν έτοιμη να εκτελέσει το μέρος της συμφωνίας που την αφορούσε νοουμένου ότι οι όροι της πίστωσης θα ανταποκρίνονταν στους όρους της συμφωνίας. Σε σχέση με το δεύτερο θέμα η εναγόμενη 1 είχε πληροφορήσει την ενάγουσα από τις 24.9 (τεκμ.5) ότι συνεργαζόταν με τις τράπεζες CYPRUS POPULAR BANK και BARCLAYS Λευκωσίας, προφανώς, - όπως ήδη έχει επισημανθεί - για τους σκοπούς της εγγυητικής που θα άνοιγε η ενάγουσα. Η ενάγουσα έκτοτε δεν διατύπωσε οποιανδήποτε διαφωνία για το θέμα αυτό και το ασφαλές συμπέρασμα που εξάγεται από τη στάση της είναι ότι την πίστωση θα την άνοιγε σε μια από τις δύο αυτές τράπεζες. Έτσι κατά την άποψή μου θα πρέπει να προσεγγισθεί ο σχετικός όρος του τεκμ. 9/50 και κατά συνέπεια η μονομερής ενέργεια της ενάγουσας να απευθυνθεί στην Arab National Bank ήταν έξω από το πλαίσιο της συμφωνίας. Το κατά πόσο αυτή η ενέργεια αποτελούσε από μόνη της λόγο για τερματισμό θα συνεκτιμηθεί αφού εξετασθεί και ο τρίτος λόγος που επικαλέσθηκε η εναγόμενη για τερματισμό της συμφωνίας και ο οποίος σχετίζεται με τους όρους του προσχεδίου της εγγυητικής τεκμ. 48α. Η ενάγουσα δεν διαφωνεί ότι οι όροι της εγγυητικής θα έπρεπε να συνάδουν με τους όρους της προσφοράς (τεκμ. 1) και τους όρους πληρωμής οι οποίοι διατυπώνονται στο τεκμ. 9/
- Σύμφωνα λοιπόν με τα συμφωνηθέντα το εμπόρευμα θα επιθεωρείτο κατά τη φόρτωση του από την SGS ή άλλο διεθνή επιθεωρητή μέλος της GAFTA και θα συνοδευόταν από αντίστοιχο πιστοποιητικό. Αυτό προέβλεπε η συμφωνία και η προσθήκη όρου στο προσχέδιο εγγυητικής τεκμ. 48α ότι το εμπόρευμα θα έπρεπε να συνοδεύεται από πιστοποιητικό απεντόμωσης ήταν εκτός της συμφωνίας. Η απεντόμωση, ανέφερε ο εναγόμενος 2, ήταν ο κύριος λόγος «που δεν προχώρησε η συμφωνία» γιατί αφενός μεν συνεπαγόταν επιπλέον έξοδα (τεκμ. 16) και αφετέρου αν δεν γινόταν απεντόμωση υπήρχε κίνδυνος να μη επιτραπεί ο ελλιμενισμός του πλοίου, κάτι που πληροφορήθηκε από την ενάγουσα μέσω της αλληλογραφίας που αντάλλαξαν μετά τις 8.
- Περαιτέρω, εκτός συμφωνίας ήταν και ο όρος για σφράγισμα ή μαρκάρισμα ολόκληρης της ποσότητας του εμπορεύματος γιατί όπως ρητά προέβλεπε το τεκμ. 1 το εμπόρευμα θα μεταφερόταν χύδην. Εκτός συμφωνίας επίσης ήταν και ο όρος για τα επιπρόσθετα έξοδα του ναύλου και για τα τρία αυτά θέματα κρίνω βάσιμα τα παράπονα του εναγόμενου 2, τα οποία αποδέχτηκε και η ενάγουσα με το τεκμ. 28 δηλώνοντας ότι «The L/C in now as per our agreement», κάτι που δεν βρίσκει έρεισμα στην προσαχθείσα μαρτυρία ενόψει του ότι απευθύνθηκε στην τράπεζά της για τροποποίηση των όρων της εγγυητικής στις 7.1.04 (τεκμ.39), την ημέρα δηλαδή που η εναγόμενη 1 τερμάτισε τη συμφωνία. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι η εναγόμενη 1 είχε σύμφωνα με το περιεχόμενο του τεκμ. 9/50 δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας, το οποίο δικαιολογημένα εξάσκησε και συνεπώς η αξίωση της ενάγουσας εναντίον της είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Παρά την πιο πάνω κατάληξη κρίνω σκόπιμο να εξετάσω σε συντομία και το τέταρτο επίδικο ζήτημα που αφορά το ύψος της ισχυριζόμενης ζημίας. Η ενάγουσα, ισχυρίσθηκε ο μάρτυρας της, αναγκάσθηκε λόγω του τερματισμού να αναζητήσει άλλο προμηθευτεί, από τον οποίο προμηθεύτηκε 10.712 μ/τόνους εμπορεύματος στην τιμή των $282 ανά μ/τόνο γιατί στο μεταξύ η τιμή του εμπορεύματος ανέβηκε και προς τούτο κατέθεσε και φωτοαντίγραφα σχετικών εγγράφων (τεκμ. 37, 41- 47). Ο εναγόμενος 2 πρόβαλε ότι εκείνη την περίοδο η τιμή του εμπορεύματος δεν διαφοροποιήθηκε, ισχυρισμός που αντιφάσκει με το τεκμ. 36 όπου κατηγορεί την ενάγουσα ότι ήθελε να κερδίσει χρόνο για να βρει εναλλακτικό προμηθευτή, αλλά όταν συνειδητοποίησε ότι η αγορά ήταν σε ψηλά επίπεδα επανήλθε για να δεχτεί τα αιτήματα της εναγόμενης
- To ότι επομένως η τιμή του εμπορεύματος εκείνη την περίοδο είχε ανεβεί είναι δεδομένο και συνεκτιμώντας αφενός μεν την σκόπιμη, κατά την άποψή μου, αποφυγή του εναγόμενου 2 να αναφερθεί στο ύψος της αύξησης και αφετέρου τόσο την προφορική όσο και τη γραπτή μαρτυρία που έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου ο μάρτυρας της ενάγουσας δέχομαι ότι ως αποτέλεσμα της ματαίωσης της συμφωνίας η ενάγουσα υπέστη πράγματι την ισχυριζόμενη ζημία. Συνεπώς αν η εναγόμενη 1 κρινόταν ένοχη παράβασης της επίδικης συμφωνίας η αξίωσή της θα πετύγχανε. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της ενάγουσας. Τα έξοδα να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου για έγκριση. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο