← Κύπρος

CLR Investment Fund Limited ν. LK GlobalSoft.Com Ltd κ.α., Αγωγή αρ. 5325/02, 18.6.2010

CLR Investment Fund Limited ν. LK GlobalSoft.Com Ltd κ.α., Αγωγή αρ. 5325/02, 18.6.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A233 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 5325/02 Μεταξύ: CLR Investment Fund Limited Εναγόντων - και -

  1. LK GlobalSoft.Com Ltd
  2. Λυκούργου Κυπριανού, από Τσέρι Εναγομένων και όπως τροποποιήθηκε με το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 2.6.03 Μεταξύ: CLR Investment Fund Limited, από Λευκωσία Εναγόντων - και -
  3. Global Consolidator Limited (LK GlobalSoft.Com Ltd
  4. Λυκούργου Κυπριανού
  5. Mιχαήλ Τύμβιου Εναγομένων Αίτηση εναγομένων ημερ. 29.3.2010 για συμπληρωματική ένορκη δήλωση Ημερομηνία: 18.6.2010 Εμφανίσεις: Για εναγόμενους/αιτητές: κ. Ορφανίδης Για ενάγουσα/καθ΄ ης η αίτηση: κ. Μιχαηλίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι εναγόμενοι (στο εξής οι αιτητές) αποβλέπουν σε εξασφάλιση άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης βάσει της Δ.48 θ.4

(2), αίτημα που θα γίνει πιο κατανοητό με τη σκιαγράφηση του ιστορικού της υπόθεσης. Όπως φαίνεται και από τον τίτλο, η υπόθεση εκκρεμούσε για εκδίκαση από το 2002 και αφού πέρασε από διάφορα στάδια - ενδιάμεσες αιτήσεις, εξαγορά της ενάγουσας από την Μαρφίν Λαϊκή και αλλαγή του δικηγόρου από τον εναγόμενο 2 - ορίστηκε τελευταία φορά για οδηγίες στις 5.11.
  1. Στις 5.11.09 ο συνήγορος που εμφανίσθηκε για την ενάγουσα (στο εξής η καθ΄ ης η αίτηση) ζήτησε ξανά όπως η υπόθεση επανορισθεί για οδηγίες, αίτημα που δεν ικανοποίησε το Δικαστήριο που όρισε την υπόθεση για ακρόαση στις 14.1.2010, τονίζοντας ότι η υπόθεση είναι πολύ παλαιά και θα της δινόταν προτεραιότητα. Κατά την ημέρα της δίκης οι αιτητές δεν εμφανίσθηκαν με αποτέλεσμα να ενεργοποιηθεί η ειδική ρύθμιση της Δ.33 θ.3 και να εκδοθεί εναντίον τους απόφαση ως η απαίτηση της καθ΄ ης η αίτηση. Οι αιτητές πληροφορήθηκαν ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους την επόμενη και τέσσερις ημέρες μετά, στις 18.1.2010, καταχώρισαν αίτηση για παραμερισμό της η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του εναγόμενου
  2. Όπως σχετικά διατείνεται, στις 5.11.09 ο συνήγορος που εμφανίσθηκε εκ μέρους των αιτητών σημείωσε ως ημερομηνία ακρόασης της υπόθεσης την 15.1.2010 και αυτή τους κοινοποίησε με σχετικές επιστολές ημερ. 9.10.09 (τεκμ. Α και Β). Στη βάση λοιπόν της εν λόγω πληροφόρησης ήλθαν στο Δικαστήριο από τις 9.30 π.μ. της 15.1.2010 - κάτι που επιβεβαιώνεται και από τον Πρωτοκολλητή (τεκμ. Γ και Δ) - αλλά όταν στη συνέχεια ο δικηγόρος τους εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου πληροφορήθηκε ότι η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση την προηγούμενη και λόγω της παράλειψης των αιτητών να εμφανισθούν είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον τους. Παρολ΄ αυτά η απόφαση που εκδόθηκε (τεκμ.Ε) φέρει ημερ. 13.1.2010 και όπως είναι φανερό κατά την ημέρα αυτή οι αιτητές δεν είχαν υποχρέωση να εμφανισθούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω σύμφωνα με το τεκμ. Ε ημερ. 13.1.2010 καμιά μαρτυρία δεν δόθηκε και κανένας μάρτυρας δεν φαίνεται να κατάθεσε προς απόδειξη της υπόθεσης, ούτε προκύπτει ότι η εν λόγω απόφαση είναι αιτιολογημένη. Επισημαίνεται συναφώς ότι ναι μεν στο τεκμ. Ε καταγράφεται ότι το Δικαστήριο εξέτασε την αναντίλεκτη μαρτυρία που είχε προσκομισθεί και ότι στη βάση της γραπτής δήλωσης και των διαφόρων τεκμηρίων (τεκμ. 1-18) ικανοποιήθηκε ότι η καθ΄ ης η αίτηση απέδειξε την απαίτησή της, αλλά δεν φαίνεται ότι ορκίσθηκε οποιοσδήποτε μάρτυρας ο οποίος να κατάθεσε γραπτή δήλωση ή τεκμήρια. Όλα τα πιο πάνω αποδίδουν την ουσία των όσων ισχυρίζεται ο εναγόμενος 2 στην ένορκη του δήλωση για παραμερισμό της απόφασης, τα οποία συμπληρώνει διατυπώνοντας τη θέση ότι στην περίπτωση που η απόφαση δεν παραμερισθεί θα έχει καταστροφικές για τους αιτητές συνέπειες λόγω του ύψους της απόφασης - Λ.Κ.5.500.000 πλέον τόκους και έξοδα - ενώ αν παραμερισθεί η καθ΄ης η αίτηση δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημία. Η αίτηση για παραμερισμό προσέκρουσε σε ένσταση της καθ΄ ης η αίτηση και ένας από τους λόγους που πρόβαλε ήταν ότι η νομική της βάση ήταν λανθασμένη, λόγος που ώθησε τους αιτητές να καταχωρίσουν στις 23.2.2010 αίτηση για τροποποίηση η οποία ικανοποιήθηκε στις 12.3.2010, αφού δηλώθηκε ότι η επίδικη απόφαση ναι μεν φέρει ημερομηνία 13.1.2010 αλλά στην πραγματικότητα - και αυτό βεβαίως είναι το ορθό - εκδόθηκε στις 14.1.
  3. Σημειώνεται επίσης ότι εκείνη την ημέρα δηλώθηκε από το συνήγορο των αιτητών ότι ενόψει της τροποποίησης θα καταχωρούσε αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, κάτι που έπραξε στις 29.3.2010 και η οποία αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2 ο οποίος για τεκμηρίωση του «καλού λόγου» της Δ.48 θ.4
(2)επικαλείται δύο ανάγκες. Η πρώτη ότι η αίτηση για παραμερισμό στηρίζεται κυρίως στο πρακτικό του Δικαστηρίου που φέρει ημερ. 13.1.2010, ενώ όπως επιβεβαίωσε και το ίδιο το Δικαστήριο η απόφαση εκδόθηκε στις 14.1.2010 και συνεπώς θα πρέπει να δοθεί στους αιτητές η δυνατότητα να εξηγήσουν το λόγο που δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου την ημέρα της δίκης. Η δεύτερη, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της καθ΄ ης η αίτηση διατυπώνονται αναληθείς ισχυρισμοί που πρέπει να απαντηθούν. Ιδιαίτερα οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στις παρ. 11, 15, 16, 17 και 18 για καταβολή από την καθ΄ ης η αίτηση σε ανύπαρκτες εταιρείες - στις Barington Asset Management Ltd και Emerging Markets Capital Ltd - τεράστιου χρηματικού ποσού, τη στιγμή που η καθ΄ ης η αίτηση γνώριζε πολύ καλά ότι δεν ήταν ανύπαρκτες οι εν λόγω εταιρείες. Προς τούτο επισυνάπτει και σχετικά έγγραφα (τεκμ. 1-10) τα οποία όπως ισχυρίζεται περιήλθαν στην κατοχή του πολύ πρόσφατα, και αυτό για να καταδείξει αφενός μεν ότι οι δύο πιο πάνω εταιρείες είναι υπαρκτές νομικές οντότητες και αφετέρου ότι είχαν εξασφαλίσει άδεια από την Κεντρική Τράπεζα για κατοχή μετοχών της εναγόμενης 1 και ότι τα χρήματα που πλήρωσε σ΄ αυτές η καθ΄ ης η αίτηση κατατέθηκαν στους λογαριασμούς που διατηρούσαν στην Τράπεζα Κύπρου. Επομένως, προβάλλεται, οι αιτητές έχουν καλή υπεράσπιση έναντι της απαίτησης της καθ΄ ης η αίτηση και ολ΄ αυτά τα στοιχεία θα πρέπει να τεθούν με συμπληρωματικές ενόρκους δηλώσεις από τους εναγόμενους 2 και 3 προκειμένου να παρουσιάσουν ολοκληρωμένα τις θέσεις τους. Η αιτούμενη άδεια, προβάλλεται μέσα από τους δώδεκα λόγους της ένστασης, δεν πρέπει να δοθεί αφενός μεν γιατί δεν έχει τεκμηριωθεί «καλός λόγος» και αφετέρου αν δοθεί θα επιφέρει ριζική αλλαγή στην πραγματική βάση της αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, κάτι ανεπίτρεπτο καθότι θα προστεθούν νέοι λόγοι. Κατά συνέπεια αποδοχή του αιτήματος θα προκαλέσει ζημιά στην καθ΄ ης η αίτηση αφού ήδη καταχώρισε την ένσταση της και με τους νέους λόγος που επικαλούνται οι αιτητές θα αναγκασθεί να καταχωρίσει νέα. Περαιτέρω ο εναγόμενος 3 δεν μπορεί να ζητά άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, τη στιγμή που δεν έχει προβεί σε ένορκη δήλωση στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας για να εγείρεται ανάγκη συμπλήρωσης της και σ΄ ότι αφορά τα έγγραφα που τώρα επικαλούνται οι αιτητές επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στο διάταγμα ημερ. 22.1.08. Με το εν λόγω διάταγμα, επισημαίνεται, οι αιτητές διατάχθηκαν να προβούν σε ένορκη αποκάλυψη εγγράφων, κάτι που έπραξαν στις 22.1, 11.2 και 17.3.09 και στις σχετικές ενόρκους δηλώσεις δεν περιλαμβάνονται τα έγγραφα που επισυνάπτουν στην αίτηση τους για άδεια καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις θέσεις των πελατών τους με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, γραπτώς ο κ. Ορφανίδης και δια ζώσης ο κ. Μιχαηλίδης. Με όσα προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, εισηγήθηκε ο κ. Ορφανίδης, οι αιτητές έχουν τεκμηριώσει «καλό λόγο» για την αιτούμενη άδεια και επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου σε δύο σημεία. Το πρώτο ότι η απόφαση φέρει ημερ. 13.1.2010 και σ΄αυτή κυρίως στηρίχθηκαν οι αιτητές για υποστήριξη της αίτησης για παραμερισμό και, το δεύτερο, τα όσα προβλήθηκαν από την καθ΄ ης η αίτηση στην ένσταση της πρέπει να απαντηθούν ώστε να δοθεί και στους αιτητές η δυνατότητα να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τρόπο ολοκληρωμένο τις θέσεις τους. Αντίθετες είναι οι εισηγήσεις του κ. Μιχαηλίδη, ο οποίος αναπτύσσοντας τους λόγους ένστασης υποστήριξε ότι δεν πρέπει να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου προς την κατεύθυνση αποδοχής της αίτησης. Διεξήλθα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις. Είναι φανερό ότι από το λεκτικό της Δ.48 θ.4
(2)η χορήγηση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εμπίπτει στη σφαίρα της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, η οποία θα πρέπει να ασκείται με τρόπο που να εξυπηρετεί το σκοπό για τον οποίο θεσπίσθηκε. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι η αναμόρφωση της Δ.48 θ.4
(2)- τέλος του 1999- απέβλεπε στην εξάλειψη των προβλημάτων που είχαν συσσωρευθεί λόγω της ερμηνείας που δόθηκε στο προηγούμενο Κανονισμό από τη Νομολογία, ώστε γεγονότα σε αιτήσεις να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου με ενόρκους δηλώσεις και όχι με προφορική μαρτυρία. Είναι στο πλαίσιο εξυπηρέτησης αυτού του στόχου που έγινε πρόβλεψη για συμπληρωματικές ενόρκους δηλώσεις, ώστε να δίδεται η δυνατότητα στους διαδίκους να θέτουν ενώπιον του δικαστηρίου κατά τρόπο ολοκληρωμένο τα γεγονότα της υπόθεσης τους, αλλά υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου». Ο όρος «καλός λόγος» δεν προσδιορίζεται στον υπό αναφορά Κανονισμό, και αυτό κατά την άποψή μου για ευνόητους λόγους που σχετίζονται με την ποικιλία των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Επομένως, εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει αν σε δεδομένη περίπτωση ο αιτητής έχει τεκμηριώσει «καλό λόγο» και, αν ναι, κατά πόσο ως αποτέλεσμα της τεκμηρίωσης θα ικανοποιήσει αίτημα - γραπτό ή προφορικό - για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Υπό τα περιστατικά της υπόθεσης κρίνω ότι οι αιτητές δεν έχουν τεκμηριώσει τον «καλό λόγο» της Δ.48 θ.4
(2)για να τους δοθεί η αιτούμενη άδεια, ούτε κατανόησα τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εκατέρωθεν τόση μεγάλη σημασία επί του θέματος. Αναλυτικά:- Όπως προκύπτει από τη Νομολογία (Χαραλάμπους ν. Κ. & Τ. Αndreou Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1296, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Milouca Motor Trading Ltd v. Koύρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 και Λουκαϊδου ν. Γερολέμου
(2000)1 Α.Α.Δ. 333), γνώμονας για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας που έχει το Δικαστήριο βάσει της Δ.35 θ.5 για παραμερισμό απόφασης που πάρθηκε ερήμην «είναι η ανάγκη εξισορρόπησης αφενός της ανάγκης διασφάλισης του δικαιώματος του κάθε διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του και αφετέρου της ανάγκης για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης σε εύλογο χρόνο (Άρθρο 30.2 του Συντάγματος) και για τελεσιδικία της απόφασης». Στο πλαίσιο εξισορρόπησης των αναφερθέντων αναγκών λαμβάνονται σοβαρά υπόψη οι λόγοι που προβάλλονται από τον αιτητή για αιτιολόγηση της απουσίας του κατά την ημέρα της δίκης ως επίσης και εάν έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση (βλ. ενδεικτικά Γεωργίου και άλλων ν. Επάρχου Λεμεσού
(2000)1 ΑΑΔ 79, Imbrahim v. Pillar Enterprises Ltd
(2000)1 AAΔ 1243, Kourbatova v. V.G. Roussos Leisure Industries Ltd
(2001)1 AAΔ 345, «Βοθροτέξ» Λτδ ν. Φαντάκη
(2001)1 ΑΑΔ 339, Kean Soft Drinks Ltd v. Safm Lines N.V. κ.α.
(2001)AAΔ.1784, Kings Head Development Co. Ltd v. Χριστοδούλου κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 533, Πατούρης ν. Ηellenic Bank Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 2118, Παπανικολάου ν. Κότσαπα
(2004)1 ΑΑΔ 1800). Οι αιτητές, έχοντας προφανώς υπόψη την πιο πάνω νομολογία, φαίνεται να μην αισθάνονται τόσο ασφαλείς ότι τα όσα επικαλούνται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού ικανοποιούν δύο βασικές προϋποθέσεις - ότι δηλαδή έχουν προβάλει σοβαρή και εύλογη αιτιολόγηση της απουσίας τους κατά την ημέρα της δίκης και ότι έχουν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή - οι οποίες έχουν βαρύνουσα σημασία στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου επί του θέματος. Κατά την άποψή μου όμως, τα δύο αυτά θέματα καλύπτονται πλήρως από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού και δεν υπάρχει ανάγκη προβολής περαιτέρω ισχυρισμών ή απάντησης στους ισχυρισμούς που πρόβαλε η καθ΄ ης η αίτηση με την ένσταση της. Συγκεκριμένα, σ΄ ότι αφορά το πρώτο θέμα, οι αιτητές πρόβαλαν ήδη ότι η απουσία τους κατά την ημέρα της δίκης οφείλεται στο γεγονός ότι ειδοποιήθηκαν από τους δικηγόρους τους με επιστολές ημερ. 9.10.09 (;) ότι η δίκη είχε ορισθεί στις 15.1.2010, ημέρα κατά την οποία όντως εμφανίσθηκαν στο Δικαστήριο. Κατά συνέπεια δεν βλέπω πώς η αναγραφή λανθασμένης ημερομηνίας στην απόφαση - 13.1 αντί 14.1 - δημιουργεί την ανάγκη για «συμπλήρωση» του λόγου απουσίας τους κατά την ημέρα της δίκης, τη στιγμή που ούτε στις 13.1 ούτε στις 14.1 προσήλθαν στο Δικαστήριο. Παρόμοια δεν εντοπίζω κάποια ανάγκη να απαντηθούν οι ισχυρισμοί της καθ΄ ης η αίτηση, τη στιγμή που στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού προβάλλουν ότι είχαν λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να θέσουν (στις 15.1) ενώπιον του Δικαστηρίου την υπεράσπισή τους. Υιοθετούν επομένως την ήδη καταχωρηθείσα σχετική έκθεση και αν έχουν ή όχι εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση είναι θέμα που θα κριθεί στη βάση του περιεχομένου της έκθεσης υπεράσπισης (βλ. Χρυσάνθου κ.α. ν. Mariala Constructions Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 1129) και όχι ως αποτέλεσμα απάντησης στους ισχυρισμούς που προβάλλει η καθ΄ ης η αίτηση στην ένστασή της. Για όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι το «λάθος» στην ημερομηνία της απόφασης δεν συνιστά «καλό λόγο» για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, όπως δεν συνιστά «καλό λόγο» και η προβληθείσα ανάγκη για απάντηση των όσων ισχυρίζεται η καθ΄ ης η αίτηση στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένστασή της και η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των αιτητών. Τα έξοδα να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και το πότε θα είναι πληρωτέα θα αποφασισθεί όταν εκδικασθεί η αίτηση για παραμερισμό της απόφασης, η οποία ορίζεται για ακρόαση στις .... και ώρα 10:00 π.μ. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.