ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ ν. ΑΝΤΩΝΗ ΒΟΥΡΟY κ.α., Αίτηση αρ: 1311/09, 25 Ιουνίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A242 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αίτηση αρ: 1311/09 ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ Αιτητές και 1.ΑΝΤΩΝΗ ΒΟΥΡΟY 2.ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΒΟΥΡΟΣ ΛΤΔ 3.ΜΑΡΙΑΣ ΒΟΥΡΟΥ Καθ' ων η αίτηση -------------------------------- 25 Ιουνίου, 2010 Για τους αιτητές, εμφανίζεται η κα. Μ. Παπαευσταθίου για κ.κ Τάσσος Παπαδόπουλος και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Για τους καθ' ων η αίτηση αρ. 1,2 και 3, εμφανίζεται ο κ. Ρ. Βραχίμης για κ.κ Βραχίμης και Συνεργάτες. Απόφαση Διά της υπό συζήτησιν αίτησης η «Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ» («οι αιτητές) ζητούν άδεια για να καταχωρίσουν και εγγράψουν, στο Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου τούτου, μια διαιτητική απόφαση ημερ. 10.9.09 («η διαιτητική απόφαση»). Σκοπός τους είναι η εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης κατά τον τρόπο που εκτελούνται οι δικαστικές αποφάσεις. Ως νομικό υπόβαθρο της αίτησης καταγράφονται τα άρθρα 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (Ν.22/85όπως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια), τα άρθρα 21,22 και 23 του περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4), η Δ.48 θ.θ 1 έως και 3, 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, η σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθώς και οι γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του Σπύρου Λίγγη, ημερ. 4.12.09, ο οποίος, εν πρώτοις, δηλώνει υπάλληλος των αιτητών, γνώστης των κρίσιμων γεγονότων και εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Επί της ουσίας, ο Σπύρος Λίγγης δηλώνει πως δυνάμει του γραμματίου υπ' αριθμόν 107235030-4, ημερ. 18.11.98, οι αιτητές χορήγησαν στον Παναγιώτη Βούρο δάνειο ύψους €42.715,
- Οι καθ' ων η αίτηση αρ. 1,2 και 3 («οι καθ' ων η αίτηση» εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) εγγυήθηκαν το δάνειο αυτό υπό τους όρους που περιλαμβάνονται σε έγγραφα τα οποία αυτοί υπέγραψαν. Επειδή οι καθ' ων η αίτηση παρέλειψαν και/ή αμέλησαν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους ως εγγυητές, οι αιτητές παρέπεμψαν τη διαφορά σε διαιτησία δυνάμει του άρθρου 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου εφ' όσον οι καθ' ων η αίτηση είναι μέλη συνεργατικής εταιρείας. Στις 10.9.09 εξεδόθηκε η διαιτητική απόφαση δυνάμει της οποίας οι καθ' ων η αίτηση διατάσσονται να καταβάλουν στους αιτητές το ποσόν των €66.568,39, εντόκως, και επιπλέον έξοδα (τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση του Σπύρου Λίγγη, ημερ. 4.12.09). Έως και σήμερα, οι καθ' ων η αίτηση παραλείπουν και/ή αμελούν να εξοφλήσουν το εκ της διαιτητικής απόφασης χρέος τους παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις των αιτητών. Εξ ου και οι αιτητές επιδιώκουν να εγγράψουν την διαιτητική απόφαση και να την εκτελέσουν ως απόφαση Δικαστηρίου. Η αίτηση αντιμετωπίζει την ένσταση των καθ' ων η αίτηση. Στο στάδιο των αγορεύσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση απέσυρε τον τρίτο λόγω ένστασης. Παρέμειναν, έτσι, για να συζητηθούν οι εξής δύο λόγοι: 1) Το άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου («το άρθρο 52») είναι αντισυνταγματικό και/ή παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα. 2) Η καθ' ης η αίτηση αρ. 3 δεν έλαβε γνώση της διαδικασίας διαιτησίας γιατί δεν υπήρξε επίδοση σε αυτήν. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της καθ' ης η αίτηση αρ. 3, ημερ. 21.1.
- Η ενόρκως δηλούσα, κατ' αρχάς, επιχειρηματολογεί περί της αντισυνταγματικότητας του άρθρου
- Ισχυρίζεται πως η δυνάμει του άρθρου αυτού εξουσία του Εφόρου Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών («ο Έφορος») να παραπέμπει οιανδήποτε διαφορά μεταξύ συνεργατικής εταιρείας και πελάτη ή μέλους της σε διαιτησία, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του τελευταίου, παραβιάζει το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα του για διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων και/ή υποχρεώσεων του από αρμόδιο Δικαστήριο, στα πλαίσια δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας. Η εξουσία αυτή οδηγεί, επίσης, στη σύσταση δικαστικής επιτροπής και/ή έκτακτου Δικαστηρίου, κατά παράβασιν του Άρθρου 30 του Συντάγματος. Περαιτέρω, και εν σχέσει με το δεύτερο λόγο ένστασης, η καθ' ης η αίτηση αρ. 3 ισχυρίζεται πως ουδέποτε της επεδόθηκε οιονδήποτε έγγραφο περί της διαδικασίας διαιτησίας, με αποτέλεσμα η ίδια να μη γνωρίζει περί της εκκρεμότητας της διαδικασίας αυτής, να μην εκπροσωπηθεί κατά τη διεξαγωγή της, η δε διαιτητική απόφαση να εκδοθεί ερήμην. Κατόπιν αδείας, κατεχωρίστηκε, εκ μέρους των αιτητών, συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Σπύρου Λίγγη, ημερ. 24.2.
- Ο μάρτυρας δηλώνει πως η ειδοποίηση διεξαγωγής της διαιτητικής διαδικασίας επεδόθηκε στην καθ' ης η αίτηση αρ. 3 εφ' όσον αυτή επεδόθηκε στην αδελφή και συγκάτοικό της Μόνικα Βούρου, η οποία υπέγραψε το σχετικό έντυπο παραλαβής (τεκμήριο Β στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Σπύρου Λίγγη, ημερ 24.2.10). Επίσης, η διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε στην καθ' ης η αίτηση αρ. 3 εφ' όσον αυτό βεβαιώνει, ενυπογράφως, ο αδελφός της καθ' ου η αίτηση αρ. 1 (τεκμήριο Γ στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Σπύρου Λίγγη, ημερ. 24.2.10). Όπως δε καταγράφεται στο σώμα της διαιτητικής απόφασης, ο καθ' ου η αίτηση αρ. 1 ήταν παρών στην διαδικασία διαιτησίας (τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση του Σπύρου Λίγγη, ημερ. 24.12.09). Τέλος, ο Σπύρος Λίγγης αναφέρει πως εφ' όσον οι καθ' ων η αίτηση δεν κατεχώρισαν έφεση εναντίον της διαιτητικής απόφασης, αυτή κατέστη τελική και δύναται να εγγραφεί και να εκτελεστεί ως δικαστική απόφαση. Συμπληρωματική ένορκη δήλωση κατεχώρισε, στις 16.3.10, και η καθ' ης η αίτηση αρ.
- Επιμένει πως δεν της επεδόθηκε η ειδοποίηση για τη διαδικασία διαιτησίας και επιμένει πως δεν γνώριζε περί της εκκρεμότητας της διαδικασίας αυτής. Η ειδοποίηση για την διαδικασία διαιτησίας επεδόθηκε, στις 22.7.09, όχι στην ίδιαν, αλλά στην αδελφή της Μόνικα Βούρου η οποία, όμως, διαμένει σε άλλη διεύθυνση. Από την εξέταση της εκατέρωθεν προσκομισθείσας μαρτυρίας, προκύπτει πως παραμένουν αναντίλεκτα δύο κρίσιμα γεγονότα: Πρώτον, κατά τον ουσιώδη χρόνο, οι καθ' ων η αίτηση υπήρξαν μέλη των αιτητών. Δεύτερον, η διαιτητική απόφαση δεν προσεβλήθηκε με έφεση, ως επιτρέπει το άρθρο 52
(4)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθηκε με τις εκατέρωθεν αγορεύσεις: Η ευπαίδευτη συνήγορος των αιτητών υπεστήριξε πως το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας του άρθρου 52 δεν πρέπει να εξετασθεί από το Δικαστήριο εφ' όσον αυτό δεν ηγέρθηκε ως η σχετική νομολογία επιβάλλει. Δηλαδή, δεν υπήρξαν εξειδικευμένες και λεπτομερείς αναφορές στο δικόγραφο των καθ' ων η αίτηση ή σε σχετικό υπόμνημα. Εν πάση περιπτώσει, συνέχισε η κα Παπαευσταθίου, εάν υιοθετηθεί ο ισχυρισμός πως το συγκεκριμένο άρθρο παραβιάζει το Άρθρο 30 του Συντάγματος τότε θα πρέπει να θεωρηθούν αντισυνταγματικοί τόσον ο περί Διαιτησίας Νόμος (Κεφ. 4) όσον και ο περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμος (Ν. 101/87), οι οποίοι ρυθμίζουν διαδικασίες διαιτησίας που αναγνωρίζονται ως νόμιμες και έγκυρες μέθοδοι επίλυσης διαφορών. Όσον αφορά στον ισχυρισμό περί παράλειψης επίδοσης στην καθ' ης η αίτηση αρ. 3, η κα Παπαευσταθίου υπεστήριξε πως εφ' όσον η ειδοποίηση αυτή επεδόθηκε στην αδελφή και, κατά τον ουσιώδη χρόνο, συγκάτοικο της καθ' ης η αίτηση αρ. 3 τότε υπήρξε καλή επίδοση. Όμως, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί πως η επίδοση υπήρξε κακή, τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να εξετασθεί στα πλαίσια της υπό συζήτησην αίτησης. Τέτοιο ζήτημα θα μπορούσε να εγερθεί μόνον στα πλαίσια έφεσης εναντίον της διαιτητικής απόφασης, ως ορίζει το άρθρο 52
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου. Εάν δε, συνέχισε η κα Παπαευσταθίου, η καθ' ης η αίτηση αρ. 3 ισχυρίζεται πως πληροφορήθηκε για την ύπαρξη της διαιτητικής απόφασης για πρώτη φορά διά της επίδοσης της υπό συζήτησιν αίτησης, τότε, για τον υπολογισμό της προθεσμίας των είκοσι-μίας
(21)ημερών, που τάσσεται για την καταχώριση της έφεσης, κρίσιμη θα ήταν η ημερομηνία της επίδοσης αυτής. Διά της αγόρευσής του, ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση διευκρίνισε πως ο λόγος ένστασης που αφορά στην αντισυνταγματικότητα του άρθρου 52 προβάλλεται εν σχέσει με όλους τους πελάτες του. Αντιθέτως, ο πρόσθετος λόγος ένστασης περί παράλειψης επίδοσης της ειδοποίησης για τη διαδικασία διαιτησίας προβάλλεται μόνον εν σχέσει με την καθ' ης η αίτηση αρ.
- Περαιτέρω, ο κ. Βραχίμης περιόρισε την επιχειρηματολογία του περί αντισυνταγματικότητας αναφερόμενος μόνον στο Άρθρο 30 του Συντάγματος. Υποστήριξε πως τα διαιτητικά δικαστήρια αποτελούν τα απαγορευμένα, από το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος, «έκτακτα δικαστήρια». Η δε εξουσία του Εφόρου να διορίζει διαιτητή για την επίλυση μιας αστικής φύσεως διαφοράς καθώς και όλη η διαιτητική διαδικασία παραβιάζουν το Άρθρο 30.
- Το Άρθρο αυτό κατοχυρώνει, μεταξύ άλλων, την επίλυση των αστικής φύσης διαφορών στα πλαίσια μιας ανεπηρέαστης και δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας, ενώπιον ανεξάρτητου, αμερόληπτου και αρμόδιου δικαστηρίου. Έχω μελετήσει με προσοχή τα ενώπιόν μου δεδομένα. Διαπιστώνω δε και καταλήγω στα ακόλουθα: Κατ' αρχάς διαπιστώνω πως το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας του άρθρου 52 εγείρεται με τον απαιτούμενο τρόπο και μπορεί να εξετασθεί. Στην ένορκη δήλωση της Μαρίας Βούρου ημερ. 21.1.10, η οποία υποστηρίζει την ένσταση (δείτε τις παρ. 3 και 4 της ένορκης αυτής δήλωσης) αφ' ενός συγκεκριμενοποιείται το άρθρο του Συντάγματος το οποίον, κατ' ισχυρισμόν, παραβιάζεται (Άρθρο 30) και αφ' ετέρου συγκεκριμενοποιούνται οι ενέργειες δια των οποίων, κατ' ισχυρισμόν, εκδηλώνεται η παραβίαση αυτή (εξουσία του Εφόρου να παραπέμπει μια διαφορά μεταξύ μιας συνεργατικής εταιρείας και ενός πελάτη ή μέλους της σε διαιτησία χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του τελευταίου). Όμως, η διαδικασία διαιτησίας, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 52, δεν αποτελεί διαδικασία ενώπιον «δικαστικής επιτροπής» ούτε διαδικασία ενώπιον «έκτακτου δικαστήριου». Πρόκειται για μία συγκεκριμένη διαδικασία στην οποία εκουσίως υποβάλλονται συγκεκριμένα πρόσωπα (μεταξύ άλλων, οι συνεργατικές εταιρείες και τα μέλη αυτών) για να επιλύσουν συγκεκριμένες διαφορές τους (διαφορές που σχετίζονται με τις εργασίες των συνεργατικών εταιρειών). Εφ' όσον κάποιος αποκτά την ιδιότητα του μέλους μίας συνεργατικής εταιρείας τεκμαίρεται πως αυτός εκουσίως δέχεται τη δυνατότητα επίλυσης ενδεχόμενων διαφορών του με τη συνεργατική εταιρεία μέσω διαιτησίας. Με άλλα λόγια, εφ' όσον κάποιος αποκτά την ιδιότητα του μέλους μιας συνεργατικής εταιρείας τεκμαίρεται πως αυτός εκουσίως αποποιείται τα δικαιώματα που κατοχυρώνει το Άρθρο 30 του Συντάγματος εν σχέσει με τις διαφορές του με την συνεργατική εταιρεία, οι οποίες ενδεχομένως να προκύψουν στα πλαίσια των εργασιών της δεύτερης. Για το λόγο αυτό οι ρυθμίσεις του άρθρου 52 δεν είναι αντίθετες ούτε ασύμβατες με το Άρθρο 30 του Συντάγματος. Εν σχέσει με τα πιο πάνω λαμβάνω καθοδήγηση από την απόφαση The Co-operative Grocery of Vasilia v Haralambos N. Ppirou and others 4 R S C C
- Στην απόφαση εκείνη εξετάστηκε η αντισυνταγματικότητα του προϊσχύσαντος άρθρου 53 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 114 (The Co-operative Societies Law, Cap. 114), του οποίου οι ρυθμίσεις ήσαν παρόμοιες με αυτές του άρθρου
- Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε το άρθρο 53 του Κεφ. 114 συνταγματικό τονίζοντας το γεγονός πως τα μέλη των συνεργατικών εταιρειών υπάγονται σε διαιτησία εκουσίως. Είναι χρήσιμο να πρατεθεί το ακόλουθο εκτενές απόσπασμα από την απόφαση The Co-operative Grocery of Vasilia v Haralambos N. Ppirou and others (ανωτέρω), στις σελ. 19 και 20: "Coming now to the issue concerning Article 30, such Article safeguards, inter alia, the right of access to the court assigned to any person by or under the Constitution and also lays down that every person shall be entitled in the determination of his civil rights and obligations to a hearing before a court established by law. Article 30 also prohibits the establishment of judicial committees or exceptional courts. Voluntary arbitration does not violate against the above provisions of Article 30, simply because the rights safeguarded therein are such that they may be waived by any person entitled to them in respect of any particular subject or class of subjects and, moreover, such arbitration is, by its very nature, clearly distinguishable from judicial committees or exceptional courts. In the opinion of the Court the form of arbitration provided in section 53, though statutory, is in the nature of voluntary arbitration, for the purpose of Article 30, for the following reasons: Everybody is presumed to know the law and also, everybody is free to form or not to form a co-operative society, to join or not to join, to accept or not to accept office in, or employment with, such a society. Further, section 53 appears to be limited only to disputes concerning the internal administration of co-operative societies, as held in Hussein Shefik v The First Limassol Co-operative Savings Bank Limited, 19 C.L.R. p. 244 and Eleni Zenonos & others v Michael Mylonas & others, 19 C.L.R. p.259, with which decisions this Court sees no reason to disagree. It follows, therefore, that everybody who forms or becomes a member of, or accepts office in, or employment with, a co-operative society, as well as a co-operative society, as such, registered under CAP 114, must be presumed to have entered voluntarily into a legal relationship which includes as one of its terms and characteristics the form of arbitration provided under section 53 in respect of certain disputes. Thus, an agreement that disputes within the ambit of section 53 shall be determined in the manner prescribed therein comes into being and, it follows that the rights safeguarded as above, under Article 30, are deemed to have been waived, to that extent, as in any other case of voluntary arbitration". Στην προκειμένη περίπτωση, το αναντίλεκτο γεγονός ότι οι καθ' ων η αίτηση είναι μέλη των αιτητών (δείτε ανωτέρω καθώς και στην στην παρ. 4 της ένορκης δήλωσης του Σπύρου Λίγγη, ημερ. 4.12.09) δηλώνει πως αυτοί δέχθηκαν την επίλυση ενδεχόμενων διαφορών τους με τους αιτητές μέσω της διαιτησίας που προβλέπει το άρθρο
- Το αναντίλεκτο γεγονός πως οι καθ' ων η αίτηση είναι μέλη των αιτητών καθιστά την υπαγωγή των πρώτων στην επίδικη διαιτησία εκούσια. Συνεπώς, ουδεμία παραβίαση του Άρθρου 30 του Συντάγματος υπήρξε. Αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος ένστασης. Μετά την τροποποίηση του άρθρου 52 δια του Ν.171(Ι)/2000 και την προσθήκη του εδ.
(5), η διαδικασία καταχώρισης και εγγραφής διαιτητικής απόφασης στο Πρωτοκολλητείο Επαρχιακού Δικαστηρίου, για σκοπούς εκτέλεσης, δεν μπορεί να έχει ως αντικείμενο την ορθότητα, τυπική και ή συστατική, διαιτητικής απόφασης. Η ορθότητα διαιτητικής απόφασης μπορεί να ελεγχθεί μόνον στα πλαίσια έφεσης που καταχωρίζεται δυνάμει του εδ.
(4)του άρθρου 52. Το εδ.5 είναι σαφές και ρητό: «
(5)Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση το εδάφιο
(2)δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο σύμφωνα με το εδάφιο
(4)ή αν η έφεση κατ' αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως σαν να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου» . Στην απόφαση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν Κυριακίδη κ.α»
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ 716, 719, αναφέρονται τα εξής: « Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί» δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι' αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου, ο,τιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης». Παρενθετικά αναφέρω πως πριν την θεσμοθέτηση των ρυθμίσεων που διαλαμβάνει το εδ.
(5)του άρθρου 52, τα πράγματα ήσαν διαφορετικά. Η διαδικασία ενώπιον του διαιτητή και η δικαστική διαδικασία για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης ήσαν άρρηκτα συνδεδεμένες και αλληλένδετες. Έτσι, οιαδήποτε πλημμέλεια σημειωνόταν στην πορεία έκδοσης διαιτητικής απόφασης μπορούσε να αποτελέσει επίδικο θέμα στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας για την καταχώριση και εγγραφή της (Χριστοφόρου κ.α
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 980, 984-5, Πιττάκας
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ 1932,1935). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναντίλεκτο γεγονός πως δεν κατεχωρίστηκε έφεση εναντίον της διαιτητικής απόφασης, ως το εδ.
(4)του άρθρου 52 επιτρέπει (δείτε πιο πάνω καθώς και στην παρ. 7 της ένορκης δήλωσης του Σπύρου Λίγγη, ημερ. 24.2.00), στερεί την καθ' ης η αίτηση αρ.3 της δυνατότητας να ισχυρισθεί, στα πλαίσια της υπό συζήτησιν αίτησης, την κακή επίδοση. Εάν δε η καθ' ης η αίτηση αρ.3, ως ισχυρίζεται, έλαβε, πράγματι, γνώση της διαδικασίας διαιτησίας και της απόφασης που εξεδόθηκε εναντίον της για πρώτη φορά όταν της επεδόθηκε η υπό συζήτησιν αίτηση, το δικαίωμα της να καταχωρίσει έφεση θα μπορούσε να αναβιώσει. Η προθεσμία για την καταχώριση της έφεσης θα μπορούσε να ξεκινήσει από την ημερομηνία της επίδοσης αυτής. Συμμερίζομαι, στο σημείο τούτο τη θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου των αιτητών. Με βάση όλα τα πιο πάνω, οι λόγοι ένστασης απορρίπτονται. Καταλήγω ότι στην προκειμένη περίπτωση πληρούνται οι προϋποθέσεις παροχής άδειας για την καταχώριση και εγγραφή της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 10.9.09, στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για σκοπούς εκτέλεσης όσον αφορά στους καθ' ων η αίτηση αρ. 1,2 και 3. Η αίτηση επιτυγχάνει. Δίδεται άδεια ως η παράγραφος 1 της αίτησης ημερομηνίας 4.12.09. Τα έξοδα της αίτησης όπως, αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση αρ. 1,2 και 3. (Υπ)........................................ Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο