Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ ν. Ανδρέα Παστελλά Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 6312/05, 30.6.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A246 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6312/05 ΜΕΤΑΞΥ: Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, Ενάγοντα, - και -
- Ανδρέα Παστελλά Λτδ,
- Ανδρέα Παστελλά,
- Κυριακή Α. Παστελλά, Εναγομένων. ΚΑΙ ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 26.9.2005: ΜΕΤΑΞΥ: Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Ενάγοντα, - και -
- Ανδρέα Παστελλά Λτδ,
- Ανδρέα Παστελλά,
- Κυριακή Α. Παστελλά, Εναγομένων. -------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30.6.
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες : κ. Κ. Ταλαρίδης. Για τους Εναγόμενους 1-3: κ. Α. Παπαντωνίου. ---------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα υπόθεση αφορά διαφορά που προέκυψε από συμμετοχή της Εναγομένης 1 σε σχέδιο επενδύσεων που διατηρούσε καθ΄ όλους τους ουσιώδους χρόνους η ενάγουσα, με αντικείμενο την αγοραπωλησία κινητών αξιών, στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (Χ.Α.Κ). Οι αγοραπωλησίες, σύμφωνα με το σχέδιο, θα γίνονταν αποκλειστικά από την Λαϊκή Επενδυτική Λτδ. Η απαίτηση της εναγούσης είναι για ποσό £159.879,79 πλέον τόκο προς 12,25% από 1.1.05, Διάταγμα για πώληση ενεχυριασμένων υπό της εναγομένης 1 αξιών και διάταγμα δια πώληση δύο ενυπόθηκων ακινήτων της. Οι εναγόμενοι με την Έκθεση Υπεράσπισής τους η οποία να σημειωθεί αποτελείται από 33 σελίδες, προβάλλει συνολικά 27 λόγους /παραβάσεις εκ μέρους της εναγούσης δια τους οποίους θα πρέπει να αποτύχει η αξίωση και πρόσθετα ανταπαιτούνται τα ποσά των £221,998, £103,998,14 πλέον τόκος προς 9%, £15.373,11 και διάταγμα ακύρωσης της υποθήκης που βαρύνει τα άνω δύο ακίνητα της εναγομένης
- Τα άνω ποσά αφορούν αντίστοιχα αξία ενεχυριασθέντωνν μετοχών δυνάμει άκυρου και παράνομου ενεχύρου, σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς των εναγομένων, ποσό που υπεξαιρέθη από λογαριασμό της εναγομένης και αξία ασφαλιστηρίου του εναγομένου 2 που η ενάγουσα χωρίς την άδεια ή έγκριση του ρευστοποίησε και έλαβε το προϊόν. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν πέντε μάρτυρες για την ενάγουσα και ο εναγόμενος
- Κατετέθησαν επίσης συνολικά 44 τεκμήρια. Είναι παραδεκτό ότι η εναγόμενη 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και οι εναγόμενοι 2 και 3, διευθυντές και μέτοχοί της. Οι εναγόμενοι 2 και 3 είναι σύζυγοι. Είναι περαιτέρω παραδεκτό ότι ο εναγόμενος 2 ως διευθυντής της εναγομένης 1 την 9.6.00 (βλ. παράγραφο 4 και 20 της Έκθεσης Υπεράσπισης) υπέγραψε την αίτηση, τεκμήριο 2, για συμμετοχή της εναγομένης 1 εις το «Σχέδιο Επενδυτής» (εν τοις εφεξής «Σχέδιο») που διατηρούσε και λειτουργούσε η ενάγουσα. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω η ενάγουσα την 9.6.00 άνοιξε δια την εναγόμενη 1 τον λογαριασμό Επενδυτού με αριθμό 182-11-
- Η λειτουργία του λογαριασμού εξασφαλίστηκε με αριθμό μετοχών της εναγομένης 1 που φαίνονται στο Τεκμήριο 2 και είναι συνολικής αξίας £187.
- Αυτό είναι παραδεκτό γεγονός. Κατά τον ίδιο χρόνο, ήτοι την 9.6.00, έλαβε χώρα και η υπογραφή του πληρεξουσίου εγγράφου, Τεκμήριο
- Η υπογραφή του τεκμηρίου αυτού είναι παραδεκτή όμως προβλήθηκε ο ισχυρισμός από τον εναγόμενος 2 ότι αυτό υπεγράφη περί τον Απρίλιο του
- Ουδέν αναληθέστερο. Το ίδιο το έγγραφο φέρει ημερομηνία 9.6.00 τόσο στην πρώτη σελίδα όσο και στην δεύτερη. Περαιτέρω δεν ήταν δυνατό να υπεγράφη τον Απρίλιο του 2000 καθότι τότε η εναγόμενη 1 δεν είχε ακόμη υποβάλει αίτηση για συμμετοχή στο «Σχέδιο». Η αίτηση υπεβλήθη ως ανεφέρθη πιο πάνω αλλά και είναι και δικογραφημένα παραδεκτό, την 9.6.
- Σύμφωνα λοιπόν με το πληρεξούσιο έγγραφο, τεκμήριο 6, η εναγόμενη 1 διόρισε την Λαϊκή Επενδυτική Λτδ ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπό της δια να διενεργεί τις αναφερόμενες εις αυτό πράξεις για λογαριασμό της, κυρίως να αγοράζει, πωλεί, μεταβιβάζει, ενεχυριάζει και αποδεσμεύει κινητές αξίες. Ο εναγόμενος 2 δέχτηκε επίσης κατά την αντεξέτασή του ότι υπέγραψε και τη συμφωνία, Τεκμήριο
- Οι ισχυρισμοί του ότι δεν την υπέγραψε την 9.6.2000 ημερομηνία που φέρει το έγγραφο δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί διότι το ίδιον το έγγραφο φέρει ημερομηνία 9.6.00 αλλά και διότι από το περιεχόμενό του φαίνεται ξεκάθαρα ότι ο προβαλλόμενος ισχυρισμός δεν είναι συμβατός με την προβαλλόμενη υπό του εναγόμενου 2 ημερομηνία 24.4.
- Στις 24.4.00 και πέριξ του χρόνου εκείνου δεν λειτουργούσε διά μέσου του «Σχεδίου Επενδυτής» η εναγόμενη 1 όσον αφορά τις επενδύσεις της στο Χ.Α.Κ. Μέχρι το σημείο αυτό έχουν σημειωθεί δύο αναληθείς ισχυρισμοί του εναγόμενου
- Δυστυχώς δεν ήταν και οι μόνοι. Εξέτασα τις δύο εκδοχές γεγονότων που τέθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν διστάζω να πω ότι ο εναγόμενος 2 συστηματικά, εν γνώσει του έλεγε ψέματα και προσπαθούσε να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Θα προσπαθήσω ενδεικτικά να αναφέρω τις πιο ουσιώδεις διαφορές και ανακρίβειες της μαρτυρίας του. Πριν την λειτουργία του επίδικου λογαριασμού, λειτουργούσε μετά της εναγούσης ο λογαριασμός με αριθμό 182-21-144167, trading account επ΄ ονόματι της εναγόμενης 1 τον οποίο ουσιαστικά χειριζόταν ο εναγόμενος
- Εδώ και διά τον λογαριασμό αυτό είναι που ετοιμάσθηκε και το πρακτικό της εναγομένης 1, τεκμήριο
- Ο εναγόμενος 2 σύμφωνα με το τεκμήριο 42, που ο ίδιος παρουσίασε στο Δικαστήριο, από τις 24.4.00 εξασφάλισε απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης 1 δια της οποίας «εξουσιοδοτείτο όπως δεσμεύει την εναγόμενη 1 για κάθε αγορά ή πώληση μετοχών και χρεογράφων δημοσίων εταιρειών μέχρι νεωτέρας ειδοποίησης». Όπως ο ίδιος ανέφερε έδιδε εντολές για αγοραπωλησίες μετοχών χωρίς πρόβλημα. Όπως φαίνεται από το τεκμήριο 22, που είναι η κατάσταση του άνω λογαριασμού, οι αγοραπωλησίες μετοχών άρχισαν από 25.4.00, μια μέρα μετά το τεκμήριο 42 και απ΄ ότι φαίνεται αφορούσαν συνεχώς αγορές με αποτέλεσμα ο λογαριασμός να είναι χρεωστικός. Η εναγόμενη 1 σε δύο περιπτώσεις, στις 27.4.00 και 29.6.00, μετέφερε τα ποσά των £50.000 και £70.000 αντίστοιχα για κάλυψη των χρεωστικών υπολοίπων, πλην όμως αυτό ήταν αδύνατο, με αποτέλεσμα την 31.5.00 να οφείλεται σύμφωνα με τον λογαριασμό αυτό το ποσό των £168,631,05 και αμέσως μετά την πληρωμή των £70.000 ημερομηνίας 29.6.00, £98,631,
- Η πιο πάνω κατάσταση των πραγμάτων υποστηρίζει την μαρτυρία της Μ.Ε.5 κας Κ. Κωνσταντίνου, ότι δηλαδή με οδηγίες του εναγομένου 2 μετέτρεψαν εντός του 2000 τον πρώτο λογαριασμό, τεκμήριο 22, ο οποίος κινείτο με χρήματα του πελάτη στον δεύτερο δηλαδή τον επενδυτικό, τεκμήριο
- Αυτό που έγινε φαίνεται και από τα τεκμήρια 5, 6, 7 και 12 και συγκεκριμένα ότι μετέφεραν τις μετοχές που είχε η εναγόμενη 1 στο λογαριασμό, τεκμήριο 22, ως εξασφάλιση του λογαριασμού, τεκμήριο
- Ακολούθως την 26.10.00 μετεφέρθη το ποσό των £103,398,14 από τον λογαριασμό, τεκμήριο 5, με αντίστοιχη χρέωση, στον λογαριασμό αρ. 182-21-144167, Τrading Account, τεκμήριο 22, και αντίστοιχη πίστωση (27.10.00). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο λογαριασμός Trading με τον αριθμό 182-21-144167 να κλείσει (να εξοφληθεί) αφού έγιναν μερικές ακόμη μικροχρεοπιστώσεις μέχρι την 24.10.02 που αφορούσαν τακτοποίηση τόκου, δικαιωμάτων, φόρων, κλπ. Ο εναγόμενος 2 έχοντας πλήρη γνώση των πιο πάνω προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι η ενάγουσα με «απόκρυψη ουσιωδών πληροφοριών», απόκρυψη εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας, με ενθάρρυνση, με πίεση και ένα σωρό άλλους αθέμιτους τρόπους και αφού είδε και το διαφημιστικό φυλλάδιο, τεκμήριο 41, που κατά τον ισχυρισμό του είναι παραπλανητικό, η ενάγουσα του απέσπασε την υπογραφή του στο τεκμήριο 2 που είναι η αίτηση για συμμετοχή στο «Σχέδιο». Προς τούτο μάλιστα σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ετοίμασε το σχετικό πρακτικό της εναγομένης 1, τεκμήριο 42, με το οποίο εξουσιοδοτείτο να προβαίνει στις αγοραπωλησίες των μετοχών. Όταν δε υπέγραψε την αίτηση, τεκμήριο 2, είχε άγνοια περί λειτουργία των χρηματιστηριακών πραγμάτων και αφού τον παραπλάνησε περισσότερο η Μ.Ε.5 και ο διευθυντής του υποκαταστήματος της εναγούσης στην οδό Ευαγόρου και Δράκου τότε προχώρησε με συμμετοχή στο «Σχέδιο». Όλα τα πιο πάνω υστερόβουλα σκαρφήματα του εναγόμενου 2 παραγνωρίζουν ουσιώδεις παραμέτρους της υπόθεσης οι οποίες είναι παραδεκτές ή μη επιδεχόμενες αμφισβητήσεις.
- Την δικογραφημένη παραδοχή ότι η αίτηση, τεκμήριο 2, υπεγράφη την 9.6.00 και συνεπώς οποιοσδήποτε άλλος ισχυρισμός δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη.
- Την λειτουργία του προσωπικού λογαριασμού του εναγομένου 2 με αρ. 182-11-005652 (βλ. και τεκμήριο 27) μέσω του οποίου ο ίδιος από αρχές του 2000 διαπραγματευόταν χρηματιστηριακές αξίες μέσω της Μ.Ε.5 στο Χ.Α.Κ. Το τελευταίο καταδεικνύει ακόμη περισσότερο τα ψέματα του εναγομένου 2 ότι παρεσύρθη και από το φυλλάδιο, τεκμήριο 41, προκειμένου να προχωρήσει στο άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού. Από τις αρχές του 2000, ήτοι 5 μήνες πριν από το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού, αυτός ήδη λειτουργούσε παρόμοιο επενδυτικό λογαριασμό και συνεπώς γνώριζε τα σχετικά περί της λειτουργίας του Χ.Α.Κ. και επενδύσεων στις χρηματιστηριακές αξίες. Διερωτώμαι με τα δεδομένα αυτά πώς παρεσύρθη από το φυλλάδιο, τεκμήριο
- Την λειτουργία του Trading Αccount, τεκμήριο 22, τον οποίο διαχειρίζετο ο εναγόμενος 2 και με βάση του οποίου έγιναν δεκάδες συναλλαγές. Συνεπώς ο εναγόμενος 2 δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι τον Ιούνιο του 2000 προχώρησε με την υπογραφή του τεκμηρίου 2 δια τον επίδικο Investment Account με άγνοια των χρηματιστηριακών πραγμάτων.
- Τις μετοχές που μεταφέρθησαν από τον Trading Account τεκμήριο 22 στον Investment Account, τεκμήριο 5, που αποτελούσαν το αρχικό κεφάλαιο (Initial Capital) συνολικής αξίας £187.
- Την οφειλή του για το συνολικό ποσό £168,631,03 την 31.5.00 βάση του Trading Account, τεκμήριο 22, και την διακοπή των συναλλαγών την ίδιαν άνω ημερομηνία και αντίστοιχα την ενέργεια νέων συναλλαγών την 12.6.00 με τον επίδικο Investment Account, τεκμήριο
- Το πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 9.6.00, τεκμήριο 6, το οποίο κάνει αναφορά σε «Σχέδιο Επενδυτής» δεν μπορούσε να υπογραφεί τον Απρίλιο του 2000 καθότι τότε η εναγόμενη 1 δεν προέβαινε σε συναλλαγές μέσω του Σχεδίου Επενδυτής αλλά μέσω του Trading Account, τεκμήριο
- Όλα τα πιο πάνω κατά την κρίση μου δεικνύουν μια συνειδητή και υστερόβουλη, στοχευμένη και καθοδηγούμενη προσπάθεια απόκρυψης της αλήθειας υπό του εναγόμενου 2 ώστε να καταδείξει δήθεν ότι ο επίδικος λογαριασμός άρχισε από τον Απρίλιο του 2000 όταν ο ίδιος δεν γνώριζε περί χρηματιστηριακών συναλλαγών και γενικά είχε άγνοια των χρηματιστηριακών πραγμάτων. Όμως, όπως έχει λεχθεί και διεφάνη, το αντίθετο συνέβαινε. Προτού προχωρήσω στην περαιτέρω απόφαση θα πρέπει πρώτα να εξεταστεί και τακτοποιηθεί το θέμα της αποδεκτότητας των τεκμηρίων 5,8 και
- Τα τεκμήρια αυτά είναι κατάσταση του επίδικου λογαριασμού, τεκμήριο 5, κατάσταση των αγοραπωλησιών μετοχών, τεκμήριο 8, και η συνολική κατάσταση αγοραπωλησιών μετοχών της Εναγομένης 1, τεκμήριο
- Ο συνήγορος των εναγομένων εισηγήθηκε ότι τα άνω τεκμήρια δεν πρέπει να γίνουν αποδεκτά καθότι δεν κατετέθη στο Δικαστήριο μαζί με αυτά και το προβλεπόμενο πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35
(3)του Ν.32
(1)/
- Η παρατήρηση του συνηγόρου είναι σωστή πλην όμως θα πρέπει να σημειωθεί ότι και τα τρία έγγραφα - τεκμήρια 5, 8 και 9 - κατετέθησαν άνευ ενστάσεων και πρόσθετα και ειδικά δια την κατάσταση του επίδικου λογαριασμού τεκμήριο 5 ότι αυτό μπορεί να γίνει αποδεκτό και συνεπώς να ληφθεί υπόψη σύμφωνα με το άρθρο 9 του Bankers Books Evidence Act
- Στην Williams & Glyn´ s Bank v. Ship «Maria»
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 309, 354 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Και οι δύο πλευρές συμφωνούν ότι το Bankers´ Books Evidence Act 1879 εφαρμόζεται στην Κύπρο με βάση το άρθρο 3 του Κεφ. 9 (Evidence Law). (Ίδε The Attorney-General of the Republic v. Theocharis Theocharides and Others
(1973)2 C.L.R. 75 και Azinas & Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9). Η διαφορά εστιάζεται στο κατά πόσο το σχετικό άρθρο περιλαμβάνει και καταστάσεις λογαριασμού τα οποία είναι αντίγραφα "επεξεργαστή κειμένου" από στοιχεία που τηρούνται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, όπως κατά κοινή παραδοχή είναι τα τεκμήρια 24 και 25. Το σχετικό άρθρο 9 του πιο πάνω Νόμου αναφέρει: "Expressions in the Act relating to "bankers´ books" include ledgers day books, cash books, accounts books, and all other books used in the ordinary business of the bank". Στην Αγγλία το θέμα είναι πιο ξεκάθαρο αφού με τη θέσπιση του Νόμου Banking Act 1979 προστέθηκαν στο τέλος του πιο πάνω άρθρου οι λέξεις: "Whether those records are in written form or are kept on microfilm, magnetic tape or any other form of mechanical or electronical data retrieval mechanism". Δυστυχώς στην Κύπρο δεν έχουν γίνει οι πιο πάνω αλλαγές, αλλά βέβαια, όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Αστυνομία ν. Γιαννάκη Ξυδιά κ.ά,
(1992)2 Α.Α.Δ. 26, που εκδόθηκε στις 10/1/92 από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Α. Λοϊζου, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να προσπαθήσει από μόνο του "να βρει λύσεις στα προβλήματα που δημιουργεί η τεχνολογική πρόοδος, έξω από τις καθιερωμένες αρχές του δικαίου...". Είναι καθήκον και αρμοδιότητα της νομοθετικής εξουσίας να θεσπίσει νομοθεσία η οποία να συμβαδίζει με τις τεχνολογικές εξελίξεις. Όμως πιστεύω ότι, παρόλο που το σχετικό άρθρο του Νόμου μας δεν είναι ξεκάθαρο, εφαρμόζοντας της ερμηνευτική αρχή του ejusdem generic στην ερμηνεία της φράσης "and all other books used in the ordinary business of the bank" και έχοντας στο νου το σκοπό του Νόμου, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά να διευκολύνει τις Τράπεζες στην προσαγωγή μαρτυρίας με τη μορφή αντιγράφων αντί των πρωτοτύπων, κάτι που θα ήταν εντελώς δυσχερές και θα προκαλούσε δυσκολίες στο τραπεζικό σύστημα, καταλήγω ότι το σχετικό άρθρο 9 είναι γενικό και καλύπτει οποιασδήποτε μορφής μόνιμης καταγραφής στοιχείων που τηρούνται από Τράπεζες, περιλαμβανομένων και αντιγράφων που προέρχονται από "επεξεργαστή κειμένων" από στοιχεία που τηρούνται από ηλεκτρονικό υπολογιστή. (Ίδε Craies on Statute Law, 7η Έκδοση, σελ. 182-185, πάνω στις αρχές ερμηνείας γενικών λέξεων σε συνδυασμό με το σκοπό του Νόμου.) Υποστήριξη στην άποψη αυτή βρίσκω στην υπόθεση Barker v. Wilson
(1980)2 All E.R. 81, η οποία αποφασίστηκε πριν την θέσπιση του Banking Act 1979. Σχετικά στη σελίδα 83 ο Λόρδος Bridge είπε: "The Bankers´ Books Evidence Act 1879 was enacted with the practice of bankers in 1879 in mind. It must be construed in 1980 in relation to the practice of bankers as we now understand it. So construing the definition of "bankers´ books" and the phrase "an entry in a banker´ s book", it seems to me that clearly both phrases are apt to include any form of permanent record kept by the bank of transactions relating to the bank´ s business, made by any of the methods which modern technology makes available, including, in particular, microfilm." (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου).» (Βλ. επίσης Κωνσταντίνος Σιάτη ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
(2000)1 Α.Α.Δ. ημερ. 25.9.00). Με βάση λοιπόν την συμφωνία των μερών (εναγούσης και εναγομένης 1) λειτούργησε μια τριγωνική σχέση όπου η ενάγουσα άνοιξε τον λογαριασμό Επενδυτή με αριθμό 182-11-006349, Τεκμήριο 5, όπου εγίνοντο οι χρεοπιστώσεις της συμμετοχής της εναγομένης 1 στο «Σχέδιο». Τον λογαριασμό τον χειρίζετο η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Επενδυτή ήτοι της Εναγομένης
- Τις συναλλαγές του «Σχεδίου» θα έκανε αποκλειστικά η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ δια λογαριασμό του Επενδυτή και κατόπιν εντολής του και/ή των αντιπροσώπων του. Ο λογαριασμός της εναγομένης 1 με τη λειτουργία του εξασφαλίσθηκε αφού «προικοδοτήθηκε» με μετοχές αξίας £187.
- Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι βάση της συμφωνίας των μερών, Τεκμήριο 2, δεν καθορίσθη όριο στον λογαριασμό του Επενδυτή και συνεπώς ήταν άνευ ορίου. Με βάση το πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 9.6.00, Τεκμήριο 6 η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ εξουσιοδότησε την ενάγουσα να εισπράττει μερίσματα, τόκους και επίσης να εκτελεί όλες τις ενέργειες που αναφέρονται στο σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο τεκμήριο 3, ενώ με το έγγραφο ενεχυρίασης κινητών αξιών, τεκμήριο 4, προς εξασφάλιση της εναγούσης συμφωνήθηκε η ενεχυρίαση μετοχών της εναγομένης
- Οι εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν την 4.2.93 ως εγγυητές της εναγομένης 1 το εγγυητήριο (Τεκμήριο 1) με το οποίο εγγυήθησαν όλες τις υποχρεώσεις της συμπεριλαμβανομένων των μελλοντικών. Η ευθύνη τους βάση της εγγύησης αυτής είναι απεριόριστη. Επίσης ο εναγόμενος 2 εκχώρησε προς την ενάγουσα την 21.8.97 με το εκχωρητήριο, τεκμήριο 18, όλα τα δικαιώματά του που πήγαζαν βάσει του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής αρ. 0958052, τεκμήριο 17, προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εναγομένης 1 συμπεριλαμβανομένων μελλοντικών, προς την ενάγουσα. Ο εναγόμενος 2 δέχθηκε κατά την αντεξέτασή του ότι κάθε μήνα έπαιρνε από την Ενάγουσα τις καταστάσεις λογαριασμού του «Σχεδίου» (Investor Account) τεκμήριο 5 και ότι σ΄ αυτές αντανακλούντο όλες οι συναλλαγές της εναγομένης 1 στο ΧΑΚ όπως και το Investment Portofolio. Μετά την 26.10.00 όταν αντιλήφθηκε την χρέωση του λογαριασμού (Τεκμήριο 5) με το ποσό των £103.000 (στην πραγματικότητα £103.998,14) σταμάτησε την οιανδήποτε συμμετοχή στο «Σχέδιο» δηλαδή να δίδει εντολές ή λαμβάνει μέρος σε συνεννόηση για συναλλαγές με την Μ.Υ.
- Ο εναγόμενος 2 και πάλι προσπάθησε να περιπλέξει και αναληθώς να παρουσιάσει μια άλλη κατάσταση πραγμάτων. Ο λογαριασμός Τεκμήριο 22, Trading Account παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από τον ίδιον τον εναγόμενο
- Ισχυρίστηκε ότι αυτός ήταν εξοφλημένος από έμβασμα ποσού ύψους £70.000 όπως επίσης και με άλλες επιταγές. Δεν παρουσίασε όμως κανένα στοιχείο δια τον ισχυρισμό αυτό ούτε και τον τεκμηρίωσε και πιστεύω απέτυχε έστω και κατ΄ ελάχιστο να καταδείξει ότι ο ισχυρισμός αυτός ήτο αληθής. Πέραν όμως αυτού ο εναγόμενος 2, προφανώς δοκιμάζοντας την ευφυΐα και υπομονή όλων, ισχυρίστηκε ότι δεν κατήγγειλε στην Τράπεζα οτιδήποτε σχετικό και ότι ουσιαστικά δεν είπε σε κανένα οτιδήποτε. Δηλαδή έκανε την πληρωμή των £70.000 την 29.6.00 (βλέπε σελ. 6 Τεκμήριο 22) και ενώ η Εναγόμενη 1 όφειλε άνω των £100.000 στην Ενάγουσα δια την ακρίβεια £100.555,32 ξόφλησε με ακόμη έναν έμβασμα των £70.000 και κάποιες επιταγές, θεωρούσε τον λογαριασμό του εξοφλημένο και όταν λίγους μήνες αργότερα και συγκεκριμένα την 26.10.00 μεταφέρθηκε το ποσό των £103.398,14 από τον νέο λογαριασμό Τεκμήριο 5 δια εξόφληση του λογαριασμού Τεκμήριο 22 δεν είπε τίποτε σε κανένα δια τις ισχυριζόμενες υπ΄ αυτού πληρωμές, δεν διαμαρτυρήθηκε σε κανένα, δεν έστειλε καμία επιστολή προς την Ενάγουσα, δεν κινήθηκε νομικά εναντίον της Ενάγουσας αλλά απλά θεώρησε την ενέργεια αυτή «υπεξαίρεση» και σταμάτησε να λαμβάνει μέρος στην περαιτέρω λειτουργία του Τεκμηρίου
- Η συμπεριφορά αυτή, με όλο τον σεβασμό, αναμένεται ενδεχομένως από παιδάκια αλλά όχι από έναν επιχειρηματία για πολλά χρόνια, με εμπειρία σε τραπεζικές εργασίες και πωλητή αυτοκινήτων όπως ο ίδιος ανέφερε. Η μαρτυρία του απορρίπτεται εντελώς σε όλα τα σημεία που είναι αντίθετη με την μαρτυρία των μαρτύρων για την Ενάγουσα επί του θέματος και ιδιαίτερα της Μ.Ε.5 κα Κωνσταντίνου. Περαιτέρω αφού σύμφωνα με την μαρτυρία του λάμβανε τις καταστάσεις του Investment Account Τεκμήριο 5 ασφαλώς και θα είδε τις χρεώσεις που εγένοντο μετά τις 26.10.
- Εάν οι ισχυρισμοί του Εναγομένου 2 ήταν αληθείς τότε θα αναμένετο ότι με κάποια ενέργειά του, τηλεφώνημα ή επιστολή του θα διαμαρτύρετο για την κατάσταση αυτή, δηλαδή τη μεταφορά των £103.398,14, και τις κατοπινές συναλλαγές στο Χ.Α.Κ. Είναι παραδεκτό από τον ίδιον ότι δεν έκαμε τίποτε απ΄ αυτά και δεν έκανε κατά την γνώμη μου για τον απλούστατο λόγο ότι όλες οι συναλλαγές εγένοντο με υπόδειξη, εντολές και συμφωνία του όπως κατέθεσε η Μ.Ε.
- Η μαρτυρία της Μ.Ε.5 επί του εξεταζόμενου θέματος γίνεται πλήρως αποδεκτή ως ειλικρινής και αξιόπιστη διότι πέραν του ότι κατά τον χρόνο που κατέθετε έκανε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο περαιτέρω πιστεύω ότι τα δεδομένα ομιλούν από μόνα τους. Ο εναγόμενος 2 ο οποίος ήταν κατά τους ουσιώδεις χρόνους η ψυχή (alter ego) της Εναγομένης 1, λάμβανε τις καταστάσεις του Τεκμηρίου 5, λάμβανε τις καταστάσεις investment portofolio και δεν διεμαρτυρήθη ποτέ δια τις συναλλαγές που φαίνονται στο τεκμήριο 5 και κατανόησε, αλλά απεναντίας τις αποδέχθηκε. Ο ισχυρισμός του Εναγομένου 2 ότι δεν έπαιρνε τις καταστάσεις του λογαριασμού της Εναγομένης 1 κατά την μορφή που φαίνονται στο Τεκμήριο 5 έστω και αν γίνει αποδεκτός που δεν γίνεται δεν μπορεί να έχει καμία αξία. Σημασία έχει κατά πόσο οι συναλλαγές που εμφαίνονται στις καταστάσεις του Τεκμηρίου 5 περιέχοντο στις καταστάσεις που έπαιρνε ο εναγόμενος
- Αυτός κατά τον χρόνο που κατέθεσε στο Δικαστήριο δεν αμφισβήτησε τις συναλλαγές που αναφέρονται στο πιο πάνω τεκμήριο, ότι δηλαδή αναφέροντο και στις καταστάσεις που λάμβανε έστω και υπό διαφορετική μορφή. Αντίθετα διεφάνη κατά την αντεξέτασή του ότι είχε πλήρη γνώση των συναλλαγών και ότι μάλιστα περί το τέλος 2001 έγιναν προσπάθειες συμβιβασμού μεταξύ των μερών. Πραγματικά θα ήταν πολύ παράξενο να προχωρούσαν σε τέτοιες ενέργειες χωρίς γνώση όλων των συναλλαγών. Τέλος να σημειωθεί ότι σε αρκετές περιπτώσεις κατά την αντεξέτασή του ο εναγόμενος 2 δέχτηκε ότι έπαιρνε «τον λογαριασμό του Τεκμηρίου 5» και μάλιστα σε μια φορά τουλάχιστον επικαλέσθηκε αυτόν διά να υποστηρίξει ισχυρισμό του. Περαιτέρω, από την αποδεκτή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, γίνονται ευρήματα ότι αντηλλάγη η αλληλογραφία όπως φαίνεται στα τεκμήρια 23, 24, 25, 26, 10, 11, 27, 12, 28, 29, 30, 36, 37, 38, 19, 20 και 21 (η αναφορά γίνεται με χρονολογική σειρά). Σημειώνεται, από τα πιο πάνω τεκμήρια, το τεκμήριο 24 ημερ. 23.3.01, όπου γίνεται αναφορά για πρώτη φορά σε όριο του επίδικου λογαριασμού £100.000 και το τεκμήριο 12, ημερ. 18.9.02, με το οποίο η ενάγουσα τερμάτισε τη λειτουργία, μεταξύ άλλων, και του επίδικου λογαριασμού και καθόρισε ως επιτόκιο 12.25% επί των οφειλομένων ποσών. Ακολούθησε η καταχώρηση της αγωγής υπ΄ αριθμό 12685/02, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, μεταξύ της εναγομένης (ως εναγούσης) και εναγούσης (ως εναγομένης) με την οποία η πρώτη αξίωνε αποζημιώσεις διά αθέτηση συμφωνιών, παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά, δόλο, απάτη και πλημμελή άσκηση των εκ του νόμου και της τραπεζικής πρακτικής καθηκόντων της, ακύρωση και εξάλειψη 4 υποθηκών και διάταγμα ώστε η νυν ενάγουσα να αποδεχθεί το ποσό των £421.300 διά εξόφληση τριών λογαριασμών της, άλλων από τον επίδικο. Επήλθε συμβιβασμός μεταξύ των μερών και από τα συμφωνηθέντα εκείνο που ενδιαφέρει για σκοπούς της παρούσης αγωγής είναι ότι έκαστη πλευρά διατήρησε τις θέσεις της διά τον επίδικο λογαριασμό, τεκμήριο
- Την 20.12.02 ακολούθησε υπό των εναγομένων 2 και 3 υποθήκευση, με την υποθήκη Y12323/02, δύο ακινήτων της εις Άγιο Επιφάνειο Ορεινής και Καλό Χωρίο Ορεινής. Σχετικά είναι τα τεκμήρια 13-
- Την υποθήκευση αυτή η υπεράσπιση την ανήγαγε σε μείζον θέμα, ήτοι ότι δεν ελήφθη το ποσό των £70.000 που αναφέρεται στη σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης, τεκμήριο 13, και προς τούτο μάλιστα κατεχωρήθη την 29.6.05 υπό των εναγομένων 1-3 η αγωγή 5094/05 εναντίον της εναγούσης επιζητώντας μεταξύ άλλων την ακύρωση της άνω υποθήκης, τη διαγραφή του ισχυριζόμενου χρέους των £70.000 που αναφέρεται στην υποθήκη ως άνω, και ακύρωση της συμφωνίας δανείου ημερ. 20.12.
- Να σημειωθεί ότι όλα τα πιο πάνω είναι μέρος και της ανταπαίτησης στην παρούσα αγωγή, κάτι το οποίο είναι απαράδεκτο, καθότι αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας. Παρόλο που είναι μέρος των αξιώσεων της πιο πάνω αγωγής, θα προχωρήσω να αποφασίσω το εξεταζόμενο θέμα, καθότι είναι επίδικο και δόθηκε μαρτυρία προς τούτο. Πιστεύω το θέμα είναι λυμένο από χρόνια και διερωτώμαι για ποιο λόγο και τι σκοπό εξυπηρετούσε η δημιουργία και λήψη αχρείαστων διαβημάτων, όπως η καταχώριση ξέχωρης αγωγής και πρόκλησης εξόδων και δαπανών στους διαδίκους όταν από τις 29.4.03 στην επιστολή του ο δικηγόρος της εναγούσης εις απάντηση επιστολής του δικηγόρου των εναγομένων ημερ. 3.3.03, τεκμήριο 36, ανέφερε επί λέξει τα ακόλουθα: «... Προς αυτή την κατεύθυνση διαπραγματεύθη η Τράπεζα και επετεύχθη προς τούτο συμφωνία μαζί σας και με τους πελάτες σας κατά τη συνάντηση της 13.12.02, στην οποία ήταν παρόντες εκ μέρους της πλευράς σας, εσείς και ο Α. Παστελλάς. Κατ΄αυτήν, ο πελάτης σας παρουσίασε τους τίτλους δύο ακινήτων υπ΄ αριθμό εγγραφής 6498 και 6659 και συνεφωνήθη όπως εγγραφεί υποθήκη διά £70.000 προς εξασφάλιση οιωνδήποτε υποχρεώσεων θα παρέμενον οφειλόμεναι υπό των πελατών σας προς την Τράπεζα μετά την εξόφληση των τριών τραπεζικών λογαριασμών, την εξάλειψη των προηγούμενων υποθηκών, την ακύρωση των κυμαινόμενων επιβαρύνσεων, και .... ούτω και έγινε και την 20.12.02 ενεγράφη η νέα υποθήκη. Κατ΄ακουλουθία απεσύρθη ανεπιφυλάκτως η αγωγή 12685/02, αλλά δηλώθη στο Δικαστήριο ότι έκαστη των δύο πλευρών διετήρη ακεραία την θέση της επί του ζητήματος του λογαριασμού επενδυτή» (βλ. Τεκμήριο 38) Ξεκάθαρα φαίνεται από τα πιο πάνω ότι η άνω υποθήκη ενεγράφη διά εξασφάλιση οιωνδήποτε ποσών τύχαινε να οφείλουν οι εναγόμενοι προς την ενάγουσα, συμπεριλαμβανομένης και τυχόν οφειλής από τον επίδικο λογαριασμό, τεκμήριο
- Είναι επίσης ξεκάθαρο ότι δεν δόθηκε δάνειο ύψους £70.000 προς τους εναγόμενος. Τα ίδια, όπως η επιστολή του δικηγόρου των εναγόντων, τεκμήριο 38, ανέφεραν και οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 ενώπιον του Δικαστηρίου. Ουδέποτε ισχυρίσθηκαν ότι δόθηκε δάνειο ύψους £70.000 στους εναγόμενους. Η συμφωνία αυτή δε των μερών φαίνεται και από το Έγγραφο Υποθήκης, τεκμήριο 14, όπου μεταξύ άλλων αναφέρονται: «.. Και/ή να δώσει/να δίνει οποιαδήποτε παράταση χρόνου για την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού που πρέπει να πληρωθεί από τον πρωτοφειλέτη στην Τράπεζα» Σχετικός επίσης είναι και όρος 14 του άνω Εγγράφου Υποθήκης. (Πρωτοφειλέτης σύμφωνα με το έγγραφο αυτό είναι η εναγόμενη 1) Επίσης, γίνεται εύρημα του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα ρευστοποίησε την ασφάλεια ζωής του εναγόμενου 2, τεκμήρια 17, 18, και πίστωσε τον λογαριασμό της εναγομένης 1 με το ποσό των £15.373,
- Αυτό έγινε στις 5.8.
- Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω ότι δεν προσδίδω καμία σημασία στη μαρτυρία του Μ.Ε.3, Μιχάλη Ξυδά. Όπως και ο ίδιος είπε στο Δικαστήριο, δεν είχε καμία επαφή με την εναγόμενη 1 όταν λειτουργούσε ο επίδικος λογαριασμός και δεν είχε καμιά προσωπική γνώση διά όσα ανέφερε σχετικά με τα τεκμήρια 8 και 9, περιοδικές καταστάσεις χαρτοφυλακίου και customer profile του εναγομένου 1 αντίστοιχα. Ήταν εμφανής η γενικότητα της μαρτυρίας του, η οποία δεν βοήθησε σε τίποτε, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη ότι ενώπιον του Δικαστηρίου υπήρχε άμεση μαρτυρία διά τα επίδικα θέματα που αφορούσε η μαρτυρία του και προερχόταν από τη Μ.Ε.5 και εναγόμενο
- Η μαρτυρία του Μ.Ε.4, Κώστα Λοϊζίδη, γίνεται εξ΄ ολοκλήρου αποδεκτή, καθότι κρίνω ότι αυτή ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη. Εξάλλου, αυτή δεν αμφισβητήθη με την αντεξέταση του. Ως αποτέλεσμα γίνονται τα ανάλογα ευρήματα, που στην ουσία εκείνο που ενδιαφέρει εις την παρούσα υπόθεση είναι η τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ των Μ.Ε.5 και εναγομένου 2, ημερ. 24.10.00, που έγινε μέσω σταθερού τηλεφώνου της Μ.Ε.5 και ηχογραφήθηκε. Η συνομιλία διά σκοπούς βοηθείας του Δικαστηρίου κατεγράφη και παρουσιάζεται στα τεκμήρια 40, 43 και
- Αναμφίβολα η άνω συνομιλία δεν αφορά τον Τrading λογαριασμό, τεκμήριο 22, διά τον απλούστατο λόγο ότι αυτός σταμάτησε να λειτουργεί την 31.5.00 και συγκεκριμένα, η τελευταία συναλλαγή στο Χ.Α.Κ. μέσω του λογαριασμού αυτού έγινε στην πιο πάνω ημερομηνία, βλ. τεκμήριο 32, σελ.
- Ως εκ τούτου, λαμβάνοντας υπόψη και την παραδοχή του εναγομένου 2, ότι η εναγόμενη 1 είχε μόνο δύο λογαριασμούς με την ενάγουσα διά συναλλαγές στο Χ.Α.Κ. και ήταν αρχικώς αυτός του τεκμηρίου 22 και εν συνεχεία αυτός του τεκμηρίου 5, δεν χωρεί αμφιβολία ότι η εντολή του εναγομένου 2, όπως παρουσιάζεται στα τεκμήρια 40, 43 και 44, αφορούσε τον επίδικο λογαριασμό, τεκμήριο 5, ή τον προσωπικό του λογαριασμό. Στη σελ. 6 του τεκμηρίου 5, για το έτος 2000, φαίνεται ότι την 24.10.00 έγιναν συνολικά 13 συναλλαγές και αφορούσαν πωλήσεις, ως εξάγεται από τις πιστώσεις που φαίνονται στον λογαριασμό. Η εντολή των τεκμηρίων 40, 43 και 44 αφορούσε πωλήσεις. Επίσης ο εναγόμενος 2 αντεξετάσθηκε επί του τεκμηρίου 40, σε συνάρτηση με τον επίδικο λογαριασμό, τεκμήριο 5, και δεν ισχυρίσθηκε ότι η εντολή του τεκμηρίου 40 αφορούσε τον προσωπικό ή άλλο λογαριασμό του. Παρόλα ταύτα, δεν φάνηκε ξεκάθαρα διά ποιο λογαριασμό δόθηκε. Λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ευρίσκετο σε λειτουργία και ο προσωπικός λογαριασμός του εναγομένου 2 με αριθμό 182-11-005652 (βλ. τεκμήριο 27) δεν μπορεί να γίνει ασφαλές συμπέρασμα. Παράλληλα, δεν μπορεί ούτε από την άλλη, με βάση τα άνω τεκμήρια, 40, 43, 44, να κριθεί ότι η Μ.Ε.5, κα Κωνσταντίνου, έλεγε ψέματα όπως είναι η εισήγηση του δικηγόρου των εναγομένων. Όπως πολύ σωστά το έθεσε η ίδια, οι εντολές ήταν εκατοντάδες και ήταν αδύνατο να τις θυμηθεί. Καθ΄ όλα λογική και φυσική εξήγηση. Από την άλλη, ότι η συνομιλία αυτή κατετέθη και στην αγωγή 684/03 μεταξύ εναγούσης και εναγομένου 2, χωρίς ίχνος άλλης μαρτυρίας, δεν οδηγεί στα όσα εισηγήθη ο συνήγορος των εναγομένων, ότι δηλαδή εκεί παρουσιάσθη για να καταδειχθεί ότι αφορούσε εντολή διά προσωπικό λογαριασμό του εναγομένου
- Όπως λέχθηκε νωρίτερα η Μ.Ε.5 έκαμε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία της έγινε αποδεκτή για τους λόγους που ανεφέρθησαν. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο η ενάγουσα ορθά τερμάτισε τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού με την επιστολή της ημερ. 18.9.02, τεκμήριο
- Η επιστολή αυτή ήταν συνέχεια άλλης επιστολής ημρ. 18.4.02, τεκμήριο 10, με βάση την οποία καλείτο η εναγόμενη 1 να διευθετήσει την υπέρβαση σε επιθυμητό επίπεδο. Όπως αναφέρεται σ΄ αυτήν, ο επίδικος λογαριασμός με όριο £100.000 είχε υπόλοιπο £118.668,24, πλέον τόκο από 1.1.02 και η αποτίμηση του χαρτοφυλακίου της ήταν £1.712,
- Ακολούθησε νέα επιστολή της εναγούσης , ημερ. 26.4.02, τεκμήριο 11, όπου περίπου τα δεδομένα διά τον επίδικο λογαριασμό ήταν τα ίδια και αφού τονίζετο η ασυμφωνία των μερών, καλείτο η εναγόμενη 1 όπως εντός 7 ημερών προβεί σε διευθετήσεις εξόφλησης αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό. Οι εναγόμενοι 1 και 2 με επιστολή του δικηγόρου τους, ημερ. 8.5.02, τεκμήριο 27, απέρριψαν το περιεχόμενο των δύο άνω επιστολών της εναγούσης, τεκμήρια 10 και
- Ο τερματισμός ακολούθησε με την επιστολή ημερ. 18.9.02 που έχει αναφερθεί. Όπως ήδη έχει λεχθεί, ο επίδικος λογαριασμός ήταν αρχικά χωρίς όριο. Όριο τέθηκε διά πρώτη φορά με την επιστολή της εναγούσης 23.3.01, τεκμήριο
- Πιστεύω ότι η ενέργεια αυτή της εναγούσης ήταν μέσα στα πλαίσια της συμφωνίας των μερών, τεκμήριο
- Ο όρος 2 ρητά αναφέρει ότι «θα υπόκειται στην απόλυτη κρίση της τράπεζας το ποσό των πιστωτικών διευκολύνσεων που θα παραχωρηθούν ... από καιρού εις καιρό σε σχέση με το σχέδιο .. ». Συνεπώς, όταν στάλησαν οι δύο επιστολές της εναγούσης, ημερ. 18.4.02 και 26.4.02, τεκμήρια 10 και 11, η εναγόμενη 1 από τα στοιχεία που παρετέθησαν σ΄ αυτές, που να σημειωθεί δεν αμφισβητήθησαν, φαίνεται ότι ήταν σε παράβαση της συμφωνίας και εν συνεχεία, όπως είναι παραδεκτό επίσης, παρέλειψε να συμμορφωθεί είτε εξοφλώντας είτε εξασφαλίζοντας το ποσοστό κάλυψης. Ως εκ τούτου, ήταν δικαιολογημένος και ορθός ο τερματισμός της 18.9.02 με το τεκμήριο
- Σχετικός επίσης είναι και ο όρος 7 της συμφωνίας των μερών, τεκμήριο
- Πέραν όμως των πιο πάνω και ανεξάρτητα, σύμφωνα με τον όρο 4 της άνω συμφωνίας, η ενάγουσα μπορούσε χωρίς προειδοποίηση να τερματίσει τη λειτουργία του λογαριασμού και να ζητήσει την πληρωμή των οφειλομένων ποσών. Ο όρος έχει ως ακολούθως: «
- Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση προς τον επενδυτή να τερματίσει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και να καταστήσει απαιτητέο/έα οποιοδήποτε δάνειο και/ή άλλες τραπεζικές ή πιστωτικές διευκολύνσεις και να ζητήσει αμέσως από τον επενδυτή την πληρωμή όλων των οφειλόμενων ποσών.» Το αξιούμενο με την αγωγή ποσό είναι £159.879,79, πλέον τόκος 12.25%, από 1.5.
- Η υπεράσπιση αμφισβήτησε το ύψος του τόκου. Ο αρχικός τόκος, σύμφωνα με τη συμφωνία των μερών, ήταν 8%. Υπήρχε όμως πρόβλεψη ότι ο τόκος θα μπορούσε να ήταν «... το ανώτατο ποσοστό επιτοκίου που θα επιτρέπεται με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες νομοθετικές και/ή κανονιστικές ρυθμίσεις» (βλ. όρο 3 της συμφωνίας, τεκμήριο 2). Με την επιστολή της ημερ. 18.9.02, τεκμήριο 12, η ενάγουσα πληροφόρησε την εναγόμενη 1 ότι το επιτόκιο του επίδικου λογαριασμού μεταβάλλετο σε 12.25% από 18.9.02 και ότι ο τόκος θα κεφαλαιοποιείτο την 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου εκάστου έτους. Ότι η άνω επιστολή λήφθηκε από την εναγόμενη 1 δεν αμφισβητείται (βλ. παρ. 32(ε) και 33 της Έκθεσης Υπεράσπισης). Η επιστολή αυτή συνάδει πλήρως με το άρθρο 3
(1)του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999, Ν.160
(1)/
- Συνεπώς, η χρέωση υπό της εναγούσης τόκου προς 12.25%, όπως και η αξίωση τόκου του αυτού ύψους είναι καθ΄ όλα νόμιμος. Σε σχέση με το έγγραφο ενεχυρίασης κινητών αξιών, τεκμήριο 4, οι εναγόμενοι προβάλλουν ότι δεν είναι έγκυρο καθότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 138(δ)(Ι) του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Με όλο τον σεβασμό, όλες οι προϋποθέσεις που τίθενται από το πιο πάνω άρθρο πληρούνται στην περίπτωση του τεκμηρίου
- Αυτό είναι σε γραπτή μορφή, υπογράφεται στο τέλος από αντιπρόσωπο του ενεχυριαστή και κατηρτίσθη στην παρουσία δύο τουλάχιστον μαρτύρων οι οποίοι προσυπογράφουν. Το πότε έγινε το έγγραφο αυτό και σε ποιες μετοχές αναφέρεται είναι εμφανές από τα περιβάλλοντα γεγονότα του εγγράφου. Αυτά να σημειωθεί δεν είναι προϋποθέσεις εγκυρότητος του ενεχύρου βάσει του άρθρου 138(δ)(Ι). Είναι παραδεκτό ότι αυτό υπεγράφη μαζί με τα άλλα έγγραφα διά λειτουργία του επίδικου λογαριασμού. Επομένως, συνάγεται ότι η ημερομηνία του είναι 9.6.
- Επίσης, έστω και αν ελλείπει το Παράρτημα, στο οποίο εμφαίνονται οι μετοχές που ενεχυριάσθησαν, και πάλιν δεν παρουσιάζεται ουσιαστικό πρόβλημα. Είναι παραδεκτό και από τις δύο πλευρές ότι αυτές είναι οι μετοχές που εμφαίνονται εις την αίτηση, τεκμήριο 2, η αξία των οποίων παρουσιάσθη στο Δικαστήριο ως παραδεκτό γεγονός. Όσον αφορά την εγκυρότητα του πληρεξουσίου ημερ. 9.6.00, τεκμήριο 6, και πάλι οι θέσεις που τέθησαν από την υπεράσπιση δεν έχουν έρεισμα. Η υπογραφή του εγγράφου, σύμφωνα με τον εναγόμενος 2, έγινε από τον ίδιο και η υπογραφή είναι η γνήσια υπογραφή του. Υπέγραψε ως διευθυντής της εναγομένης
- Εκείνο που αμφισβητείται είναι η πιστοποίηση της, όπως εμφαίνεται στο έγγραφο. Η μη ορθή πιστοποίηση του εγγράφου αυτού δεν πλήττει την εγκυρότητα του. Δεν έχει αναφερθεί ή υποδειχθεί ότι σε περιπτώσεις χρήσης πληρεξουσίου διά έγκυρη κατάρτιση σύμβασης ενεχύρου θα πρέπει το πληρεξούσιο να είναι πιστοποιημένο από πιστοποιών υπάλληλο. Τυχόν παραβίαση υπό του συγκεκριμένου πιστοποιούντος υπαλλήλου που προέβη στην πιστοποίηση, των προνοιών του περί Πιστοποιούντων Υπαλλήλων Νόμου, Κεφ. 39, όπως τροποποιήθηκε, και συγκεκριμένα το άρθρο 7, δεν επιφέρει ακυρότητα του πληρεξουσίου εγγράφου στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπου είναι παραδεκτή η υπογραφή του πληρεξουσιοδοτούντος. Εκείνο που δυνατό επιφέρει είναι συνέπειες στον πιστοποιούντα υπάλληλο (βλ. Αντωνίου ν. Χριστοδούλου
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 18). Οι εναγόμενοι επιρρίπτουν επαγγελματική αμέλεια στην ενάγουσα, μάλιστα κλασσική αμέλεια, όπως την χαρακτηρίζουν, διότι ενώ γνώριζε ότι η αξία του χαρτοφυλακίου κινείτο δραματικά προς τα κάτω, δεν έπραξε τίποτε και παρέλειψε να πωλήσει τις ενεχυριασμένες μετοχές στον χρόνο που έπρεπε. Επίσης, ενώ είχε τη δυνατότητα πρόβλεψης της πτώσης των μετοχών, δεν έπραξε οτιδήποτε ώστε ο επίδικος λογαριασμός να μην υποστεί ζημία. Όλα τα πιο πάνω, πλην του ότι δεν έχουν αποδειχθεί, διότι δεν έχουν τεθεί οιαδήποτε στοιχεία ή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου προς την κατεύθυνση αυτή, προσέτι παραγνωρίζουν ουσιαστικούς παράγοντες της θέσης και ευθύνης της εναγούσης στο όλο «Σχέδιο». Κατ΄ αρχήν, ο εναγόμενος 2 στην αντεξέταση του δήλωσε ότι θεωρούσε υπεύθυνη τη Μ.Ε.5 «όχι τόσο για τον συγκεκριμένο λογαριασμό της εταιρείας αλλά όσον αφορά τον δικό του προσωπικό λογαριασμό». Ο προσωπικός λογαριασμός δεν είναι επίδικο θέμα. Η κα Κωνσταντίνου, Μ.Ε.5, δεν ήταν κατά τους ουσιώδεις χρόνους υπάλληλος της εναγούσης, αλλά της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ, που ήταν το τρίτο σκέλος του «Σχεδίου». Η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ δεν είναι διάδικος στην παρούσα διαδικασία. Επίσης, θα πρέπει να λεχθεί ότι όλες οι συναλλαγές, σύμφωνα με το «Σχέδιο», συμφωνία τεκμήριο 2, αλλά όπως είναι παραδεκτό εγένοντο από τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ. Τον επίδικο λογαριασμό τον χειρίζετο η τελευταία ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της εναγομένης 1 (βλ. όρο 1 της συμφωνίας, τεκμήριο 2). Το «Σχέδιο», όπως συνεφωνήθη και λειτουργούσε βάσει της συμφωνίας τεκμήριο 2, και όπως είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, αλλά και παραδοχές του εναγομένου 2 σε αρκετή έκταση, ήταν επενδυτικό και όχι διαχειριστικό, λειτουργούσε δηλαδή με εντολές του επενδυτή. Στην συγκεκριμένη περίπτωση με εντολές του εναγομένου 2, ο οποίος ήταν ο διευθυντής της εναγομένης 1. Τέλος, σύμφωνα με τον όρο 11 του εγγράφου ενεχυρίασης, τεκμήριο 4, η πώληση των μετοχών ήταν δικαίωμα της εναγούσης και όχι υποχρέωση της (βλ. China & South Bank Ltd v. Jan
(1989)3 All E.R. 839). Mε βάση όλα τα πιο πάνω, είμαι της γνώμης ότι δεν έχει αποδειχθεί οιαδήποτε αμέλεια της ενάγουσας. Η υπόθεση MarkeTrends Finance Ltd v. Πέρδικου κ.ά.
(2006)1(Β) Α.Α.Δ 1042, στην οποία αναφέρθηκε συνήγορος των εναγομένων, αφορούσε διαφορετικά γεγονότα και τα όσα λέχθησαν εκεί δεν τυγχάνουν εφαρμογής εις την παρούσα υπόθεση. Εκεί κρίθηκε ότι η εφεσείουσα υπείχε θέση «διαχειρίστριας» των μετοχών των εφεσιβλήτων με ετήσιο δικαίωμα διαχείρισης. Εις την υπό εξέταση υπόθεση δεν υπάρχουν τέτοια δεδομένα. Μια από τις πολλές υπερασπίσεις των εναγομένων είναι και η ισχυριζόμενη παράβαση υπό της εναγούσης εγκυκλίων που εξέδωσε το Χ.Α.Κ. και η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατετέθησαν ως τεκμήρια 31 και 32 δύο εγκύκλιοι του Χ.Α.Κ., ημερ. 7.10.99 και 9.2.99 αντίστοιχα και αριθμός εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, που είναι το τεκμήριο
- Κατ΄ αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι τα τεκμήρια 31 και 32, όπως τα ίδια αναφέρουν, απευθύνονται προς τα Μέλη του Χ.Α.Κ. Ενόψει του ότι δεν τέθηκε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα είναι μέλος του Χ.Α.Κ. δεν μορεί κάποιος βάσιμα να ισχυρισθεί ότι τα τεκμήρια αυτά απεστάλησαν και λήφθησαν από την ενάγουσα. Πέραν όμως απ΄ αυτά, και αν ακόμη αυτές οι εγκύκλιοι λήφθησαν από την ενάγουσα και αν ακόμη τις παρέβη, αυτό δεν επηρεάζει τη νομιμότητα και συμβατική δεσμευτικότητα των πράξεων που έγιναν στο Χ.Α.Κ. και την αντίστοιχη χρέωση του λογαριασμού της εναγομένης
- (βλ. Χ"Μάρκου ν. Widettorizon Capital Market Ltd Π.Ε. 226/07, ημερ. 29.1.10). Όσον αφορά τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, παρατηρώ ότι τις 26.5.00, ήτοι λίγες μέρες πριν το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού στις 9.6.2000 η Κεντρική Τράπεζα με την εγκύκλιο επιστολή της ημερ. 26.5.00 (μέρος του τεκμηρίου 33), καθόρισε μηνιαία πιστωτικά όρια διά την περίοδο Ιουνίου-Δεκεμβρίου 2000 βάσει του άρθρου 38(γ) των Περί Κεντρικής Τραπέζης της Κύπρου Νόμων (1963-1999), ώστε η συνολική πιστωτική επέκταση κατά τη διάρκεια ολόκληρου του έτους να μην υπερβαίνει το 12% σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο. Κανένα στοιχείο και καμία μαρτυρία δεν προσήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα υπερέβη το άνω όριο με το άνοιγμα του λογαριασμού της εναγομένης 1 και της συνεπαγόμενης πίστωσης και συνεπώς η υπεράσπιση αυτή δεν μπορεί να έχει καμιά τύχη. Με την αποτυχία των δύο πιο πάνω αξόνων υπεράσπισης καταρρέει και η υπεράσπιση της «Δημοσίας Πολιτικής» που επικαλέσθηκαν οι εναγόμενοι. Έχω εξετάσει και όλες τις άλλες πτυχές της υπεράσπισης και κρίνω ότι με όσα έχω αναφέρει μέχρι τώρα καλύπτουν αυτές οι οποίες κρίνονται αβάσιμες και συνεπώς δεν μπορούν να πετύχουν. Η ευθύνη των εναγομένων 2 και 3 είναι δυνάμει του εγγράφου εγγυήσεως ημερ. 4.2.93, τεκμήριο 1, η οποία είναι μια συνεχής εγγύηση των οφειλών της εναγομένης 1, συμπεριλαμβανομένων μελλοντικών όπως η υπό εξέταση. Η ρευστοποίηση της ασφάλειας ζωής του εναγομένου 2, όπως έχει ήδη αναφερθεί, έγινε με νομιμοποίηση την εκχώρηση της βάσει του τεκμηρίου
- Η εκχώρηση αυτή αποτελούσε μια συνεχή και παράλληλη εξασφάλιση των οφειλών της εναγομένης 1, «παρουσών ή μελλοντικών». Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση εναντίον των εναγομένων 1-3, αλληλέγγυα και προσωπικά, διά €273.170,84 (£159.879) εντόκως προς 12.25% από 1.1.05 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 1η Ιανουαρίου και την 1η Ιουλίου εκάστου έτους. Επίσης, εκδίδονται δήλωση και διατάγματα ως η παρ. 33(β)(γ) και (δ) της Έκθεσης Απαίτησης. Η ανταπαίτηση, ως αποτέλεσμα, απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής και ανταπαίτησης να είναι εις βάρος των εναγομένων, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τν Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η αγωγή και ανταπαίτηση συνεκδικάσθηκαν, αυτά να είναι ένα σετ. [Υπ.] Λ. Παρπαρίνος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο