Δημήτρη Κοτσώνια κ.α. ν. LK GLOBALSOFTCOM LTD κ.α., Αγωγή Αρ. 11867/03, 5.7.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A248 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 11867/03 Μεταξύ:
- Δημήτρη Κοτσώνια
- Σάββα Κοτσώνια Εναγόντων - Και -
- L.K. GLOBALSOFT.COM LTD
- Λυκούργου Κυπριανού Εναγομένων Και όπως τροποποιήθηκε με το Διάταγμα ημερ. 23.5.08 Μεταξύ:
- Δημήτρη Κοτσώνια
- Σάββα Κοτσώνια Εναγόντων - Και -
- GLOBAL CONSOLIDATOR PUBLIC LTD
- Λυκούργου Κυπριανού Εναγομένων Ημερομηνία: 5.7.2010 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: κ. Γ. Γεωργιάδης Για εναγόμενους: κ. Μ. Ορφανίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η διαφορά των διαδίκων έχει στο επίκεντρο της 80.000 μετοχές της εναγόμενης 1 (στο εξής η Εταιρεία), τις οποίες απέκτησαν οι ενάγοντες με ιδιωτική τοποθέτηση στην τιμή των Λ.Κ.0.25 ανά μετοχή. Η αγορά των μετοχών, διατείνονται οι ενάγοντες, έγινε στη βάση των όρων που καθόρισαν οι εναγόμενοι σε ειδικό έντυπο-αίτηση, με το οποίο διαβεβαίωναν τους υποψήφιους επενδυτές ότι όλες οι μετοχές της Εταιρείας θα μετατρέπονταν σε συνήθεις μέχρι 15.12.00 προκειμένου να εισαχθούν για διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ). Κατά παράβαση όμως του εν λόγω όρου παρέλειψαν να μετατρέψουν το 75% των μετοχών σε συνήθεις με αποτέλεσμα να υποστούν απώλεια κέρδους και/ή ζημία. Συγκεκριμένα:- Επικαλούμενοι ότι στις 15.12.00 η μέγιστη τιμή διαπραγμάτευσης των συνήθων μετοχών της Εταιρείας ήταν Λ.Κ.5,31 ανά μετοχή αξιώνουν:- Α. €518.731 (Λ.Κ.303.600) για τη ζημία που όπως ισχυρίζονται υπέστησαν λόγω της μη μετατροπής των 60.000 μετοχών που αγόρασαν (75%) σε συνήθεις και η οποία αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της τιμής απόκτησης των μετοχών με την αξία τους κατά την ημέρα διάρρηξης της σύμβασης. Β. €25.629 (Λ.Κ.15.000) που κατέβαλαν στους εναγόμενους για απόκτηση των εν λόγω μετοχών έναντι ανταλλάγματος που οι εναγόμενοι δεν παρείχαν ως επίσης και Γ. Γενικές, ειδικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις για αθέμιτο πλουτισμό και/ή για παράβαση συμφωνίας και/ή για αμέλεια και/ή για ψευδείς και αμελείς παραστάσεις και/ή για δόλιες και παράνομες πράξεις και/ή για απώλεια ρεαλιστικής ευκαιρίας κέρδους. Οι εναγόμενοι απορρίπτουν τις αξιώσεις των εναγόντων και τις αποδιδόμενες σ΄ αυτούς επιλήψιμες πράξεις ή παραλείψεις. Η πρόνοια για μετατροπή των επίδικων μετοχών σε συνήθεις, αντιτείνουν, άλλαξε με ειδικό ψήφισμα όλων των μετόχων της Εταιρείας στις 7.2.00 με το οποίο αποφασίσθηκε η μετατροπή μόνο του 25% των εν λόγω μετοχών σε συνήθεις, ενώ η μετατροπή των υπολοίπων έγινε με ειδικό ψήφισμα ημερ. 9.8.
- Επομένως, διατείνονται, δεν παραβίασαν κανένα από τους συμφωνηθέντες όρους, ούτε οι ενάγοντες δικαιούνται να επικαλούνται τέτοια παραβίαση τη στιγμή που η στάση που τήρησαν αποκαλύπτει ότι πολύ πριν τις 15.12.00 αποδέχτηκαν χωρίς καμιά επιφύλαξη να τους εκδοθούν και παραχωρηθούν 20.000 συνήθεις μετοχές και 60.000 μετοχές κατηγορίας Α. Περαιτέρω προβάλλουν ότι οι ενάγοντες όχι μόνο δεν υπέστησαν οποιανδήποτε ζημία, αλλά αποκόμισαν και τεράστιο κέρδος αφού τις 20.000 συνήθεις μετοχές τις πώλησαν για Λ.Κ.106.
- Τα γεγονότα που συνθέτουν την υπόθεση είναι σε μεγάλο βαθμό παραδεκτά ή μη αμφισβητούμενα. Ό,τι ουσιαστικά αμφισβητείται είναι τρία σημεία τα οποία θα προσδιορισθούν αφού προηγηθεί η καταγραφή των παραδεκτών ή μη αμφισβητούμενων γεγονότων που έχουν ως ακολούθως:- Οι ενάγοντες ενδιαφέρθηκαν να αποκτήσουν μετοχές της Εταιρείας με ιδιωτική τοποθέτηση και για το σκοπό αυτό υπέβαλαν σχετική αίτηση ημερ. 4.11.99 (τεκμ.1), έντυπο της οποίας προμηθεύτηκαν από την Εταιρεία. Ό,τι εδώ ενδιαφέρει είναι οι όροι 7(ε) και (στ) της αίτησης που έχουν ως ακολούθως:- «
- Οι μετοχές θα είναι ειδικής τάξης, θα ονομάζονται δε Ειδικές Μετατρέψιμες Μετοχές θα έχουν δε, βασικά, τα εξής δικαιώματα:- (ε) Οι Μετοχές ή μέρος αυτών κατ΄ αναλογία, θα είναι μετατρέψιμες, μία προς μία, ή σε περίπτωση διαίρεσης των Συνήθων Μετοχών κατ΄ αναλογία, σε συνήθεις μετοχές της Εταιρείας καθ΄ οιονδήποτε χρόνο, κατ΄ εκλογή της Εταιρείας με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής. Εν πάση περιπτώσει μέχρι την 15.12.00 όλες οι Μετοχές θα μετατραπούν σε συνήθεις μετοχές. (στ) Οι συνήθεις μετοχές που θα προκύψουν από την πιο πάνω μετατροπή, θα έχουν τα ίδια δικαιώματα με τις υπάρχουσες Συνήθεις Μετοχές της Εταιρείας, η δε Εταιρεία, σε περίπτωση που οι ήδη υπάρχουσες Συνήθεις Μετοχές είναι εισηγμένες στο ΧΑΚ θα καταβάλει κάθε αναγκαία προσπάθεια για εισαγωγή και των μετοχών αυτών στο ΧΑΚ.» Η Εταιρεία, η επωνυμία της οποίας τότε ήταν AramisSoft (Holdings) Ltd, ικανοποίησε μερικώς το αίτημα των δύο αδελφών - εναγόντων παραχωρώντας τους συνολικά 80.000 Ειδικές Μετατρέψιμες Μετοχές Τάξεως Α στην τιμή των Λ.Κ.0,25 ανά μετοχή. Σχετική είναι η επιστολή ημερ. 30.11.99 (τεκμ.2) που τους απέστειλε. Λίγες ημέρες μετά, στις 10.12.99, η Εταιρεία μετατράπηκε σε δημόσια, ο δε εναγόμενος 2 συνέχισε να είναι πρόεδρος του Διοικητικού της Συμβουλίου μέχρι και το Μάιο του
- Στις 1.2.00 η Εταιρεία συγκάλεσε για τις 7.2.00 έκτακτες γενικές συνελεύσεις κατά τις οποίες εγκρίθηκε ομόφωνα ειδικό ψήφισμα (τεκμ. 7α, 7β και 7γ) σύμφωνα με το οποίο το 75% των Ειδικών Μετατρέψιμων Μετοχών Τάξης Α μετονομάσθηκαν σε μετοχές κατηγορίας Α, ενώ το υπόλοιπο 25% μετονομάσθηκαν σε συνήθεις μετοχές. Οι ενάγοντες φαίνεται να μην παρεβρέθηκαν στις εργασίες των πιο πάνω συνελεύσεων, παρόλο που ο ενάγοντας 1 δεν απέκλεισε να είχαν προσκληθεί και για το θέμα αυτό απλώς πρόβαλε ότι δεν θυμόταν αν πήραν ή όχι σχετική πρόσκληση. Ωστόσο το τι αποφασίσθηκε στις εν λόγω συνελεύσεις τους κοινοποιήθηκε με επιστολή (τεκμ.4) στη διεύθυνση που είχαν δώσει στην αίτησή τους τεκμ.
- Με την ίδια επιστολή τους στάληκαν και τα πιστοποιητικά τόσο για τις συνήθεις μετοχές όσο και τις 60.000 μετοχές κατηγορίας Α (τεκμ.5) και περαιτέρω πληροφορούνταν ότι στις προσεχείς ημέρες οι μετοχές της Εταιρείας θα εισάγονταν στο ΧΑΚ, κάτι που έγινε στις 26.4.00 (τεκμ.8). Επίσης με άλλες επιστολές που τους έστειλε η Εταιρεία στις 22.3.00 (τεκμ. 3α και 3β) στην ίδια διεύθυνση - Λεωνίδου 11, 6030 Λάρνακα - ενημερώνονταν ότι τα στοιχεία τους είχαν καταχωρηθεί στο μητρώο της Εταιρείας και αν είχε παρεισφρήσει κάποιο λάθος να το κοινοποιούσαν στην Εταιρεία προκειμένου να διορθωθεί. Οι ενάγοντες δεν απάντησαν στις πιο πάνω επιστολές και σύμφωνα με τη μαρτυρία του ενάγοντα 1 τις 60.000 Μετοχές Κατηγορίας Α «τις έβαλαν στο συρτάρι», ενώ τις 20.000 Συνήθεις Μετοχές τις πώλησαν μέσα στο Σεπτέμβριο του 2000 έναντι του συνολικού τιμήματος των Λ.Κ.106.
- Και ενώ οι 60.000 Μετοχές Κατηγορίας Α των εναγόντων «ήταν στο συρτάρι» η Εταιρεία συγκάλεσε νέες Έκτακτες Γενικές Συνελεύσεις των Μετόχων της για τις 9.8.01 (τεκμ. 12-19), στις οποίες αποφασίσθηκε η μετατροπή και των Μετοχών Κατηγορίας Α σε συνήθεις μετοχές. Το κατά πόσο οι ενάγοντες παρεβρέθηκαν ή όχι στις εν λόγω συνελεύσεις δεν έχει διευκρινισθεί. Όμως, όπως αδιαμφισβήτητα προκύπτει από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καθόλη την πιο πάνω περίοδο δεν διαμαρτυρήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο για τη μη μετατροπή των Μετοχών Κατηγορίας Α σε συνήθεις και για πρώτη φορά υπέβαλαν σχετικό παράπονο μέσω δικηγόρου στις 15.7.02 (τεκμ.6), προβάλλοντας ότι η παράλειψη της Εταιρείας να μη μετατρέψει τις Μετοχές Κατηγορίας Α σε συνήθεις μέχρι 15.12.00 συνιστούσε παράβαση των «γραπτών και προφορικών διαβεβαιώσεων και/ή παραστάσεων» που είχε δώσει και στη βάση αυτή διεκδικούσαν την επιστροφή των Λ.Κ.15.000 που είχαν καταβάλει για απόκτηση τους, διαφορετικά θα προχωρούσαν στη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον της. Η Εταιρεία δεν απάντησε στην πιο πάνω επιστολή με αποτέλεσμα τρεις μήνες μετά να καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή. Έκτοτε, στις 1.9.05, η Εταιρεία προχώρησε σε αντίστροφη υποδιαίρεση των μετοχών τους ώστε σε κάθε πέντε μετοχές να αντιστοιχεί μία (τεκμ. 10 και 11) και έτσι οι 60.000 (συνήθεις πλέον) μετοχές των εναγόντων έγιναν 12.000 και όλες καταχωρήθηκαν στις 1.11.05 σε σχετική μερίδα του ΧΑΚ στο όνομα του ενάγοντα 2, ενώ την επόμενη άρχισε η διαπραγμάτευση στο ΧΑΚ και του υπόλοιπου 75% (21.403.200 μετοχές) των μετοχών της Εταιρείας (τεκμ.9). Τέλος, είναι παραδεκτή και η μαρτυρία της λειτουργού του Εφόρου Εταιρειών Ε. Παπαδοπούλου (ΜΕ.3) ότι στο φάκελο της Εταιρείας, ο οποίος τηρείται στο Τμήμα της, δεν υπάρχει οποιοδήποτε ψήφισμα μετατροπής και παραχώρησης συνήθων μετοχών, ούτε φαίνεται απ΄ αυτόν ότι οι ενάγοντες ήταν κάτοχοι τέτοιων μετοχών. Με την καταγραφή των πιο πάνω έχει αποτυπωθεί σχεδόν ολόκληρο το πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης και ό,τι παρέμεινε είναι κάποιοι περαιτέρω ισχυρισμοί που σχετίζονται με τρία θέματα. Το πρώτο αφορά την εμπλοκή του εναγόμενου 2 στην αγορά των μετοχών, το δεύτερο τον ισχυρισμό του ενάγοντα 1 (ΜΕ.2) ότι αν οι ενάγοντες γνώριζαν ότι η Εταιρεία δεν θα μετέτρεπε το 75% των Μετοχών Κατηγορίας Α σε συνήθεις μέχρι 15.12.00 δεν θα αγόραζαν τις μετοχές και, το τρίτο, την αξία της μετοχής της Εταιρείας στην περίπτωση που στις 15.12.00 εισάγονταν στο ΧΑΚ για διαπραγμάτευση και το 75% των εν λόγω μετοχών. Σε σχέση με το πρώτο θέμα, ο ενάγοντας 2 (ΜΕ.2) ισχυρίσθηκε ότι συναποφάσισαν με τον αδελφό του ενάγοντα 1 να προβούν στην αγορά των μετοχών μετά από τις παραστάσεις του διευθυντή και μετόχου της Εταιρείας εναγόμενου 2 ότι μέχρι 15.12.00 θα μετατρέπονταν σε συνήθεις και οι 60.000 Μετοχές Κατηγορίας Α. Κατά την αντεξέταση, ωστόσο, παραδέχτηκε ότι πριν αγοράσουν τις μετοχές δεν είχαν καμιά επαφή με τον εναγόμενο 2, τον οποίο ο ίδιος είδε για πρώτη φορά σε μεταγενέστερο στάδιο κατά τη διάρκεια διάλεξης που ο εναγόμενος 2 έδωσε σε ξενοδοχείο της Λάρνακας. Παραδέχτηκε επίσης ότι τότε είχαν ζωηρό ενδιαφέρον να αποκτήσουν μετοχές της Εταιρείας και για το σκοπό αυτό σημείωσαν στην αίτηση (τεκμ. 1) το όνομα του Ρόη Πογιατζή, «ισχυρού» όπως τον αποκάλεσε άνδρα της Εταιρείας, προκειμένου η αίτηση τους να τύχει θετικής αντιμετώπισης. Σ΄ ότι δε αφορά το δεύτερο θέμα, ισχυρίσθηκε ότι προέβησαν στην αγορά των μετοχών λόγω της διαβεβαίωσης ότι μέχρι 15.12.00 θα έπαιρναν ακόμη 60.000 συνήθεις μετοχές, κάτι που δεν έγινε με αποτέλεσμα να υποστούν ζημία ύψους Λ.Κ.15.000 η οποία αντιστοιχεί στο ποσό που κατέβαλαν για την αγορά τους. Κατά την αντεξέταση ωστόσο παραδέχτηκε ότι στις 13.9.00 πώλησαν τις 20.000 συνήθεις μετοχές και εισέπραξαν Λ.Κ.106.200, αλλά πρόσθεσε ότι αν η Εταιρεία τηρούσε την υπόσχεσή της θα μπορούσαν στις 15.12.00 να πωλήσουν και τις άλλες 60.000 στην τιμή των Λ.Κ.5,31 ανά μετοχή. Υπέστησαν επομένως αντίστοιχη ζημία και αρνήθηκε υποβολή ότι όχι μόνο καμιά ζημιά δεν υπέστησαν αλλά αντίθετα η συναλλαγή τούς επέφερε σημαντικό κέρδος. Για το τρίτο θέμα η μόνη σχετική μαρτυρία που προσκομίσθηκε προέρχεται από το λειτουργό του ΧΑΚ Π. Χριστοφόρου (ΜΕ.1), ο οποίος απλώς πιθανολόγησε ότι αν στις 15.12.00 εισάγονταν στο ΧΑΚ για διαπραγμάτευση και το υπόλοιπο 75% των μετοχών της Εταιρείας πιθανό η τιμή της μετοχής να έπεφτε κάτω από τις Λ.Κ.5.
- Στο στάδιο των αγορεύσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων εισηγήθηκε ότι στη βάση της μαρτυρίας που προσκομίσθηκε ο εναγόμενος 2 δεν είχε προσωπική ανάμειξη στην αγορά των μετοχών και ό,τι του αποδίδεται με την έκθεση απαίτησης - αμέλεια, ψευδείς παραστάσεις και παράβαση καθήκοντος - δεν έχει ποσώς τεκμηριωθεί. Ούτε μπορεί να του αποδοθεί προσωπική ευθύνη στην περίπτωση που κριθεί ότι η Εταιρεία παραβίασε τη συμφωνία και, σ΄ ότι αφορά το θέμα των διεκδικούμενων αποζημιώσεων, εισηγήθηκε ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται αποζημιώσεων για το λόγο ότι δεν τερμάτισαν τη συμφωνία και συνέχισαν να κρατούν τις μετοχές. Παρέπεμψε σχετικά στην απόφαση ημερ. 4.9.07 που έκδωσε το παρόν Δικαστήριο στις συνενωμένες αγωγές 5136/02 μέχρι και 5148/02, καθώς επίσης και σε απόφαση άλλου Δικαστηρίου ημερ. 15.12.05 η οποία επικυρώθηκε κατ΄ έφεση στην υπόθεση Metaxas Loizides Syrimis & Co κ.α. v. K.L. Globalsoft Com Ltd
(2007)1 A.A.Δ.
- Αντίθετες είναι οι εισηγήσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγόντων. Τον έλεγχο της Εταιρείας, εισηγήθηκε, τον είχαν οι μεγαλομέτοχοι της και ένας απ΄ αυτούς ήταν και ο εναγόμενος
- Επομένως θα έπρεπε να γνωρίζει ότι η μετατροπή των Μετοχών Κατηγορίας Α σε συνήθεις ενέπιπτε στην αρμοδιότητα της Γενικής Συνέλευσης και του Διοικητικού Συμβουλίου και η παράλειψη του να ενημερώσει σχετικά τους επενδυτές τον καθιστά προσωπικά υπεύθυνο. Παρέπεμψε επί του προκειμένου στις υποθέσεις C. Evans & Sons Ltd v. Spritebroud and another
(1985)2 All E.R. 415 και Evans & Sons Ltd v. Ιωάννου
(2001)1 Α.Α.Δ. 2092, οι οποίες πραγματεύονται τις αρχές βάσει των οποίων ο διευθυντής μιας εταιρείας φέρει προσωπική ευθύνη για αστικό αδίκημα που διέπραξε η Εταιρεία, κι αυτό για στήριξη της εισήγησης του ότι υπό τα περιστατικά της υπόθεσης η Εταιρεία διέπραξε σε βάρος των εναγόντων αστικό αδίκημα για το οποίο φέρει προσωπική ευθύνη και ο Πρόεδρος της, εναγόμενος
- Εισηγήθηκε, επίσης, ότι εν πάση περιπτώσει η μη μετατροπή των επιδίκων μετοχών σε συνήθεις μέχρι 15.12.00 συνιστά παράβαση συμφωνίας και στη βάση αυτή οι ενάγοντες δικαιούνται αποζημίωσης για τις ζημιές που υπέστησαν. Επί του προκειμένου κάλεσε το Δικαστήριο να μη δώσει βαρύτητα στη γνώμη που εξέφρασε ο ΜΕ.2, ότι δηλαδή η εισαγωγή στο ΧΑΚ του 75% των μετοχών της Εταιρείας πιθανό να έριχνε την τιμή της μετοχής, για το λόγο ότι δεν είναι εμπειρογνώμονας και σε σχέση με το θέμα αυτό προώθησε ως ορθή την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην υπόθεση Metaxas Loizides Syrimis & Co (ανωτέρω), ότι δηλαδή η ζημιά που υπέστησαν οι ενάγοντες αντιστοιχούσε στη μέγιστη τιμή που είχε η μετοχή της Εταιρείας στις 15.12.00, ενώ τη διαφορετική κρίση του παρόντος Δικαστηρίου στις συνενωμένες αγωγές 5136/02-5148/02 την χαρακτήρισε λανθασμένη. Τέλος, εισηγήθηκε ότι οι ενάγοντες δικαιούνται εν πάση περιπτώσει σε επιστροφή των Λ.Κ.15.000 που κατέβαλαν για αγορά των επίδικων μετοχών στη βάση ότι το αντάλλαγμα για το οποίο καταβλήθηκε το ποσό αυτό απέτυχε. Διεξήλθα με προσοχή τις εγγράφους προτάσεις, τα παραδεκτά ή μη επιδεχόμενα αμφισβήτησης γεγονότα, τη προσκομισθείσα μαρτυρία στις τρεις διαφωνίες για τις οποίες έγινε λόγος πιο πάνω και στα όσα με ικανότητα προώθησαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων στο στάδιο των αγορεύσεων. Προέχει η συμπλήρωση του πραγματικού πλαισίου της υπόθεσης με την εξέταση των τριών διαφωνιών. Όπως είναι φανερό, η πρώτη διαφωνία που σχετίζεται με την εμπλοκή του εναγόμενου 2 στην αγορά των μετοχών έπαυσε να υφίσταται ως αποτέλεσμα των απαντήσεων που έδωσε ο ενάγοντας 1 (ΜΕ.2) στις σχετικές επί του θέματος ερωτήσεις. Βρίσκω επομένως ότι το ενδιαφέρον που επέδειξαν οι ενάγοντες για αγορά μετοχών της Εταιρείας δεν καλλιεργήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο από τον εναγόμενο 2 προσωπικά, αλλά ήταν αποκλειστικά προϊόν της δικής τους επιθυμίας και μάλιστα για την ικανοποίηση της σημείωσαν στην αίτηση (τεκμ.1) και το όνομα του «ισχυρού», όπως τον χαρακτήρισε ο ενάγοντας 1, άνδρα της Εταιρείας Ρόη Πογιατζή προκειμένου η αίτηση τους να τύχει θετικής αντιμετώπισης. Σ΄ ότι δε αφορά τη δεύτερη διαφωνία, τί δηλαδή συνεκτίμησαν οι ενάγοντες για να υποβάλουν την αίτηση τεκμ.1, κρίνω ότι αυτό που τελικά έχει σημασία είναι οι όροι στη βάση των οποίων αγοράσθηκαν οι μετοχές και όχι οι δικοί τους σχεδιασμοί ή αν τελικά το κέρδος τους σε διάστημα ενός έτους ήταν υπερπενταπλάσιο του ποσού που επένδυσαν. Επισημαίνεται επί του προκειμένου ότι οι συμφωνηθέντες όροι διαμορφώθηκαν ως αποτέλεσμα της αποδοχής της αίτησης (τεκμ. 1) από την Εταιρεία στις 30.11.99 (τεκμ.2) και αν η Εταιρεία παραβίασε οποιονδήποτε όρο είναι θέμα που θα κριθεί αποκλειστικά στη βάση των δύο αυτών εγγράφων και όχι στη βάση οποιουδήποτε άλλου εξωγενούς στοιχείου. Τέλος, σ΄ ότι αφορά τη γνώμη του ΜΕ.2 ότι αν στις 15.12.00 εισάγονταν στο ΧΑΚ για διαπραγμάτευση και το υπόλοιπο 75% των μετοχών της Εταιρείας πιθανό η τιμή της μετοχής να έπεφτε κάτω από τις Λ.Κ.5,31, δέχομαι την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγόντων ότι στη γνώμη αυτή δεν πρέπει να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα λόγω του ότι ο μάρτυρας αυτός δεν κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας και ούτε στη μαρτυρία του εντοπίζονται οποιαδήποτε στοιχεία που θα μπορούσαν να του προσδώσουν την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα επί του θέματος. Η μόνη επομένως μαρτυρία που προσκομίσθηκε στο Δικαστήριο επί του θέματος είναι ότι η μέγιστη χρηματιστηριακή αξία της μετοχής της Εταιρείας στις 15.12.00 ήταν Λ.Κ.5,31 και αν η αξία αυτή θα διαφοροποιούταν εκείνη την ημέρα με την εισαγωγή στο ΧΑΚ και του υπολοίπου 75% των μετοχών της Εταιρείας είναι θέμα που θα εξετασθεί στη συνέχεια. Όπως έκδηλα προκύπτει από τα παραδεκτά ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα, αλλά και από την εν γένει προσκομισθείσα μαρτυρία, οι ενάγοντες δεν προώθησαν τη δικογραφημένη θέση τους ότι η αγορά των επίδικων μετοχών ήταν αποτέλεσμα παραβίασης «. των εκ του νόμου καθηκόντων των εναγομένων 1 και/ή 2 και/ή λόγω ψευδών παραστάσεων και/ή λόγω αμελείας των εναγομένων 1 και/ή 2.». Ό,τι προώθησαν ήταν (α) ότι η Εταιρεία παραβίασε τον συμφωνηθέντα όρο μετατροπής των επίδικων μετοχών σε συνήθεις μέχρι 15.12.00, (β) ότι για την εν λόγω μη μετατροπή έχει προσωπική ευθύνη και ο εναγόμενος 2 και (γ) ως αποτέλεσμα της εν λόγω παραβίασης οι ενάγοντες υπέστησαν ζημίες για τις οποίες δικαιούνται αποζημίωσης. Όπως ήδη έχει σημειωθεί η δικαστική κρίση για το πρώτο θέμα, την ισχυριζόμενη δηλαδή παραβίαση της συμφωνίας, συναρτάται αποκλειστικά από τους όρους των τεκμ. 1 και
- Πρόκειται για τα ίδια ακριβώς έγγραφα που εξετάσθηκαν από το παρόν Δικαστήριο στην απόφαση του ημερ. 4.9.07 στις συνενωμένες αγωγές 5136/02 - 5148/02 και ό,τι κρίθηκε στην εν λόγω απόφαση ισχύει και για την παρούσα. Παραθέτω επί του προκειμένου αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση, με μόνη διαφορά ότι σ΄ αυτήν η αίτηση των εναγόντων σημειώνεται ως τεκμ. 3 και η αποδοχή της από την Εταιρεία ως τεκμ. 4, ενώ τα αντίστοιχα έγγραφα της παρούσας αριθμούνται ως τεκμ. 1 και 2: «Είναι γνωστές οι αρχές στη βάση των οποίων ερμηνεύεται ένα έγγραφο. Παρατίθενται σε έκταση - με αναφορά στις υποθέσεις Λαζούρα ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168, Αλεξάνδρου Λτδ ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεως Λευκωσίας
(1999)1(Α) ΑΑΔ 630, Πολυκάρπου ν. Πολυκάρπου
(1982)1 ΑΑΔ 182, Γεωργική Εταιρεία Δ.Γ. Φούτας ν. Εταιρεία Bάσος
(1993)1 ΑΑΔ 168 - στην απόφαση της αγωγής 2988/02 και δεν παρίσταται ανάγκη να τις επαναλάβω. Η φράση κλειδί για τις υπό κρίση υποθέσεις παρατίθεται στον όρο 7(ε) του τεκμ.3, όπου ξεκαθαρίζεται ότι «Εν πάση περιπτώσει μέχρι 15.12.00 όλες οι μετοχές θα μετατραπούν σε συνήθεις». Πρόκειται για φράση το νόημα και η σημασία της οποίας ουδόλως αλλοιώνεται από το περιεχόμενο του τεκμ.4 και απ΄ αυτή εξάγεται, κατά τρόπο που δεν επιδέχεται άλλη ερμηνεία, ότι η Εταιρεία αναλάμβανε την υποχρέωση όπως μέχρι 15.12.00 μετατρέψει όλες τις μετοχές σε συνήθεις, κάτι που δεν έπραξε. Στη συνέχεια, αναλάμβανε την υποχρέωση να «καταβάλει κάθε αναγκαία προσπάθεια για εισαγωγή και των μετοχών αυτών στο ΧΑΚ» (όρος 7(στ) του Τεκμ.3), χωρίς όμως να εγγυάται και την επιτυχία των προσπαθειών της (όρος 8 του Τεκμ.3). Αντ΄ αυτού συγκάλεσε έκτακτη συνέλευση για τις 7.11.00 στην οποία μετέτρεψε τις επίδικες μετοχές όχι σε συνήθεις αλλά σε δικαιώματα αγοράς συνήθων μετοχών (warrants)». Υπήρξε, επομένως, διάρρηξη της συμφωνίας εκ μέρους της Εταιρείας και το ερώτημα που εγείρεται είναι αν για τη διάρρηξη αυτή φέρει προσωπικά ευθύνη και ο εναγόμενος
- Είναι γνωστό ότι μια εταιρεία αναγνωρίζεται από το Νόμο ως αυτοτελής νομική οντότητα με δικαιώματα και υποχρεώσεις ανεξάρτητα από τους μετόχους ή αξιωματούχους της. Είναι επίσης γνωστό ότι οι μέτοχοι και αξιωματούχοι μιας εταιρείας δεν φέρουν γενικά προσωπική ευθύνη για τις πράξεις ή παραλήψεις της Εταιρείας. Τέτοια ευθύνη, υποδείχθηκε στην υπόθεση Εvans & Sons Ltd v. Ιωάννου κ.α. (ανωτέρω) με αναφορά σε Αγγλική και Καναδέζικη νομολογία, μπορεί να κριθεί ότι φέρουν στην περίπτωση διάπραξης αστικού αδικήματος και αυτό αν δικαιολογείται από τα περιστατικά της υπόθεσης και ανάλογα με το ρόλο που προσωπικά διαδραμάτισε ο διευθυντής. Υπό τα περιστατικά όμως της παρούσας υπόθεσης δεν διεπράχθη οποιονδήποτε αστικό αδίκημα ώστε να προβάλλει η ανάγκη για εξέταση του ρόλου που διαδραμάτισε ο εναγόμενος 2 στη διάπραξή του. Αυτό που απλώς συνέβη ήταν η παραβίαση του όρου 7(ε) της συμφωνίας εκ μέρους της Εταιρείας, παραβίαση που σε καμιά περίπτωση δεν συνιστά αστικό αδίκημα. Παραπέμπω σχετικά στη σελίδα 7 του συγγράμματος των Π. Αρτέμη & Γ. Ερωτοκρίτου «Αστικά Αδικήματα», όπου διευκρινίζεται το αυτονόητο. Ότι, δηλαδή, ένα από τα βασικά και ουσιώδη χαρακτηριστικά του αστικού αδικήματος είναι και η παράβαση καθήκοντος που οφείλεται γενικά σε άτομα, αλλά η παράβαση κάποιας συμφωνίας μεταξύ των μερών - όπως είναι η παρούσα περίπτωση - δεν συνιστά αστικό αδίκημα. Έπεται ότι η εισήγηση ότι ο εναγόμενος 2 ως διευθυντής της Εταιρείας φέρει προσωπική ευθύνη για την παραβίαση από την Εταιρεία του όρου 7(ε) της συμφωνίας δεν ευσταθεί και η αγωγή εναντίον του είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Παρέμεινε προς εξέταση το θέμα των διεκδικούμενων από τους ενάγοντες αποζημιώσεων ή εν πάση περιπτώσει της επιστροφής του ποσού των €25.629 (Λ.Κ.15.000) που κατέβαλαν για την αγορά των επίδικων μετοχών, πλέον τόκους, στη βάση ότι οι εναγόμενοι δεν παράσχαν αντίστοιχο αντάλλαγμα. Το θέμα εξετάσθηκε στην αναφερθείσα υπόθεση Metaxas, Loizides, Syrimis & Co κ.α. ν. K.L. Globalsoft Com Ltd (ανωτέρω) η οποία, όπως και η παρούσα, αφορούσε αξίωση για αποζημιώσεις εναντίον της Εταιρείας λόγω της παράλειψης της να μετατρέψει και το υπόλοιπο 75% των μετοχών της σε συνήθεις μέχρι 15.12.
- Στην εν λόγω λοιπόν υπόθεση αποφασίσθηκε πρωτόδικα ότι παρά το γεγονός ότι η Εταιρεία παραβίασε τον εν λόγω όρο οι ενάγοντες δεν δικαιούνταν σε αποζημιώσεις - ούτε καν ονομαστικές - για το λόγο ότι όχι μόνο δεν τερμάτισαν τη συμφωνία αλλά κατακράτησαν και τις μετοχές, κρίση που υιοθετήθηκε και κατ΄ έφεση. Παραθέτω επί του προκειμένου αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Έχουμε ήδη αναφέρει την ορθή θέση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι υπήρξε διάρρηξη της συμφωνίας εκ μέρους της εφεσίβλητης. Και εφόσον υπήρξε διάρρηξη της συμφωνίας οι εφεσείοντες είχαν τη δυνατότητα να αποκηρύξουν και να τερματίσουν τη συμφωνία. Αντί τούτου σε καμιά ενέργεια δεν είχαν προβεί και κατακράτησαν και τις μετοχές. Όπως αναφέρεται στην Καταφνγιώτης ν. Χρνσοστομής
(1997)1 Α.Α.Δ. 1746 (σελίδα 1754):- «Ως ζήτημα γενικής αρχής, το αναίτιο μέρος το οποίο, κατόπιν τερματισμού διεκδικεί αποζημιώσεις, δεν δικαιούται να διατηρεί στο εξής ωφελήματα που του παρέχονται μόνο στη βάση ισχύος της σύμβασης.» Ούτε ο τρίτος λόγος έφεσης ο οποίος τίθεται διαζευκτικά των άλλων δύο ευσταθεί. Δεν συμφωνούμε με τον ισχυρισμό των εφεσειόντων ότι απλώς με την ύπαρξη της αγωγής και την απαίτηση των συγκεκριμένων θεραπειών είναι δυνατό να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η συμφωνία είχε τερματισθεί από αυτούς. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε με το θέμα και δεν αποδέχθηκε, ορθά, τους ισχυρισμούς των εφεσειόντων, ένεκα και του γεγονότος, πρόσθετα, ότι οι εφεσείοντες εξακολουθούσαν να κατακρατούν τις μετοχές. Αναφέρει στην απόφαση του:- «Ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η ίδια η αγωγή με την αξίωση για αποζημίωση σήμαινε την επιλογή των εναγόντων να την τερματίσουν {Tilcon Ltd, v. Land and Real Estate Investments Ltd,
(1987)7 All E.R. 615) επιλέγοντας τη θεραπεία της αποζημίωσης αντί της ειδικής εκτέλεσης, όπως εισηγήθηκε ο κ. Τριανταφυλλίδης (μια πρόταση αμφίβολη υπό τις περιστάσεις - στην Καταφνγιώτης, αντίθετα, υπήρχε σχετικός ισχυρισμός περί ακύρωσης στην ίδια την έκθεση απαίτησης, ενώ στη Δρνάδης ν. Καλησπέρα - supra - άλλο Εφετείο κατέγραψε τη θέση ότι κατά πόσο η καταχώριση της αγωγής συνιστά αποκήρυξη της συμφωνίας, λόγω της προβολής αξίωσης για αποζημιώσεις για διάρρηξη της συμφωνίας είναι όντως συζητήσιμο θέμα), και πάλι οι ενάγοντες δεν μπορούν να διεκδικούν αποζημιώσεις ενόψει της κατοχής των μετοχών.» Ό,τι αποφασίσθηκε στην πιο πάνω υπόθεση υιοθετήθηκε (αναπόφευκτα) και από το παρόν Δικαστήριο στην απόφαση του ημερ. 4.9.07 στις συνενωμένες αγωγές 5136/02 - 5148/02, τα περιστατικά των οποίων ήταν σχεδόν πανομοιότυπα με τα περιστατικά της παρούσας. Όπως και σε εκείνες έτσι και στην παρούσα υπήρξε διάρρηξη της συμφωνίας εκ μέρους της Εταιρείας και εφόσον υπήρξε διάρρηξη οι ενάγοντες είχαν τη δυνατότητα να αποκηρύξουν και να τερματίσουν τη συμφωνία, κάτι που δεν έπραξαν. Αντ΄ αυτού κατακράτησαν τις επίδικες μετοχές και - αφού στο μεταξύ οι μετοχές μετατράπηκαν σε συνήθεις - η μόνη ενέργεια στην οποία προέβησαν ήταν η αποστολή επιστολής μέσω του δικηγόρου τους ημερ. 15.7.02 (τεκμ. 6) - Δεκαοκτώ δηλαδή μήνες μετά την παραβίαση της συμφωνίας και έντεκα περίπου μήνες μετά τη μετατροπή και των επιδίκων μετοχών σε συνήθεις ( τεκμ. 12-19) - με την οποία απλώς ζητούσαν επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλαν, χωρίς ταυτόχρονα να αποκηρύττουν και τερματίζουν τη συμφωνία. Οι ενάγοντες, επομένως, δεν δικαιούνται σε αποζημιώσεις ή επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλαν για αγορά των μετοχών - που ως αποκατάσταση στην προ της αγοράς κατάσταση είναι βεβαίως μορφή αποζημίωσης - λόγω της μη αποκήρυξης ή τερματισμού της συμφωνίας, δυνατότητα την οποία είχαν μετά τις 15.12.00 που ήταν η συμφωνημένη ημέρα μετατροπής και του υπόλοιπου 75% των μετοχών της Εταιρείας σε συνήθεις. Παρά την πιο πάνω κατάληξη δεν θα ΄ταν εντελώς χωρίς σημασία να γίνει αναφορά και στο ύψος των διεκδικούμενων αποζημιώσεων - Λ.Κ.5.31 για κάθε μετοχή - θέμα που εξετάσθηκε από το παρόν Δικαστήριο στην απόφαση του ημερ. 4.9.07 στις συνενωμένες αγωγές 5136/02 - 5148/02. Στην εν λόγω απόφαση δόθηκαν δύο λόγοι για τη μη αποδοχή της μέγιστης χρηματιστηριακής αξίας της μετοχής της Εταιρείας κατά την 15.12.00 ως βάση για καθορισμό της διεκδικούμενης αποζημίωσης. Ο πρώτος, ότι στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας στις εν λόγω αγωγές η εισαγωγή και του υπόλοιπου 75% των μετοχών της Εταιρείας στο ΧΑΚ θα επηρέαζε αρνητικά τη χρηματιστηριακή αξία της μετοχής και επομένως η τιμή των Λ.Κ.5,31 ανά μετοχή δεν μπορούσε να αποτελέσει τον αριθμητικό συντελεστή για προσδιορισμό της ισχυριζόμενης ζημίας. Και, ο δεύτερος, ότι η μετατροπή και του υπόλοιπου των 75% των μετοχών της Εταιρείας δεν σήμαινε και την άμεση εισαγωγή τους στο ΧΑΚ και επομένως δεν μπορούσε να υιοθετηθεί η χρηματιστηριακή αξία μετοχών εισηγμένων στο ΧΑΚ ως βάση για τον προσδιορισμό της αξίας μετοχών μη εισηγμένων στο ΧΑΚ. Ό,τι σχετικά κρίθηκε στην εν λόγω απόφαση ισχύει και στην παρούσα και ό,τι απαιτείται να προστεθεί είναι ότι το βάρος απόδειξης της ισχυριζόμενης ζημίας - Λ.Κ.5,31 ανά μετοχή - το φέρουν ασφαλώς οι ενάγοντες οι οποίοι απέτυχαν να το αποσείσουν. Συγκεκριμένα δεν προσκόμισαν ίχνος μαρτυρίας (α) ότι η μετατροπή των επίδικων μετοχών σε συνήθεις μέχρι 15.12.00 θα επέφερε και την άμεση εισαγωγή τους στο ΧΑΚ για διαπραγμάτευση, τη στιγμή που η Εταιρεία απλώς αναλάμβανε - χωρίς όμως και να το εγγυάται (όροι 7(στ) και 8) - την υποχρέωση να καταβάλει κάθε αναγκαία προσπάθεια για εισαγωγή και αυτών των μετοχών στο ΧΑΚ, (β) για το πότε θα εισάγονταν οι εν λόγω μετοχές στο ΧΑΚ αν η Εταιρεία εκπλήρωνε όλες τις συμβατικές της υποχρεώσεις και (γ) ποια θα ήταν η χρηματιστηριακή αξία της μετοχής σε τέτοια περίπτωση. Κατά συνέπεια η χρηματιστηριακή τιμή των εισηγμένων κατά την 15.12.00 μετοχών της Εταιρείας στο ΧΑΚ σε καμιά περίπτωση, κατά την άποψή μου, δεν θα μπορούσε να αντιστοιχεί στην αξία μετοχών - των επίδικων - που τότε δεν ήταν εισηγμένες στο ΧΑΚ και επομένως οι ενάγοντες απέτυχαν να αποσείσουν το σχετικό βάρος απόδειξης της ισχυριζόμενης ζημίας. Στην περίπτωση δε που τερμάτιζαν τη συμφωνία ό,τι θα δικαιούνταν, στη βάση της μαρτυρίας που προσκόμισαν, θα ήταν η επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλαν για αγορά των μετοχών πλέον τόκους και τίποτα άλλο. Για όλα τα πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των εναγόντων, τα οποία να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου για έγκριση. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο