← Κύπρος

EMFESZ ELSO MAGYAR FOLDGAZ ES ENERGIAKERESKEDELMI ES SZOLGALTATO KFT ν. MABOFI HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αίτησης: 850/09, 6 Ιουλίου, 2010

EMFESZ ELSO MAGYAR FOLDGAZ ES ENERGIAKERESKEDELMI ES SZOLGALTATO KFT ν. MABOFI HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αίτησης: 850/09, 6 Ιουλίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A251 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 850/09 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ (EK) 44/2001 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑΣ ΝΟΜΟ (Ν.101/87) ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΑIΤΗΣΙΑ ΜΕΤΑΞΥ EMFESZ ELSŐ MAGYAR FÖLDGÁZ ÉS ENERGIAKERESKEDELMI ÉS SZOLGÁLTATÓ KFT ΚΑΙ MABOFI HOLDINGS LIMITED ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΜΕΤΑΞΥ EMFESZ ELSŐ MAGYAR FÖLDGÁZ ÉS ENERGIAKERESKEDELMI ÉS SZOLGÁLTATÓ KFT ΚΑΙ MABOFI HOLDINGS LIMITED -------------------- Αίτηση για Έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων ημερ. 2.9.2009 6 Ιουλίου, 2010. Για τους Αιτητές: κκ. Π. Νεοκλέους και Κ. Σταματίου για Α. Νεοκλέους & Σία Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Π. Ιακωβίδης για Μοντάνιος & Μοντάνιος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ. Οι Αιτητές είναι Ουγγρική εταιρεία η οποία εμπορεύεται στον τομέα της ενέργειας. Συγκεκριμένα, προμηθεύει με φυσικό αέριο τη βιομηχανία, τοπικές αρχές και οικιακούς καταναλωτές εντός της Ουγγαρίας. Για να γίνει κατανοητός ο όγκος εργασιών της, είναι αρκετό να αναφερθεί ότι καλύπτει το ένα τέταρτο περίπου των αναγκών της πιο πάνω χώρας σε φυσικό αέριο και έχει ετήσιο κύκλο εργασιών ενός περίπου δισεκατομμυρίου δολαρίων Αμερικής. Περί τον Οκτώβριο του 2004, οι Καθ΄ ων η Αίτηση απέκτησαν το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου των Αιτητών. Τα αναγκαία έγγραφα για την απόκτηση του πιο πάνω συμφέροντος, υπέγραψε ο τότε διευθύνων σύμβουλος των Αιτητών κ. Goczi, με βάση εξουσιοδότηση την οποία του χορήγησαν, στις 15.10.2004, οι Καθ΄ ων η Αίτηση. Λίγα χρόνια αργότερα, περί τον Απρίλιο του 2009, το μετοχικό κεφάλαιο των Αιτητών πωλήθηκε και μεταβιβάστηκε στην RosGas AG, εταιρεία η οποία συστάθηκε στην Ελβετία. Και η συγκεκριμένη πράξη μεταβίβασης συντελέστηκε από τον Goczi, μέσω της χρησιμοποίησης και πάλι του προαναφερθέντος πληρεξουσίου. Συνιστά στοιχείο έντονης αντιπαράθεσης μεταξύ των μερών το κατά πόσο το συγκεκριμένο πληρεξούσιο παρείχε την εξουσία στο πιο πάνω πρόσωπο να προχωρήσει στη δεύτερη μεταβίβαση. Στο ζήτημα αυτό θα επανέλθει το Δικαστήριο σε κατοπινό στάδιο. Προέχει η παράθεση, λιτά, του αδιαμφισβήτητου πλαισίου γεγονότων, ούτως ώστε να γίνει κατανοητή η μεταξύ των μερών διαφορά και να διαφανεί η γενεσιουργός αιτία που οδήγησε σε αυτή. Ένα, λοιπόν, χρόνο, μετά τη μεταβίβαση του εκατό τοις εκατό του συμφέροντος των Αιτητών στους Καθ΄ ων η Αίτηση, συγκεκριμένα το Μάρτιο του 2005, οι Αιτητές, ως δανειστές, και οι Καθ΄ ων η Αίτηση, ως δανειολήπτες, υπέγραψαν συμφωνία δανειοδότησης, με βάση τους όρους της οποίας οι πρώτοι παραχώρησαν στους δεύτερους δάνειο ύψους USD50.000.000, το οποίο θα εξοφλείτο πλήρως μέχρι την 1η Απριλίου 2008. Η συμφωνία αυτή τροποποιήθηκε στην πορεία του χρόνου κατ΄ επανάληψη. Κατά ή περί τον Ιούλιο του 2008, τα δύο μέρη σύναψαν την τελευταία μεταξύ τους συμφωνία δανειοδότησης, η οποία ενοποιούσε όλες τις υπόλοιπες. Το συνολικό οφειλόμενο ποσό κατ΄ αυτό το χρόνο ανήρχετο σε USD438.330.984,96, με την πληρωμή δε, στις 2.9.2008, από τους Καθ΄ ων η Αίτηση σημαντικού μέρους του δανείου, το τελικό οφειλόμενο ποσό μειώθηκε σε USD53.307.994,00 πλέον τόκους. Β. ΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΤΑ ΕΠΙΔΙΚΑ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ. Οι Αιτητές, ισχυριζόμενοι ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση παραβίασαν την προαναφερθείσα συμφωνία δανειοδότησης, και επικαλούμενοι ρήτρα διαιτησίας που περιέχεται στην προαναφερθείσα συμφωνία δανείου, καταχώρησαν διαδικασία διαιτησίας στο Διαιτητικό Δικαστήριο του Ουγγρικού Επιμελητηρίου Εμπορίου και Βιομηχανίας (Arbitration Court of the Hungarian Chamber of Commerce and Industry), το οποίο εδρεύει στη Βουδαπέστη. Προσέφυγαν δε, στη συνέχεια, με μονομερή αίτηση ημερ. 2.9.2009, ενώπιον της Κυπριακής δικαιοσύνης - με ουσιαστικό νομικό υποστήριγμα τον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987, Ν.101/87, τον Κανονισμό (ΕΚ) 44/2001, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, και τις ανάλογες πρόνοιες του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 - προκειμένου να εξασφαλίσουν ενδιάμεσα διατάγματα προς υποστήριξη της εν λόγω διεθνούς διαιτησίας και διασφάλιση της ουσίας της οποιασδήποτε μελλοντικής απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Ως αποτέλεσμα εξέτασης της λεχθείσας μονομερούς Αίτησης, εκδόθηκε ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα, στις 3.9.2009, απαγορεύον στους Καθ΄ ων η Αίτηση να αποξενώσουν ποσό USD53.591.022,00 από τραπεζικούς λογαριασμούς τους στην Κύπρο, μέχρι πλήρους εκδίκασης της κυρίως Αίτησης και/ή μέχρι πλήρους αποπεράτωσης της διαιτητικής διαδικασίας. Η Αίτηση ημερ. 2.9.2009 συνιστά και το αντικείμενο της παρούσας ενδιάμεσης απόφασης. Το πιο πάνω εκδοθέν μονομερώς διάταγμα ήταν μέρος των αιτούμενων θεραπειών. Συγκεκριμένα, κάλυπτε την παράγραφο (Α) της Αίτησης. Όσον αφορά το υπόλοιπο μέρος της, δόθηκαν οδηγίες για επίδοσή του. Για να γίνει κατανοητή η φύση και έκταση των αξιούμενων διαταγμάτων, παρατίθεται αυτούσια η υπό κρίση Αίτηση: «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στην Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία MABOFI HOLDINGS LIMITED, ενεργώντας μέσω των διευθυντών και/ή αξιωματούχων της και/ή πληρεξουσίων αντιπροσώπων της, από του να πωλήσει και/ή επιβαρύνει και/ή αποξενώσει και/ή μεταβιβάσει και/ή δωρίσει οποιαδήποτε χρήματα μέχρι ποσού Δολ. Αμερικής 53,591,022.00 (ή το αντίστοιχο σε Ευρώ) που βρίσκονται στους τραπεζικούς λογαριασμούς της στην Κύπρο (συμπεριλαμβανομένου του τραπεζικού λογαριασμού με αριθμό 01554044902006 στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και/ή του τραπεζικού λογαριασμού με αριθμό 0155-40-449020-08 στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ) μέχρι πλήρους εκδικάσεως και αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο δια κλήσεως Κυρίως Αίτησης μεταξύ των Αιτητών EMFESZ ELSŐ MAGYAR FÖLDGÁZ ÉS ENERGIAKERESKEDELMI ÉS SZOLGÁLTATÓ KFT και της Καθ΄ης η Αίτηση MABOFI HOLDINGS LIMITED και/ή μέχρι πλήρους εκδικάσεως και αποπερατώσεως της διαιτητικής διαδικασίας (περιλαμβανομένης και τυχόν εφέσεως που θα καταχωρηθεί κατά της διαιτητικής απόφασης) που καταχωρήθηκε από τους Αιτητές EMFESZ ELSŐ MAGYAR FÖLDGÁZ ÉS ENERGIAKERESKEDELMI ÉS SZOLGÁLTATÓ KFT στο Διαιτητικό Δικαστήριο του Ουγγρικού Επιμελητηρίου Εμπορείου και Βιομηχανίας (Arbitration Court of the Hungarian Chamber of Commerce and Industry) εναντίον της Καθ΄ης η Αίτηση MABOFI HOLDINGS LIMITED και/ή μέχρι νεωτέρας και/ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου τηρουμένων των πιο κάτω εξαιρέσεων: (
  2. i)Η Καθ' ης η Αίτηση MABOFI HOLDINGS LIMITED δεν απαγορεύεται από του να ξοδεύει οποιοδήποτε λογικό ποσό χρημάτων για την κάλυψη καθημερινών εξόδων και/ή των απολαβών των υπαλλήλών της και/ή για νομικής εκπροσώπησης. (
  3. ii)Ουδεμία τράπεζα αποτρέπεται από την άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος πληρωμής (set off) που τυχόν να έχει σχετικά με οποιαδήποτε διευκόλυνση (facility) που παρείχε στην Καθ' ης η Αίτηση MABOFI HOLDINGS LIMITED πριν την ημερομηνία του παρόντος Διατάγματος. (iii) Ουδεμία τράπεζα χρειάζεται να προβεί σε διερεύνηση αναφορικά με αίτηση ή προτεινόμενη αίτηση ανάληψης χρημάτων από την Καθ' ης η Αίτηση MABOFI HOLDINGS LIMITED, αν τέτοια ανάληψη εμφαίνεται να είναι επιτρεπτή υπό του παρόντος Διατάγματος. (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στην Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία MABOFI HOLDINGS LIMITED, ενεργώντας μέσω των διευθυντών και/ή αξιωματούχων της και/ή πληρεξουσίων αντιπροσώπων της, από του να πωλήσει και/ή επιβαρύνει και/ή αποξενώσει και/ή μεταβιβάσει και/ή δωρίσει οποιαδήποτε ακίνητη και/ή κινητή περιουσία και/ή περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο αξίας μέχρι του ποσού των Δολ. Αμερικής 53,591,022.00 (ή το αντίστοιχο σε Ευρώ) μέχρι πλήρους εκδικάσεως και αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο δια κλήσεως Κυρίως Αίτησης μεταξύ των Αιτητών EMFESZ ELSŐ MAGYAR FÖLDGÁZ ÉS ENERGIAKERESKEDELMI ÉS SZOLGÁLTATÓ KFT και της Καθ΄ης η Αίτηση MABOFI HOLDINGS LIMITED και/ή μέχρι πλήρους εκδικάσεως και αποπερατώσεως της διαιτητικής διαδικασίας (περιλαμβανομένης και τυχόν εφέσεως που θα καταχωρηθεί κατά της διαιτητικής απόφασης) που καταχωρήθηκε από τους Αιτητές EMFESZ ELSŐ MAGYAR FÖLDGÁZ ÉS ENERGIAKERESKEDELMI ÉS SZOLGÁLTATÓ KFT στο Διαιτητικό Δικαστήριο του Ουγγρικού Επιμελητηρίου Εμπορείου και Βιομηχανίας (Arbitration Court of the Hungarian Chamber of Commerce and Industry) εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση MABOFI HOLDINGS LIMITED και/ή μέχρι νεωτέρας και/ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου. (Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στην Καθ' ης η Αίτηση MABOFI HOLDINGS LIMITED εταιρεία, ενεργώντας μέσω του Διοικητικού Συμβουλίου της και/ή τους διευθυντές της και/ή τους αξιωματούχους της, από του να λάβει απόφαση και/ή να αποφασίσει και/ή να εξουσιοδοτήσει και/ή να επικυρώσει οποιαδήποτε αποξένωση και/ή επιβάρυνση και/ή πώληση και/ή δωρεά και/ή μεταβίβαση οποιασδήποτε κινητής και/ή ακίνητης περιουσίας και/ή περιουσιακών στοιχείων της Καθ' ης η Αίτηση MABOFI HOLDINGS LIMITED μέχρι του ποσού των Δολ. Αμερικής 53,591,022.00 (ή το αντίστοιχο σε Ευρώ) μέχρι πλήρους εκδικάσεως και αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο δια κλήσεως Κυρίως Αίτησης μεταξύ των Αιτητών EMFESZ ELSŐ MAGYAR FÖLDGÁZ ÉS ENERGIAKERESKEDELMI ÉS SZOLGÁLTATÓ KFT και της Καθ΄ης η Αίτηση MABOFI HOLDINGS LIMITED και/ή μέχρι πλήρους εκδικάσεως και αποπερατώσεως της διαιτητικής διαδικασίας (περιλαμβανομένης και τυχόν εφέσεως που θα καταχωρηθεί κατά της διαιτητικής απόφασης) που καταχωρήθηκε από τους Αιτητές EMFESZ ELSŐ MAGYAR FÖLDGÁZ ÉS ENERGIAKERESKEDELMI ÉS SZOLGÁLTATÓ KFT στο Διαιτητικό Δικαστήριο του Ουγγρικού Επιμελητηρίου Εμπορείου και Βιομηχανίας (Arbitration Court of the Hungarian Chamber of Commerce and Industry) εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση MABOFI HOLDINGS LIMITED και/ή μέχρι νεωτέρας και/ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου. (Δ) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάζεται η Καθ΄ης η Αίτηση εταιρεία MABOFI HOLDINGS LIMITED όπως εντός 7 εργάσιμων ημερών από την επίδοση του Διατάγματος αυτού, αποκαλύψει ενόρκως στους Αιτητές EMFESZ ELSŐ MAGYAR FÖLDGÁZ ÉS ENERGIAKERESKEDELMI ÉS SZOLGÁLTATÓ KFT (δια μέσου των Κύπριων Δικηγόρων τους ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ), όλα της τα περιουσιακά στοιχεία και/ή ακίνητη και/ή κινητή ιδιοκτησία που βρίσκονται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή παγκοσμίως έπ' ονόματι της και/ή δικαιωματικά (beneficially) της ανήκουν, αναφέροντας την αξία, τοποθεσία και περιγραφή των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων, με όρο ότι η αποκάλυψη να χρησιμοποιηθεί μόνο για σκοπούς υποβοήθησης της διαιτητικής διαδικασίας που καταχωρήθηκε από τους Αιτητές εναντίον της Καθ΄ης η Αίτηση στο Διαιτητικό Δικαστήριο του Ουγγρικού Επιμελητηρίου Εμπορείου και Βιομηχανίας (Arbitration Court of the Hungarian Chamber of Commerce and Industry) και προς διασφάλιση του αποτελέσματος της. (Ε) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διευκρινίζονται τα ακόλουθα αναφορικά με πρόσωπα εκτός Κύπρου (Persons outside Cyprus): (Ε.1) Εκτός των όσων προνοούνται πιο κάτω, οι όροι των πιο πάνω Διαταγμάτων, δεν επηρεάζουν οποιοδήποτε πρόσωπο εκτός της δικαιοδοσίας αυτού του Δικαστηρίου εξαιρουμένης της Καθ'ής η Αίτηση MABOFI HOLDINGS LIMITED και/ή του κάθε ενός απο τους διευθυντές της και/ή αξιωματούχους της και/ή πληρεξούσιους αντιπροσώπους της. (Ε.2) Οι όροι των ρηθέντων Διαταγμάτων επηρεάζουν τα ακόλουθα πρόσωπα σε οποιαδήποτε χώρα εκτός της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου: (
  4. i)οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο υπόκειται στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. (
  5. ii)οποιοδήποτε πρόσωπο στο οποίο επιδόθηκε γραπτή ειδοποίηση του παρόντος Διατάγματος στον τόπο συνήθους κατοικίας του ή συνήθους διεξαγωγής εργασιών εντός της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. (iii) οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, μόνο στον βαθμό που το παρών Διάταγμα κηρυχθεί εκτελεστό από ή είναι εκτελεστό από αρμόδιο Δικαστήριο σε εκείνη τη χώρα.» Το πραγματικό υπόβαθρο στήριξης της Αίτησης εντοπίζεται κατά κύριο λόγο στην ένορκο δήλωση του διευθυντή και επικεφαλής του τμήματος επιχειρήσεων της Αιτήτριας κ. Tamas Gazda. Τα όσα αναφέρει επιβεβαιώνονται ουσιαστικά και από την ένορκο δήλωση του επίσης διευθυντή των Αιτητών κ. Zoltan Eperjesi. Για σκοπούς παρακολούθησης της ενδιάμεσης απόφασης είναι αρκετή περιορισμένη παράθεση των σημαντικών ισχυρισμών τους. Εκτεταμένη αναφορά σε κάθε σημείο που επιδρά ιδιαίτερα στην υπό κρίση Αίτηση, θα ακολουθήσει στο κατάλληλο στάδιο. Σύμφωνα με τις ένορκες αυτές δηλώσεις λοιπόν, είναι η θέση των Αιτητών ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση πώλησε και μεταβίβασε το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της Αίτητριας στη RosGas AG δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου. Κατ΄ ακολουθία των όρων του εγγράφου αυτού, ρητά εξουσιοδοτημένος να προβεί στις μεταβιβάσεις ήταν ο Goczi. Προβάλλεται επίσης ότι η RosGas αγόρασε καλόπιστα τις μετοχές της Αιτήτριας, πληρώνοντας δίκαιο αντίτιμο. Είναι ουσιαστική θέση των ενόρκων δηλούντων ότι η οποιαδήποτε σχέση της Καθ΄ ης η Αίτηση ως αντιπροσωπευόμενης, και του Goczi ως αντιπροσώπου, δυνάμει του υπό αναφορά πληρεξουσίου, δεν αφορά ούτε την Αιτήτρια ούτε τη RosGas, ούτε αποτελεί το επίδικο θέμα στη διαιτητική διαδικασία. Ταυτόσημα, η σχέση και οι όποιες διαφορές μεταξύ της RosGas και της Καθ΄ ης η Αίτηση, δεν αφορούν την Αιτήτρια, ούτε συνιστούν επίδικο θέμα στην υπό αναφορά διαιτητική διαδικασία. Εκτεταμένη αναφορά γίνεται στην ένορκη δήλωση του Gazda στη συμφωνία δανειοδότησης, με βάση την οποία η Αιτήτρια παραχώρησε δάνειο στην Καθ΄ ης η Αίτηση, στις τροποποιήσεις της και στην τελική, ενοποιημένη, συμφωνία, καθώς επίσης και στην αποτυχία της Καθ΄ ης η Αίτηση να εξοφλήσει το χρέος της και στον τερματισμό από την Αιτήτρια της ενοποιημένης συμφωνίας δανειοδότησης. Τίθεται, σχετικά, ότι στις 15.5.2009, μέσω επιστολής, Τεκμ. 15 στην ένορκη δήλωση Gazda, η Αιτήτρια πληροφόρησε την Καθ΄ ης η Αίτηση ότι, ασκώντας τα δικαιώματα που της παρείχε ο όρος 5.3 της ενοποιημένης συμφωνίας δανειοδότησης, τερμάτιζε την εν λόγω συμφωνία, δίδοντας προειδοποίηση 30 ημερών. O πιο πάνω όρος έχει ως εξής: «5.3 The Lender will be entitled - if its financial circumstances make this necessary - to terminate by notice this Consolidated Loan Agreement with a term of 30 days in relation to the outstanding loan amount without any special reasoning, and to make due the repayment of the outstanding amount (both principal and interest) within 30 days.» Μετά τη λήξη της προειδοποιητικής αυτής περιόδου, στις 18.5.2009, η Αιτήτρια καταχώρησε απαίτηση για διαιτησία στο αναφερθέν στα αρχικά στάδια της απόφασης διαιτητικό δικαστήριο, κατ΄ ακολουθία του όρου 10 της ενοποιημένης συμφωνίας, Τεκμ. 13 στην ίδια ένορκο δήλωση. Παρεμβάλλω ότι ο όρος αυτός έχει ως εξής: «10. The Parties wish to settle their disputes resulting from this Agreement primarily out of Court. If such settlement is not made within 30 days reckoned from the first written notice, they stipulate for the decision of the dispute the exclusive competence of the Permanent Arbitration Court attached to the Hungarian Chamber of Trade and Industry (1055 Budapest, Kossuth Lajos ter 6-8.). The Arbitration Court shall proceed in a panel of 3 members according to its own regulations. The decision of the Arbitration Court is definitive, no appeal lies against it. In the course of the proceeding the Hungarian law shall apply, the language of the proceeding shall be Hungarian and English.» Η ένορκος δήλωση του κ. Gazda ολοκληρώνεται με αναφορά στα οικονομικά δεδομένα της Καθ΄ ης η Αίτηση και στον κίνδυνο να καταστεί οποιαδήποτε μελλοντική διαιτητική απόφαση μάταιη αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Και ως προς το ζήτημα αυτό, σε όση έκταση κριθεί απαραίτητο, λεπτομερής αναφορά θα ακολουθήσει στο κατάλληλο στάδιο. Γ. ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΤΗΣ. Η νομική βάση της ένστασης ταυτίζεται, ουσιαστικά, με αυτή της Αίτησης. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση προβάλλουν μια σειρά από λόγους ένστασης, οι οποίοι περικλείουν τόσο τη θέση τους ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, όσο και ισχυρισμούς περί ύπαρξης απάτης και/ή παρανομιών εκ μέρους των Αιτητών, του διευθυντή τους Goczi, της RosGas και του Gazda. Είναι βασική θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι η φερόμενη μεταβίβαση του 100% του μετοχικού κεφαλαίου των Αιτητών στη RosGas έγινε δόλια και με παράνομο τρόπο, με αποτέλεσμα οι οποιεσδήποτε μεταγενέστερες πράξεις, και βασικά ο τερματισμός της ενοποιημένης συμφωνίας δανειοδότησης, να μην έχουν οποιαδήποτε νομική ισχύ. Μεταξύ των λόγων ένστασης επίσης περιλαμβάνονται ισχυρισμοί περί απουσίας του κατεπείγοντος, απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και ταυτότητας των αιτουμένων στη μονομερή αίτηση θεραπειών με αυτές που αξιώνονται στην κυρίως Αίτηση. Δύο επίσης ένορκες δηλώσεις συνοδεύουν την ένσταση: Του διευθυντή των Καθ΄ ων η Αίτηση κ. David Brown και του Ούγγρου δικηγόρου και καθηγητή πανεπιστημίου στη νομική κ. Szasz. Η ένορκος δήλωση του Brown, εκτενής επίσης, αναφέρεται στο ιστορικό που οδήγησε στην αγορά της Αιτήτριας από τη RosGas, στο όλο πλέγμα των συμφωνιών δανειοδότησης, στις νομικές διαδικασίες που άρχισαν στην Ουγγαρία σε σχέση με τις διαφορές που προέκυψαν μεταξύ των μερών, στην - κατά τη θέση του - απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από τους Αιτητές και ολοκληρώνεται με την παράθεση των ισχυρισμών του περί ανυπαρξίας των προϋποθέσεων έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Είναι βασικός ισχυρισμός του ότι ο Goczi, ενεργώντας με δόλιο τρόπο, κατάφερε να μεταβιβάσει τις μετοχές της Αιτήτριας στην εταιρεία RosGas. Η όλη προσέγγισή του περί ύπαρξης παρανομιών, απάτης και δόλιας συμπεριφοράς, είχε ως κεντρικό άξονα τη θέση ότι το πληρεξούσιο το οποίο κατείχε ο Goczi και το οποίο χρησιμοποίησε για τη μεταβίβαση των μετοχών της Αιτήτριας στη RosGas, δεν του παρείχε αυτό το δικαίωμα. Ήταν ουσιαστικά η θέση του ότι μόνος σκοπός της παροχής του πληρεξουσίου στον Goczi ήταν η αγορά της Αιτήτριας από την Καθ΄ ης η Αίτηση και ο χειρισμός των θεμάτων που προέκυπταν μετά την αγορά αυτή. Προς επίρρωση μάλιστα των θέσεών του περί ύπαρξης δόλιων ενεργειών, έθεσε ότι το ίδιο το μέγεθος της αντιπαροχής, ήτοι ένα δολάριο Αμερικής, για τη μεταβίβαση του συμφέροντος της Αιτήτριας στη RosGas, υποδηλώνει την ύπαρξη ύποπτων συνθηκών. Προβάλλει επίσης ως ουσιαστική θέση του ενόρκως δηλούντα ότι τα όσα αφορούν τη δόλια μεταβίβαση της Αιτήτριας προς τη RosGas βρίσκονται στο επίκεντρο της διαιτητικής διαδικασίας και ότι εν πάση περιπτώσει η διαδικασία αυτή δεν θα άρχιζε, ούτε θα τερματιζόταν η ενοποιημένη συμφωνία δανειοδότησης, αν δεν συνέβαινε το γεγονός της απόσπασης από τη RosGas του ελέγχου της Αιτήτριας, έλεγχο που ασκούσε προηγουμένως η Καθ΄ ης η Αίτηση. Προσθέτει δε, καταλήγοντας, ότι ο λόγος που η Καθ΄ ης η Αίτηση παρέλειψε να αποπληρώσει τα δάνεια, ως η απαίτηση των Αιτητών, ήταν διότι δεν αποδέχετο ότι έλαβε χώρα νόμιμη απαίτηση για πρόωρη αποπληρωμή τους. Η ένορκος δήλωση του καθηγητή Szasz - ο οποίος είναι και ένας εκ των δικηγόρων που ενεργεί εκ μέρους των Καθ΄ ων η Αίτηση στις δικαστικές διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα στην Ουγγαρία σε σχέση με την ισχυριζόμενη δόλια πώληση των συμφερόντων που έχει η Καθ΄ ης η Αίτηση στην Αιτήτρια - παρουσιάστηκε προκειμένου να επεξηγηθεί το Ουγγρικό δίκαιο σε σχέση με τις παραμέτρους που καλύπτουν την παρούσα υπόθεση. Πιο συγκεκριμένα, επεξηγείται η φύση και η ερμηνεία του επίδικου πληρεξουσίου και οι σχετικές πρόνοιες του Ουγγρικού Αστικού Κώδικα σε σχέση με ψεύτικη αντιπροσώπευση, τις νομικές συνέπειές της, και την έλλειψη αμοιβαίας και σε συμφωνία έκφρασης πρόθεσης των μερών. Εκτεταμένη επίσης αναφορά γίνεται στην ένορκη αυτή δήλωση στις δικαστικές διαδικασίες που εκκρεμούν στην Ουγγαρία αναφορικά με τις διαφορές των μερών, με ιδιαίτερη έμφαση στη διαιτητική διαδικασία. Σε σχέση με τη διαδικασία αυτή είναι η θέση του μάρτυρα ότι η συμφωνία δανείου δεν υπόκειται σε διαιτησία με βάση τον Ουγγρικό περί Διαιτησίας Νόμο, ο οποίος περιορίζει τη διαιτησία σε θέματα που εμπίπτουν εντός των εμπορικών δραστηριοτήτων οποιουδήποτε μέρους. Δ. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ. Οι αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνήγορων ήταν, όπως αναμενόταν, εκτεταμένες και κάλυψαν το σύνολο των εγερθέντων ζητημάτων. Είναι αχρείαστη η λεπτομερής παράθεσή τους σε αυτό το στάδιο, δεδομένου ότι οι ανάλογες εισηγήσεις τους θα παρατεθούν στην πορεία εξέτασης των ζητημάτων που αφορούν την υπό κρίση Αίτηση. Είναι το κατάλληλο στάδιο να παρεμβάλω ότι σε μεγάλη έκταση παρόμοια επίδικα θέματα με αυτά της υπό κρίση υπόθεσης τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και εξετάστηκαν σε ταυτόσημης φύσης διαδικασία, την Αίτηση αρ. 340/09. Ως αποτέλεσμα, μέρος του σκεπτικού της απόφασης της πιο πάνω υπόθεσης, ημερ. 25.6.2009, θα αποτυπωθεί και στην παρούσα. Ε. ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΩΝ. Η φύση και οι σκοποί του Ν.101/87 αναλύθηκαν από τον Δικαστή Νικήτα στην Πολιτική ΄Εφεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας ν. Bank Fur Arbeit und Wirtschaft AG

(1999)1(A) AAΔ.585,
  1. Ο Νόμος αντανακλά πιστά τις κεντρικές ιδέες και το σύνολο των προνοιών του κώδικα διαιτησίας τον οποίο υιοθέτησε στις 21.6.1985 η Επιτροπή Διεθνούς Εμπορικού Δικαίου των Ηνωμένων Εθνών. Η διαιτησία ως εναλλακτική διαδικασία επίλυσης διαφορών αποτελεί χαρακτηριστικό συμπλήρωμα κάθε σύγχρονου νομικού συστήματος. Ο θεσμός διαιτησίας επιβιώνει χωρίς ένδικα μέσα, τα οποία μόνο σε καθορισμένες περιπτώσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά της διαιτητικής απόφασης. Η όλη δομή του Νόμου και η φιλοσοφία που τον καλύπτει καταδεικνύουν ότι το Δικαστήριο δεν παρεμβαίνει αχρείαστα στη διαδικασία, αλλά μόνο όπως ο Νόμος ορίζει και κυρίως προς υποστήριξη της διαιτητικής διαδικασίας με σκοπό πάντοτε να προχωρεί η διαιτησία το ταχύτερο δυνατό, ώστε να διασφαλίζεται η γρήγορη επίλυση της διεθνούς διαφοράς. Το όλο πνεύμα του Νόμου αποτυπώνεται μέσα από το σύνολο των διατάξεών του. Εύκολα εντοπίζεται ότι διαφυλάσσεται ο θεσμός της διαιτησίας ως εναλλακτικής διαδικασίας επίλυσης διαφορών. Η χρήση ένδικων μέτρων επιτρέπεται περιοριστικά και μόνο στις καθορισμένες περιπτώσεις που προβλέπονται. Τα άρθρα 8, 9, 35 και 36 αφορούν και έχουν εφαρμογή σε σχέση με διαιτησία που λαμβάνει χώρα στο εξωτερικό. Οι πρόνοιες των τεσσάρων πιο πάνω άρθρων συνάδουν με το όλο πνεύμα του Νόμου και τους σκοπούς που αυτός εξυπηρετεί. Παρέχουν τα πλαίσια και τη δυνατότητα παρέμβασης με ένδικα μέσα για διασφάλιση της ομαλής πορείας της διαιτησίας με την εξασφάλιση σε πρώτο στάδιο της δυνατότητας ικανοποίησης μέσω της λήψης συντηρητικών μέτρων, της διαιτητικής απόφασης και σε δεύτερο στάδιο της δυνατότητας αναγνώρισης και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης. Το άρθρο 9 του Νόμου παρέχει τη δικαιοδοσία για έκδοση διαταγμάτων. Η παρέμβαση του Δικαστηρίου (Δικαστήριο δυνάμει του ερμηνευτικού άρθρου 2 του Νόμου «σημαίνει αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο ή Δικαστή αυτού»), είναι απαραίτητη, όχι για να υποκαταστήσει το Διαιτητικό, αλλά προκειμένου να διασφαλιστεί, υποστηρικτικά, η ομαλή και αποτελεσματική πορεία της Διαιτητικής διαδικασίας. Το καθαρό λεκτικό του άρθρου 9 παρέχει το μηχανισμό για τη λήψη συντηρητικών μέτρων, παράγοντας θετικά αποτελέσματα και προσδίδοντας ουσιαστική εφαρμογή των ανάλογων σκοπών του Νομοθέτη. Οι απλές, συνήθεις λέξεις που το καλύπτουν, αντικριζόμενες για σκοπούς ερμηνείας τους υπό τη γραμματική τους έννοια, καταδεικνύουν την ευρύτητα του πεδίου εφαρμογής του και της εξουσίας που περιβάλλει το Δικαστήριο. Οποιοδήποτε από τα μέρη της διαιτησίας δύναται να αποταθεί για λήψη συντηρητικών μέτρων, ακόμη και πριν από την έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας. Ό,τι έχει σημασία είναι η συνδρομή των προϋποθέσεων έκδοσης μονομερώς των σχετικών διαταγμάτων. H έκταση εφαρμογής του Νόμου 101/87 καθορίζεται από το άρθρο
  2. Τυγχάνει εφαρμογής αποκλειστικά επί διεθνών εμπορικών διαιτησιών. Διεθνής είναι η διαιτησία όταν, μεταξύ άλλων, κατά το χρόνο συνομολόγησης της συμφωνίας περί διαιτησίας, τα μέρη της συμφωνίας έχουν την έδρα των εργασιών τους σε διαφορετικά κράτη (άρθρο 2
(2)(α) του πιο πάνω Νόμου). Ως εμπορική δε διαιτησία καθορίζεται, σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2
(4)του εν λόγω Νόμου, η διαιτησία που αναφέρεται σε ζητήματα που απορρέουν από εμπορικής φύσης σχέσεις, συμβατικές ή μη. Ενδεικτική και μόνο ερμηνεία του όρου «εμπορικής φύσεως σχέσεις» αποτυπώνεται στο άρθρο 2
(5)του Νόμου. Εύκολα εντοπίζεται από την ερμηνεία που δίδεται ότι καλύπτει - και μάλιστα όχι περιοριστικά - μια ευρύτατη μορφή σχέσεων, μεταξύ των οποίων και τη χρηματοδότηση. Η υπό κρίση περίπτωση εντάσσεται στα πλαίσια που ο Νόμος 101/87 ορίζει. Η αδιαμφισβήτητη έδρα εργασιών των εμπλεκόμενων μερών σε διαφορετικά κράτη, αλλά και η ίδια η συμφωνία δανείου, η οποία συνιστά στην ουσία της παροχή χρημάτων και εξασφάλιση οικονομικών μέσων για λειτουργία και πραγμάτωση των σκοπών της Καθ΄ ης η Αίτηση εταιρεία, επιβεβαιώνουν ότι βρισκόμαστε ενώπιον διεθνούς εμπορικής διαιτησίας, η οποία καλύπτεται από γραπτή συμφωνία περί διαιτησίας. Με δεδομένα τα πιο πάνω τέθηκε σε λειτουργία ο μηχανισμός του άρθρου 9 του Νόμου, η λήψη δηλαδή συντηρητικών μέτρων. Η διεθνής διαιτησία, όπως στηρίζεται μέσα από τις πρόνοιες του πιο πάνω Νόμου, συνιστά μια ειδική ρύθμιση. Είναι δε μέσα από τις ειδικές παραμέτρους του Νόμου 101/87 και τους σκοπούς που αυτός εξυπηρετεί, όπως έχουν ήδη αναλυθεί, που θα πρέπει να αντικριστεί η εφαρμογή των εξουσιών που το άρθρο 9 παρέχει. Πέραν της εξουσίας που παρέχει το άρθρο 9 του Νόμου 101/87, το Δικαστήριο περιβάλλεται δικαιοδοσίας και έχει αρμοδιότητα έκδοσης διατάγματος ασφαλιστικών μέτρων δυνάμει του άρθρου 31 του Κανονισμού (ΕΚ) Αρ. 44/2001 του Συμβουλίου, το οποίο έχει ως εξής: «Provisional, including protective, measures Article 31 Application may be made to the courts of a Member State for such provisional, including protective measures as may be available under the law of that State, even if, under this Regulation, the courts of another Member State have jurisdiction as to the substance of the matter.» Το Ελληνικό κείμενο του άρθρου 31 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού, όπως αυτός δημοσιεύτηκε στην επίσημη εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, έχει ως ακολούθως: «Ασφαλιστικά μέτρα Τα ασφαλιστικά μέτρα που προβλέπονται από το δίκαιο κράτους μέλους μπορούν να ζητηθούν από τις δικαστικές αρχές του κράτους αυτού, έστω κι αν δικαστήριο άλλου κράτους μέλους έχει, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, διεθνή δικαιοδοσία για την ουσία της υπόθεσης.» Ο Κανονισμός 44/2001 έχει συγκεκριμένο πεδίο εφαρμογής, όπως αυτό οριοθετείται από το άρθρο
  1. Εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και εξαιρείται από την εφαρμογή του, κατ΄ ακολουθία της παραγρ. 2(δ) του άρθρου 1, η διαιτησία. Στο σύγγραμμα Commercial Injunctions, Steven Gee Q.C., 5η Έκδοση, σελ. 164, παράγρ. 6.041, εξετάζεται το εύρος του άρθρου 31 σε σχέση με τα περιθώρια εφαρμογής του σε διαδικασίες διαιτησίας: «(iii) Article 24 of the Brussels and Lugano Conventions and Article 31 of Council Regulation 44/2001 Article 24 of the Conventions and Art.31 of Regulation 44/2001 authorises provisional measures. If a court has jurisdiction over the substantive claims under a Convention or the Regulation this carries with it jurisdiction under the Convention to grant provisional measures. If the substantive claims are to be determined in arbitration, then no court is seized with the substantive claims and so this aspect of the article will not apply. If the subject-matter of the claims falls outside the Conventions or the Regulations then these articles do not apply. However, where the subject-matter of the substantive rights does come within the scope of the Convention or Regulation (e.g. a claim for breach of contract), then the fact that it is to be resolved in arbitration does not have the consequence that these articles do not apply. They apply because the provisional measures are granted in relation to the substantive rights and those are in principle within the scope of the Convention albeit that matters concerning arbitration proceedings are excluded. For Art.24 (and Art.31 of the Regulation) to apply there must still be a real connecting link between the provisional measures and the territorial jurisdiction of the national court.» Σχετική επίσης με την εμβέλεια εφαρμογής του άρθρου 24 της πιο πάνω σύμβασης, είναι η απόφαση του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων C-391/95, Van Uden Maritime BV, trading as Van Uden Africa Line v Kommanditgesellschaft in Firma Deco-Line and Another [1998] ECR I-07091, όπου εντοπίζονται τα ακόλουθα σχετικά: "
  2. It must first be borne in mind here that Article 24 of the Convention applies even if a court of another Contracting State has jurisdiction as to the substance of the case, provided that the subject-matter of the dispute falls within the scope ratione materiae of the Convention, which covers civil and commercial matters.
  3. It must therefore be concluded that where, as in the case in the main proceedings, the subject-matter of an application for provisional measures relates to a question falling within the scope ratione materiae of the Convention, the Convention is applicable and Article 24 thereof may confer jurisdiction on the court hearing that application even where proceedings have already been, or may be, commenced on the substance of the case and even where those proceedings are to be conducted before arbitrators.
  4. It follows that the granting of provisional or protective measures on the basis of Article 24 is conditional on, inter alia, the existence of a real connecting link between the subject-matter of the measures sought and the territorial jurisdiction of the Contracting State of the court before which those measures are sought." Στην υπό εκδίκαση περίπτωση, το ουσιαστικό δικαίωμα των Αιτητών εδράζεται σε, κατ΄ ισχυρισμό, παράβαση συμφωνίας δανειοδότησης. Η Καθ΄ ης η Αίτηση είναι Κυπριακή εταιρεία, διευθυντές της διαμένουν στην Κύπρο και φέρεται να έχει κεφάλαια, τραπεζικούς λογαριασμούς, εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Συνεπώς, τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν και την αρμοδιότητα, αλλά και την ευχέρεια - όπως σε έκταση θα αναλυθεί σε κατοπινό στάδιο της απόφασης με αναφορά στην υπόθεση Seamark Consultancy Services Limited v. Joseph P. Lasala κ.ά.
(2007)1 ΑΑΔ 162 - να ελέγξουν τη συμμόρφωση σε εκδοθέντα διατάγματα. Η έκδοση των οποίων είναι, όπως έχει επεξηγηθεί, κατεπείγουσας φύσης προκειμένου να υποβοηθηθεί η διαιτητική διαδικασία μέσα από την προστασία των περιουσιακών στοιχείων της Καθ΄ ης η Αίτηση από οποιαδήποτε πιθανή αποξένωση. ΣΤ. ΤΟ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΩΝ. Το στοιχείο του κατεπείγοντος για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Συνακόλουθα, η κατάδειξή του είναι απαραίτητη προκειμένου να δικαιολογηθεί η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία της άλλης πλευράς. Συνεπώς, ως θέμα λογικής προτεραιότητας, η συνδρομή του κατεπείγοντος του αιτήματος χρήζει εξέτασης προτού λάβει χώρα η διερεύνηση της σωρευτικής ύπαρξης των τριών κριτηρίων του άρθρου 32. Κατά ταυτόσημο τρόπο, η επίκληση της ύπαρξης απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων επίσης θα προηγηθεί της ανάλυσης της ουσίας των προσωρινών διαταγμάτων, αφού τυχόν εντοπισμός τέτοιας απόκρυψης παρέχει την εξουσία στο Δικαστήριο να ακυρώσει το εκδοθέν διάταγμα χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του. Εισηγήθηκε, λοιπόν, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι τέσσερις περίπου μήνες πριν την καταχώρηση της Αίτησης τα γεγονότα σε σχέση με την έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας είχαν αποκρυσταλλωθεί, τίποτε άλλο δεν μεσολάβησε και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται η καθυστέρηση προσφυγής των Αιτητών στην Κυπριακή δικαιοσύνη. Δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο η πιο πάνω προσέγγιση. Μέσα από την ένορκο δήλωση του Gazda και ιδίως στις παραγρ. 87 και 88, εντοπίζονται οι λόγοι επίκλησης της κατεπείγουσας ανάγκης προσφυγής στο Δικαστήριο. Διαφαίνεται ότι μετά την έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας, συγκεκριμένα στις 21.8.2009, έλαβε χώρα ακύρωση ενδιάμεσου διατάγματος από αλλοδαπό Δικαστήριο (Τεκμ. 23F στην πιο πάνω ένορκο δήλωση). Το ενδιάμεσο αυτό διάταγμα είχε αρχικά εκδοθεί προς όφελος της Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον της RosGas. Η απόρριψή του, σε συνδυασμό με πρωτόδικη απόφαση Δικαστηρίου της Βουδαπέστης, Τεκμ. 18 επί της ενόρκου δηλώσεως, η οποία εκδόθηκε στις 26.6.2009 - και με βάση την οποία αποφασίστηκε ότι η αίτηση για εγγραφή της RosGas ως ιδιοκτήτριας της Αιτήτριας και τα σχετικά έγγραφα καταχωρήθηκαν ορθά και δεν συντρέχει λόγος ακύρωσης της εγγραφής - δημιουργούσαν νέα δεδομένα και εύλογα καθιστούσαν πλέον άμεσα ορατό τον κίνδυνο αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων από την Καθ΄ ης η Αίτηση. Ούτως ή άλλως, η παρέλευση του διαστήματος των τεσσάρων περίπου μηνών, με δεδομένο τον όγκο και το πολύπλοκο της υπόθεσης, αλλά και της ανάγκης προετοιμασίας της για καταχώρηση και αξίωση διαταγμάτων σε Δικαστήριο άλλης χώρας, στην Κυπριακή Δημοκρατία, δεν εντοπίζεται να στοιχειοθετεί οποιαδήποτε καθυστέρηση μοιραίας μορφής εκ μέρους των Αιτητών. Υπό τις πιο πάνω συνθήκες, η αναζήτηση συντηρητικών μέτρων, προκειμένου να διασφαλιστεί η ομαλή πορεία της διαιτητικής διαδικασίας, ήταν άμεση και εν πάση περιπτώσει εντός χρονικών πλαισίων, τέτοιων, που δικαιολογούν πλήρως το χρονικό διάστημα που διέρρευσε και δεν αναιρούν το επείγον του ζητήματος. Προς ολοκλήρωση του υπό εξέταση ζητήματος, προσθέτω ότι τυχόν ύπαρξη καθυστέρησης σταθμίζεται πάντοτε και έναντι της πιθανότητας του ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή, θέμα το οποίο θα απασχολήσει το Δικαστήριο, στα πλαίσια και υπό το φως των αρχών που διέπουν το ζήτημα εξέτασης αιτήσεων αυτής της μορφής, σε κατοπινό στάδιο. Ζ. ΑΠΟΚΡΥΨΗ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ. Η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο, καθότι παρέχεται κατά παρέκκλιση ενός από τους βασικούς κανόνες φυσικής δικαιοσύνης: του αποκλεισμού παροχής θεραπείας στην απουσία της άλλη πλευράς, στερώντας της έτσι την ευκαιρία να ακουστεί. Κανόνας προαιώνιος και αξία διαχρονική, η οποία βρήκε τον απόλυτο ορισμό της τον 6ο π.Χ. αιώνα στην αναφορά του γνωμικού ποιητή Φωκυλίδη «Μήδε δίκην δικάσης πριν αν αμφοίν μύθος ακούσης» και αποτυπώθηκε λακωνικά στο λατινικό αξίωμα «Audi alteram partem», ήτοι, «άκου και την άλλη πλευρά - άκου και τις δύο πλευρές». Η ύψιστη πίστη που καλύπτει κάθε μονομερή αίτηση επιβάλλει στους αιτητές να παρουσιάσουν κατά τρόπο ξεκάθαρο το όλο φάσμα των γεγονότων. Και εδώ ακριβώς υπεισέρχεται το θέμα της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Είναι θεμελιωμένο ότι το Δικαστήριο μπορεί χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος να το ακυρώσει αν εντοπισθεί ότι έχει γίνει απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του, τέτοιας μορφής που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο. H διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος και ο όλος μηχανισμός που την διέπει έχουν βαθιές τις ρίζες τους στο Δίκαιο της Επιείκειας. Οι παράμετροι προσέγγισης του όλου ζητήματος από τα Δικαστήρια έχουν τεθεί από τον Ralph Gibson L.J. σε επτά αριθμημένες παραγράφους στην κλασική επί του θέματος υπόθεση Brink´s Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 1 WLR 1350, 1356-1357: "In considering whether there has been relevant non-disclosure and what consequence the court should attach to any failure to comply with the duty to make full and frank disclosure, the principles relevant to the issues in these appeals appear to me to include the following.
(1)The duty of the applicant is to make "a full and fair disclousure of all the material facts:" see Rex v. Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 514 per Scrutton L.J.
(2)The material facts are those which it is material for the judge to know in dealing with the application as made: materiality is to be decided by the court and not by the assessment of the applicant or his legal advisers: see Rex v. Kensington Income Tax Commissioners, per Lord Cozens-Hardy M.R., at p. 504, citing Dalglish v. Jarvie
(1850)2 Mac. & G. 231, 238, and Browne-Wilkinson J. In Thermax Ltd v. Schott Industrial Glass Ltd. [1981] F.S.R. 289, 295.
(3)The applicant must make proper inquiries before making the application: see Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87. The duty of disclosure therefore applies not only to material facts known to the applicant but also to any additional facts which he would have known if he had made such inquiries.
(4)The extent of the inquiries which will be held to be proper, and therefore necessary, must depend on all the circumstances of the case including (
  1. a)the nature of the case which the applicant is making when he makes the application; and (
  2. b)the order for which application is made and the probable effect of the order of the defendant: see, for example, the examination by Scott J. of the possible effect of an Anton Piller order in Columbia Picture Industries Inc. v. Robinson [1987] Ch. 38; And (
  3. c)the degree of legitimate urgency and the time available for the making of inquires: see per Slade L.J. in Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87, 92-93.
(5)If material non-disclosure is established the court will be "astute to ensure that a plaintiff who obtains [an ex parte injunction] without full disclosure . is deprived of any advantage he may have derived by that breach of duty:" see per Donaldson L.J. in Bank Mellat v. Nikpour, at p. 91, citing Warrington L.J. in the Kensington Income Tax Commissioners' case [1917] 1 K.B. 486, 509.
(6)Whether the fact not disclosed is of sufficient materiality to justify or require immediate discharge of the order without examination of the merits depends on the importance of the fact to the issues which were to be decided by the judge on the application. The answer to the question whether the non-disclosure was innocent, in the sense that the fact was not known to the applicant or that its relevance was not perceived, is an important consideration but not decisive by reason of the duty on the applicant to make all proper inquiries and to give careful consideration to the case being presented.
(7)Finally, it "is not for every omission that the injunction will be automatically discharged. A locus poenitentiae may sometimes be afforded:" per Lord Denning M.R. in Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87, 90. The court has a discretion, notwithstanding proof of material non-disclosure which justifies or requires the immediate discharge of the ex parte order, nevertheless to continue the order, or to make a new order on terms. "when the whole of the facts, including that of the original non-disclosure, are before [the court, it] may well grant . a second injunction if the original non-disclosure was innocent and if an injunction could properly be granted even had the facts been disclosed:" per Glidewell L.J. in Lloyds Bowmaker Ltd. V. Britannia Arrow Holdings Plc., ante, pp. 1343H -1344 A.» Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστοφόρου κ.ά. [1995] 1 ΑΑΔ, 248, 265-266, τονίζεται η φύση της διαδικασίας μονομερούς αίτησης και το καθήκον που δημιουργείται στον αιτητή, ακριβώς λόγω του στοιχείου της υψίστης πίστεως που καλύπτει αιτήσεις αυτής της μορφής, για αποκάλυψη όλων των ουσιαστικών γεγονότων. Σημειώνεται δε ότι παράλειψη παρουσίασης τέτοιων γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου σε μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Η αποκάλυψη συναρτάται λοιπόν με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Το στοιχείο δε της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. (Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου [1998] 1 ΑΑΔ, 598). Εύκολα εντοπίζεται από τα πιο πάνω ότι η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη (full and fair). Συνακόλουθα η εξεταζόμενη αρχή τυγχάνει εφαρμογής όχι μόνο στις περιπτώσεις που ένας αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα, αλλά και όπου αυτά εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλειπής ή παραπλανητικός, ανεξάρτητα αν αυτό γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Προς συμπλήρωση της νομικής πτυχής του εξεταζόμενου ζητήματος, παραθέτω πως στην απόφαση Harvardskiy Prumyslovy Holdings A.S. v. Daventree Resources Limited κ.ά.
(2008)1 ΑΑΔ 801, κωδικοποιούνται οι σχετικές αρχές οι οποίες διέπουν το όλο φάσμα της απόκρυψης γεγονότων. Εισηγήθηκε ο κ. Ιακωβίδης ότι παρατηρείται στην υπό κρίση περίπτωση ουσιώδης απόκρυψη μεγάλου αριθμού στοιχείων από πλευράς της Αιτήτριας, ότι εντοπίζεται προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου και ότι οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο, ως όφειλαν, με καθαρά χέρια. Ως τέτοια στοιχεία έθεσε την παράλειψη των Αιτητών να αναφέρουν το αντίτιμο της αγοράς των μετοχών εκ μέρους της RosGas και τη σχετική συμφωνία, το γεγονός ότι η συγκεκριμένη αγορά δεν ήταν προς όφελος των συμφερόντων της Καθ΄ ης η Αίτηση, την παράλειψη διευκρίνισης ότι σε καμία από τις δικαστικές διαδικασίες που έλαβαν χώρα στο εξωτερικό δεν υπήρξε απόφαση επί της ουσίας της μεταξύ των μερών διαφοράς, καθώς επίσης και τη μη παροχή επαρκών στοιχείων σε σχέση με ποινική έρευνα που λαμβάνει χώρα σε αρμόδιο όργανο στην Ουγγαρία γύρω από τα γεγονότα της μεταβίβασης των μετοχών στη RosGas. Το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Χωρίς αμφιβολία, είναι καθήκον του κάθε Αιτητή, όταν προσφεύγει μονομερώς στο Δικαστήριο αποζητώντας συγκεκριμένη θεραπεία, και στα πλαίσια της υποχρέωσης που έχει για πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη, να θέτει ξεκάθαρα και ρητά στο σώμα της ένορκης δήλωσης τα ουσιαστικά γεγονότα, στρέφοντας την προσοχή του Δικαστηρίου στα συγκεκριμένα, βασικά για την υπόθεση, στοιχεία. Πολύ περισσότερο επαυξάνεται αυτή η υποχρέωση κάθε αιτητή όταν επισυνάπτονται στην Αίτηση ογκωδέστατα τεκμήρια. Καθότι δεν αναμένεται, υπό την πίεση του χρόνου και του επείγοντος που προκύπτει, να αναζητά το Δικαστήριο, ανατρέχοντας στον όγκο της μαρτυρίας, τα σημαντικά για την υπόθεση στοιχεία. Είναι επιβεβλημένη η υπόμνηση των σημαντικών περιστατικών της υπόθεσης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν η Αιτήτρια κάλυψε το καθήκον που έχει για πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων. Η υφή της υπόθεσης, σε συνάρτηση με τα επιζητούμενα διατάγματα, συνιστούν το πλαίσιο οριοθέτησης της έκτασης του καθήκοντος αυτού. Το ουσιαστικό πλέγμα γεγονότων της παρούσας υπόθεσης περιστρέφεται γύρω από την παραδεκτή ύπαρξη συμφωνιών δανειοδότησης, την αδιαμφισβήτητη οφειλή συγκεκριμένου, τεράστιου, ποσού, από την Καθ΄ ης η Αίτηση στην Αιτήτρια και την έναρξη διαιτητικής διαδικασίας σε σχέση με την οφειλή αυτή. Είναι δεδομένη δε η αμφισβήτηση από την Καθ΄ ης η Αίτηση της νομιμότητας μεταβίβασης των μετοχών της Αιτήτριας στη RosGas, στοιχείο που η πλευρά αυτή συνδέει με την ορθότητα πρόωρης διεκδίκησης του ποσού που καλύπτει η ενοποιημένη συμφωνία δανείου. Οι Αιτητές στην παρούσα υπόθεση, μέσα από τη λεπτομερή παράθεση των γεγονότων, όπως αυτή αποτυπώνεται στις συνοδευτικές της Αίτησης ένορκες δηλώσεις, έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά τρόπο όχι μόνο δίκαιο, αλλά και υποδειγματικό, όλα τα ουσιαστικά, για σκοπούς εξέτασης του αιτήματός τους, γεγονότα. Τα πολυάριθμα τεκμήρια συνιστούσαν απαραίτητη προσθήκη, προκειμένου να επιβεβαιώσουν με κάθε λεπτομέρεια τα όσα οι ενόρκως δηλούντες για τους Αιτητές πρόβαλαν. Σε καμία όμως περίπτωση δεν εντοπίζεται σε αυτά οτιδήποτε το οποίο θα ήταν ικανό να οδηγήσει σε διαφορετική προσέγγιση από τα όσα στην ένορκη δήλωση περιλαμβάνονται. Ούτε και εντοπίζεται στα πολυάριθμα τεκμήρια αναφορά σε οτιδήποτε σημαντικό, το οποίο οι ενόρκως δηλούντες για τους Αιτητές παρέλειψαν να θέσουν. Στα γεγονότα λοιπόν που καλύπτουν οι ένορκες δηλώσεις προς στήριξη της Αίτησης εντοπίζεται να υπάρχει κάθε τι το ουσιαστικό το οποίο και είχαν υποχρέωση να αποκαλύψουν επαρκώς και δίκαια οι Αιτητές στο Δικαστήριο. Τα περί του αντιθέτου παράπονα και εισηγήσεις των Καθ΄ ων η Αίτηση, αντικριζόμενα υπό το φως των αρχών που διέπουν το ζήτημα, είναι χωρίς στήριξη. Αναμφίβολα υπάρχει διαφωνία μεταξύ των μερών ως προς τη νομιμότητα και τις συνθήκες απόκτησης του συμφέροντος από τη RosGas. Αυτά όμως δεν στοιχειοθετούν απόκρυψη. Οι Αιτητές παράθεσαν ό,τι σχετικό ουσιαστικό στοιχείο υπάρχει, συμπεριλαμβανομένων των θέσεων των Καθ΄ ων και των δικαστικών διαδικασιών που λαμβάνουν χώρα στο εξωτερικό με αντίδικους τα εμπλεκόμενα μέρη. Οι διαφορετικές προσεγγίσεις των διαδίκων είναι μεν το αντικείμενο της μεταξύ τους επίδικης διαφοράς, δεν παρέχουν όμως στέρεο έδαφος στήριξης θέσης για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Η. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 32. Τελεί υπό αμφισβήτηση κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων, όπως αυτές εμπεριέχονται στο ουσιαστικό δίκαιο του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60. Το άρθρο 32 προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Συνεπώς η έκδοση οποιουδήποτε προσωρινού διατάγματος θα πρέπει να διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου αυτού. Το δε Δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος, επιβάλλεται να ικανοποιηθεί για τη συνύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32, χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση (Αντωνία Παναγίδου κ.ά. v. Μαρία Παναγίδου κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 396, 402-3). Τα κριτήρια του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, των οποίων η σωρευτική ικανοποίηση θα πρέπει να καλυφθεί προτού εξεταστεί και το ισοζύγιο της ευχέρειας, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων, έχουν διατυπωθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με προεξέχουσα την κλασσική επί του θέματος Α. Οδυσσέως v. Α. Pieris Estates Ltd κ.ά.
(1982)1 ΑΑΔ
  1. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση ικανοποιείται με την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης. Ο δε εντοπισμός πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή, περιστρέφεται γύρω από την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Στο στάδιο της έκδοσης διατάγματος είναι αρκετό να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης, αλλά λιγότερο από το ισοζύγιο πιθανοτήτων, προκειμένου να ικανοποιηθεί το κριτήριο της πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή. Το τρίτο κριτήριο του άρθρου 32 είναι η κατάδειξη δυσκολίας ή αδυναμίας να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Σε σχέση με τη συνδρομή των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ΄ ων η Αίτηση ενέπλεξε τις προσεγγίσεις του με μία σειρά από θέσεις, όπως η εγκυρότητα και η έκταση του πληρεξουσίου με βάση το οποίο η RosGas απέκτησε το συμφέρον της Αιτήτριας, το νόμιμο της μεταβίβασης των μετοχών και της προειδοποίησης για τερματισμό της ενοποιημένης συμφωνίας δανείου και η ύπαρξη των προϋποθέσεων με βάση τον περί Διαιτησίας Ουγγρικό Νόμο για προσφυγή σε διαιτησία. Ήταν κατάληξη του Δικαστηρίου ότι βρισκόμαστε ενώπιον διαδικασίας διεθνούς διαιτησίας, στα πλαίσια που ο Νόμος 101/87 ορίζει. Με ρητή δε συμφωνία των μερών καθορίστηκε ότι η διαιτητική διαδικασία θα διεξαχθεί στο προαναφερθέν διαιτητικό δικαστήριο της Ουγγαρίας και η διαφορά θα διέπεται από το Ουγγρικό δίκαιο. Η ύπαρξη δανείου και η άρνηση των Καθ΄ ων η Αίτηση, για τους λόγους που προβάλλουν, να ανταποκριθούν στις συμβατικές τους υποχρεώσεις, δεν τελούν υπό αμφισβήτηση. Οι προαναφερθείσες θέσεις των Καθ΄ ων η Αίτηση συνιστούν μέρος των προσεγγίσεών τους και ενώπιον του διαιτητικού Δικαστηρίου. Αντικριζόμενες δε υπό το πρίσμα των γεγονότων που τις καλύπτουν και των εκατέρωθεν θέσεων, όπως αυτές προβάλλουν μέσα από τις ένορκες δηλώσεις των δύο πλευρών, επιβεβαιώνουν ακόμη πιο έντονα την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Τα πιο πάνω δεδομένα είναι αρκετά, υπό το φως της φύσης της παρούσας Αίτησης, για να καλύψουν τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
  2. Έχουν δε καταδειχθεί οι απαραίτητες σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του ουσιαστικού δικαιώματος, του οποίου ζητούν την ικανοποίηση οι Αιτητές μέσω της διαιτητικής διαδικασίας. Περαιτέρω, το τεράστιο ποσό της μεταξύ των μερών διαφοράς και η έλλειψη οποιουδήποτε στοιχείου ως προς τις πραγματικές οικονομικές δυνατότητες της Καθ΄ ης η Αίτηση, σε συνάρτηση με το αδιαμφισβήτητο δεδομένο ότι το εκδοθέν μετοχικό κεφάλαιο της είναι μόνο €1.710, επιμαρτυρούν αφ εαυτών τη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, στην απουσία έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και είναι αρκετά για να καλύψουν το εύρος εφαρμογής και του τρίτου κριτηρίου του άρθρου
  3. Όσον αφορά το ζήτημα προσαγωγής μαρτυρίας για κατάδειξη ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση αποξένωσης ή επιβάρυνσης περιουσιακών στοιχείων, ό,τι έχει σημασία για σκοπούς έκδοσης διατάγματος, δεν είναι η ανάγκη τεκμηρίωσης τέτοιας πρόθεσης, αλλά η συνεκτίμηση της πιθανής επίδρασης που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση των οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων στην ικανοποίηση της διαιτητικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, σε τελική ανάλυση, να μην ικανοποιηθεί μια τέτοια απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785, 789-90). Έχοντας ικανοποιηθεί ότι η αιτήτρια απέδειξε την συνύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων έκδοσης προσωρινού διατάγματος, καταλήγω με την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας. Παρεμβάλλω ότι η ίδια φράση "balance of convenience" αφήνει ανοικτό το πεδίο κρίσης ως προς την ορθότητά της. Είναι μια πρακτική συντομογραφία, αλλά, όπως εντοπίσθηκε από τον May L.J. στην υπόθεση Cayne v. Global Natural Resources plc
(1984)1 All E.R. 225 at 237h: "Τhe balance that one is seeking to make is more fundamental, more weighty, than mere 'convenience'. I think it is quite clear . that, although the phrase may well be substantially less elegant, the 'balance of the risk of doing an injustice' better describes the process involved" Ο όρος "balance of convenience" χαρακτηρίστηκε από τον Sir John Donaldson MR στην υπόθεση Francome v. Mirror Group Newspapers Ltd [1984] 1 WLR 892, ως ατυχής έκφραση. Tέθηκε δε ως πιο αρμόζουσα η φράση "balance of justice" δεδομένου ότι το Δικαστήριο ασχολείται με την δικαιοσύνη και όχι με την ευχέρεια των διαδίκων. Το ισοζύγιο λοιπόν δικαιοσύνης υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν διαφανεί ότι η απόφασή του που εκδόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη, υπό την έννοια ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει να αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη ή, διαζευκτικά, με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει. Συνεπώς, αποτελεί θεμελιώδη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας, εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν «λανθασμένη» [Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd [1996] 1(B) AAΔ.788, 795]. Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου αυτού είναι η διατήρηση του status quo ή, ορθότερα, όπως είναι ο πλήρης όρος του, status quo ante bellum. Της κατάστασης δηλαδή πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί την αιτία πολέμου (casus belli). Με καθοδήγηση τις αρχές αυτές, εν όψει των όσων έχουν ήδη αναλυθεί, ισοζυγίζοντας όλο το φάσμα των ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένων, συμπεριλαμβανομένης της αποδοχής ότι η Αιτήτρια ικανοποίησε τα σχετικά κριτήρια της νομολογίας και του Νόμου, είναι κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το ισοζύγιο κλίνει σαφώς υπέρ της Αιτήτριας. Θεωρώ δε ότι είναι επάναγκες όπως η κατάσταση πραγμάτων διατηρηθεί ως είχε αμέσως πριν από τη γένεση της μεταξύ των μερών διαφοράς. Υπό το φως πάντα της δεδομένης ύπαρξης διαιτητικής διαδικασίας η έκδοση και διατήρηση σε ισχύ των διαταγμάτων και αναγκαία και επιβεβλημένη είναι, προκειμένου να διαφυλαχθεί η κατάσταση πραγμάτων μέσω της ενεργοποίησης του μηχανισμού του άρθρου 9 του Νόμου 101/87 και ως απαραίτητη επέμβαση του Δικαστηρίου προς υποβοήθηση της διαιτητικής διαδικασίας. Άλλωστε, όχι μόνο δεν τέθηκε να προκαλείται οποιοδήποτε ιδιαίτερο πρόβλημα στους Καθ΄ ων η Αίτηση από την έκδοση ή διατήρηση των διαταγμάτων, αλλά, περαιτέρω, η διαφύλαξη των περιουσιακών στοιχείων τους είναι και προς το συμφέρον τους, αν και εφόσον καταδειχθεί στο τέλος ότι αυτοί είναι οι δικαιούχοι του μετοχικού κεφαλαίου της Αιτήτριας και όχι η RosGas. Καθότι, αν οι θέσεις τους επιτύχουν και διαφανεί ότι όντως παράνομα η RosGas απέκτησε το υπό αμφισβήτηση συμφέρον, τότε οι Καθ΄ ων η Αίτηση, ως κύριοι του μετοχικού κεφαλαίου των Αιτητών, θα έχουν άμεσο και καθοριστικό λόγο στο όλο ζήτημα της ενοποιημένης συμφωνίας δανειοδότησης και της εξόφλησης του όλου ποσού. Θ. ΤΑΥΤΟΣΗΜΕΣ ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ ΜΟΝΟΜΕΡΟΥΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΩΣ ΑΙΤΗΣΗΣ. Ήταν η θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι οι θεραπείες τις οποίες ζητά η Αιτήτρια με τη μονομερή Αίτηση είναι πανομοιότυπες με αυτές της κυρίως Αίτησης, με αποτέλεσμα, σε περίπτωση κατά την οποία το προσωρινό διάταγμα καταστεί απόλυτο, να μην υπάρχει οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των μερών προς επίλυση κατά την εκδίκαση της κυρίως Αίτησης. Είναι, όντως, νομολογημένο ότι εκτός ίσως από ξεκάθαρες υποθέσεις, δεν είναι ορθή η παροχή θεραπειών στο στάδιο της ενδιάμεσης διαδικασίας κατά τρόπο που να παρέχεται ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή (Frixos Michael v. Brevinos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578). Η πιο πάνω αρχή δεν είναι απόλυτη. Η νομολογία αναγνωρίζει ότι παρά το ανεπιθύμητο, δεν αποκλείεται η παραχώρηση αιτούμενων διαταγμάτων αντίστοιχων με την τελική θεραπεία, εφόσον τα γεγονότα το επιτρέπουν. Η προσέγγιση αυτή υποστηρίζεται από σειρά αποφάσεων, σύνοψη των οποίων γίνεται στην Χριστοφής Κουνούνα v. C & A Simonos Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 1361, 1367. Συνεπώς δεν μπορεί να τεθεί εκ προοιμίου άκαμπτος κανόνας. Τα γεγονότα που καλύπτουν την κάθε περίπτωση είναι και ο αποφασιστικός παράγοντας προς κατάληξη επί του θέματος. Στην παρούσα περίπτωση η καταχώρηση Γενικής Αίτησης καθίστατο αναγκαία προκειμένου, λόγω του επείγοντος του διατάγματος, να ακολουθήσει καταχώρηση της μονομερούς. Ούτως ή άλλως, η έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων έχει ως λόγο τη συνέχισή τους για το χρονικό διάστημα που ορίζει το Δικαστήριο να ισχύουν, προκειμένου να διατηρηθεί το status quo ante, μέχρις ότου τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των διαδίκων αποφασιστούν τελεσίδικα. Στη μεταξύ των μερών περίπτωση, οι ουσιαστικές διαφορές και οι αιτούμενες θεραπείες δεν αφορούν την κυρίως Αίτηση, αλλά τη διαιτητική διαδικασία. Είναι ζητήματα εντελώς διάφορα από αυτά που καλύπτουν τα υπό εξέταση διατάγματα, τα οποία ως μόνο σκοπό έχουν τη διαφύλαξη της αποτελεσματικότητας της διαιτησίας και ουδόλως διαγιγνώσκουν την ουσία της μεταξύ των μερών διαφοράς, ούτε και επιδρούν καταλυτικά σε σχέση με τη μεταξύ τους διαιτητική διαμάχη. Συνεπώς, δεν εντοπίζεται πρόβλημα στη χορήγηση των ενδιάμεσων θεραπειών, έστω κι αν παρόμοιες καλύπτονται και από την κυρίως Αίτηση. Ι. ΤΟ ΑΙΤΟΥΜΕΝΟ, ΣΤΟ ΥΠΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ (Δ) ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ, ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ. Στις περιπτώσεις όπου εκδικάζονται διατάγματα παγοποίησης (freezing orders), γνωστά και με την ονομασία Mareva, λόγω του γεγονότος ότι μία από τις πρώτες υποθέσεις στις οποίες εκδόθηκε διάταγμα παγοποίησης ήταν η Mareva Compania Naviera SA v. International Bulkcarriers SA
(1975)2 Lloyd's Rep. 509, είναι συνήθως αναγκαίες κάποιες παρεπόμενες θεραπείες, προκειμένου να ευδοκιμήσουν τα ουσιαστικά διατάγματα. Η προσφυγή στις υποβοηθητικές αυτές θεραπείες προέκυψε ως αναγκαιότητα λόγω της δυσκολίας εντοπισμού λεπτομερειών και στοιχείων, χωρίς τον εξαναγκασμό του Καθ΄ ου η Αίτηση. Αδυναμία δε συνδρομής των ουσιαστικών διαταγμάτων με υποβοηθητικές θεραπείες, θα οδηγούσε στην παράλυση της δυνατότητας απονομής ουσιαστικής δικαιοσύνης στην περίπτωση κατά την οποία ο Αιτητής-ενάγοντας κέρδιζε την υπόθεσή του. Τέθηκε ως εξής το υπό εξέταση ζήτημα από το Ναθαναήλ, ΠΕΔ (όπως ήταν τότε), σε Ενδιάμεση Απόφασή του ημερ. 21.7.2005 στην αγωγή αρ. 5581/05 Lasala κ.ά. v. Λυκούργου Κυπριανού κ.ά., το σχετικό απόσπασμα της οποίας υιοθετώ: «Τα στοιχεία που καλείται ο εναγόμενος να αποκαλύψει είναι στα πλαίσια της βοήθειας που οφείλει να δώσει προς τη δικαιοσύνη ώστε να αποκαλυφθεί η αλήθεια, έστω και αν δυνατόν να θεωρηθεί ιδιαίτερα δυσχερές να το πράξει. Προσομοιάζουν οι παρεπόμενες αυτές θεραπείες με τα διατάγματα τύπου Anton Pillar, τα οποία δίνονται επίσης προς υποβοήθηση ανίχνευσης από τα στοιχεία που διατηρεί ο ίδιος ο εναγόμενος τεκμηρίων βοηθητικών προς υποστήριξη της θέσης του ενάγοντα. Τέτοια διατάγματα έχουν δοθεί στη Norwich Pharmacal v. Commissioners of Customs and Excise
(1973)2 All E.R. 94 από τρίτο μάλιστα άτομο εναντίον του οποίου δεν καταλογιζόταν κατ΄ ανάγκη ανάμειξη στην όλη δόλια συμπεριφορά που ασκήθηκε επί των εναγόντων. Ακολουθήθηκε στην Bankers Trust v. Shapira & Others
(1980)3 All E.R. 353, και πιο πρόσφατα στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)1 W.L.R. 2033, όπου τονίστηκε και πάλιν, από τη μια, η δραστική και εξαιρετική αυτή δικαιοδοσία, αλλά από την άλλη, αναγνωρίστηκε ότι με το πολύπλοκο σύγχρονο σύστημα ζωής, ιδιαίτερα στις οικονομικές συναλλαγές, η εξαιρετική έστω αυτή δικαιοδοσία θα πρέπει να αφήνεται να ασκείται με την αναγκαία ευελιξία στις ανάγκες των όποιων νέων πραγματικοτήτων κατά καιρούς εμφανίζονται. Στην Κύπρο υιοθετήθηκε η αρχή στην υπόθεση TBF (Cyprus) Ltd v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας
(2001)1 Α.Α.Δ. 153, όπου αναφέρθηκε ότι ναι μεν το δικονομικό αυτό μέτρο δεν ασκείται συχνά, αλλά ασκείται όταν κρίνεται ότι το μέτρο είναι αναγκαίο για τη δίκαια έκβαση της υπόθεσης.» Γενικά, τα διατάγματα παγοποίησης προϋποθέτουν ότι εντός συγκεκριμένης μικρής περιόδου από της επίδοσης του σχετικού διατάγματος, ο εναγόμενος θα πρέπει να προμηθεύσει τον Αιτητή με πληροφορίες ως προς την αξία, την τοποθεσία και την αναλυτική δομή των περιουσιακών του στοιχείων, στο βαθμό που αυτά καλύπτουν συγκεκριμένο ύψος αξίας. Γενικά, η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δεν συνιστά ανασταλτικό παράγοντα έκδοσης διατάγματος. Το όλο ζήτημα εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις Πολιτικές Εφέσεις 71/06, 74/06 και 92/06 Seamark Consultancy Services Limited v. Joseph P. Lasala κ.ά.
(2007)1 ΑΑΔ 162. Αφού παρατέθηκε ιστορική αναδρομή γύρω από το ζήτημα της αδυναμίας έκδοσης διαταγμάτων σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία εκτός δικαιοδοσίας, σε συνδυασμό με την αναποτελεσματικότητα της διαδικασίας εκτέλεσης σε μεταγενέστερο στάδιο, καταγράφηκε η μέσα από το χρόνο εξελικτική πορεία που ακολούθησε η νομική σκέψη στην Αγγλία, όπως αυτή αποτυπώθηκε στην ανάλογη νομολογία και σε σχετικά νομοθετήματα. Ως φυσική εξέλιξη των πραγμάτων και απότοκο των σύγχρονων ρυθμών ζωής και της οικουμενικότητας των οικονομικών δοσοληψιών, αλλά και ως αναγκαιότητα για διεθνή αμοιβαιότητα στην παροχή παρεμπίπτοντων θεραπειών στην υποβοήθηση των ουσιαστικών θεμάτων της αγωγής, τα Δικαστήρια οδηγήθηκαν: «στη σκέψη πως θα έπρεπε να αναδιπλώσουν το πλαίσιο της εξουσίας τους, για να παρέχεται σε αυτά η δυνατότητα τέτοιου χειρισμού των προσωρινών διαταγμάτων, ώστε να καθίστανται πρόσφορα και αποτελεσματικά μέχρι τη λήξη της διαφοράς» (ΑΒΡ Holdings Ltd v. Kιταλίδη (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, 700). Ήταν η ουσία της κατάληξης στην υπόθεση Lasala (ανωτέρω), με αναφορά στο εύπλαστο του Κοινοδικαίου, ούτως ώστε εξελικτικά να λαμβάνει υπόψη νέα δεδομένα, ότι δεν υπάρχει νομικός ή δικαιοδοτικός λόγος που να εμποδίζει την έκδοση διατάγματος το οποίο να καλύπτει και περιουσιακά στοιχεία εκτός δικαιοδοσίας ενόψει της ευρύτατης εξουσίας που προσφέρεται στο Δικαστήριο από το άρθρο 32 του Ν. 14/60. Το μόνο που προκύπτει, ως προβληματισμός, για την ένταξη σε απαγορευτικό διάταγμα περιουσιακών στοιχείων εκτός δικαιοδοσίας, είναι το τελέσφορο της διαδικασίας εκτέλεσης και όχι το δικαιοδοτικό πλαίσιο έκδοσης τέτοιου διατάγματος. Εκτέλεση η οποία δεν σχετίζεται τόσο με τη δυνατότητα άσκησης αποτελεσματικού ελέγχου επί των περιουσιακών στοιχείων στην αλλοδαπή, όσο με τη δυνατότητα άσκησης ελέγχου επί του εναγομένου ως υπόλογου για περιφρόνηση με τις ανάλογες συνέπειες. Δεδομένου δε ότι το διάταγμα τύπου Mareva λειτουργεί in personam, σε περίπτωση παρακοής του, κυρώσεις μπορεί να επιβληθούν στο πρόσωπο που παρακούει το διάταγμα και βρίσκεται εντός δικαιοδοσίας. Είναι κοινή συνισταμένη των θέσεων των δύο πλευρών ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Παρέλειψε δε μέχρι και το τελικό στάδιο της ακρόασης της Αίτησης να προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία ή να παρουσιάσει οποιαδήποτε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία, κατ΄ ακολουθία του εκδοθέντος συντηρητικού διατάγματος, (Α) της Αίτησης, έχουν δεσμευθεί περιουσιακά στοιχεία, στο ύψος τουλάχιστον του ποσού της μεταξύ των μερών διαιτητικής διαφοράς. Καθότι, αν έτσι είχαν τα πράγματα, εύκολη και απλή θα ήταν η παράθεση, για σκοπούς δέσμευσης, του συγκεκριμένου ποσού, η οποία θα καθιστούσε και αχρείαστη την έκδοση άλλων διαταγμάτων, μεταξύ των οποίων και του εξεταζόμενου διατάγματος αποκάλυψης. Συνεπώς, απαραίτητη και επιβεβλημένη είναι η έκδοση του αιτούμενου στην παράγρ. (Δ) της Αίτησης διατάγματος αποκάλυψης, προκειμένου να έχει ουσιαστικό νόημα και δίκαιη έκβαση η όλη υπόθεση. Κ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ. Με βάση το σύνολο των πιο πάνω, το προσωρινό διάταγμα, ως (Α) της Αίτησης, οριστικοποιείται έτσι ώστε να ισχύει μέχρι της εκδίκασης και πλήρους αποπεράτωσης της κυρίως Αίτησης. Περαιτέρω, εκδίδονται διατάγματα - επίσης με χρονικό ορίζοντα ισχύς την αποπεράτωση της κυρίως Αίτησης - ως το υπόλοιπο μέρος των αξιούμενων στην Αίτηση, συμπεριλαμβανομένων των διευκρινίσεων που αποτυπώνονται στα Αιτητικά αυτά. Το διάταγμα για αποκάλυψη εξαντλείται στο ύψος της επίδικης διαφοράς. Να χρησιμοποιηθεί δε αποκλειστικά για τους σκοπούς υποβοήθησης της διαιτητικής διαδικασίας και διασφάλισης του αποτελέσματός της. Προς τούτο δε σχετική δέσμευση να αναλάβουν οι Αιτητές. Εάν εντός της προθεσμίας των επτά εργάσιμων ημερών από της επίδοσης του διατάγματος που δόθηκε για σκοπούς αποκάλυψης, αποδεδειγμένα και προς κάλυψη του αποτελέσματος της υπό αναφορά διαιτητικής διαδικασίας, δεσμευθούν τραπεζικοί λογαριασμοί και/ή ακίνητη ιδιοκτησία και/ή οιαδήποτε άλλα περιουσιακά στοιχεία των Καθ΄ ων η Αίτηση, συνολικού ύψους USD53.591.022,00, τότε το εκδοθέν διάταγμα αποκάλυψης, ως άνευ αντικειμένου, θα παύσει να ισχύει. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] .......... Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.